← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Παναγιώτης Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 18643/12, 21/9/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Παναγιώτης Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 18643/12, 21/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μαρία Κ. Λοΐζου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 18643/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή V Παναγιώτης Παναγή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21.9.2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Κουσιάππα (για να ακούσει απόφαση για κ. Χρίστου) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι στις 16/2/2012 στην οδό Κερκύρας στα Λειβάδια της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο δίκυκλο με αριθμούς εγγραφής KLB207, 1) μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, 2) χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του, ασφαλιστήριο, 3) χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης και 5) ότι δεν μερίμνησε ως νέος ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου δικύκλου να εγγραφεί ως νέος ιδιοκτήτης αυτού εντός 30 ημερών από της αλλαγής ιδιοκτησίας από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Προστέθηκαν δια τροποποίησης στο κατηγορητήριο δύο ακόμα κατηγορίες. Ότι 6) ο κατηγορούμενος αποπειράθηκε να προσπεράσει σε συμβολή δρόμων το αυτοκίνητο DBA 318, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυστύχημα και 7) ότι προσπέρασε άλλο μηχανοκίνητο όχημα σε σημείο όπου στη μέση του οδοστρώματος υπήρχε τοποθετημένη από την αρμόδια αρχή άσπρη συνεχής γραμμή. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και κατηγορία ότι οδηγούσε χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος στην οποία παραδέχτηκε και επομένως αυτό δεν αποτέλεσε επίδικο θέμα μεταξύ των μερών. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ Οι θέσεις που ο Κατηγορούμενος προώθησε στο Δικαστήριο, ήταν, συνοπτικά, ότι ο ίδιος δεν ήταν αμελής και ήταν ο ΜΚ2 που ευθυνόταν για το επίδικο ατύχημα. Ο ίδιος, συνέχισε, ουδέποτε επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο διπλοκάμπινο όχημα του ΜΚ

  1. Όταν ο ΜΚ2 σχεδόν σταμάτησε στο αριστερό παγκέτο ως η πορεία του και χωρίς να χρησιμοποιήσει το δείκτη του αυτοκινήτου του έκανε απότομο ελιγμό για να στρίψει δεξιά στην οδό Θεοδόση Πιερίδη, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσε κανονικά την αριστερή, σύμφωνα με την πορεία του, λωρίδα αναγκάστηκε να κάνει δεξιό ελιγμό για να τον αποφύγει, μπαίνοντας στην αντίθετη πορεία κυκλοφορίας. Δεν κατάφερε να τον αποφύγει και συγκρούστηκαν. Ούτε και έβαζε «κόντρες» ως ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής με τον οδηγό άλλης μοτοσυκλέτας, οδηγούμενης από έναν «κρανιοφόρο», η οποία χτύπησε στην κάσια του διπλοκάμπινου και κατόπιν αναχώρησε από το μέρος. Ότι περαιτέρω κατά τον επίδικο χρόνο ήταν κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης μαθητευομένου, είχε σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο και ο προηγούμενος ιδιοκτήτης της επίδικης μοτοσυκλέτας τον διαβεβαίωσε ότι θα φρόντιζε ώστε να γίνει η απαραίτητη από το Νόμο αλλαγή ιδιοκτησίας της στον Έφορο Μηχανοκίνητων Οχημάτων. Από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τα εξής προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων. Kατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι την 16-2-2012, o Κατηγορούμενος, δεν είχε κλείσει τα 18 του χρόνια, η ημερομηνία γέννησης του ως προκύπτει από την κατάθεση της ΜΚ1 και δεν αμφισβητήθηκε από την αντεξέταση, είναι 20-09-1994, κατείχε άδεια οδήγησης μαθητευομένου, οδηγούσε μοτοσυκλέτα με κυβισμό 124cc και συνεπιβάτη τον ΜΥ1, υπήρχε εκδομένο πιστοποιητικό ασφάλισης, το Τεκμήριο 6, το οποίο ίσχυε από 11-11-2011 μέχρι και 10-11-2012 και επί του Πίνακα του οποίου αναγράφονται ρητά οι λεπτομέρειες του ασφαλισμένου οχήματος (ήτοι αρ. εγγραφής KLB207, Motorcycle, Gilera με κυβισμό μηχανής 0124cc (στο εξής «η επίδικη μοτοσυκλέτα»). Η διαφωνία των μερών, πέραν του πως επισυνέβη το επίδικο ατύχημα, διαμορφώθηκε ως εξής σε σχέση με τις κατηγορίες για μη ισχύουσα άδεια οδήγησης και μη ισχύον ασφαλιστήριο: Κατά την Κατηγορούσα Αρχή, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν είχε κλείσει τα 18 του χρόνια, η άδεια μαθητευομένου που κατείχε, σύμφωνα με τον περί Άδεια Οδήγησης Νόμο Ν. 94(Ι)-2001 (στο εξής «ο Νόμος»), τον κάλυπτε να οδηγεί μόνο μοτοποδήλατο και όχι την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε. Επομένως και εφόσον η κατοχή άδειας εκ μέρους του ασφαλισμένου είναι προϋπόθεση για την ισχύ του ασφαλιστηρίου, δεν ευρίσκετο σε ισχύ ούτε το ασφαλιστήριο έγγραφο. Υποβλήθηκε, δε, κατά τις τελικές αγορεύσεις ότι το ασφαλιστήριο ήταν εξ΄υπαρχής άκυρο λόγω του ότι η έκδοσή του αντίβαινε του Νόμου. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης μαθητευομένου και εφόσον είχε εκδοθεί ασφαλιστήριο από ασφαλιστική εταιρεία στο όνομα του, για την επίδικη μοτοσυκλέτα και για περίοδο που κάλυπτε την επίδικη ημέρα, ο Κατηγορούμενος δεν παρανόμησε εφόσον αυτό βρισκόταν σε ισχύ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΥΤΗΣ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς, να είναι απαραίτητο, το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας. Αναφορά θα γίνει όπου και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Έλαβα, ιδιαιτέρως υπόψην μου για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων τον τρόπο που αυτοί απαντούσαν από το εδώλιο του μάρτυρα, την αμεσότητα και τη σχετικότητα των απαντήσεων τους με την ερώτηση που τους υποβάλλετο εκάστοτε, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα και τους λόγους που είχε ο καθένας να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αντιπαρέβαλα επίσης την γραπτή και παραδεκτή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση με τα λεγόμενα των μαρτύρων κατά τη δίκη. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είχα επίσης υπόψη μου και τις τοποθετήσεις των μερών κατά τις τελικές τους αγορεύσεις. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του κατηγορούμενου έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες. Η Αστυφύλακας 2583 Ευγενία Κουμπαρή (στο εξής «η ΜΚ1») και ο Παναγιώτης Αντρέου (στο εξής «ο ΜΚ2»). Προς υποστήριξη των θέσεων του κατηγορούμενου μαρτύρησε ο ίδιος, ο Ευάγγελος Ευαγγέλου (στο εξής «ο ΜΥ1»), ο Κωνσταντίνος Κεραυνός (στο εξής «ο ΜΥ2») και ο Χριστάκης Κόκκινος (στο εξής «ο ΜΥ3»). Η ΜΚ1, ήταν η εξεταστής της υπόθεσης και κατέθεσε το πρόχειρο και το τελικό σχεδιάγραμμα που η ίδια σχεδίασε στη σκηνή του ατυχήματος, όπου βρήκε και τα δύο ενεχόμενα αυτοκίνητα στην τελική τους θέση, ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Το ατύχημα επισυνέβη στη συμβολή των οδών Κερκύρας και Θεοδόση Πιερίδη. Ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή της ότι κατά την άφιξή της στη σκηνή του ατυχήματος παρόντες ήταν ο Κατηγορούμενος, ο ΜΚ2, ο ΜΥ1 και ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου. Ο Κατηγορούμενος και ο ΜΚ2 βρίσκονταν εντός του ασθενοφόρου, εντός του οποίου με την πάροδο 5 λεπτών μπήκε και ο ΜΥ1 και αποχώρησε. Το όχημα του MK2, το διπλοκάμπινο με αρ. εγγραφής DBA318 (στο εξής «το διπλοκάμπινο») είχε ζημιές στο δεξιό μπροστινό μέρος του προφυλακτήρα και φτερού και στο δεξιό μέρος του πίσω προφυλακτήρα. Η επίδικη μοτοσυκλέτα έφερε εκτεταμένες ζημιές στο αριστερό πλευρό και στο μπροστινό μέρος. Το όριο ταχύτητας ήταν 50ΧΑΩ και υπήρχε συνεχόμενη λευκή γραμμή. Υπάρχουν 3 σημεία σύγκρουσης τα οποία σημειώνονται με το γράμμα Χ1, Χ2 και Χ3 επί των Τεκμηρίων 1 και
  2. Το Χ1 είναι το σημείο όπου το διπλοκάμπινο και η μοτοσυκλέτα συγκρούστηκαν, το Χ2 είναι το σημείο που άγνωστη μοτοσυκλέτα, με οδηγό τον «κρανιοφόρο», χτύπησε πίσω δεξιά στην κάσια του διπλοκάμπινου και εγκατέλειψε το μέρος και το Χ3 είναι το σημείο όπου η επίδικη μοτοσυκλέτα μετά τη σύγκρουση με το διπλοκάμπινο και την δεξιά πλαγιολίσθησή της, χτύπησε στο δεξί πεζοδρόμιο σύμφωνα με την πορεία της. Η τελική θέση της επίδικης μοτοσυκλέτας ήταν μερικά μέτρα πιο κάτω και στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως η αρχική πορεία της. Στις 16/2/12 υπέδειξε στον ΜΚ2 στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης το Τεκμήριο 1, ο οποίος αφού συμφώνησε με αυτό το υπέγραψε. Στις 26/2/12 στους Τρούλλους υπέδειξε το Τεκμήριο 1 στον κατηγορούμενο ο οποίος δεν συμφώνησε με αυτό και δεν το υπέγραψε. Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι υπάρχουν μικροδιαφορές στα Τεκμήρια 1 και 2 και ότι κανένα από αυτά δεν είναι επί κλίμακας αλλά σημασία έχουν οι μετρήσεις που είναι και στα δύο οι ίδιες και συνθέτουν σαφή εικόνα ως προς την σκηνή του ατυχήματος. Βάσει των μετρήσεων αυτών και του συνόλου, είπε, της μαρτυρίας που περισυνέλεξε, έφτασε στο συμπέρασμα ότι τα πράγματα έγιναν όπως ο ΜΚ2 τα περιέγραψε. Επί των κατηγοριών 2 και 3, η ΜΚ1 ανέφερε ότι έκρινε ότι εφόσον η επίδικη μοτοσυκλέτα ήταν 124 cc δεν κάλυπτε τον κατηγορούμενο η μαθητική άδεια που κατείχε και που για άτομο κάτω των 18 ετών βάσει του νόμου επιτρέπει μόνο την χρήση μοτοποδηλάτου μέχρι 50cc. Eφόσον, συνέχισε, δεν υπήρχε ισχύουσα αδεια, δεν υπήρχε ούτε ασφάλεια σε ισχύ. Περαιτέρω, σε σχέση με την κατηγορία 5 η μάρτυρας ανέφερε ότι λήφθηκε κατάθεση από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτας η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 8 και ότι βάσει του νόμου, ο κατηγορούμενος, ως νέος ιδιοκτήτης, όφειλε να ενημερώσει τον έφορο για την αλλαγή ιδιοκτησίας. Η ΜΚ1 αντεξετάστηκε επίμονα επί του πρόχειρου και του τελικού της σχεδιαγραφήματος και αμφισβητήθηκαν οι μετρήσεις που εκεί εμφαίνονται. Είπε ότι στο Τεκμήριο 2 υπάρχει ευρετήριο, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, ενώ στο τεκμήριο 1 όχι, εφόσον είναι το πρόχειρο που σχεδίασε στη σκηνή. Αντεξετάστηκε επίσης επίμονα ως προς το πως και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι ο κατηγορούμενος που έφταιγε για το ατύχημα. Επέμεινε μέχρι το τέλος της αντεξέτασης της ότι το συμπέρασμα αυτό προκύπτει όχι από οποιαδήποτε αμεροληψία της, αλλά από τις μετρήσεις που έλαβε στην σκηνή σε συνδυασμό με το σύνολο της μαρτυρίας που τελικά περισυνέλεξε, παραπέμποντας προφανώς όχι μόνο στις καταθέσεις των εμπλεκομένων στο ατύχημα, αλλά και στην κατάθεση του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου, ανεξάρτητου μάρτυρα που επιβεβαίωσε τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο Κατηγορούμενος και ο ΜΥ1, οδηγούσαν πριν τη σύγκρουση πλάι πλάι με άλλη μοτοσυκλέτα που οδηγείτο από ένα κρανιοφόρο. Σε ερώτηση αν το όχημα του ΜΚ 2 είχε διαφορετική κλίση από ότι φαίνεται στο Τεκμήριο 2 απάντησε ότι υπάρχει περίπτωση η πραγματική κλίση να μην είναι αυτή που φαίνεται στα δύο σχεδιαγραφήματα, αλλά είναι οι μετρήσεις που έχουν σημασία και όχι η κλίση όπως είναι ζωγραφισμένη. Δεν είχε λόγο, είπε, να ήταν καχύποπτη απέναντι στον κατηγορούμενο ή προς την θέση του ως προς τα τεκταινόμενα αλλά το συμπέρασμα της αυτό προέκυπτε από το σύνολο της μαρτυρίας που περισυνέλεξε. Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν ερωτήθηκε γιατί έλαβε από τον ΜΚ2 ανακριτική κατάθεση εξ αρχής απάντησε ότι αυτό έγινε πριν την ολοκλήρωση της διερεύνησης και ήθελε να του επιστήσει την προσοχή του στο νόμο εφόσον εάν προέκυπτε εναντίον του μαρτυρία αυτόν τότε θα τον κατηγορούσε γραπτώς. Ερωτήθηκε επισταμένα σε σχέση με τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως τεκμήριο 9, εάν φαίνεται εκεί να υπάρχει συνεχής ή διακεκομμένη άσπρη γραμμή στο ύψος της Θεοδόση Πιερίδη και επέμεινε ότι δεν έχει σημασία τι δεικνύουν οι φωτογραφίες, αλλά εάν η συνεχής ή διακεκομμένη γραμμή υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο, εξού και την σχεδίασε στα Τεκμήρια 1 και
  3. Η ΜΚ1 ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Ήταν τέτοια η στάση της στο εδώλιο του μάρτυρα και τέτοια η αμεσότητα με την οποία απαντούσε στις ερωτήσεις που τις υποβάλλονταν που την κρίνω αξιόπιστη μάρτυρα. Δεν μπορώ όμως να βασιστώ στα σχεδιαγραφήματα που εκπόνησε, για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα ως προς το πώς έγινε το επίδικο ατύχημα. Το σχέδιο, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας τους. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας

(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362 και Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1388). Τα Τεκμήρια 1 και 2 έχουν ελλείψεις και λάθη, που δεν μπορούν να χαραχτηριστούν ως επουσιώδη. Είναι χαραχτηριστικό ότι οι μετρήσεις της για την κλίση του διπλοκάμπινου, που είναι το μόνο στοιχείο των σχεδιαγραμμάτων που μπορεί να βοηθήσει στην εξαγωγή συμπεράσματος είτε προς τη μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση, με ένα απλό μαθηματικό υπολογισμό προκύπτει ότι είτε είναι λανθασμένες, είτε είναι λανθασμένες οι διαστάσεις του διπλοκάμπινου. Θα μπορούσε, επίσης, το Τεκμήριο 1 να περιέχει κάποια περισσότερη λεπτομέρεια. Εάν, για παράδειγμα, η ΜΚ1 μετρούσε το πλάτος της Θεοδόση Πιερίδη, θα μπορούσε πιο εύκολα να καταδειχθεί εάν ο ΜΚ2 είχε λόγο να πάρει τη στροφή «ανοικτά». Περαιτέρω, υπάρχει μία μέτρηση στο Τεκμήριο 1 που δεν υπάρχει στο Τεκμήριο 2 (ήτοι, 3.40 μ. ως το πλάτος της εξ΄αντιθέτου λωρίδας από την αρχή της Θεοδόση Πιερίδη). Η μάρτυρας το απέδωσε σε αβλεψία στην αντιγραφή. Επίσης, μία εκ των μετρήσεων που φαίνονται στο Τεκμήριο 1 δεν συνάδει με την αντίστοιχη του Τεκμηρίου 2 (ήτοι, 260 από το δεξιά πεζοδρόμιο ως η πορεία των οχημάτων μέχρι το μπροστινό δεξί μέρος του διπλοκάμπινου στην τελική του θέση ενώ στο Τεκμήριο 2 είναι 360). Εξήγησε όμως ότι πρόκειται, επίσης, περί λάθους αντιγραφής. Εξήγησε ότι το λάθος είναι σε εκείνη τη μέτρηση και όχι οποιαδήποτε άλλη, διότι αν ήταν αλλιώς, το διπλοκάμπινο δεν θα είχε κλίση, ως είχε στον τόπο του ατυχήματος. Κανένα δεν είναι επί κλίμακας ώστε να δύναται οι μετρήσεις να ελεγχούν, ενώ ήταν κεντρικός άξονας της θέσης της ΜΚ1 στο Δικαστήριο ότι όλα κρίθηκαν από τις μετρήσεις. Τα πιο πάνω στοιχεία, απομονωμένα το ένα από το άλλο, ενδεχομένως να μην συνθέτουν εικόνα πλημμέλειας στο σχεδιασμό. Συνολικά όμως θεωρούμενα και σε συνδυασμό με τη στάση της ΜΚ1 στο εδώλιο όταν τα επεξηγούσε, που ήταν μπερδεμένη και συνεχώς αναφερόταν στο ότι είναι η ορθότητα των μετρήσεων που έχει σημασία, παρά την έλλειψη κλίμακας, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα Τεκμήρια 1 και 2 για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Σημειώνω ότι ακόμα και εάν τα σχεδιαγραφήματα αποτελούσαν ασφαλή βάση κρίσης του Δικαστηρίου, δεν δεικνύουν ως έχουν, υπέρ της μίας ή της άλλης, από τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των εμπλεκομένων. Δηλαδή, το ίδιο Τεκμήριο 1, φρονώ, θα μπορούσε να ήταν η σκηνή του ατυχήματος, είτε τα πράγματα έγιναν όπως τα είπε ο ΜΚ2, είτε ως τα είπε ο κατηγορούμενος. Ως προς τη λοιπή μαρτυρία της ΜΚ1, η οποία είναι ασύνδετη με τα Τεκμήρια 1 και 2, και περιλαμβάνεται τόσο στην κατάθεσή όσο και στα λεγόμενά της ενώπιον Δικαστηρίου, τη βρίσκω, ως προανέφερα, αξιόπιστη. Σημειώνω επίσης ότι ήταν η μόνη από όλους τους μάρτυρες που δεν είχε τίποτα να κερδίσει με το να προωθήσει άλλη εκδοχή από την πραγματική. Η άποψη της, ως προς το ότι είναι ο Κατηγορούμενος που έφταιγε για το ατύχημα, ως γνώμη προερχόμενη από μάρτυρα γεγονότων και όχι εμπειρογνώμονα, δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο, ως θα διαφανεί κατωτέρω, θα συμφωνήσει τελικά με την άποψη της ΜΚ1 ότι για το ατύχημα ευθύνεται ο κατηγορούμενος, όχι όμως γιατί συνηγορούν προς τούτο τα σχεδιαγράμματα. Στο σημείο αυτό, αναφέρω ότι η κατάθεση του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου στην αστυνομία, Τεκμήριο προς αναγνώριση 12, την οποία κατέθεσε η ΜΚ1 ως κατάθεση που λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, δεν αναγνωρίστηκε από τον υπογράφοντα εφόσον δεν ήρθε να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο. Ως εξ΄ακοής μαρτυρία, η βαρύτητά που θα της δοθεί θα αποφασισθεί στη βάση των όσων αναφέρονται στο άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 ως τροποποιήθηκε με το Νόμο Ν. 32(Ι)-
  1. Λαμβάνω ιδιαιτέρως υπόψην μου, ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το γιατί δεν ήρθε να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο και το ότι η κατάθεσή του λήφθηκε πέραν του ενός μηνός από την επίδικη ημερομηνία. Με αυτά τα δεδομένα, η βαρύτητα που δύναται να της αποδοθεί είναι περιορισμένη, οπωσδήποτε όμως όχι μηδενική. Ακριβώς η ίδια βαρύτητα, ως προανέφερα και για τον ίδιο λόγο, φρονώ ότι πρέπει να δοθεί και στην κατάθεση του προηγούμενου ιδιοκτήτη της επίδικης μοτοσυκλέτας, που κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο
  2. Αυτός αναφέρει ότι κατά τον Φεβράρη του 2012 πούλησε την επίδικη μοτοσυκλέτα στον κατηγορούμενο, του έδωσε τον τίτλο ιδιοκτησίας και του υπέγραψε τα έγγραφα μεταβίβασης. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία όπου ανέφερε ότι ενώ κατευθυνόταν με το διπλοκάμπινο από Λειβάδια προς Κελιά στην οδό Κερκύρας σε κάποιο σημείο του δρόμου προσπάθησε να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Θεοδόση Πιερίδη. Προηγουμένως έβαλε το δείκτη του και κοίταξε από το καθρεφτάκι του και δεν ερχόταν κανένας. Λίγο πριν στρίψει στην πάροδο και ενώ το αυτοκίνητο του βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, είδε μία μοτόρα που κτύπησε στο μπροστινό δεξιό μέρος του διπλοκάμπινου. Ταυτόχρονα άκουσε κτύπημα στο πίσω μέρος του διπλοκάμπινου το οποίο τραντάχτηκε, κοίταξε από το καθρεφτάκι και είδε κάποιο που φορούσε κράνος να κρέμμεται ο μισός μέσα στην κάσια. Μέχρι ο ΜΚ2 να κατέβει από το διπλοκάμπινο, ο κρανιοφόρος πήρε την μοτόρα του, τον προσπέρασε και κατευθύνθηκε προς Κελιά. Όταν κατέβηκε από το διπλοκάμπινο έτρεξε αμέσως στους τραυματίες κατηγορούμενο και ΜΥ
  3. Ο ΜΚ2, ανέφερε περαιτέρω, ότι φορούσε την ζώνη του, το αυτοκίνητο του μόλις που κινείτο κατά τη στροφή. Χρησιμοποιεί, ανέφερε, συχνά το δρόμο, τον οποίο ξέρει καλά. Είναι επικίνδυνος και είναι πάντοτε προσεκτικός. Ανέφερε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του χαρακτηριστικά «ήρταν σαν βολίδες τούτοι» και αντεξεταζόμενος «Θεέ μου, ποθεν εππέσαν τούτοι». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου και του ΜΥ1, τον πλησίασαν για να τον δωροδοκήσουν σε σχέση με την αγωγή που ο ΜΚ2 τους κίνησε διότι δεν πληρώθηκαν οι ζημιές του διπλοκάμπινου. Του υπεβλήθη ότι αυτή ήταν απόπειρα εξώδικης διευθέτησης των αγωγών που εκκρεμούν και απάντησε ότι αυτός δεν λέει ψέματα και είναι άνθρωπος του Θεού. Παραδέχθηκε ότι έχει κατά 60% κώφωση, ότι έχει, όμως, τις απαραίτητες ιατρικές βεβαιώσεις και ότι δύναται να οδηγεί. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν έχει έγκυρη άδεια οδήγησης λόγω του ότι τα σωματικά του προσόντα δεν είναι ως τα αναφέρει ο νόμος αυτός απάντησε πηγαία ότι η Αρχή Αδειών λέει άλλα. Αμφισβητήθηκε και η όρασή του από την Υπεράσπιση και είπε ότι χρειάζεται γυαλιά μόνο για να διαβάζει κοντά. Διάβασε μάλιστα ενώπιον του δικαστηρίου την κατάθεση του και πράγματι μπορεί και διαβάζει καλά. Ανέφερε ότι ακριβώς πριν την στροφή προς τη Θεοδόση Πιερίδη, υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο άσπρη συνεχής γραμμή. Σε σχέση με το αν χρειάζεται για είσοδο στην συγκεκριμένη πάροδο αυτοκίνητο να πιάσει την στροφή «ανοικτά» όπως του υπεβλήθη απάντησε ότι όχι, όταν κάποιος κρατά την αριστερή λωρίδα όπως εκείνος την επίδικη ημερομηνία. Και ότι τα μικρά πασσαλάκια που υπάρχουν στο μέρος πριν την είσοδο της Θεοδόση Πιερίδη δεν ενοχλούν. Η ταχύτητα του, πριν στρίψει, είπε ήταν 40 με 45 χλμ, επειδή στην περιοχή υπάρχουν παιδιά. Βρίσκω τον ΜΚ2 ως αξιόπιστο μάρτυρα. Απαντούσε ευθέως και πηγαία σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Δεν υπέκφευγε και έδιδε πάντοτε λόγους για τις απαντήσεις του, που ανάγονταν στον επίδικο χρόνο, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα η εκδοχή του να αποτελούσε εκ των υστέρων σκέψη. Δεν μου διαφεύγει ότι κι εκείνος είχε να κερδίσει από την προώθηση της δικής του εκδοχής. Όμως, αυτό από μόνο του δεν μπορεί να εξουδετερώσει την στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα που ήταν ειλικρινής και συνήδε πλήρως με την κατάθεσή του στην Αστυνομία, η οποία ας σημειωθεί, ήταν η μόνη που δόθηκε τη μέρα του ατυχήματος, εφόσον ο Κατηγορούμενος και ο ΜΥ1, λόγω του ότι νοσηλεύτηκαν στο νοσοκομείο, έδωσαν κατάθεση 10 μέρες μετά και σχεδόν ένα μήνα μετά, αντίστοιχα. Παραδέχτηκε, δε, ότι έχει κατά 60% κώφωση, ενώ κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποβεί εις βάρος του στην πορεία των πραγμάτων (και όντως χρησιμοποιήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης για να υποστηρίξει ότι δεν είχε τις σωματικές ικανότητες, βάσει του Νόμου για να οδηγεί). Έδωσε πειστικές απαντήσεις σε όλες τις θέσεις της Υπεράσπισης. Για τη θέση του Κατηγορούμενου ότι τον είδε που μιλούσε στο τηλέφωνο μετά το ατύχημα είπε ότι τηλεφώνησε για βοήθεια. Θυμόταν μάλιστα την λεπτομέρεια ότι τηλεφώνησε σε συγκεκριμένο αριθμό, τον οποίο είπε γνωρίζει λόγω του ότι πηγαίνει κυνήγι. Ως προς το ότι έβαλε το δείχτη του μετά το ατύχημα, απάντησε ότι ήταν τόσο σοκαρισμένος που δεν θα σκεφτόταν να κάνει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, η αναφορά του στο ότι σκέφτηκε: «Θεέ μου, πόθεν εππέσαν τούτοι;», δέχομαι ότι ήταν αυθεντική επειδή μπορεί αφ΄ενός να δικαιολογηθεί από το ότι ως αναφέρει στην κατάθεσή του, κοίταξε στο καθρεφτάκι του πριν στρίψει και δεν είδε κανένα και αφ΄ετέρου στην μερική κώφωσή του. Βρίσκω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στα λεγόμενά του για να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Σημειώνω ότι η θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΚ2 δεν είχε τις σωματικές ικανότητες να οδηγεί βάσει του Νόμου, θα είχε σημασία, εάν η κώφωση επενήργησε, με οποιοδήποτε τρόπο, στο ατύχημα. Τέτοια μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον Δικαστηρίου. Ο Νόμος, πράγματι, θέτει ως προύπόθεση για την απόκτηση ή διατήρηση της άδειας οδήγησης, την κατοχή πιστοποιητικού υγείας, για το οποίο απαιτούνται συγκεκριμένες σωματικές ικανότητες. Εφόσον κατά τον επίδικο χρόνο, ο ΜΚ2 κατείχε ισχύουσα άδεια οδήγησης, ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε την κατάθεσή του στην Αστυνομία, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οδηγούσε την επίδικη μοτοσυκλέτα με συνεπιβάτη τον ΜΥ
  4. Δε φορούσαν κράνη. Σε όλη την διαδρομή δεν είδε άλλο μοτοποδήλατο. Η ταχύτητά τους ήταν 40-50 ΧΛΜ ανά ώρα. Δεν προσπέρασε κανένα αυτοκίνητο. Ακολουθούσε το διπλοκάμπινο από 10-15 μέτρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου το διπλοκάμπινο έπεσε παγκέττο αριστερά και σχεδόν σταμάτησε σε απόσταση 10 περίπου μέτρων από εκείνον. Συνέχισε κανονικά την πορεία του και όταν ήταν πολύ κοντά του, ο οδηγός του διπλοκάμπινου έστριψε απότομα δεξιά. Προσπάθησε να τον αποφύγει με το να μπει στην δεξιά λωρίδα σύμφωνα με την πορεία του αλλά δεν τα κατάφερε. Έχασε τον έλεγχο της επίδικης μοτοσυκλέτας. Δεν ξέρει πως βρέθηκε καθήμενος στο πεζοδρόμιο και τραυματισμένος, αλλά είδε τον οδηγό του διπλοκάμπινου να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, να μιλά στο τηλέφωνο και να βάζει εκείνη την ώρα τον δείχτη του. Όπως καθόταν στο πεζοδρόμιο είδε μια μοτόρα να χτυπά πάνω στο διπλοκάμπινο και μετά να προσπερνά και να φεύγει. Μετά ήρθε το ασθενοφόρο και τον πήρε μαζί με τον ΜΥ
  5. Ανέφερε περαιτέρω δια γραπτής δήλωσης ότι ο προπονητής του στην ομάδα ποδοσφαίρου, του πούλησε την επίδικη μοτοσυκλέτα και του είπε ότι εκείνος θα φρόντιζε ώστε να γίνει η μεταβίβαση. Υπήρχε εκδομένο ασφαλιστήριο έγγραφο κατά τον επίδικο χρόνο και για την επίδικη μοτοσυκλέτα. Αντεξεταζόμενος επέμεινε στις θέσεις του. Είπε ότι 20 μέρες πριν το ατύχημα ο προπονητής του, του μεταβίβασε την επίδικη μοτοσυκλέτα. Οι απαντήσεις του σε πλείστες από τις ερωτήσεις της αντεξέτασης ήταν ότι δεν θυμάται. Ανακινούσε συνεχώς την εκδοχή του. Όταν του υπεδείχθησαν οι φωτογραφίες Τεκμήριο 9, προέκυψε σαφώς η πρόθεση του να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ενώ σε κάποιες από τις φωτογραφίες αυτές, φαίνεται, αμυδρά, άσπρη συνεχόμενη γραμμή στην μέση του οδοστρώματος, απάντησε ότι δεν υπάρχει. Έφθασε μέχρι του σημείου να πει ότι δεν φαίνεται καθόλου γραμμή, για μερικές από αυτές. Σε μία εκ των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν, η απάντησή του ήταν «που θέλεις να καταλήξεις», με εμφανή διάθεση να μην πει κάτι που θα αντίβαινε ή θα αναιρούσε τις θέσεις του. Δεν μου διαφεύγει ότι η εκδοχή που κατέθεσε στην Αστυνομία και η εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο, συνήδαν. Όμως με γνώμονα ότι είχε να κερδίσει από την προώθηση άλλης εκδοχής από την αληθινή και ότι η κατάθεση του δόθηκε μέρες μετά το ατύχημα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να κατασκεύασε μια ιστορία που θα τον απάλλατε ευθύνης. Για όλους αυτούς τους λόγους βρίσκω τον Κατηγορούμενο ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Ο ΜΥ1 επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου. Πρόσθεσε, στη γραπτή του κατάθεση, ότι ενώ κρατούσαν την αριστερή λωρίδα και ήταν μέχρι την πόρτα του οδηγού του διπλοκάμπινου, ο οδηγός του έστριψε και παρόλο που ο κατηγορούμενος πήγε δεξιότερα για να τον αποφύγει, αυτός συνέχισε να στρίβει και τους χτύπησε. Από το ατύχημα τραυματίστηκε σοβαρά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είδε άλλη μοτόρα. Ότι δεν συνεννοήθηκε με τον Κατηγορούμενο για να πει τα όσα είπε. Ο ΜΥ1 ευρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, ενόσω ο κατηγορούμενος διάβαζε την γραπτή του δήλωση και αποχώρησε πριν τελειώσει την ανάγνωσή της, για μερικά περίπου λεπτά. Ο ΜΥ2 δεν μαρτύρησε για κανένα από τα θέματα που ανέφερθηκαν στην εν λόγω γραπτή δήλωση και επομένως δεν βρίσκω η αξιοπιστία του να δύναται να αμφισβητηθεί για αυτό το λόγο. Υπάρχουν όμως άλλοι λόγοι που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Είχε και ο ίδιος να κερδίσει από την προώθηση κοινής με τον κατηγορούμενο εκδοχής. Ερωτήθηκε εάν ήρθε μόνος του στο Δικαστήριο, προφανώς σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί προσυνεννόηση με τον Κατηγορούμενο και αυτός απάντησε ότι δεν θέλει να απαντήσει. Απορρίπτω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Ο ΜΥ2 είπε ότι είναι δικηγόρος, συνεργαζόμενος με τον δικηγόρο του κατηγορούμενου και έβγαλε τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  6. Δεν ήταν σε θέση να πει πότε ακριβώς, αλλά νομίζει γύρω στο καλοκαίρι του
  7. Ήταν από προσωπική του μηχανή, τις έχει φυλάξει στον προσωπικό του υπολογιστή και δεν είχε να παρουσιάσει τα αρνητικά, την κάρτα της φωτογραφικής ή το λογισμικό σύστημα στο οποίο τις αντέγραψε και φύλαξε. Ο ΜΥ2 μου φάνηκε ειλικρινής. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς έβγαλε τις φωτογραφίες Τεκμήριο 9 και έτσι ακριβώς είπε. Όταν ερωτήθηκε για τις φωτογραφίες, απάντησε ειλικρινά τι απεικόνιζε η καθεμία. Η μαρτυρία του όμως, δεν καθιστά τις φωτογραφίες, ως ασφαλές μέτρο κρίσης του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη συνεχούς ή διακεκομμένης γραμμής στο σημείο της παρόδου κατά τον επίδικο χρόνο. Εφόσον έβγαλε τις φωτογραφίες αυτές 3 τουλάχιστον μήνες μετά, οτιδήποτε μπορεί να παρεμβλήθηκε. Ούτε οι φωτογραφίες είναι τέτοιας ποιότητας που να δύναται επ' αυτών το Δικαστήριο να βασίσει ασφαλή κρίση. Δεν μπορώ, επομένως, να τις λάβω υπόψη ως προς την κατάσταση του οδοστρώματος τη συγκεκριμένη μέρα. Ο ΜΥ3 είναι ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος που μεσολάβησε για την έκδοση του ασφαλιστηρίου, Τεκμήριο
  8. Είπε ότι για έκδοση ασφαλιστηρίου η ασφαλιστική εταιρεία απαιτεί τίτλο ιδιοκτησίας και άδεια οδήγησης. Ο ίδιος είδε την άδεια οδήγησης του κατηγορούμενου που ήταν μαθητική, πριν του εκδώσει καλυπτικό σημείωμα αλλά δεν θυμάται εάν είδε τον τίτλο ιδιοκτησίας της. Το ασφαλιστικό συμβόλαιο το εξέδωσε η ασφαλιστική εταιρεία. Η μαρτυρία του ΜΥ3 είναι ουδέτερη ως προς τα επίδικα θέματα εφόσον μαρτύρησε τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε το ασφαλιστήριο έγγραφο, Τεκμήριο
  9. Οι συνθήκες αυτές είναι ουδέτερες για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Σημασία έχει ότι το ασφαλιστήριο εκδόθηκε και στην όψη του και μόνο, φαίνεται να κάλυπτε οδήγηση εκ του κατηγορούμενου της επίδικης μοτοσυκλέτας. Δέχομαι, επομένως, τη μαρτυρία του, στο βαθμό που είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση επομένως της αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΚ2 και της ΜΚ1 (πλην των όσων φαίνονται ή προκύπτουν από τα Τεκμήρια 1 και2) προβαίνω σε ευρήματα ως εξής: Την 16-02-2012 ο Κατηγορούμενος και ο Ευάγγελος Ευαγγέλου επέβαιναν της μοτοσυκλέτας με αριθμούς εγγραφής ΚLB207 και κυβισμού 124cc και κινούνταν στην οδό Κερκύρας στα Λειβάδια, με κατεύθυνση προς Κελλιά. Δεν φορούσαν κράνη. Το προπορευόμενο διπλοκάμπινο όχημα με αριθμούς εγγραφής DBA318, έδειξε πρόθεσή δια του δείκτη του να στρίψει δεξιά εντός της οδού Θεοδόση Πιερίδη και άρχισε να στρίβει. Λίγο πριν μπει το διπλοκάμπινο στη Θεοδόση Πιερίδη και ενώ βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, η επίδικη μοτοσυκλέτα, η οποία εκείνη τη στιγμή το προσπερνούσε, του χτύπησε στο μπροστινό δεξιό μέρος. Στο σημείο όπου ο κατηγορούμενος προσπέρασε υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή στο οδόστρωμα. Το ατύχημα επισυνέβη στη συμβολή των οδών Κερκύρας και Θεοδόση Πιερίδη. Ο κατηγορούμενος δεν είχε κλείσει, κατά τον επίδικο χρόνο, τα 18 του χρόνια και κατείχε άδεια οδήγησης μαθητευομένου. Μοτοσυκλέτα αγνώστων στοιχείων συγκρούστηκε, σχεδόν ταυτόχρονα, με το δεξί πίσω μέρος του διπλοκάμπινου και εγκατέλειψε τη σκηνή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2ΑΑΔ 18). Αναφορικά με την κατηγορία 1: Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική και το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και ο μέσος συνετός οδηγός και όχι ο τέλειος οδηγός. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Βάσει των ευρημάτων που διατυπώθηκαν πιο πάνω, η αμέλεια του Κατηγορούμενου συνίσταται στο ότι ενώ ο ΜΚ2 είχε βάλει το δείκτη του, δηλώνοντας την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά στην Θεοδόση Πιερίδη, ο Κατηγορούμενος τον προσπέρασε σε σημείο όπου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή στο οδόστρωμα και σε συμβολή δρόμων και προκάλεσε ατύχημα. Κρίνω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία αυτή. Αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 3: Ο Περί Άδειας Οδηγήσεως Νόμος, Ν. 94(Ι)/2001ως τροποποιήθηκε στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει προβλέπει: 6.-
(1)Άδεια οδήγησης για κατηγορία ή ειδική κατηγορία μηχανοκίνητου οχήματος, όπως αυτές καθορίζονται στο Παράρτημα Β του παρόντος Νόμου, χορηγείται σε άτομο που έχει συμπληρώσει ηλικία - (α) δεκαεπτά ετών για - την κατηγορία ΑΜ· (β) δεκαοκτώ ετών για - (i) την κατηγορία Α1· (ii) τις κατηγορίες Β και Β+Ε και Β1· (iii) τις κατηγορίες Γ1, Γ1+Ε, τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(2)· (
  1. iv)τις ειδικές κατηγορίες Στ και ΙΒ·» Σύμφωνα με το Παράρτημα Β του Πίνακα του ίδιου Νόμου: «(α) Κατηγορίες Μηχανοκίνητων Οχημάτων Κατηγορία ΑΜ Έχει την έννοια του μοτοποδηλάτου όπως αυτό ορίζεται στους περί Άδειας Οδήγησης Κανονισμούς του 2004. Κατηγορία Α1: (
  2. i)Μοτοσικλέτες μέγιστου κυλινδρισμού 125 κυβικών εκατοστών, μέγιστης ισχύος 11 kW και με λόγο ισχύος προς βάρος μικρότερο από 0,1 kw/kg· (
  3. ii)Μηχανοκίνητα τρίκυκλα των οποίων η ισχύς δεν υπερβαίνει τα 15Kw. .....................» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Στον Κανονισμό 2 των περί Άδειας Οδήγησης Κανονισμών, ΚΔΠ 196-2004, το «μοτοποδήλατο» ορίζεται ότι «σημαίνει το δίκυκλο ή τρίκυκλο, που είναι εξοπλισμένο με κινητήρα κυβισμού μέχρι και τα 50 κυβικά εκατοστά , εάν είναι εσωτερικής καύσης και έχει μέγιστη ταχύτητα εκ κατασκευής μέχρι 45 χιλιομέτρων ανά ώρα και περιλαμβάνει [...] » «8.—
(1)Απαγορεύεται η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, εκτός αν ο οδηγός κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης.» «49.—
(1)Πρόσωπο το οποίο — (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου· ή (β) εργοδοτεί ή αναθέτει σε άλλο πρόσωπο το οποίο δεν κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης, έναντι αμοιβής ή μη, να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο· ή (γ) επιτρέπει ή ανέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή να έχει τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς το πρόσωπο που οδηγεί ή έχει τον έλεγχο τον οχήματος να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής.
(2)Για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που το πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος δεν έχει συμπληρώσει την ελάχιστη ηλικία που απαιτείται δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (α) ή (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 6 για την απόκτηση άδειας οδήγησης για την κατηγορία οχημάτων στην οποία κατατάσσεται το συγκεκριμένο όχημα, θεωρείται ότι το πρόσωπο που έχει κατά τον ουσιώδη χρόνο την κηδεμονία ή την επίβλεψη του επέτρεψε ή ανέχθηκε να οδηγεί ή να έχει τον έλεγχο του οχήματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδειχτεί ότι το πρόσωπο αυτό είχε γνώση του γεγονότος.» (υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Ο κατηγορούμενος, ως είναι παραδεκτό γεγονός μεταξύ των μερών, είχε άδεια οδήγησης μαθητευομένου, η οποία σε περιπτώσεις ατόμων κάτω των 18 ετών, καλύπτει μόνο μοτοποδήλατα, μέχρι 50cc. Μάλιστα, επί της άδειας μαθητευομένου του κατηγορούμενου, Τεκμήριο 7, φαίνεται ξεκάθαρα ότι για την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο που ήταν κυβισμού 124cc, καλυπτόταν από τις 25-09-2012, μετά δηλαδή που έκλεισε τα 18 του χρόνια. Το ασφαλιστήριο, αναφέρει ρητά ότι ισχύει «νοουμένου ότι το πρόσωπο που θα οδηγεί κατέχει άδεια να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή κατείχε άδεια και δε στερήθηκε του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια. Ο όρος «άδεια» σημαίνει άδεια (licence) ή άλλη εξουσιοδότηση που εκδίδεται σύμφωνα με τους Κανονισμούς χορήγησης αδειών ή άλλου Νόμου ή Κανονισμού». Σύμφωνα με το σύγγραμμα, Wilkinson on Road Traffic Offences,10th edition, στη σελίδα 313, με αναφορά στην Egan v. Bowler
(1939)63 Lloyd's Rep 266, όπου το ασφαλιστήριο έγγραφο ξεκάθαρα δεν καλύπτει τον κίνδυνο, το αδίκημα της οδήγησης χωρίς ισχύον ασφαλιστήριο δεν συντελείται. Επομένως, είναι ξεκάθαρο ότι το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι εάν το ασφαλιστήριο, σύμφωνα με τους όρους του, ευρισκόταν σε ισχύ. Περαιτέρω, στη σελίδα 316 του πιο πάνω συγγράμματος, σημειώνεται, με αναφορά στην Durrant ν. MacLaren [1956] Crim. LR 632, ότι όπου ασφαλιστήριο εξασφαλίστηκε με ψευδείς παραστάσεις, θεωρείται ότι ευρίσκεται σε ισχύ για σκοπούς ποινικής υπόθεσης, εκτός και εάν η ασφαλιστική εταιρεία έχει λάβει μέτρα για να το ακυρώσει, χωρίς να έχει σημασία εάν το ασφαλιστήριο είναι άκυρο ή ακυρώσιμο. Σημειώνω ότι τέτοια μαρτυρία, είτε σε σχέση με εξασφάλιση ασφαλιστηρίου με ψευδείς παραστάσεις είτε σε σχέση με πιθανή ακύρωση του ασφαλιστηρίου εκ της ασφαλιστικής, δεν ακούστηκε εδώ. Σύμφωνα με την υπόθεση Carnill v. Rowland [1953] 1 All ER 486, όπου προϋπόθεση σε ασφαλιστήριο είναι ξεκάθαρη και θα μπορούσε να ερμηνευθεί μόνο κατά τρόπο που η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας αποκλείεται, τότε έτσι πρέπει να ερμηνευτεί. Όπου οι λέξεις της προϋπόθεσης δεν είναι ξεκάθαρες, αλλά η ασφαλιστική εταιρεία θα κάλυπτε τον κίνδυνο, τότε πρέπει να αποφασισθεί ότι το ασφαλιστήριο βρίσκεται σε ισχύ. Επί τω προκειμένω, η προϋπόθεση επί του ασφαλιστηρίου είναι, κατά την άποψή μου, ξεκάθαρη και απαιτεί κατοχή άδειας εκ του ασφαλισμένου για το όχημα το οποίο χρησιμοποιεί. Στην περίπτωση του κατηγορούμενου, που δεν είχε κλείσει τα 18 του χρόνια, η άδεια μαθητευομένου του, κάλυπτε μόνο τη χρήση μοτοποδηλάτου μέχρι 50cc. Ακόμα και στην περίπτωση που οι λέξεις της προϋπόθεσης, θεωρηθούν ως μη ξεκάθαρες, δεν άκουσα μαρτυρία ότι η ασφαλιστική εταιρεία θα κάλυπτε τον προκύψαντα κίνδυνο στην παρούσα περίπτωση, επομένως, βάσει της Carnill v. Rowland (ανωτέρω), το συμπέρασμα της μη ισχύος του ασφαλιστηρίου, είναι αναπόφευκτο. Το κατά πόσον το ασφαλιστήριο είναι άκυρο εξ΄υπαρχής, ως η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής, ή ακυρώσιμο, δεν είναι θέμα που δύναται το παρόν Δικαστήριο να διαπιστώσει, βάσει των ενώπιον του στοιχείων. Η ακυρότητα ή ακυρωσιμότητα του ασφαλιστηρίου, εξαρτάται, βάσει του περί Συμβάσεων Νόμου, από το λόγο για τον οποίο εκδόθηκε το ασφαλιστήριο στο όνομα του Κατηγορούμενου, ο οποίος, κατά Νόμο, δεν δικαιούτο κατά τον επίδικο χρόνο να οδηγεί την επίδικη μοτοσυκλέτα. Τέτοια μαρτυρία δεν δόθηκε εν προκειμένω και ούτε απαιτείτο να δοθεί προς απόφαση του, εδώ, επίδικου θέματος. Επομένως, το ασφαλιστήριο δεν ευρισκόταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο, διότι η κατοχή άδειας εκ του κατηγορούμενου, ήταν προϋπόθεση ισχύος του ασφαλιστηρίου και η άδεια μαθητευομένου που κατείχε ο κατηγορούμενος δεν τον κάλυπτε, βάσει του Νόμου να οδηγεί την επίδικη μοτοσυκλέτα πριν κλείσει τα 18 του χρόνια. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η και 3η κατηγορία. Σε σχέση με τη κατηγορία 3 και την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό διότι οι «λεπτομέρειες του αδικήματος δεν εκτίθενται ως θα έπρεπε και είναι σε κάθε περίπτωση ελλιπείς και ανεπαρκείς», δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας 3, αναφέρονται σε οδήγηση εκ του κατηγορούμένου της επίδικης μοτοσυκλέτας χωρίς να έιναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, και έτσι ακριβώς προωθήθηκε εκ της Κατηγορούσας Αρχής. Η άδεια μαθητευομένου του κατηγορούμενου δεν ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο για χρήση της επίδικης μοτοσυκλέτας. Εξάλλου, είναι ξεκάθαρο ότι η υπεράσπιση γνώριζε, και βάσει της γνώσης αυτής αντιμετώπισε από αρχής μέχρις τέλους την εν λόγω κατηγορία, ότι είναι λόγω της μη ισχύος της άδειας μαθητευομένου για την επίδικη μοτοσυκλέτα που ο κατηγορούμενος κατηγορείτο και όχι για την καθόλου κατοχή άδειας οδήγησης. Επομένως, οι λεπτομέρειες της κατηγορίας 3 ήταν αρκούντως σαφείς, ώστε ο Κατηγορούμενος να γνωρίζει, και πράγματι γνώριζε, την εναντίον του κατηγορία. Αναφορικά με την 5η κατηγορία, προκύπτει από τον Κανονισμό 14 της Κ.Δ.Π. 66-84 ότι ποινική ευθύνη για χρήση οχήματος πέραν των 30 ημερών από την αλλαγή ιδιοκτησίας φέρει τόσο ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης όσο και ο αγοραστής. Εν προκειμένω, η μόνη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου ως προς την ημερομηνία μεταβίβασης, αφού ο Κατηγορούμενος κρίθηκε αναξιόπιστος, είναι αυτή του προηγούμενου ιδιοκτήτη, της οποίας τη βαρύτητα αξιολόγησα πιο πάνω. Βάσει της βαρύτητας αυτής και της γενικότητας με την οποία ο προηγούμενος ιδιοκτήτης αναφέρει την ημερομηνία πώλησης, ήτοι τις αρχές Φεβρουαρίου του 2012, δεν κρίνω ότι αποδείκτηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία αυτή. Σε σχέση με τις κατηγορίες 6 και 7 και στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΚ2 και ΜΚ1, στο βαθμό που δεν προκύπτει από τα Τεκμήρια 1 και 2, ο Κατηγορούμενος κρίνεται και σε αυτές ένοχος. (Υπ.) Μαρία Κ. Λοΐζου Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.