Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ιωάννη Παπαπαύλου, Αρ. Υπόθ.: 20929/12, 23/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 20929/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ιωάννη Παπαπαύλου Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.10.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Πολυχρόνης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία ότι έκλεψε το ποσό των €20.000 από την παραπονούμενη ΜΚ2 Joan Mills ενώ του εμπιστεύθηκε το πιο πάνω ποσό ως αντιπρόσωπος της, για την αγορά αυτοκινήτου, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Η παραπονούμενη Joan Mills ΜΚ2 είναι Αγγλίδα και κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε στην Κύπρο και εργαζόταν στην τράπεζα FBME. Γνώρισε τον κατηγορούμενο μέσω συναδέλφου της, επ' ονόματι Jane Brazíl. Η συνάδελφος της την έφερε σε επαφή με τον κατηγορούμενο για να της εισάγει αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος ήταν τότε σύντροφος της Jane Brazil. Σύμφωνα με την παραπονούμενη τερματίσθηκε η εργοδότηση της Jane Brazil από την FBME. Μετά αυτή αποχώρησε από την Κύπρο και έκτοτε έχει χάσει τα ίχνη της. Συνεπώς, αυτό το πρόσωπο δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τα λεχθέντα της παραπονούμενης, σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Όμως υπάρχουν τραπεζικά έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε και αναγνώρισε, τα οποία αποδεικνύουν μεταφορές χρημάτων σε λογαριασμό του κατηγορούμενου από την παραπονούμενη. Σύμφωνα με την ΜΚ2 σύναψε συμφωνία με τον κατηγορούμενο και αυτός της υποσχέθηκε να της εισαγάγει αυτοκίνητο από την Αγγλία. Την πληροφόρησε για τα στοιχεία του αυτοκινήτου ως και την τιμή του και της παρέδωσε φωτογραφίες του αυτοκινήτου για να το επιθεωρήσει. Η ΜΚ2 του έδωσε €5.000 από τα δικά της χρήματα για την αγορά του οχήματος και για τα υπόλοιπα €15.000 έκανε δάνειο. Υπέδειξε το τεκμήριο 4.2 όπου φαίνεται κατάθεση μετρητών στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορούμενου στην Λαϊκή τράπεζα στις 9.9.
- Αρχικά πρόθεση της παραπονούμενης ήταν να καταθέσει επιταγή στον λογαριασμό του κατηγορούμενου, αλλά αυτός επέμενε όπως τα χρήματα κατατεθούν στον λογαριασμό του ως μετρητά. Εξαιτίας της επιμονής του κατηγορούμενου να πληρωθεί σε μετρητά, η ΜΚ2 αποδέχθηκε και για να κατοχυρώσει τον εαυτό της τον έβαλε να υπογράψει απόδειξη παραλαβής των χρημάτων προτού καταθέσει τα μετρητά στον λογαριασμό του (Βλ., Τεκμήριο 4.7). Επιπρόσθετα, ως προκαταβολή για την εισαγωγή και την αγορά του οχήματος έγινε εσωτερική διαβίβαση του ποσού των €5.000 από τον δικό της λογαριασμό στην Λαϊκή Τράπεζα στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορούμενου στην Λαϊκή Τράπεζα. Αρχικά της έδωσε οδηγίες η Jane Brazil να καταθέσει το ποσό των €5.000 σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορούμενου στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα. Της δόθηκαν στοιχεία αυτού του λογαριασμού. Όταν επιχείρησε να καταθέσει τα χρήματα σ'αυτόν τον λογαριασμό πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε τραπεζικό λογαριασμό με τα συγκεκριμένα στοιχεία και είναι γι' αυτό που έγινε εσωτερική μεταφορά των 5.000 ευρώ στην Λαϊκή Τράπεζα στο δικό του λογαριασμό. Tα χρήματα της προκαταβολής δόθηκαν τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2010 αντίστοιχα. Ντρεπόταν να αποκαλύψει ότι είχε εξαπατηθεί από τον κατηγορούμενο, ειδικά στον χώρο εργασίας της, όπου κατείχε ψηλή διευθυντική θέση. Όμως, εν τω μεταξύ, ήταν υπόλογη για το δάνειο των €15.000 που είχε συνάψει από την τράπεζα FBME. Αναγκάστηκε να αποκαλύψει στους εργοδότες της ότι είχε εξαπατηθεί από τον κατηγορούμενο. Το χειρίστηκαν το ζήτημα νομικοί σύμβουλοι της τράπεζας και τελικά καταχώρησε πολιτική αγωγή εναντίον του κατηγορούμενου. Αυτό που την ενδιέφερε ήταν η επιστροφή των κλαπέντων χρημάτων όμως αντιλήφθηκε ότι η οδός της πολιτικής αγωγής ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα. Εν τέλει κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία τον Απρίλιο
- Συνολικά ανιχνεύεται μέσω τραπεζικών λογαριασμών που αναγνώρισε και υπέδειξε η ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε συνολικά το ποσό των €20.000 από την παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε της παρέδωσε αυτοκίνητο και ούτε της επέστρεψε το ποσό των €20.
- Η φίλη της εξαφανίσθηκε και σε κάποιο στάδιο ο κατηγορούμενος έπαψε να δέχεται τις τηλεφωνικές της κλήσεις. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 16.5.2013 παρέλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από την δικηγόρο της, ΄Ελενα Σωκράτους, ότι ο κατηγορούμενος είχε κάνει πρόταση μέσω του δικηγόρου του να αναλάβει την αποπληρωμή του δανείου που είχε επισυνάψει η παραπονούμενη για την αγορά του αυτοκινήτου. Η παραπονούμενη ουδέποτε απέκρυψε ότι σκοπός της καταγγελίας της στην Αστυνομία ως πρόσωπο που είχε υποστεί βλάβη ήταν να αποκατασταθεί, δηλαδή να τις επιστραφούν τα χρήματα που ο κατηγορούμενος της είχε δολίως στερήσει. Το ότι κατέφυγε στην καταχώρηση πολιτικής αγωγής και άλλες μεθόδους, για να πείσει τον κατηγορούμενο να μετανιώσει και να της επιστρέψει τα χρήματα, δεν αποδυναμώνει, αλλά με πείθει για το γνήσιο του παραπόνου της. Αντιθέτως, η υπεράσπιση δεν με έχει πείσει ότι η παραπονούμενη είναι χωρίς αξίωση αφού παραδέχεται ο κατηγορούμενος ότι είχε διαβουλεύσεις μαζί της για να βρεθεί ο τρόπος να αποκατασταθεί για να αποφύγει την ποινική του ευθύνη ή να μετριάσει τις συνέπειες των πράξεων του. Παρόλο που η ΜΚ2 δεν θεωρείται ότι πρόκειται για άτομο που δεν έχει ενδιαφέρον στην υπόθεση της παραπονούμενης, δεν υπάρχει κανένας αποδεικτικός κανόνας που να αποκλείει τέτοια μαρτυρία ως αβάσιμη. Το απόσπασμα του Archbold Pleading and practice in Criminal cases, 36th edition, Sweet and Maxwell 1966 par.1349 σε σχέση με το αμερόληπτο του μάρτυρα, στο οποίο με παρέπεμψε ο κ. Πολυχρόνης ορθά διατυπώνει την αρχή ότι ένας παράγοντας που θα κρίνει κατά πόσο ένας μάρτυρας λέει την αλήθεια είναι κατά πόσο είναι αμερόληπτος. Στην προκειμένη περίπτωση, η κυρίως μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, είναι η παραπονούμενη, που εκ των πραγμάτων έχει ενδιαφέρον για την υπόθεση και γι'αυτό προέβη σε καταγγελία εναντίον του στην Αστυνομία. Όμως δεν είναι ορθή η θεώρηση των πραγμάτων, ότι κανένας παραπονούμενος σε ποινική διαδικασία δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, ως πρόσωπο που είχε λόγο και συμφέρον να κάνει την καταγγελία κατά του κατηγορούμενου, αλλά και για να μαρτυρήσει εναντίον του. Δεν είναι ορθό να απορρίψω αυτή την μαρτυρία ως αναξιόπιστη επειδή πρόκειται για την μαρτυρία της παραπονούμενης που έκανε την καταγγελία κατά του κατηγορούμενου επειδή είχε παράπονο εναντίον του. Την άκουσα με προσοχή, εξέτασα την λεπτομερή μαρτυρία της και διαπίστωσα ότι επί των ουσιαστικών σημείων έλεγε την αλήθεια. Επιπρόσθετα, τα όσα ανέφερε υποστηρίζονται και από τα έγγραφα που υπέδειξε, κατέθεσε και αναγνώρισε και ειδικά τα τραπεζικά έγγραφα που αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος πήρε τα χρήματα της και δεν της τα επέστρεψε ποτέ. Αντιθέτως, η υπεράσπιση δεν με έχει πείσει ότι η παραπονούμενη είναι χωρίς αξίωση αφού παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος σε εκείνη και στον δικηγόρο της μετά από συζήτηση μαζί της και υποσχέθηκε στην ΜΚ2 όσο και στον δικηγόρο της αργότερα ότι θα διευθετούσε το ζήτημα και αυτό έγινε προτού διορίσει ο ίδιος δικηγόρο για να αποφύγει την ποινική του ευθύνη ή να μετριάσει τις συνέπειες των πράξεων του. Δεν είναι η παραπονούμενη εξάλλου, που προωθεί αυτή την δίωξη εις βάρος του κατηγορούμενου, αλλά οι διωκτικές αρχές. Η πολιτική και ποινική διαδικασία είναι διαφορετική, δεν δημιουργείται πρόβλημα κατάχρησης εξουσίας από την προώθηση και των δύο ταυτόχρονα, αλλά και ούτε συμφωνώ με την θέση της υπεράσπισης, ότι η Αστυνομία ερεύνησε την υπόθεση θεωρώντας ότι η καταγγελία της παραπονούμενης ήταν αυταπόδεικτή. Η δίωξη παραβατών του ποινικού δικαίου αποτελεί δημόσιο καθήκον των αρχών που είναι επιφορτισμένες με τη δίωξη του εγκλήματος Βασιλείου ν. Μακρίδη[1]. Ο ΜΚ1, ανακριτής της υπόθεσης, ερεύνησε τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου και έκανε έρευνα στον Έφορο Εταιρείων για την εταιρεία P.K. Extreme. Ο ανακριτής της υπόθεσης ανέφερε ότι στο ημερολόγιο ενέργειας του σταθμού προκύπτει ότι αναζητήθηκαν οι διευθυντές της πιο πάνω εταιρείας και ανακάλυψε ότι βρίσκονται οικογενειακώς στην Αγγλία από το
- ΄Εγινε δεύτερη προσπάθεια αναζήτησης των διευθυντών, από τον ίδιο και ανακάλυψε ότι βρίσκονται στο εξωτερικό και ότι η οικία τους στην Κύπρο πωλήθηκε. Περαιτέρω, προβλημάτισε τον ανακριτή το γεγονός ότι η παραπονούμενη καθυστέρησε μέχρι το 2012 να κάνει την καταγγελία κατά του κατηγορούμενου και ερεύνησε αυτή την πτυχή. Αναζητήθηκε η κα Jane Brazil από τον Μάιο 2012, για μαρτυρία, χωρίς αποτέλεσμα και έλαβε υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου. Συνεπώς, η απόφαση για την δίωξη του κατηγορούμενου, έγινε μετά από αντικειμενική έρευνα και όχι αυθαίρετα ή προς ικανοποίηση της παραπονούμενης. Είναι γεγονός ότι, η παραπονούμενη παρέλαβε πολλά ηλεκτρονικά μηνύματα μέσω της φίλης της Jane Brazil, για την αγορά του αυτοκινήτου. Αυτή ήταν σύντροφος του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο και ενήργησε ως μεσάζον να τους φέρει σε επαφή. Όμως, η συμφωνία για την αγορά του αυτοκινήτου, έγινε με τον κατηγορούμενο, σε κατ' ιδίαν συνάντηση που είχαν στο σπίτι της. Έγινε προφορική συμφωνία μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου. Η ΜΚ2 τον συνάντησε προσωπικά για να πραγματοποιηθεί η συμφωνία. Επιπρόσθετα, υπάρχουν τραπεζικά έγγραφα που αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο που πήρε τα χρήματα ήταν ο κατηγορούμενος. Για σκοπούς διαπίστωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου δεν έχει σημασία κατά πόσο το τεκμήριο 4.1 είναι έγκυρο έγγραφο συμφωνίας για την αγορά του αυτοκινήτου που δεν είναι διότι αυτό το έγγραφο δεν είναι γραπτή συμφωνία. Σημασία έχει ποιες παραστάσεις έκανε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη για την πείσει να αποχωριστεί τα χρήματα της και ειδικά ποια ήταν η συμφωνία μεταξύ τους όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την προσωπική τους συνάντηση. Τα γεγονότα δείχνουν, ότι η παραπονούμενη πίστευε ότι ο κατηγορούμενος θα της πωλούσε και θα της παρέδιδε συγκεκριμένο όχημα, εισαγμένο από την Αγγλία. Αυτό δεν έγινε, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πήρε πολλές χιλιάδες ευρώ για την συγκεκριμένη συναλλαγή. Δεν είναι υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο, το γεγονός ότι στο τεκμήριο 4.1 καταγράφεται το όνομα μίας εταιρείας. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε αυτή την εταιρεία, δεν είχε συνάντηση με αντιπρόσωπο αυτής της εταιρείας και τέλος δεν υπάρχουν στοιχεία ότι έγινε έμβασμα χρημάτων σ' αυτή την εταιρεία. Η παραπονούμενη, η οποία είναι αξιόπιστη, ήταν ξεκάθαρη ότι το πρόσωπο με το οποίο είχε κάνει την προφορική συμφωνία για την αγορά του αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος και όχι άλλο πρόσωπο. Η παραπονούμενη, έχει προσωπική γνώση των πιο πάνω διαπιστώσεων επειδή βρέθηκε προσωπικά με τον κατηγορούμενο όπου συμφωνήθηκαν οι όροι της συμφωνίας. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος πήρε τα χρήματα, αλλά δεν παρέδωσε το αυτοκίνητο. Κατά τον επίδικο χρόνο δεν είπε στην παραπονούμενη ότι το αυτοκίνητο δεν ήρθε επειδή τον ξεγέλασαν άλλοι ή ότι κάποιοι άλλοι θα της έφερναν το αυτοκίνητο, αντιθέτως, διαπραγματευόταν μέσω του δικηγόρου του, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ2, τρόπο να της επιστρέψει τα χρήματα της. Το γεγονός ότι η παραπονούμενη θεωρούσε ότι η συμφωνία για την αγορά του αυτοκινήτου έγινε μόνο με τον κατηγορούμενο επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του Αντώνη Αλούπα, το περιεχόμενο της οποίας έγινε παραδεκτό γεγονός. Η παραπονούμενη είχε αναφέρει στον Αλούπα, πολύ πιο πριν από την καταγγελία στην Αστυνομία, ότι η συμφωνία έγινε με τον κατηγορούμενο και όχι άλλο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό. Συνεπώς, είναι παραδεκτό γεγονός ότι, σε ανύποπτο χρόνο η παραπονούμενη, είχε αναφέρει σε τρίτο πρόσωπο, δηλαδή σε γνωστό φιλικό της πρόσωπο, ότι η συμφωνία για την αγορά του οχήματος έγινε αποκλειστικά με τον κατηγορούμενο. Αυτή είναι επιβεβαίωση ότι η παραπονούμενη ήταν με την εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο με το οποίο είχε συνάψει συμφωνία και ο οποίος θα της έφερνε το αυτοκίνητο. Σε ανύποπτο χρόνο η παραπονούμενη είχε αναφέρει στον κ. Αλούπα ότι ο κατηγορούμενος πρόβαλε διάφορες δικαιολογίες όταν δεν πραγματοποιήθηκε η συμφωνία, αλλά όχι ότι η πραγματική συμφωνία της παραπονούμενης, για την αγορά του οχήματος, ήταν με άλλο πρόσωπο, ήτοι την εταιρεία P.K. Extreme. Αντιθέτως, η παραπονούμενη είπε στον Αλούπα ότι η τελευταία δικαιολογία που είχε προβάλει ο κατηγορούμενος, για το γεγονός ότι δεν υπήρχε όχημα και δεν είχε επιστρέψει τα χρήματα της, ήταν ότι τα είχε δώσει στην μαφία και θα ήταν καλύτερα να τα ξεχάσει διαφορετικά θα κινδύνευε η ζωή της. Η μαρτυρία του Αλούπα δεν είναι ανεξάρτητη ενισχυτική μαρτυρία αλλά η μαρτυρία αυτή καταδεικνύει ότι η ΜΚ2 ήταν πάντοτε συνεπής στην θέση ότι η συμφωνία της ήταν με τον κατηγορούμενο και όχι με άλλο πρόσωπο. Το γεγονός ότι έλεγε ακριβώς τα ίδια πράγματα σε φιλικά της πρόσωπα που εμπιστεύεται ενισχύει την αξιοπιστία της. Η υπεράσπιση ουδέποτε έθεσε τις συγκεκριμένες θέσεις που ανέπτυξε ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη του μαρτυρία, για τον Πανίκο Κυριάκου και την εταιρεία PK Εxtreme, στους μάρτυρες κατηγορίας. Τα λεπτομερή γεγονότα αυτής της εκδοχής, τα πρόβαλε ο κατηγορούμενος για πρώτη φορά, στην κυρίως εξέταση του και αντεξέταση. Το γεγονός ότι έγινε παραδεκτό, ότι η παραπονούμενη είπε σε τρίτο πρόσωπο, σε ανύποπτο χρόνο, ότι έκανε συναλλαγή με τον κατηγορούμενο, δείχνει την συνέπεια της εκδοχής της παραπονούμενης, σε αντίθεση με το αλλοπρόσαλλο των θέσεων του κατηγορούμενου, που ως θα φανεί στην συνέχεια προσάρμοζε την εκδοχή του, καθώς την ανέπτυσσε μέσω της υπεράσπισης του. Tα τραπεζικά έγγραφα που κατέθεσε, υπέδειξε και/ή αναγνώρισε η παραπονούμενη, για να καταδείξει την διακίνηση των χρημάτων από τους δικούς της λογαριασμούς στον λογαριασμό του κατηγορούμενου, δεν είναι ανεξάρτητη μαρτυρία της μαρτυρίας της παραπονούμενης. ΄Ομως τείνουν να ενισχύουν την πεποίθηση μου, ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, επειδή τα όσα είπε τα τεκμηρίωσε με έγγραφα που δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Σε σχέση με τις €15000 προκύπτει από την μαρτυρία της παραπονούμενης ότι η τραπεζική συναλλαγή και κατάθεση των χρημάτων στον λογαριασμό του κατηγορούμενου, έγινε σε μετρητά στην παρουσία της και στην παρουσία του κατηγορούμενου. Μάλιστα ήταν θέση του κατηγορούμενου ότι ήθελε μετρητά αντί για επιταγή. Η ίδια έκανε απόσυρση χρημάτων από την τράπεζα και πήρε σχετικές αποδείξεις, οπότε ήταν σε θέση να τεκμηριώσει προσωπικά ότι τα τραπεζικά έγγραφα που παρέλαβε κατά τις πιο πάνω συναλλαγές, πρόκειται για την διακίνηση των χρημάτων. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την διακίνηση των χρημάτων, διά της αντεξέτασης, αλλά ήταν μέρος της υπεράσπισης του ότι πράγματι εισέπραξε τα χρήματα και τα παρέδωσε σε κάποιο Πανίκο Κυριάκου, της εταιρείας PK Εxtreme. Οπότε είναι εντελώς αβάσιμο το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι θα πρέπει να αγνοήσω την μαρτυρία για την διακίνηση των χρημάτων, επειδή τα έγγραφα αυτά δεν κατατέθηκαν από τραπεζίτη. Η παραπονούμενη, είπε την αλήθεια και δεν χρειάζομαι καμία ανεξάρτητη μαρτυρία για να με πείσει ότι αυτή η μάρτυρας έλεγε την αλήθεια. Εκείνο το οποίο αμφισβητεί ο κατηγορούμενος από τα λεγόμενα της παραπονούμενης, είναι την ύπαρξη της συμφωνίας. Η παραπονούμενη μίλησε μόνο με τον κατηγορούμενο και πλήρωσε μόνο τον κατηγορούμενο. Θα ήταν εντελώς παράλογο, η παραπονούμενη να πλήρωνε τον κατηγορούμενο 20.000 ευρώ, εάν η συμφωνία ήταν με άλλο πρόσωπο. Για να αντικρούσει αυτόν τον ισχυρισμό ο κατηγορούμενος δεν παρουσίασε απτές αποδείξεις. Η ΜΚ2 ήγειρε αγωγή μόνο εναντίον του κατηγορούμενου και όχι άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου. Αυτή η συμπεριφορά και πάλι καταδεικνύει την απόλυτη συνέπεια της εκδοχής της. Δεν είναι αλήθεια ότι η παραπονούμενη απέκρυψε οποιοδήποτε γεγονός, όταν προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Η ΜΚ2 παραπονούμενη είχε παραδώσει το τεκμήριο 5, που είναι έγγραφα που είχαν καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής 1172/11 και έτσι ο αστυνομικός ανακριτής ήταν ενήμερος ότι η καταγγελία της παραπονούμενης ήταν το αντικείμενο διαφοράς σε πολιτική διαδικασία. Ούτε αποτελεί ουσιώδης αντίφαση στην μαρτυρία της παραπονούμενης, η αναφορά σε μεταχειρισμένο όχημα, στην Έκθεση Απαιτήσεως στα πλαίσια της αγωγής 1172/
- Η παραπονούμενη έδωσε λεπτομερή εξήγηση κατά την αντεξέταση στην ποινική υπόθεση για το είδος του οχήματος που ανέμενε να παραλάβει συνέπεια της προφορικής συμφωνίας που είχε συνάψει με τον κατηγορούμενο, δηλαδή ένα αυτοκίνητο που θα ήταν ουσιαστικά καινούργιο, με ελάχιστα μίλια και που θα κρατείτο για ένα διάστημα σε αποθήκη. Επομένως, η περιγραφή του οχήματος μονολεκτικά στα δικόγραφα, στα πλαίσια της αγωγής ως μεταχειρισμένο, δεν είναι καθοριστικό για την αξιοπιστία της υπό την έννοια ότι δεν μπορεί αυτή η αναφορά να ανατρέψει την θετική εικόνα του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία της ΜΚ
- Σε σχέση με το τεκμήριο 4.1 ανέφερε ότι αυτό το έγγραφο παραλήφθηκε από την τράπεζα της που της χορήγησε το δάνειο μέσω τηλεομοιότυπου. Ανέφερε, ότι δεν γνώριζε αυτή την εταιρεία και ότι η μόνη της συμφωνία ήταν με τον κατηγορούμενο με τον οποίο είχε συνάψει προφορική συμφωνία. Αυτό το έγγραφο δεν αποκρύφτηκε από την αστυνομία και η θέση της ΜΚ2 για το έγγραφο ήταν ότι δεν είχε ιδέα για αυτή η εταιρεία. Δεν θα ήταν λογικό να αναμένεται από την μάρτυρα να κάνει δικές της υποθέσεις, σε σχέση με την ανάμιξη της εταιρείας στην συναλλαγή αφ' ης στιγμής ο κατηγορούμενος δεν της είπε κατά τον επίδικο χρόνο στην συνάντηση, όπου παρόντες ήταν και οι δύο, ότι αυτός ήταν απλός διαμεσολαβητής μίας άλλης εταιρείας στην σύναψη της συμφωνίας. Ούτε ήταν υποχρέωση της ΜΚ2 να παραθέσει στην αστυνομία τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου κατά την καταγγελία της, αφ' ης στιγμής η Αστυνομία πληροφορήθηκε για το γεγονός ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας της παραπονούμενης είναι και αντικείμενο αστικής διαφοράς, που εκκρεμεί στο πολιτικό Δικαστήριο. Η ύπαρξη του τεκμηρίου 4.1 δεν αποδεικνύει την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας της ΜΚ2 με κάποια εταιρεία. Πρόκειται για έγγραφο που η όποια πειστικότητα του αξιολογείται από το σύνολο της μαρτυρίας. Η ΜΚ2 δεν γνώριζε καμία εταιρεία ή αντιπρόσωπο της συνεπεία της ύπαρξης και μόνο του τεκμηρίου 4.
- Αναφορικά με τα τραπεζικά έγγραφα που αποδεικνύουν την διακίνηση των κεφαλαίων κρίνω ότι αυτά απλά επιβεβαιώνουν την μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία κατέθεσε τα χρήματα σε λογαριασμό του κατηγορούμενου προσωπικά. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτά τα χρήματα τα παρέδωσε σε κάποιον Πανίκο Κυριάκου που ουδέποτε παρουσίασε στο Δικαστήριο για μαρτυρία. Όμως ο κατηγορούμενος ουδέποτε κατέθεσε στοιχεία του τραπεζικού του λογαριασμού για να αποδείξει τουλάχιστον τον ισχυρισμό ότι την ίδια ημέρα απέσυρε τα χρήματα από τον λογαριασμό του για να τα δώσει στον Πανίκο Κυριάκου. Η ΜΚ3 ΄Ελενα Σωκράτους, υπήρξε δικηγόρος της ΜΚ
- Έδωσε μαρτυρία για τις ενέργειες της στα πλαίσια της αντιπροσώπευσης της ΜΚ
- Δεν είναι μειονέκτημα για την αξιοπιστία της ΜΚ3 το γεγονός ότι είναι δικηγόρος. Ήταν μάρτυρας γεγονότων όπως όλοι οι άλλοι μάρτυρες γεγονότων. Τα γεγονότα που ανέφερε ήταν σχετικά με την αντίδραση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου όταν αντιλήφθηκε ότι θα υπήρχαν συνέπειες για τις πράξεις του. Προτού καταχωρήσει αγωγή εναντίον του κατηγορούμενου είχε μιλήσει μαζί του και τον ρώτησε κατά πόσο αυτός θα τηρούσε τα συμφωνηθέντα με την ΜΚ2 ή αν σε διαφορετική περίπτωση θα της επέστρεφε τα χρήματα που του είχε καταβάλει. Αυτός της είπε ότι θα επικοινωνούσε μαζί της για να διευθετηθεί η πληρωμή του εν λόγω ποσού. Ο κατηγορούμενος όμως δεν επικοινώνησε εκ νέου μαζί της για πρόταση διευθέτησης. Προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του αλλά δεν ανταποκρινόταν στο τηλέφωνο του και δεν εντοπίζετο. Μεταγενέστερα διόρισε τον κ. Πολυχρόνη, αφού καταχωρήθηκε αστική υπόθεση εναντίον του. Οι δηλώσεις του κατηγορούμενου προς την ΜΚ3 έγιναν προτού διορίσει δικηγόρο και δεν έγιναν άνευ βλάβης. Αυτή η υπόσχεση έγινε προτού αναλάβει δικηγόρος την υπόθεση του και προτού συνταχθεί η επικοινωνία με προτάσεις που έγιναν άνευ βλάβης. Συνεπώς η υπόσχεση του να διευθετήσει το ζήτημα συνιστά έμμεση παραδοχή της συμφωνίας. Περαιτέρω έμμεση παραδοχή της συμφωνίας είναι και η συμπεριφορά του μεταγενέστερα δια της σιωπής του να μην ανταποκρίνεται στις τηλεφωνικές κλήσεις της ΜΚ
- Η εκδοχή των γεγονότων που πρόβαλε ο κατηγορούμενος δεν γίνεται πιστευτή. Τα πλείστα επιχειρήματα που έθεσε στην ένορκη του μαρτυρία, ουδέποτε τα ανέφερε προηγουμένως αλλά και ουδέποτε τα πρόβαλε στους μάρτυρες κατηγορίας για να τοποθετηθούν. Δεν ανέφερε προηγουμένως ότι είχε πει στην παραπονούμενη ότι δεν ασχολείται με πώληση οχημάτων και ότι ήταν διστακτικός να εισέλθει μαζί της σε συναλλαγή αυτής της φύσεως. Ούτε τέθηκε υπόψη της παραπονούμενης ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος επιφυλάχθηκε να κάνει την πώληση του οχήματος, αφού πρώτα εξηγηθεί με τον Πανίκο Κυριάκου της εταιρείας P.K. Extreme. Ούτε τέθηκε υπόψη της παραπονούμενης ο ισχυρισμός ότι την ημέρα που έγινε η συμφωνία αυτός έπαιρνε τηλέφωνο τον Πανίκο Κυριάκου στην παρουσία της για να εξηγηθεί. Ανέφερε ότι τα 5.000 ευρώ που του έδωσε η παραπονούμενη, τα έδωσε στον Πανίκο Κυριάκο, αλλά δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτό το πρόσωπο πράγματι παρέλαβε τα χρήματα. Για πρώτη φορά, κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο υποτιθέμενος Πανίκος Κυριάκου είχε εκδώσει δύο αποδείξεις εισπράξεως για τα ποσά των 5.000 ευρώ και 15.000 ευρώ αντίστοιχα και ότι η παραπονούμενη είχε εις χείρας αυτές τις αποδείξεις και δεν τις παρέδωσε στην Αστυνομία. Στην κυρίως εξέταση δεν ανέφερε τίποτα για αυτές τις αποδείξεις. Ούτε προσκόμισε έγγραφο από την τράπεζα ότι απέσυρε αυτά τα χρήματα την ίδια ημέρα για να τα παραδώσει σε κάποιο Πανίκο Κυριάκου. Στην αντεξέταση όμως, για να εξηγήσει το γεγονός ότι ο ίδιος δεν πήρε καμία απόδειξη από τον υποτιθέμενο Πανίκο Κυριάκου ανέφερε για πρώτη φορά ότι ήταν πάρων κατά την έκδοση των υποτιθέμενων αποδείξεων. Είχε αναφέρει ότι ο λόγος που αυτός μεσολάβησε για την συναλλαγή είναι επειδή η παραπονούμενη δεν μπορούσε να συναντηθεί με τον Πανίκο Κυριάκου στην Λεμεσό και ο Πανίκος Κυριάκου δεν μπορούσε να συναντηθεί με την ΜΚ2 στην Λάρνακα για να γίνει η συμφωνία ή για να του δώσει τα χρήματα. Όμως, σύμφωνα με την εκδοχή του κατηγορούμενου, που προσαρμόσθηκε και πάλι για τις ανάγκες της αντεξέτασης, ήταν εφικτή η συνάντηση τους για την έκδοση απόδειξης, στην οποία ήταν και ο ίδιος παρών. Περαιτέρω, θα ήταν λογικό για τον κατηγορούμενο, να έπαιρνε απόδειξη είσπραξης από το συγκεκριμένο άτομο, στην περίπτωση που πράγματι είχε παραδώσει αυτά τα χρήματα. Στην υπεράσπιση που καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής 1172/2011 τεκμήριο 14 ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι τις €5.000 που είχε εισπράξει από την παραπονούμενη τα έδωσε συγκεκριμένα στον Πανίκο Κυριάκου. Το ίδιο ισχύει για τις 15.000 ευρώ. Παραδέχεται ότι τα χρήματα κατατέθηκαν στον λογαριασμό του αλλά δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο να αποδείξει ότι τα χρήματα τα απέσυρε από την τράπεζα, τα είχε δώσει την επομένη στον Πανίκο Κυριάκου και ούτε προέβη σε συγκεκριμένο ισχυρισμό στην έκθεση υπεράσπισης που κατέθεσε στα πλαίσια της υπόθεσης 1172/
- Αντιθέτως, στα πλαίσια της υπεράσπισης στην αγωγή είχε αόριστα αναφέρει επί λέξη μόνο τα ακόλουθα στην παρ. 7(γ) τεκμήριο 14: «
- Από τις παραγράφους 6, 7 και 8 της Έκθεσης Απαιτήσεως ο εναγόμενος αρνείται ότι τα εν λόγω ποσά του καταβλήθηκαν από την ενάγουσα τα παρέλαβε ή/και του παραδόθηκαν υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά υπό την ιδιότητα του ως αντιπρόσωπος ή/και μεσολαβητής μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας PK Extreme Ltd που ήταν η μόνη αρμόδια ή/και αποκλειστικά υπεύθυνη για την είσπραξη τους ή/και αγορά ή/και μεταφορά ή/και παράδοση στην ενάγουσα του εν λόγω αυτοκινήτου. Είναι δε περαιτέρω ισχυρισμός του εναγόμενου ότι: α) ................. β) ................... γ) Ο εναγόμενος κατέβαλε το πιο πάνω ποσό στο κατά νόμο αρμόδιο αντιπρόσωπο ή/και εκπρόσωπο της εταιρείας PK Extreme Ltd γεγονός που ανέφερε στην ενάγουσα. δ) ..............» Δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτό ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε συνολικά το ποσό των 20.000 ευρώ στον Πανίκο Κυριάκου, με τον οποίο η μόνη του σχέση ήταν ότι είχε αγοράσει όχημα από την εταιρεία του, χωρίς να κρατήσει έγγραφα στοιχεία αυτών των πληρωμών. Στην γραπτή του δήλωση, τεκμήριο 15, δεν ανέφερε ότι ο λόγος που έπρεπε να κατατεθούν τα χρήματα σε προσωπικό του λογαριασμό είναι για να μην φαίνεται η πληρωμή στην εταιρεία του Πανίκου Κυριάκου PK Extreme Ltd. Αυτό, αναφέρθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του. Τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στα πλαίσια της υπεράσπισης του στην αγωγή, αλλά και ούτε τέθηκε αυτός ο ισχυρισμός στην παραπονούμενη για να τοποθετηθεί. Κατά την αντεξέταση αρνήθηκε ότι είχε εκδώσει ο ίδιος κάποια απόδειξη για την παραλαβή των χρημάτων, διότι εκείνος απλώς μεσολάβησε για να φέρει την παραπονούμενη και τον Πανίκο Κυριάκου κοντά ώστε να πραγματοποιηθεί η συναλλαγή. Τα γραφόμενα του όμως τον διαψεύδουν καθότι στο τεκμήριο 4.7 υπέγραψε έγγραφο, στο οποίο αναγνώρισε ότι παρέλαβε προσωπικά και όχι εκ μέρους κάποιας εταιρείας, το ποσό των 15.000 ευρώ από την παραπονούμενη, ως προκαταβολή για την αγορά του οχήματος μάρκας Audi A5, 5 Reg GY10HGL. Κατά την αντεξέταση, δέχθηκε την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι είναι ενήμερος και εγκρίνει όλες τις ενέργειες του δικηγόρου του σε σχέση με τον χειρισμό της υπόθεσης. Όμως όταν η κα Γιακουμεττή τον ρώτησε, κατά πόσο συμφωνεί με την ενέργεια του δικηγόρου του να την καταγγείλει προσωπικά, για τον τρόπο που χειρίστηκε την παρούσα δίωξη, στον Γενικό Εισαγγελία επικαλέστηκε πλήρη άγνοια για το γεγονός. Για όλους του πιο πάνω λόγους η εκδοχή που έχει προβάλει ο κατηγορούμενος, κρίνεται αναξιόπιστη και είναι φανερό ότι την επινόησε πολύ αργότερα για να δικαιολογήσει την συμπεριφορά του, δηλαδή την οικειοποίηση των χρημάτων της παραπονούμενης. Δεν προσήλθε για μάρτυρας η κα Brazil και την επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές για να στηρίζουν διάφορους ισχυρισμούς. Όμως η απουσία αυτής της μάρτυρας δεν θεωρώ ότι δημιουργεί τέτοιο κενό στην υπόθεση που να δημιουργεί ζήτημα αμφισβήτησης των σημαντικών στοιχείων που συνθέτουν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής κατά του κατηγορούμενου, ως έγινε με το παράδειγμα στη γνωστή υπόθεση Πέγκερος ν. Αστυνομίας[2]. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, σε σχέση με την αγορά του οχήματος έγιναν κατ' ιδίαν και όχι μέσω τρίτου προσώπου. Με βάση την αξιόπιστη και θετική μαρτυρία της παραπονούμενης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος πήρε τα χρήματα της ως αντάλλαγμα για την πώληση του οχήματος που ο ίδιος ανέφερε ότι θα της το παρέδιδε. Όταν το αυτοκίνητο δεν παραδόθηκε, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ο κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ενόρκως αλλά αντιθέτως υποσχέθηκε ότι θα φρόντιζε το ζήτημα. Συνεπώς, η μαρτυρία της κα Brazil δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πήρε τα χρήματα και ανέλαβε προσωπικά μία υποχρέωση που δεν είχε ποτέ πρόθεση να τηρήσει. Προκύπτει η δόλια πρόθεση του κατηγορούμενου από το γεγονός ότι δεν τήρησε την υπόσχεση του επί της συμφωνίας. Η ύπαρξη της συμφωνίας αποδεικνύεται με την μαρτυρία της ΜΚ
- Η απουσία της μαρτυρία της Jane Bazil δεν μπορεί να οδηγήσει στην απαλλαγή του από τις κατηγορίες διότι ενώπιον μου έχει τεθεί θετική και αξιόπιστη μαρτυρία για την ύπαρξη της συμφωνίας. Ο ΜΥ2 Ευγένιος Κυριάκου δεν βοήθησε να προωθηθούν οι θέσεις της υπεράσπισης διότι δεν είχε καμία εμπλοκή στην συγκεκριμένη συναλλαγή αγοράς αυτοκινήτου που ανέφερε ο κατηγορούμενος. Ο ΜΥ2 είναι αντισυνταγματάρχης του στρατού και ανέφερε ότι μέσω του κατηγορούμενου, τον σύστησε σε κάποιο Γιώργο, μίας εταιρείας PK Extreme, από τον οποίο αγόρασε ένα αυτοκίνητο μάρκας Merecedez. Ο ΜΥ2 πλήρωσε 28.000 ευρώ και αγόρασε αυτοκίνητο από την εταιρεία. Το όχημα αυτό το παρέλαβε από την εταιρεία. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον συνόδευσε στα γραφεία της εταιρείας στην Λεμεσό μόνο για να διαπραγματευθεί με τον αντισυμβαλλόμενο, επ' ονόματι Γιώργο. Αυτό όμως δεν επιβεβαιώνει την εκδοχή του κατηγορούμενου σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή. Αντιθέτως την αποδυναμώνει, διότι σε σχέση μ'αυτή την αγοραπωλησία, κάποια πράγματα έγιναν διαφορετικά. Τα χρήματα δόθηκαν απευθείας σε κάποιο Γιώργο και όχι στον κατηγορούμενο. Δεύτερο, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι το πρόσωπο της εταιρείας με τον οποίο μίλησε και σύναψε συμφωνία αγοραπωλησίας αυτοκινήτου, στα γραφεία της εταιρείας στην Λεμεσό, είναι κάποιος Γιώργος και όχι Πανίκος Κυριάκου, που ανέφερε ο κατηγορούμενος. ΄Ηταν θέση του κατηγορούμενου ότι δεν μπορούσε να βοηθήσει την παραπονούμενη να ανακτήσει το όχημα της ή τα χρήματα της διότι η εταιρεία πτώχευσε και ο Πανίκος Κυριάκου εξαφανίσθηκε. Όμως, προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΥ2, ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά την τοποθεσία του γραφείου της εταιρείας και γνώριζε και κάποιο Γιώργο που είχε σχέση με την εταιρεία. Εντούτοις ο κατηγορούμενος ανέφερε στην εκδοχή του ότι απλά επιχείρησε να κάνει τηλέφωνο μόνο στον Πανίκο Κυριάκου και δεν έκανε καμία άλλη προσπάθεια να ανακτήσει το όχημα της παραπονούμενης. Δεν επικοινώνησε με τον «Γιώργο» που γνώριζε και δεν έδωσε το όνομα του στην παραπονούμενη ή στην Αστυνομία για να βοηθήσει την κατάσταση και να αποδείξει ότι είναι τρίτο άτομο που δεν έχει σχέση με την απάτη που έχει διεξαχθεί εις βάρος της παραπονούμενης. Συνεπώς, αυτή η μαρτυρία είναι ακόμη ένα στοιχείο που καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος πρόβαλε την εκδοχή ότι δεν είναι το πρόσωπο που έκανε την εξαπάτηση της παραπονούμενης αλλά έτερο πρόσωπο ως σκέψη εκ των υστέρων για να αποφύγει την ποινική του ευθύνη. Άλλος σημαντικός λόγος για να απορριφθεί η εκδοχή του κατηγορούμενου ως αναληθής ήταν και η μαρτυρία του τραπεζίτη ΜΥ3 Γρηγόρη Γρηγορίου, ο οποίος ανέφερε ότι η εταιρεία PK Extreme σταμάτησε να πληρώνει τις τραπεζικές του τις οφειλές από το
- Ο ΜΥ3 πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε κανένα έμβασμα των 15.000 ευρώ ή οποιοδήποτε άλλο έμβασμα της εταιρείας σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία στην τράπεζα υπό μορφή δανείου ή τρεχούμενου λογαριασμού, για το έτος
- Αυτό και πάλι τείνει να καταρρίπτει την εκδοχή του κατηγορούμενου ότι έδωσε τα χρήματα στον Πανίκο Κυριάκου, αφού τα εισέπραξε προσωπικά από την παραπονούμενη. Επιπρόσθετα, εφόσον η εταιρεία φαίνεται να μην πλήρωνε τις υποχρεώσεις της από το 2009 δεν πείθει ο κατηγορούμενος ότι αυτός ενήργησε ως μεσολαβητής για ποσό χρημάτων 20.000 απλά και μόνο επειδή αυτός είχε αγοράσει αυτοκίνητο από την εταιρεία αυτή στο παρελθόν. Εφόσον από το 2009 ήταν μια εταιρεία που δεν πλήρωνε τα χρέη της θα ήταν επιπρόσθετος λόγος να κρατάει αποδείξεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η εκδοχή του κατηγορούμενου περί μίας συναλλαγής που έγινε με μια εταιρεία και όχι με τον ίδιο θα πρέπει να καταρριφθεί ως αναληθής. Ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε καμία αξιόπιστη μαρτυρία για να αποδείξει ότι αυτή είναι μία πιθανή εκδοχή των γεγονότων. Πρόκειται για μία επινόηση του κατηγορούμενου που έγινε εκ των υστέρων και είναι πολύ βολικό για τον κατηγορούμενο ότι η εκδοχή αυτή δεν μπορεί να διασταυρωθεί από την Κατηγορούσα Αρχή επειδή το πρόσωπο που επικαλέστηκε 'Πανίκος Κυριάκου' έχει εξαφανιστεί. Ο κατηγορούμενος δεν έχει κάνει εύλογη προσπάθεια να βρεί αυτό το άτομο, πράγμα που και πάλι αποδεικνύει το μη γνήσιο των προθέσεων του. Eπειδή πρόκειται για εκδοχή μη γνήσια, που έγινε εκ των υστέρων και κακόβουλα δεν είναι έχει σημασία το γεγονός ότι η εταιρεία P.K. Extreme οφείλει χρήματα στην υπηρεσία ΦΠΑ ή ότι δεν κατέστη δυνατόν να επιδοθεί αγωγή κατά της συγκεκριμένης εταιρείας για οφειλές της στην υπηρεσία ΦΠΑ. Αντιθέτως, το ότι πρόκειτο για μια εταιρεία που δεν πληρώνει τα χρέη και υποχρεώσεις της καταρρίπτει τις θέσεις του κατηγορούμενου ότι θα αναλάμβανε μια τέτοια διαμεσολάβηση για τέτοιο μεγάλο ποσό για μια εταιρεία που ήταν ήδη αφερέγγυα χωρίς να κρατάει αποδείξεις. Το δόλιο και υστερόβουλο των προθέσεων του κατηγορούμενου αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι παρέλειψε να δώσει στοιχεία κατά τον επίδικο χρόνο στους δικηγόρους της παραπονούμενης ή στην Αστυνομία για να ανευρεθεί αυτό το άτομο. Επίσης το υστερόβουλο των προθέσεων αποδεικνύεται επειδή κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε κατονομάσει κάποιο πρόσωπο, με το όνομα ΄Γιώργος΄, που έχει σχέση με τις δοσοληψίες της εταιρείας. Αυτή η εκδοχή προβλήθηκε πολύ αργότερα από τον κατηγορούμενο και μάλιστα με ασαφή και γενικό τρόπο στα πλαίσια δικογράφων αστικής διαδικασίας και έκτοτε ο κατηγορούμενος την εμπλουτίζει με νέα στοιχεία. Η εκδοχή αυτή απορρίπτεται. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής προκύπτουν ως πραγματικά γεγονότα τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε στην παραπονούμενη να της πωλήσει και να της παραδώσει συγκεκριμένο όχημα έναντι χρηματικού ποσού. Η συμφωνία αυτή έγινε μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονούμενης.
- Η παραπονούμενη έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο αλλά αυτός ουδέποτε της παρέδωσε αυτοκίνητο αλλά και ούτε τις επέστρεψε τις €20.000 όταν παρέλειψε να της παραδώσει το αυτοκίνητο ως είχε συμφωνηθεί. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής προδιαγράφονται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Η κλοπή αντιπροσώπου συντελείται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 270(β) ως ακολούθως: «
- Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή: (α) ..... (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο. (γ) ........ (δ) ....... (ε) .......» Η περιουσία που η παραπονούμενη εμπιστεύθηκε στον κατηγορούμενο, ήταν το χρηματικό ποσό των €20,
- Του εμπιστεύθηκε τα χρήματα για να της παραδώσει, ως είχε συμφωνήσει συγκεκριμένο όχημα. Υπάρχει θετική μαρτυρία ότι αυτή η περιουσία ήταν στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του κατηγορούμενου και υπάρχει θετική μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε εκείνο που είχε συμφωνήσει να κάνει, ήτοι να παραδώσει το συγκεκριμένο όχημα. Μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος δεν έχει παραδώσει το όχημα, αλλά και ούτε επέστρεψε τα χρήματα. Το συγκεκριμένο αδίκημα επιφέρει μεγαλύτερη ποινή από την ποινή της κοινής κλοπής, διότι στην περίπτωση του αντιπροσώπου η κλοπή εμπεριέχει το στοιχείο του δόλου και της κατάχρησης της σχέσης εμπιστοσύνης που πρέπει να αποδειχθεί. Δηλαδή, η παραπονούμενη ουδέποτε θα εμπιστευόταν τα χρήματα της στον κατηγορούμενο, εκτός και εάν ήθελε πιστέψει τις δόλιες του παραστάσεις περί γνήσια συμφωνίας μαζί του για την αγορά και παράδοσης συγκειμένου οχήματος. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Lawrence[3] καταγράφονται αναλυτικά τα συστατικά στοιχεία της κλοπής. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε 1) δόλια 2)ιδιοποίηση 3) περιουσίας άλλου προσώπου 4) με σκοπό ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας να στερηθεί για πάντα αυτή την περιουσία. Ιδιοποίηση της περιουσίας συντελείται όποτε πρόσωπο αναλάβει την περιουσία ή διαθέτει την περιουσία χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ο κατηγορούμενος παρέλαβε την περιουσία νόμιμα για συγκεκριμένο σκοπό δηλαδή για την αγορά και παράδοση συγκεκριμένου οχήματος. Εφόσον η εκδοχή του ότι η πραγματική συναλλαγή της αγοραπωλησίας αφορούσε την παραπονούμενη και άλλη νομική οντότητα καταρρίπτεται ως αναληθής προκύπτει ότι δολίως απέσπασε χρήματα από την παραπονούμενη παριστάνοντας σ'αυτή ότι θα της παρέδιδε συγκεκριμένο όχημα χωρίς όμως να έχει τέτοια πρόθεση. Η δόλια πρόθεση του εξάγεται από το γεγονός ότι πήρε τα χρήματα της και μετά από την παρέλευση χρόνου για την διεκπεραίωση της συμφωνίας έκανε παραστάσεις ότι θα της επέστρεφε τα χρήματα της. Στην συνέχεια δεν απαντούσε τις τηλεφωνικές κλήσεις της παραπονούμενης και όταν αντιλήφθηκε ότι θα υπήρχαν κυρώσεις για την συμπεριφορά του επινόησε μια άλλη εκδοχή ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με την συναλλαγή και απλά διευκόλυνε την επικοινωνία μεταξύ της παραπονούμενης και νομικού προσώπου για τη σύναψη συμφωνίας για αγορά συγκεκριμένου οχήματος. Ο κατηγορούμενος παρέλαβε νόμιμα τα χρήματα της παραπονούμενης, αλλά μετά διέθεσε την περιουσία της με τρόπο που δεν είχε την συγκατάθεση της. Ο κατηγορούμενος πήρε τα χρήματα και θα αναλάμβανε να παραδώσει συγκεκριμένο όχημα στην παραπονούμενη με εκείνα τα χρήματα. Εκείνο που είναι καθοριστικό για την διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου είναι ποιες ήταν οι πραγματικές προθέσεις του κατηγορούμενου όταν αποδέχθηκε να πάρει τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε η παραπονούμενη. Εάν οι προθέσεις του κατηγορούμενου ήταν δόλιες τότε αποδεικνύεται το αδίκημα της κλοπής. Είναι δύσκολο με άμεση μαρτυρία να αποδειχθεί ποια ήταν η νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου όταν παρέλαβε τα χρήματα της παραπονούμενης ως και επίσης να διαγνωσθούν οι πραγματικές του προθέσεις κατά τον επίδικο χρόνο χωρίς καθρέπτη στην ψυχή του κατηγορούμενου. Όμως, αυτό το στοιχείο είναι απαραίτητο συστατικό της συγκεκριμένης κατηγορίας. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Williams[4] Αγγλικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ιδιοποίηση της περιουσίας άλλου δεν συνιστά πάντοτε κλοπή και το στοιχείο του δόλου είναι απαραίτητο να αποδειχθεί για να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία. «It is one thing if a person with good credit and plenty of money uses somebody's elses money which may have been in his possession and which may have been entrusted to him of which he may have had the opportunity in taking merely intending to use those coins instead of his own which he has only to go to his room or his bank to obtain. No jury would then say there was an intent to defraud or any fraudulent taking .but it is quite another matter if the person who takes the money is not in a position to replace it at the time but only has a hope or expectation that he will be able to do so in the future»; (ελεύθερη μετάφραση) «Είναι ένα πράγμα όταν κάποιος είναι φερέγγυος και πλούσιος να χρησιμοποιεί τα χρήματα άλλου που ήταν στην κατοχή του επειδή το άλλο πρόσωπο του τα εμπιστεύθηκε. Είναι διαφορετική η περίπτωση εάν αυτός χρησιμοποίησε τα χρήματα του άλλου αντί τα δικά του επειδή εύκολα μπορεί να του τα επιστρέψει όταν κάνει μία ανάληψη στην τράπεζα του. Κανένα Δικαστήριο κάτω ·από τέτοιες περιστάσεις δεν θα έκρινε ότι αυτό το πρόσωπο είχε την πρόθεση να καταδολιεύσει το πρόσωπο που του εμπιστεύθηκε τα χρήματα και ούτε πρόκειται σε τέτοια περίπτωση να θεωρηθεί δόλια ιδιοποίηση των χρημάτων. Όμως είναι εντελώς διαφορετική η περίπτωση εάν το πρόσωπο που έχει οικειοποιηθεί τα χρήματα του άλλου δεν είναι σε θέση να του τα επιστρέψει απλά έχει μία αμυδρή αλλά όχι βέβαιη ελπίδα ότι πρόκειται να του τα επιστρέψει στο μέλλον». Το παράδειγμα της πιο πάνω απόφασης είναι χρήσιμο και δίδει καθοδήγηση στο Δικαστήριο, που είναι κριτής των γεγονότων, σε σχέση με το ζήτημα της δόλιας πρόθεσης. Το Δικαστήριο ως κριτής των γεγονότων (trier of fact) θα αποφανθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο, που ανέλαβε την συγκεκριμένη υποχρέωση και παρέλαβε τα χρήματα της παραπονούμενης είχε σωστές και αγνές προθέσεις. Κρίνω ότι η δόλια του πρόθεση εξάγεται εν μέρει από το αποτέλεσμα της συναλλαγής. Σήμερα το 2015, ο κατηγορούμενος δεν έχει παραδώσει το όχημα στην παραπονούμενη αλλά και ούτε έχει επιστρέψει τα χρήματα της ως ένδειξη καλή τι πίστη ότι επιχείρησε να πραγματοποιήσει την συναλλαγή, αλλά για λόγους ανωτέρας βίας δεν τα κατάφερε. Δεν έχει επικαλεσθεί αδυναμία του να ολοκληρώσει την συμφωνία αλλά έχει προβάλει την εκδοχή ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια συνεννόηση με την παραπονούμενη και ότι ουδέποτε είχε τέτοια υποχρέωση. ΄Εχω εξηγήσει αναλυτικά πιο πάνω γιατί εκείνη η εκδοχή απορρίπτεται ως αναληθής. Συνεπώς, παραμένει ως γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πήρε τα χρήματα της παραπονούμενης και χωρίς άλλη δικαιολογία δεν πραγματοποίησε την υπόσχεση του, να της παραδώσει συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Αυτό δεν είναι κάτι που το κάνουν τίμιοι άντρες, αλλά συνιστά με βάση την κοινή λογική των ανθρώπων δόλια συμπεριφορά. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Green and Greenstein[5] το Δικαστήριο επεξήγησε ποια είναι η ορθή οδηγία και καθοδήγηση που δίδεται από το Δικαστήριο στους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων, σε σχέση με το ζήτημα της δόλιας πρόθεσης του κατηγορούμενου ως εξής: «In summing up the case to the jury the judge laid down the law in a way that is beyond criticism. He told the jury there is nothing illegal in staging. The question you have to decide and what this case is all about is whether these defendants or either of them carried out their staging operations in a dishonest way. To that question you apply your own standards of dishonesty . It is no good , you see, applying the standards of anypone accused of dishonesty, if he were to be tested by his own standards he would be acquitted automatically, you may think. The question is one for the jury to decide , and it is essentially one which the jury must decide be applying its own standards. (ελευθερη μεταφραση) «Όταν ο Δικαστής έδωσε τις συγκεκριμένες οδηγίες στους ενόρκους για να τους καθοδηγήσει σε σχέση με την ερμηνεία του νόμου έπραξε ορθά. Ανέφερε στους ενόρκους ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το παράνομο με κερδοσκοπικές επενδυτικές δραστηριότητες (π.χ. σπεκουλαδόροι).Τους εξήγησε ότι το ερώτημα που έπρεπε να αποφασίσουν είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι διεξήγαγαν την συγκεκριμένη δραστηριότητα με δόλιο τρόπο. Σ'αυτό το ερώτημα οι ένορκοι θα κρίνουν με τον δικό τους τρόπο και κριτήρια κατά πόσο οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με δόλιο τρόπο και με δόλια πρόθεση. Δεν μπορεί να κριθεί το δόλιο των προθέσεων του ατόμου κατά το δοκούν με μη αντικειμενικό τρόπο. Ο κατηγορούμενος επί παραδείγματι μπορεί να θεωρήσει ότι δεν είχε δόλια πρόθεση όταν ενήργησε με τον συγκεκριμένο τρόπο και με την εφαρμογή του κριτήριο του κατηγορούμενου αυτός θα αθωωθεί αυτόματα. Επομένως, το ερώτημα περί της δόλιας πρόθεσης του κατηγορούμενο ή μη πρέπει να αποφασισθεί από τους ενόρκους ως κριτές των γεγονότων εφαρμόζοντας το δικό τους το κριτήριο για το δόλιο των προθέσεων του κατηγορούμενου». Ο κατηγορούμενος ουδέποτε πρόβαλε αδυναμία τήρησης των συμφωνηθέντων. Έκανε την συμφωνία πήρε τα χρήματα της παραπονούμενης και μέχρι σήμερα δεν έχει τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Παράλληλα, δεν έχει επιστρέψει τα χρήματα της παραπονούμενης. Η θέση που πρόβαλε στην υπεράσπιση του δεν είναι αδυναμία τήρησης των συμφωνηθέντων αλλά αντιθέτως πρόβαλε την θέση ότι δεν υπήρχε καμία συμφωνία μεταξύ αυτού και της παραπονούμενης για την αγορά και παραλαβή συγκεκριμένου οχήματος. ΄Εχω εξηγήσει αναλυτικά πιο πάνω γιατί αυτή η εκδοχή καταρρίπτεται ως αναξιόπιστη. Συνεπώς, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έκανε μια συμφωνία με την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη τον εμπιστεύθηκε και του έδωσε το ποσό των 20.000 ευρώ για την αγορά αυτοκινήτου. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε της παρέδωσε το όχημα, ως είχε συμφωνήσει, αλλά και αρνήθηκε να της επιστρέψει τα χρήματα της. Δεν επικαλέστηκε αδυναμία τήρησης των συμφωνηθέντων, αντιθέτως, σε επικοινωνία που είχε ο κατηγορούμενος με την δικηγόρο της παραπονούμενης αυτός της είπε ότι θα διευθετούσε την επιστροφή και αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού των €20.
- Μετά δεν επικοινώνησε εκ νέου με την παραπονούμενη και τον δικηγόρο της για να διευθετηθεί η επιστροφή του εν λόγου ποσού. Στην συνέχεια, η δικηγόρος επιχείρησε να επικοινωνήσει μαζί του χωρίς αποτέλεσμα. Ο κατηγορούμενος απέφευγε να μιλήσει με την παραπονούμενη και την δικηγόρο του και αντ'αυτού διόρισε δικηγόρο και πρόβαλε υπεράσπιση στα πλαίσια της αγωγής που δεν ήταν η αλήθεια. Αυτή δεν είναι συμπεριφορά τίμιου ανθρώπου. Η παρούσα περίπτωση δεν είναι μία στην οποία υπήρχε σε ισχύ μια συμφωνία η οποία δεν τηρήθηκε και είναι αντικείμενο αστικής διαφοράς επειδή ο κατηγορούμενος ουδέποτε πρόβαλε οποιαδήποτε δικαιολογία για την μη τήρηση των συμφωνηθέντων. Απλά πήρε €20.000 από την παραπονούμενη χωρίς να τηρήσει τα συμφωνηθέντα και χωρίς λόγο. Πρόκειται για δόλια ιδιοποίηση περιουσίας επειδή ο κατηγορούμενος πήρε την περιουσία γνωρίζοντας ότι δεν θα τηρούσε τα συμφωνηθέντα ή αδιαφορώντας εάν ήταν δυνατόν να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Οι πράξεις του αυτό καταδεικνύουν. Η δόλια του πρόθεση εξάγεται από το γεγονός ότι πήρε τις €20.000 και χωρίς δικαιολογία δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα. Η δόλια του πρόθεση εξάγεται από το γεγονός ότι δεν επέστρεψε τα χρήματα. Η δόλια του πρόθεση εξάγεται από την μετέπειτα του συμπεριφορά, δηλαδή το γεγονός ότι υποσχέθηκε να επιστρέψει τα χρήματα ενώ ποτέ δεν το έκανε. Η δόλια του πρόθεση εξάγεται από το γεγονός ότι σταμάτησε να επικοινωνεί με παραπονούμενη και δικηγόρο του προς διευθέτηση του ζητήματος και αντιθέτως πρόβαλε υπεράσπιση στην οποία αρνήθηκε ότι υπάρχει συμφωνία ή υποχρέωση εκ μέρους του να πραγματοποιήσει εκείνα τα οποία υποσχέθηκε ότι θα έκανε. Η παραπονούμενη παρέδωσε το ποσό των €20.000 στον κατηγορούμενο για να της παραδώσει συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος πήρε τα χρήματα ενώ γνώριζε και/ή αδιαφορούσε εάν μπορούσε να πραγματοποιήσει αυτά τα οποία υποσχέθηκε να κάνει δυνάμει της συμφωνίας με την παραπονούμενη. Στην συνέχεια όχι μόνο δεν πραγματοποίησε τα συμφωνηθέντα, αλλά οικειοποιήθηκε τα χρήματα και αρνήθηκε την ύπαρξη της συμφωνίας. Αποδεικνύεται δόλια οικειοποίηση των χρημάτων της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο και τον κρίνω ένοχο στην κατηγορία της κλοπής διά αντιπροσώπου. Εφόσον έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ως αντιπρόσωπος της παραπονούμενης έχει κλέψει το ποσό των €20.000 δεν είναι η περίπτωση όπου το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την κατηγορία ως αβάσιμη επειδή υπάρχει καθυστέρηση στην διαπίστωση της ποινικής ευθύνης. Η παραπονούμενη δεν φαίνεται να αντιλήφθηκε ότι υπήρχε μόνιμη στέρηση και οικειοποίηση της περιουσίας της μέχρι που εξανεμίσθηκε κάθε προοπτική εκτέλεσης της συμφωνίας και/ή επιστροφή των χρημάτων της από τον κατηγορούμενο. Προκύπτει από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, ότι ακόμη και μετά την έγερση της αγωγής ο κατηγορούμενος δημιούργησε την ελπίδα στην παραπονούμενη ότι θα της επέστρεφε τα χρήματα της. Οπότε η παραπονούμενη δεν αντιλήφθηκε ότι επήλθε μόνιμη στέρηση της περιουσίας της, μέχρι πολύ αργά. Αυτό φαίνεται να συνέβηκε μέσα στο
- Προκύπτει από την κατάθεση του κ. Αλούπα ότι μια ημέρα βρήκε την παραπονούμενη να κλαίει, διότι αντιλήφθηκε το μόνιμο της απώλειας της. Επήλθε οριστικό τέλος στην ελπίδα της ότι θα τις επέστρεφε τα χρήματα της ο κατηγορούμενος. Παρόλο τούτο προκύπτει ότι η παραπονούμενη, παρόλο που έδωσε δικαιολογία για την καθυστέρηση, πραγματικά καθυστέρησε σημαντικά να προβεί σε αστυνομική καταγγελία κατά του κατηγορούμενου. Για τους υπόλοιπους λόγους καθυστέρησης της υπόθεσης και ειδικά την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, υπάρχουν ειδικοί λόγοι για την καθυστέρηση που σ'αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε εκτενή τους ανάλυση. Όμως, συμφωνώ με την γενική εισήγηση του κ. Πολυχρόνη ότι ο συνολικός χρόνος διαπίστωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου είναι μεγάλος και ότι υπήρξε χρονοτριβή στην αποπεράτωση της ποινικής διαδικασίας ανεξάρτητα από τους λόγους της χρονοτριβής . Όμως, ενόψει του σοβαρού αδικήματος που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, των σοβαρών κυρώσεων που προβλέπονται από την νομοθεσία για τέτοιου είδους συμπεριφορά και το γεγονός ότι η παραπονούμενη υπέστη χρηματική απώλεια ύψους €20.000 και δεν έχει αποκατασταθεί κρίνω ότι το ζήτημα της καθυστέρησης δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε εκ προοιμίου αθώωση και απαλλαγή του κατηγορούμενου σ'αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστας Μελίου Μενελάου [6] έχει εκθέσει τους παράγοντες που δικαιολογούν αναστολή και/ή διακοπή της δίκης λόγω του ότι η ποινική ευθύνη δεν έχει διαπιστωθεί εντός ευλόγου χρόνου κατά παράβαση του Συντάγματος: «Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως η πολυπλοκότητα της υπόθεσης ...η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του ασκούντος του αιτήματος.» Επίσης, λαμβάνεται υπόψη ότι κάτω από κάποιες συνθήκες η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη θεραπεία, αλλά υπάρχει και η εναλλακτική θεραπεία της επιμέτρησης της ποινής λόγω της καθυστέρησης που διαπιστώνεται. Ως γενική αρχή δεν θα πρέπει να διατάσσεται η αναστολή της δίκης εκτός εάν δεν είναι πλέον δυνατόν η διεξαγωγή της δίκαιας δίκης ή κάποιου άλλου πειστικού λόγου που καθιστά την διεξαγωγή της δίκης άδικη για τον κατηγορούμενο υπό τις περιστάσεις. O κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να αναπτύξει την υπεράσπιση του. Επικαλείται στην υπεράσπιση του διευθυντές της εταιρείας P.K. Extreme, μαρτυρία των οποίων δεν είναι διαθέσιμη επειδή αυτοί έχουν εξαφανισθεί. Όμως προκύπτει από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο δεν έδωσε ικανοποιητικά στοιχεία ώστε αυτά τα πρόσωπα να εξευρεθούν αλλά και ούτε κατά τον χρόνο της ανάκρισης του πρόβαλε την εκδοχή ότι το πραγματικό συμβαλλόμενο μέρος ήταν η εταιρεία P.K. Extreme ώστε οι ανακριτικές αρχές να ερευνήσουν αυτή την πτυχή της υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Το ίδιο ισχύει για την Jane Brazil. Κατά τον χρόνο που καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή 1172/11 το μόνο που είχε αναφέρει σε σχέση με την συνάντηση όπου έγινε η προφορική συμφωνία για την αγορά και παράδοση του οχήματος περιέχονται στις παραγράφους 5 και 6 της υπεράσπισης (τεκμήριο 14) που τις παραθέτω πιο κάτω: «.................
- Από τη Τετάρτη και Πέμπτη παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης ο εναγόμενος αρνείται ότι συμφώνησε να πωλήσει οτιδήποτε στην ενάγουσα ή/και ότι συμφώνησε ή/και ενεργούσε με τη προσωπική του ιδιότητα αλλά ως αντιπρόσωπος ή/και ενεργούσε με τη προσωπική του ιδιότητα αλλά ως αντιπρόσωπος ή/και υπηρέτης ή/και μεσολαβητής μεταξύ της εταιρείας PK Extreme Ltd ή και της ενάγουσας ως ήθελε αποδειχτεί υπό τις περιστάσεις τη φύση της εν λόγω διαμεσολάβησης του που ήτο χαριστική ή/και φιλική ή/και άνευ συμβατικής ευθύνης.
- Διαζευκτικά ή/και άνευ βλάβης των ανωτέρω ή/και εφόσον αποδειχτεί στο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος υποσχέθηκε να πωλήσει στην ενάγουσα υπό τη προσωπική του ιδιότητα ή/και ότι οι υποσχέσεις του δεν συνίσταντο μόνο στη μεσολάβηση τότε είναι δε περαιτέρω ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η εν λόγω συναλλαγή πάσχει ως παράνομη σύμβαση (Illegal contract( που παραβιάζει το περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο Ν.1/90ή/και τη Νομική απαγόρευση ως Δημόσιος Υπάλληλος να ασκεί επάγγελμα ή/και επιτήδευμα ή/και εργασία ή/και επιχείρηση πλην της εργασίας του στη Δημόσια Υπηρεσία». Λεπτομερή ισχυρισμοί για την εμπλοκή αυτού το προσώπου στην όλη συναλλαγή με τρόπο που να στοιχειοθετείται η εκδοχή του κατηγορούμενου αναφέρθηκαν για πρώτη φορά κατά την ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου όταν πλέον δεν μπορούσε να ανευρεθεί αυτό το πρόσωπο να επιβεβαιώσει τα λεχθέντα του. Εξάλλου η μαρτυρία της Jane Brazil θα ήταν σημαντική για να επιβεβαιώσει τα λεχθέντα της παραπονούμενης και για να καταθέσει περί της γνησιότητας των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που της απέστειλε ο κατηγορούμενος και που επιβεβαιώνουν ύπαρξη της προφορικής συμφωνίας μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης. Συνεπώς, αυτή η μαρτυρία δεν θα προωθούσε την εκδοχή του κατηγορούμενου και έτσι η απώλεια της δεν θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα σε σχέση με τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου σε σχέση με την ύπαρξη της προφορικής συμφωνίας. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε σπουδή κατά τον χρόνο διερεύνησης του παραπόνου να δώσει εκείνα τα στοιχεία αναγκαία ώστε οι διωκτικές αρχές να έχουν βάσιμη ελπίδα να ανακαλύψουν τα ίχνη αυτών των προσώπων. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίο κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτή η εκδοχή ήταν μεταγενέστερη επινόηση του κατηγορούμενου για να αποφύγει την ποινική του ευθύνη για την κλοπή των χρημάτων. Συνεπώς, αυτή δεν είναι περίπτωση όπου έχει χαθεί ουσιαστική μαρτυρία της υπόθεσης εξαιτίας της καθυστέρησης ώστε αυτός να αποτελέσει λόγος σ'αυτό το στάδιο να διακοπεί η δίκη και να αθωωθεί ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος μπορεί να επικαλεσθεί τον παράγοντα της καθυστέρησης στο επόμενο στάδιο της ποινικής διαδικασίας, αλλά όχι ως απαλλαγή για το σοβαρό αδίκημα για το οποίο το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι αποδεικνύεται η ποινική ευθύνη που έχει διαπράξει. Γι' αυτό τον λόγο ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος της κατηγορίας. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 2 Α.Α.Δ.133
(2000)[2] 2 ΑΑΔ 143
(1995)[3] 55 Cr. App. R. 73 [4] [1953] 1 ALL E.R. 1068-1070 [5]
(1975)61 Cr. App. R. 296,301 [6] 2 Α.Α.Δ. 223
(2004)cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο