ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΒΟΡΟΚΛΗΝΗΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ, Αρ. υπόθεσης: 14552/2014, 12/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 14552/2014 ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΒΟΡΟΚΛΗΝΗΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΑΝΔΡΕΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ Κατηγορούμενος 12 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κα Α. Νικολάου Κατηγορούμενος παρών, εκπροσωπεί τον εαυτό του ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις συνολικά κατηγορίες. Δύο από αυτές αφορούν παράλειψη πληρωμής ετήσιας εισφοράς για δημοτικό κοιμητήριο για τα έτη 2010 και 2012 και οι υπόλοιπες αφορούν παράλειψη πληρωμής επιβαρύνσεων επί των μη πληρωθέντων ποσών, κατά παράβαση «των Κανονισμών περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμοί που υιοθετήθηκαν από το Κοινοτικό Συμβούλιο Βορόκληνης, Κ.Δ.Π. 294/2002 και των άρθρων 2, 82(κγ), 99
(1)
(2), 102, 103, 110, 113, 116 και 117
(2)του περί Κοινοτήτων Νόμου 1999, Ν. 86(Ι)/1999ως τροποποιήθηκε». Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας, ο κ. Ανδρέας Θεοδοσίου, Γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Βορόκληνης από το 1983 (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο ο οποίος είναι κάτοικος Βορόκληνης από το 2003. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος φορολογείται για «φόρο κοιμητηρίων» από το 2010 οπόταν και ξεκίνησε η συγκεκριμένη φορολογία. Παρουσίασε και κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με την εν λόγω φορολογία για τον κατηγορούμενο από το 2010 μέχρι σήμερα. Συνέχισε λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε ένσταση κατά της συγκεκριμένης φορολογίας και ότι το ποσό της φορολογίας καθορίζεται δυνάμει του άρθρου 10
(1)του περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμου 2004 (Ν. 257(Ι)/2004). Υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος νόμος δεν απαλλάσσει πολίτη από την υποχρέωση καταβολής φόρου σε περίπτωση που ο κάτοικος της κοινότητας είναι ιδιοκτήτης τάφου σε άλλη κοινότητα. Ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο και χειρίστηκε μόνος του την υπόθεση του. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 από τον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος έθεσε στον ΜΚ1 ότι είχε ενστεί μετά την επιβολή της φορολογίας και παρουσίασε αντίγραφα δύο επιστολών, η μία εκ των οποίων φέρει ημερομηνία 31.5.2014 και η δεύτερη άνευ ημερομηνίας (Τεκμήρια 2 και 3). Σημειώνω ότι με τις επιστολές αυτές, που απευθύνονται προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Βορόκληνης, ο κατηγορούμενος αμφισβητεί την υποχρέωση του να πληρώσει την επίδικη φορολογία αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος διαθέτει οικογενειακό τάφο σε άλλη κοινότητα και για το λόγο αυτό δεν είναι λογικό να υπόκειται σε αυτή τη φορολογία. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι μετά από σχετική μελέτη που έγινε το 2009, το Κοινοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να συνάψει δάνειο για δημιουργία νέου κοιμητηρίου και ότι η συγκεκριμένη φορολογία επιβλήθηκε στους κατοίκους της κοινότητας για την κάλυψη της σχετικής δαπάνης. Του τέθηκε από τον κατηγορούμενο ότι δεν είναι λογικό κάτοικοι της κοινότητας που διαθέτουν οικογενειακούς τάφους σε άλλες κοινότητες και, κατά συνέπεια δεν θα ταφούν στη κοινότητα Βορόκληνης, να υπόκεινται σε αυτή τη φορολογία. Απάντησε ότι η νομοθεσία δεν δημιουργεί τέτοια εξαίρεση. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε δήλωση άνευ όρκου στην οποία υποστήριξε ότι δεν έχει υποχρέωση να πληρώσει την συγκεκριμένη φορολογία. Όπως ανέφερε ο ίδιος μερίμνησε για την ταφή του αφού είναι ιδιοκτήτης τάφου σε άλλη κοινότητα και θα ήταν παράλογο αν ο νομοθέτης είχε πρόθεση να υπάρχουν περισσότεροι από ένα τάφο για κάθε κάτοικο μιας κοινότητας. Από τα πιο πάνω ίσως διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφωνία σε σχέση με τα γεγονότα. Σε σχέση με τον ΜΚ1, δεν διέκρινα κατά την αντεξέταση του ο κατηγορούμενος να εισηγείται ότι αυτός δεν είναι μάρτυρας της αλήθειας σ΄ ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτό που διαφάνηκε ήταν μια διαφωνία σε σχέση με την πρόθεση του νομοθέτη, την ερμηνεία που απέδωσε στις νομοθετικές διατάξεις το κοινοτικό συμβούλιο και κατά πόσο η νομοθεσία δημιουργεί υποχρέωση στον κατηγορούμενο να πληρώσει αφού αυτός διαθέτει τάφο σε άλλη κοινότητα. Θεωρώ επομένως ότι ο Μ.Κ.1 ήταν μάρτυρας αξιόπιστος και, σε σχέση με τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε, αποδέχομαι τη μαρτυρία του[1]. Με αυτό το δεδομένο, αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα καταλήγω ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο Βορόκληνης επέβαλε φορολογία σε κατοίκους της κοινότητας αναφορικά με τη δαπάνη για δημιουργία νέου κοιμητηρίου της κοινότητας. Ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε και συνεχίζει να αμφισβητεί την υποχρέωση του για πληρωμή της φορολογίας αυτής για τα επίδικα έτη, θεωρώντας ότι εφόσον ο ίδιος διαθέτει ή είναι δικαιούχος τάφου σε άλλη κοινότητα, δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει την επίδικη φορολογία. Συνεπώς θεωρεί ότι δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα. Με δεδομένο το πιο πάνω πραγματικό υπόβαθρο, στρέφομαι να εξετάσω στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω στις νομοθετικές διατάξεις που αναφέρονται στην έκθεση των αδικημάτων στο κατηγορητήριο και επί των οποίων βασίζεται η κατηγορούσα αρχή για να αποδώσει στον κατηγορούμενο τα αδικήματα για τα οποία τον κατηγορεί. Σύμφωνα με το άρθρο 82(κγ) του περί Κοινοτήτων Νόμου, Ν86(Ι)/1999, κάθε Κοινοτικό Συμβούλιο οφείλει: «να προνοεί για την ίδρυση κοιμητηρίων σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ταφής Νόμου και του περί Δημόσιας Υγείας (Ταφή και Εκταφή) Νόμου είτε εντός είτε εκτός των ορίων της κοινότητας, να ελέγχει τις διαστάσεις και να καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζονται οι τιμές των τάφων και σε συνεργασία με τις αρμόδιες θρησκευτικές αρχές να μεριμνά για τη συντήρηση και τη λειτουργία τους και να ελέγχει την εκφορά των νεκρών». Οι υπόλοιπες διατάξεις του περί Κοινοτήτων Νόμου, Ν.86(Ι)/1999στις οποίες παραπέμπει το κατηγορητήριο αφορούν την δυνατότητα είσπραξης τελών, δικαιωμάτων και φόρων που δεν έχουν καταβληθεί, ως αστικό χρέος (άρθρο 99
(1)και
(2)), τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος καταβολής τελών ή δικαιωμάτων από ποινικό Δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης (άρθρο 102), το δικαίωμα του Κοινοτικού Συμβουλίου να ενάγει και να ενάγεται υπό την επωνυμία του (άρθρο 103), ότι κανένας δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής φόρων (άρθρο 110), τη δυνατότητα του Υπουργού Εσωτερικών να εκδίδει κανονισμούς αναφορικά με την εκτέλεση και πραγματοποίηση των διατάξεων του Νόμου (άρθρα 113 και 116). Σε σχέση με τους περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικούς) Κανονισμούς Κ.Δ.Π. 294/2002, πρέπει εν αρχή να πω ότι αυτοί δεν αφορούν το κοινοτικό συμβούλιο Βορόκληνης αλλά είναι κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοκκινοτριμιθιάς χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε παραπομπή ή επεξήγηση για το πώς αυτοί υιοθετήθηκαν από το Κοινοτικό Συμβούλιο Βορόκλινης. Κατά δεύτερον, εκτός από τη γενική υποχρέωση που δημιουργεί στους κατόχους περιουσίας που βρίσκεται εντός της κοινότητας Κοκκινοτριμιθιάς για πληρωμή ετήσιας εισφοράς για κοινοτικές υπηρεσίες που τους παρέχονται από το Κοινοτικό Συμβούλιο Κοκκινοτριμιθιάς, δεν φαίνεται να διαλαμβάνουν οτιδήποτε σχετικό με την Κοινότητα Βορόκληνης και τους κατοίκους της αλλά ούτε και με τα επίδικα αδικήματα. Σημειώνω ότι στο κατηγορητήριο υπάρχει μόνο μια γενική αναφορά στους Κανονισμούς αυτούς χωρίς να υπάρχει παραπομπή σε συγκεκριμένο άρθρο ή άρθρα. Αποτελεί βασικό δικονομικό κανόνα ότι στο κατηγορητήριο πρέπει να γίνεται αναφορά στο άρθρο του νόμου το οποίο στοιχειοθετεί το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος[2]. Όπου η κατηγορία συνίσταται από πράξεις ή παραλείψεις που ποινικοποιούνται από το συλλογικό αποτέλεσμα δύο ή περισσότερων προνοιών του νόμου ή περισσότερων νομοθετημάτων, τότε πρέπει να γίνεται αναφορά σε όλες τις σχετικές νομοθεσίες και σε όλες τις σχετικές διατάξεις. Από τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω διαφαίνεται ότι ο Νόμος και οι Κανονισμοί οι οποίοι καταγράφονται στο κατηγορητήριο δεν δημιουργούν οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Κατά την τελική της αγόρευση, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο κατά την απόφαση του «πρέπει να λάβει υπόψη», πέραν από τον Ν. 86(Ι)/1999 και τους προαναφερόμενους Κανονισμούς, και τις πρόνοιες του περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμου 2004 (Ν. 257(Ι)/2004). Ειδικότερα κάλεσε το Δικαστήριο «να λάβει υπόψη» τα άρθρα 3
(1), 10
(1)και 11 του Ν.257(Ι)/2004. Περιληπτικά αναφέρω ότι το άρθρο 3 του Ν. 257(Ι)/2004) προβλέπει για τη δυνατότητα της τοπικής αρχής να δημιουργεί νέο κοιμητήριο ή να επεκτείνει υφιστάμενο σε περίπτωση που το απαιτούν οι ανάγκες της κοινότητας, το άρθρο 10
(1)προβλέπει για τον τρόπο κατανομής μεταξύ των κατοίκων της κοινότητας των δαπανών που δημιουργούνται από την απόκτηση νέου ή επέκταση υφιστάμενου κοιμητηρίου και το άρθρο 11 για τον τρόπο υποβολής ένστασης κατά της κατανομής των δαπανών. Από την πλευρά μου, σημειώνω ότι ουσιαστικής σημασίας είναι το άρθρο 12 του Ν. 257(Ι)/2004 που διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «12.
(1)Σε περίπτωση που οποιοσδήποτε κάτοικος παραλείπει ή αρνείται να πληρώσει το ποσό που οφείλει με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 10 του παρόντος Νόμου, μέσα στην καθορισθείσα προθεσμία, η αρχή τοπικής διοίκησης έχει εξουσία να το εισπράξει μαζί με επιβάρυνση είκοσι επί τοις εκατό (20%).
(2)Κάθε κάτοικος ο οποίος αρνείται να καταβάλει το επιβληθέν ποσό μαζί με την επιβάρυνση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται, πέραν από την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού και της επιβάρυνσης και σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις πενήντα λίρες.» Από τα πιο πάνω διαφαίνεται θεωρώ, ξεκάθαρα, ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παράλειψης πληρωμής ποσού που καθορίζεται από αρχή τοπικής διοίκησης σε σχέση με δημοτικό κοιμητήριο, είναι απαραίτητη η αναφορά στα άρθρα 10 και 12 του Ν. 257(Ι)/2004. Όπως έχω ήδη αναφέρει, τα άρθρα του περί Κοινοτήτων Νόμου Ν86(Ι)/1999 και οι Κανονισμοί που υιοθετήθηκαν με την Κ.Δ.Π. 294/2002 που αναγράφονταν στην έκθεση του αδικήματος στο κατηγορητήριο δεν δημιουργούν ή στοιχειοθετούν οποιοδήποτε αδίκημα. Έχω εξετάσει κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 85
(4)του Κεφ.
- Θεωρώ όμως ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για να αναλάβει το Δικαστήριο την πρωτοβουλία τροποποίησης του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης των πιο πάνω διατάξεων του Ν. 257(Ι)/
- Την ευθύνη για την ορθή σύνταξη του κατηγορητήριου έχει η κατηγορούσα αρχή. Η ποινική δικονομία προβλέπει και παρέχει τη δυνατότητα διόρθωσης κατηγορητηρίου και παρέχει στο Δικαστήριο σχετική διακριτική ευχέρεια. Παραπέμπω σχετικά στις πρόνοιες των άρθρων 83-85 του Κεφ. 155 και στη σχετική νομολογία[3]. Στην προκείμενη περίπτωση το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 27.10.2014 και έχει μεσολαβήσει από τότε αριθμός εμφανίσεων τόσο πριν όσο και κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Σε κανένα στάδιο, παρά το ότι υπήρχαν πολλές ευκαιρίες για τούτο, η κατηγορούσα αρχή δεν ζήτησε να της επιτραπεί να διορθώσει το κατηγορητήριο δια της προσθήκης των σχετικών προνοιών του Ν.257(Ι)/
- Ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκπροσώπησε ο ίδιος τον εαυτό του στη διαδικασία, επέμεινε και επιμένει στη μη παραδοχή των αδικημάτων που του αποδίδονται. Επέμεινε και επιμένει ότι η άρνηση του να καταβάλει τα ποσά που διεκδικεί από αυτόν η κατηγορούσα αρχή δεν συνιστά ποινικό αδίκημα. Μόλις στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ήγειρε για πρώτη φορά το θέμα αυτό ζητώντας από το δικαστήριο να «λάβει υπόψη» τις πρόνοιες του Ν. 257(Ι)/
- Σημειώνω ότι δεν υπεβλήθη αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου στη βάση του άρθρου 83 του Κεφ. 155[4]. Αυτό το οποίο θεωρώ ότι επιδιώκεται από την κατηγορούσα αρχή - αν και δεν το έχει ζητήσει ρητά - είναι η τροποποίηση του κατηγορητηρίου από το ίδιο το Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 85
(4), Κεφ. 155, για να δύναται το Δικαστήριο να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου σε αυτό το στάδιο είναι προϋπόθεση το κατηγορητήριο να αποκαλύπτει ήδη αδίκημα. Τότε μόνο επιτρέπεται η τροποποίηση στη βάση του άρθρου 85
(4), αν μετά την τροποποίηση ο κατηγορούμενος «δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του [υφιστάμενου] κατηγορητηρίου». Στην προκειμένη περίπτωση το υφιστάμενο κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτει αδίκημα. Πέραν τούτου, κρίνω ότι δεν θα ήταν ούτε ορθό ούτε και δίκαιο αλλά ούτε και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να προβεί σε τέτοια τροποποίηση στην παρούσα περίπτωση. Κάτι τέτοιο σαφώς και θα επηρέαζε αρνητικά τα δικαιώματα του κατηγορούμενου αφού, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, αυτός θα αντιμετώπιζε ένα εντελώς διαφορετικό κατηγορητήριο. Επαναλαμβάνω ότι το κατηγορητήριο με την υφιστάμενη του μορφή και διατύπωση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αδίκημα. Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι οποιαδήποτε τροποποίηση του κατηγορητηρίου σε αυτό το στάδιο, μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, θα επηρεάσει δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Σημειώνω ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου εξ αρχής ήταν ότι δεν διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα στη βάση των κατηγοριών που αντιμετώπιζε. Τέλος, δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση στον εντοπισμό της ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου και την παράλειψη λήψης οποιωνδήποτε μέτρων προς διόρθωσης του σε ενωρίτερα στάδια της διαδικασίας. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Καμία διαταγή για έξοδα. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποινική έφεση 180/2010, ημερομηνίας 11.10.2012, Ιωάννου ν Παλάζη
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 576, Παπακόκκινου κ.α. ν Σμυρλή κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653, Χρστοδούλου ν Αριστοδήμου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 552 [2] Άρθρο 39, Κεφ. 155. [3] Fatma Mehmet v The Police
(1970)2 CLR 62 και Ανδρέας Κυριάκου v Aστυνομίας 1992
(2)ΑΑΔ 458 [4] Leonidou v Police
(1987)2 AAΔ 96 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο