← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Νίκου Γερασίμου, Αρ. Υπόθεσης: 9684/13, 30/9/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Νίκου Γερασίμου, Αρ. Υπόθεσης: 9684/13, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9684/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- Νίκου Γερασίμου Κατηγορούμενος ------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Γιακκουμετή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικηφόρου Κατηγορούμενος: παρών ------------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της απλής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα και της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 04/06/2013 στο Πάρκο Πειραιά, στην οδό Ανδρομάχης στη Λάρνακα παράνομα είχε επιτεθεί στον Παντελή Νικολάου και του είχε προκαλέσει τρόμο απειλώντας τον ότι θα του κάνει κακό. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία δόθηκε από τον Παραπονούμενο, Μ.Κ.1, Παντελή Νικολάου, ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο

  1. Σύμφωνα με την κατάθεση του ο ίδιος είναι μαθητής στο Γυμνάσιο Βεργίνας και είναι συμμαθητής της Ραφαήλιας Γερασίμου, η οποία ενοχλεί τα αγόρια της τάξης καθώς και τον ίδιο με διάφορες προτάσεις. Τις συγκεκριμένες προτάσεις και ενοχλήσεις η Ραφαήλια τις έβαζε στο Facebook. Η Ραφαήλια με τον πατέρα της Στέλιο είχαν επισκεφθεί το σπίτι του, πριν ένα μήνα περίπου και είχαν ζητήσει το λόγο, από την μητέρα του ο ίδιος δεν βρισκόταν στο σπίτι, γιατί να την αποκαλέσει ο ίδιος «πουτάνα». Όταν τον ρώτησε η μητέρα του της εξήγησε ότι ο ίδιος δεν την είχε αποκαλέσει «πουτάνα» και της εξήγησε τι έκαμνε η Ραφαήλια και ότι του είχε προτείνει να πάει μαζί της αλλά ο ίδιος δεν είχε δεχθεί. Μια μέρα που σχόλναγαν από το σχολείο ένας εξωσχολικός, ο οποίος ήταν με την Ραφαήλια, τον είχε απειλήσει ότι θα τον δείρει αν δείξει την συνομιλία που είχε με την Ραφαήλια στο Facebook. Ακολούθησε επίσκεψη του πατέρα, της μητέρας και της θείας της Ραφαήλιας στο σχολείο όπου ζήτησαν εξηγήσεις γιατί να αποκαλούν την Ραφαήλια «πουτάνα» και γιατί να λένε ότι ζητά διάφορα στο Facebook. Στις 04/06/2013 ενώ ο ίδιος ήταν στο Πάρκο Πειραιά, κοντά στο Γυμνάσιο Βεργίνας, μαζί με τους φίλους του, γύρω στις 9.00 μ.μ., είχαν μεταβεί στο πάρκο ο πατέρας και η μητέρα της Ραφαήλιας, η Ραφαήλια, ο αδελφός της, δύο άλλοι άντρες, ο ένας με την γυναίκα του, και ακόμα ένας άντρας με μια γυναίκα. Ο ένας από τους άντρες αυτούς είχε εξυβρίσει τις δυο από τις φίλες του ενώ ο άλλος είχε πει στον ίδιο ότι δεν γνώριζε που είχε μπλέξει. Ο πατέρας της Ραφαήλιας είχε πιάσει τον ίδιο από τον λαιμό με το αριστερό του χέρι ενώ με το δεξί τον είχε χτυπήσει στο αριστερό μάγουλο ενώ παράλληλα τον απειλούσε με την φράση « Έσιετε χάρη που είσαστε κάτω από 18 οξά είσεν να σας κρεμάσουμε ανάποδα». Όταν έφυγαν ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει της μητέρας του να μεταβεί στο πάρκο για να τον πιάσει. Δεν της είχε αναφέρει, της μητέρας του, τι ακριβώς είχε συμβεί. Της είπε τι είχε συμβεί η μητέρα της φίλης του, της Θέας και ακολούθως επισκέφτηκαν την Αστυνομία για να καταγγείλουν το συμβάν. Επισκέφθηκε το Νοσοκομείο λόγω του ότι του είχε δοθεί έντυπο από την Αστυνομία και γιατί είχε πόνο όμως δεν γνώριζε αν είχαν διαπιστωθεί οποιαδήποτε σημάδια. Ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον πατέρα της Ραφαήλιας. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι με την Ραφαήλια είναι συμμαθητές, στην ίδια τάξη και είχαν δεσμό για κάποιο χρονικό διάστημα. Επίσης παραδέχθηκε ότι η Ραφαήλια είναι καλή μαθήτρια ενώ ο ίδιος είχε μείνει στην ίδια τάξη λόγω απουσιών. Ερωτηθείς γιατί είχε αλλάξει τρία σχολεία υποστήριξε ότι ο λόγος ήταν για να βολεύεται η μητέρα του, με την εργασία της, η οποία τον μετέφερε στο σχολείο. Σε σχέση με το γεγονός ότι οι υπόλοιποι, που κατά τον ισχυρισμό του ήταν παρόντες στο επεισόδιο, δεν είχαν δώσει κατάθεση το δικαιολόγησε αναφέροντας ότι δεν ήθελαν να μπλεχτούν τα ονόματά τους. Στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι είχε απειληθεί από ένα εξωσχολικό φίλο της Ραφαήλιας και την φάση την είχε παρακολουθήσει και η μητέρα του από το αυτοκίνητο αλλά είχαν επιλέξει να μην το καταγγείλουν. Όσο αφορά τα μηνύματα στο Facebook ισχυρίστηκε ότι τα είχε δείξει στην διεύθυνση του σχολείου αλλά δεν τα είχε δείξει στον εξεταστή της υπόθεσης γιατί δεν είχε σύνδεση με το διαδίκτυο. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος είχε κατευθύνει πολλές απειλές στο πρόσωπό του ενώ ο ίδιος βρισκόταν έξω από το σχολείο. Ακολούθως ισχυρίστηκε ότι ελάχιστες φορές τον είχε απειλήσει ο Κατηγορούμενος για να καταλήξει στο τέλος ότι ο Κατηγορούμενος τον είχε απειλήσει μια ή δυο φορές χωρίς να είναι σίγουρος για τον αριθμό. Όσο αφορά αυτή τούτη την επίθεση ισχυρίστηκε ότι ενώ έφευγε από το πάρκο για να πάνε στο σπίτι της φίλης του πήγε στο πάρκο ο Κατηγορούμενος μαζί με την σύζυγό του, την κόρη του, τον υιό του και κάποια άλλα πρόσωπα. Αρχικά τον προσέγγισε με εκνευριστικό ύφος, του φώναζε και τον απειλούσε ενώ δεν άφηνε ούτε τον ίδιο αλλά ούτε και τους φίλους του να τηλεφωνήσουν. Ακολούθως τον είχε χτυπήσει με το χέρι του στο αριστερό μάγουλο και η μητέρα της Ραφαήλιας του έλεγε προσβλητικές φράσεις που αφορούσαν την επίδοσή του στο σχολείο. Στην φραστική αντιπαράθεση με την μητέρα της Ραφαήλιας αρχικά ισχυρίστηκε ότι ήταν παρούσα η μητέρα του για να το αναιρέσει αμέσως μετά και να αναφέρει ότι η μητέρα του είχε φθάσει στον χώρο του επεισοδίου μετά που είχαν φύγει οι υπόλοιποι. Κατατέθηκαν εκ συμφώνου η κατάθεση του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2, η γραπτή καταγγελία που του είχε απαγγελθεί και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3 καθώς και το ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας ότι υιοθετεί την κατάθεσή του και δηλώνει αθώος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κατέθεσε εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της θέσης του ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί λόγω της αντιφατικότητας στην μαρτυρία του. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Ευρήματα Θα εξετάσω το σύνολο της μαρτυρίας με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου τις θέσεις της Υπεράσπισης. Όπως καταδεικνύεται από την νομολογία, η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα και πάνω σε αυτή τη βάση θα την προσεγγίσω (βλ. C. & A. Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, 1280-1281). Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παράλληλα η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου, είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1 θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην υπόθεση Ομήρου (πιο πάνω) γίνεται επίσης επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται ταυτόχρονα η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής. «Οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και να φανερώνουν τη διάθεση να ψευσθεί. Να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία καθιστώντας την αποδοχή της επικίνδυνη». Με το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Ομήρου δόθηκε ξεκάθαρα το στίγμα και η σημασία των παρουσιαζομένων σε μια υπόθεση αντιφάσεων. Δεν πρέπει παράλληλα να μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αντίληψη κάθε ανθρώπου δεν είναι η ίδια ούτε η μνήμη του βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με άλλους (βλ. Παπαδόπουλος ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 314. Είναι η Κατηγορούσα Αρχή που είχε το βάρος να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου και όχι ο Κατηγορούμενος την αθωότητα του. Απόρροια της αρχής αυτής, είναι πως για την υπεράσπιση αρκεί να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη, έστω και υποβόσκουσα (lurking) αμφιβολία, χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή. Είναι υπό αυτή την έννοια που θα εξετάσω την υπόθεση στη συνέχεια, έχοντας ειδικότερα υπόψη πως τυχόν αποτυχία της υπεράσπισης θα είναι μοιραία, μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, στο βαθμό που παραμένει ακλόνητη από την υπεράσπιση, είναι στο τέλος επαρκώς ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη. Ο Παραπονούμενος, Μ.Κ.1, άφησε το Δικαστήριο με τις χειρότερες εντυπώσεις. Παρόλο που το επεισόδιο είχε εξελιχθεί μπροστά στα μάτια πολλών και όλοι είχαν απειληθεί μόνο ο Παραπονούμενος είχε καταγγείλει το γεγονός. Υποστήριξε ότι χτυπήθηκε πλην όμως το ιατρικό πιστοποιητικό διέψευσε τους ισχυρισμούς του. Δεν υπήρχε συνοχή στην σκέψη ή τον λόγο του και φάνηκε να διακατέχεται από μια σύγχυση σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων και το χρονικό πλαίσιο στο οποίο έντασσε το κάθε γεγονός. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου παρέμεινε στο κενό και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτήν. Καταδίκη του Κατηγορούμενου με βάση την αντίληψη του Παραπονούμενου θα ήταν ακροσφαλής. Η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ζημιογόνα για τον ίδιο, δηλαδή δεν μπορεί να εξισωθεί με ενοχή (βλ. R. v. Bathurst
(1968)2 Q.B. 99, R. v. Sparrow
(1973)2 All E.R. 129, R. v. Mutch
(1973)1 All E.R. 178, Waugh v. R.
(1950)A.C. 203 και Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200), ούτε και μπορεί το γεγονός να θεωρηθεί σαν ενίσχυση της μαρτυρίας που πρόσφερε η Κατηγορούσα Αρχή. Ό,τι προκύπτει ως σημαντικό από το σύνολο της σχετικής νομολογίας είναι ότι η ανώμοτη δήλωση δεν αποτελεί μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε αξιολογείται από το Δικαστήριο όπως η μαρτυρία. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στην θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Θα πρέπει, τελικά, να αντικρίζεται μια τέτοια δήλωση σε συνάρτηση με το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας βλ. Ιωάννου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 494 και Σήφουνας ν. Αστυνομίας,
(2007)2 ΑΑΔ 91. Κατά συνέπεια η ανωμοτί δήλωση του Κατηγορούμενου θα εξεταστεί κάτω από αυτό το πρίσμα. Όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι στην κατάθεσή του είχε αναφέρει ότι είχε νευριάσει και είχε θυμώσει στους νεαρούς που ήταν στο Πάρκο εκείνο το βράδυ ενώ παράλληλα τους είχε κάνει αυστηρή παρατήρηση. Όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία από οποιονδήποτε από τους παρευρισκόμενους που να υποστηρίξει οποιαδήποτε από τις δυο εκδοχές που προβλήθηκαν. Τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συμβιβάζονται όχι μόνο με την ενοχή του Κατηγορούμενο αλλά και με την αθωότητά του. Ως τέτοια δεν μπορούν ν΄ οδηγήσουν στην καταδίκη του Κατηγορούμενου αφού το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την ενοχή του. Βλ. Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104 όπου στην σελίδα 110 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Έργο της Κατηγορούσας Αρχής παραμένει βέβαια πάντοτε η απόδειξη της ενοχής κάθε Κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η βασική αρχή όπως εξάγεται από τη νομολογία είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η ενοχή του Κατηγορούμενου στηρίζεται καθ΄ ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νομικό ν΄ αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του Κατηγορούμενου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα.» Το βάρος απόδειξης της υπόθεσης είναι στην Κατηγορούσα Αρχή και το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Woolmington v. D.P.P
(1935)A.C. 462 όπως υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαρίτωνος ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις). Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή κατηγορουμένου τότε αυτή θα πρέπει ν' αποφασιστεί υπέρ και ν' απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ. τις ίδιες πιο πάνω αποφάσεις, Τούμπα ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι αν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 393, Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119, Σωτηριάδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482). Τα δε γεγονότα θα πρέπει να αποδειχθούν με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Οι πιο πάνω νομικές αρχές συνάδουν και με το τεκμήριο αθωότητας ενός κατηγορουμένου όπως αυτό διασφαλίζεται από το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος. Ο όρος επίθεση έχει ερμηνευθεί ότι περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία να προκαλέσει και που προκαλεί σ΄ ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θ΄ ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788, R. v. Ireland, R. v. Burstow
(1998)AC 147 HL και Archbold 2002, παρά 19-
  1. Για να διαπραχθεί το αδίκημα της επίθεσης πρέπει αυτός που διαπράττει την επίθεση, με πρόθεση ή χωρίς να νοιάζεται, να επιφέρει στον άλλο άμεση παράνομη βία. Δε η πράξη βίας πρέπει να συνοδεύεται με εχθρική πρόθεση, σύμφωνα με το σύγγραμμα του Smith & Hogan 'Criminal Law', 10η έκδοση, σελίδα
  2. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς κάποιος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο βλ. Archbold 2002, παρα 19-172 στην οποία παράγραφο καταγράφεται ότι ακόμα και το ρίξιμο μιας γυάλινης μπουκάλας προς άλλο άτομο θεωρείται ως επίθεση. Ο όρος επίθεση ερμηνεύεται στο σύγγραμμα του Archbold Criminal Practice and Evidence 2002, στην παράγραφο 19-166 ως ακολούθως: «An assault is any act - and not a mere omission to act - by which a person intentionally - or recklessly - causes another to apprehend immediate unlawful violence ... The act must be accompanied by a hostile intent calculated to cause apprehension in the mind of the victim. Where the hostile intent is not present there will be no assault unless it is proved that the alleged assailant was reckless as to whether the complainant would apprehend immediate and unlawful violence.» Βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2003, σελ. 162 κ.έ. Σύμφωνα με τον Blackstone, παρα Β. 2.5, σελίδα 163, είναι αρκετό ο παραπονούμενος να αντιλαμβάνεται την απειλή της άμεσης βίας και δεν είναι αναγκαίο να φοβηθεί. Το νοητικό στοιχείο τώρα που απαιτείται από το συγκεκριμένο αδίκημα είναι να συνειδητοποιεί αυτός που κάνει την πράξη το παράλογο ρίσκο που παίρνει βλ. παρα. 2.7, σελ. 165 του Blackstone´s Criminal Practice 2003 ή να είναι απερίσκεπτος αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο το θύμα θα αντιληφθεί την απειλή της άμεσης και παράνομης βίας. Η απερισκεψία - recklessness - επεξηγείται στην παρά. 19-167 του Archbold ως ακολούθως: «Recklessness in common assault, therefore, involves foresight of the possibility that the complainant would apprehend immediate and unlawful violence and taking that risk.» Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποσείσει το αποδειχτικό βάρος που έχει στους ώμους της αφού η μαρτυρία του Παραπονούμενου κρίθηκε αναξιόπιστη και ανίκανη να αποδείξει είτε το πραγματικό αλλά πολύ περισσότερο το νοητικό στοιχείο των δυο κατηγοριών. Για αυτό το λόγο ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .................. Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.