← Κύπρος

BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LIMITED κ.α. ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΦΟΥΛΗΣ, Αρ. υπόθεσης: 14337/2013, 14/10/2015

BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LIMITED κ.α. ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΦΟΥΛΗΣ, Αρ. υπόθεσης: 14337/2013, 14/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 14337/2013

  1. BERRIMAN PROPERTIES (OVERSEAS) LIMITED
  2. MARIA BERRIMAN SEKULA
  3. ΖΩΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΦΟΥΛΗΣ Κατηγορούμενος 14 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενους: κ. Λ. Λουκαϊδης Για κατηγορούμενο: κ. Φούλιας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της ανυπακοής σε διατάξεις νόμου που επιβάλλει καθήκον κατά παράβαση του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η δεύτερη επέμβαση σε προσωπικά δεδομένα χωρίς δικαίωμα κατά παράβαση του άρθρου 26(ε) του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 2001, Ν. 138(Ι)/
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 8.2.2012 ενώ ενεργούσε ως επιθεωρητής στη βάση του άρθρου 37 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου 2010, Ν. 71(Ι)/2010, «εσκεμμένα παράκουσε τις πρόνοιες του ιδίου άρθρου και εισήλθε στο υποστατικό των παραπονούμενων. για σκοπούς ελέγχου άσκησης του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη χωρίς να επιδείξει οποιοδήποτε έγγραφο εξουσιοδότησης του όπως επιβάλλουν οι πρόνοιες του ιδίου άρθρου και παραπλανώντας τους παραπονούμενους παρουσιαζόμενος ως δήθεν πελάτης απαίτησε από αυτούς την παροχή πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων και τα πήρε μαζί του για σκοπούς του εν λόγω Νόμου». Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, την ίδια ημερομηνία ο κατηγορούμενος «χωρίς να τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 37 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου 71(Ι)/2010 εσκεμμένα και χωρίς δικαίωμα επενέβη σε αρχείο δεδομένων των παραπονούμενων., [και] τα αφαίρεσε για σκοπούς ποινικής δίωξης των εν λόγω προσώπων τα οποία παραπλάνησε ότι δήθεν είναι απλώς πελάτης». Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εισηγηθεί ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ώστε να κληθεί να προβάλλει την υπεράσπιση του. Το δικαίωμα αυτό παρέχεται από το άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Ο συνήγορος υπεράσπισης, ασκώντας το δικαίωμα αυτό, εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμία εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί από τις κατηγορίες σε αυτό το στάδιο. Ο συνήγορος των παραπονούμενων διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι επαρκής ώστε να κληθεί σε απολογία ο κατηγορούμενος. Αθώωση του κατηγορούμενου σε αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνο όταν από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ή όταν η μαρτυρία έχει κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό κατά την αντεξέταση ή είναι τόσο αντινομική ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο[1]. Με αυτό το υπόβαθρο, προχωρώ να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία. Για την πλευρά των παραπονούμενων κατέθεσε στο Δικαστήριο μια μάρτυρας, η κα Ζωή Γεωργίου (ΜΚ1). Για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, η ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής της δήλωσης η οποία είναι σύντομη και, την οποία παραθέτω αυτούσια: «Ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 8/2/212 στην Λάρνακα ενεργώντας ως επιθεωρητής για σκοπούς του άρθρου 37 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου (αρ. 71(Ι)/2010) παρουσιάστηκε στο υποστατικό που ήμουν εγώ με την παραπονούμενη 2 και απαίτησε πληροφορίες από εμάς και παρουσίαση εγγράφων τα οποία πήρε και μαζί του για σκοπούς ελέγχου άσκησης του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη χωρίς να επιδείξει οποιοδήποτε έγγραφο εξουσιοδότησης του όπως επιβάλλουν οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου παραπλανώντας μας παρουσιαζόμενος ως δήθεν πελάτης. Για την υπόθεση αυτή κινήθηκε ποινική δίωξη εναντίον μου και της παραπονούμενης 2 και απορρίφθηκε από την δικαστή. στην υπόθεση αρ. 6061/12 αντίγραφο της οποίας παρουσιάζω.» Η ΜΚ1 παρουσίασε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 27.5.2014 στην ποινική υπόθεση 6061/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου αυτού θα αναφερθώ στη συνέχεια. Πέραν από την γραπτή της δήλωση, για σκοπούς κυρίως εξέτασης ο συνήγορος των παραπονούμενων υπέβαλε στην ΜΚ1 μόνο μια ερώτηση. Ειδικότερα την ρώτησε κατά πόσο συμφωνεί με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας και η ΜΚ1 απάντησε θετικά αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε στο υποστατικό της παραπονούμενης εταιρείας «σαν δήθεν πελάτης και αφαίρεσε δεδομένα. Μου ζήτησε να στείλω με e-mail δεδομένα ακινήτων, να του δώσω την επαγγελματική μου κάρτα. Τούτα ήταν. Αυτά.» Κατά την αντεξέταση της ΜΚ1, η οποία ήταν σύντομη, της ζητήθηκε να διευκρινίσει ποιές ακριβώς πληροφορίες για ακίνητα της είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος. Η ΜΚ1 απάντησε ότι είχε ζητήσει πληροφορίες για τα υποστατικά και το όνομα της. Επανέρχομαι στο Τεκμήριο 1 για να σημειώσω ότι πρόκειται, όπως ανέφερα, για ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην ποινική υπόθεση 6061/
  2. Συνοπτικά, από το κείμενο της απόφασης φαίνεται ότι στην υπόθεση εκείνη οι παραπονούμενες στην παρούσα κατηγορούνταν για διάφορες παραβάσεις του περί Κτηματομεσιτών Νόμου 71(Ι)/
  3. Ένας εκ των μαρτύρων κατηγορίας φαίνεται να ήταν ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και το εκδικάζον Δικαστήριο με την ενδιάμεση εκείνη απόφαση έκρινε ως μη αποδεχτή τη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, διότι κατά τη διάρκεια επιθεώρησης που διενήργησε σε υποστατικό των κατηγορούμενων ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 37 του Ν. 71(Ι)/2010 ήτοι χωρίς να τους επιδείξει το έγγραφο εξουσιοδότησης του το οποίο του χορηγήθηκε από το Συμβούλιο Κτηματομεσιτών αλλά προσποιούμενος ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει ακίνητο. Επί της ουσίας, η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της ανυπακοής σε διάταξη νόμου που επιβάλλει καθήκον. Το άρθρο 136 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Όποιος εσκεμμένα ανυπακούει σε νόμο για τη διενέργεια πράξης απαγορευμένης από αυτό ή με την παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτό, η οποία αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού, είναι ένοχος πλημμελήματος και εκτός αν προκύπτει από αυτό το νόμο πρόθεση του νομοθέτη για επιβολή κάποιας άλλης ποινής, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Ειδικότερα, σύμφωνα με της λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος επέδειξε ανυπακοή διότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με το καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 37 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου 71(Ι)/2010, οι σχετικές διατάξεις του οποίου προνοούν τα ακόλουθα: «
(1)Επιθεωρητής, κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων και ευθυνών του δυνάμει του άρθρου 36, έχει εξουσία, σε οποιαδήποτε εύλογη ώρα και επιδεικνύοντας το έγγραφο της εξουσιοδότησής του, να εισέρχεται σε οποιοδήποτε υποστατικό εκτός εκείνου που χρησιμοποιείται ως κατοικία, το οποίο πιστεύει εύλογα ότι χρησιμοποιείται για σκοπούς άσκησης του επαγγέλματος του κτηματομεσίτη, και να απαιτεί από τον ιδιοκτήτη ή το πρόσωπο το οποίο φαίνεται να έχει την εποπτεία ή τον έλεγχο του υποστατικού την παρουσίαση οποιωνδήποτε εγγράφων, καθώς και την παροχή οποιωνδήποτε πληροφοριών που κρίνονται αναγκαίες για τον έλεγχο και τη διαπίστωση της τήρησης των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδομένων Κανονισμών.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ανυπακοή σε νόμο. Η ανυπακοή μπορεί να συνίσταται στη διενέργεια πράξης απαγορευμένης από νόμο ή παράλειψης εκπλήρωσης πράξης που επιβάλλεται από νόμο. Άλλο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ανυπακοή πρέπει να αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού. Τρίτο συστατικό στοιχείο είναι το ότι η ανυπακοή πρέπει να είναι εσκεμμένη. Οι παραπονούμενοι κατηγορούν τον κατηγορούμενο ότι διέπραξε το αδίκημα της ανυπακοής δια της παράληψης του να συμμορφωθεί με καθήκον που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 37 του Ν.71(Ι)/2010, ήτοι με το καθήκον του να επιδείξει το έγγραφο εξουσιοδότησης του όταν παρουσιάστηκε στο υποστατικό τους την επίδικη ημερομηνία. Δεν θεωρώ ότι το άρθρο 37 του Ν.71(Ι)/2010 δημιουργεί οποιαδήποτε θετική ή ρητή υποχρέωση. Από τη διατύπωση του εν λόγω άρθρου διαφαίνεται ότι με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης επέλεξε να παραχωρήσει συγκεκριμένη εξουσία σε επιθεωρητές. Ειδικότερα, την εξουσία να εισέρχονται σε υποστατικά για καθορισμένους σκοπούς. Η εξουσία αυτή υπόκειται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ήτοι την προϋπόθεση ότι η είσοδος γίνεται σε λογική ώρα και ότι ο επιθεωρητής θα επιδείξει το έγγραφο εξουσιοδότησης του. Αυτό, απέχει από την περίπτωση νομοθετικής διάταξης που δημιουργεί καθήκον για διενέργεια οποιαδήποτε πράξης. Το λεκτικό του άρθρου 37 του Ν. 71(Ι)/2010 δεν είναι επιτακτικό. Εάν ο επιθεωρητής δεν επιδείξει το έγγραφο εξουσιοδότησης του, αυτό ενδεχομένως να έχει επιπτώσεις στο δικαίωμα του να εισέλθει στο υποστατικό ή και στο δικαίωμα του να συλλέξει πληροφορίες ή να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που θα συλλέξει. Δεν διαφαίνεται όμως από το λεκτικό του άρθρου να υπήρχε πρόθεση από πλευράς του νομοθέτη να επιβάλλει στον επιθεωρητή καθήκον ή υποχρέωση να επιδείξει την εξουσιοδότηση του και να ποινικοποιήσει την παράλειψη του να επιδείξει το έγγραφο αυτό. Επιπρόσθετα, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να εισηγείται ότι υπήρχε πρόθεση από την πλευρά του κατηγορούμενου για μη υπακοή με καθήκον που επιβάλλει νόμος. Όπως έχω δε αναφέρει πιο πάνω, ένα εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της ανυπακοής του άρθρου 136 του Κεφ. 154 είναι ότι η ανυπακοή πρέπει να είναι εσκεμμένη. Συγκεφαλαιώνοντας, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, στο βαθμό που αφορά την πρώτη κατηγορία, διαφαίνεται ότι δεν στοιχειοθετούνται δύο από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Στρέφομαι τώρα στη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αναφορικά με αυτήν σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)(ε) του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου 2001, 138(Ι)/2001, διαπράττει αδίκημα: «όποιος, χωρίς δικαίωμα, επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέψει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιοδήποτε τρόπο». Όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, ένα εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος είναι η ύπαρξη «αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.139(Ι)/2001 «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» είναι: «το διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία είναι προσιτά με βάση συγκεκριμένα κριτήρια». Στο ίδιο άρθρο η φράση «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ερμηνεύεται ως: «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή». Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ1 οι πληροφορίες που είχε ζητήσει και έλαβε ο κατηγορούμενος αφορούσαν πληροφορίες σε σχέση με ακίνητα και ειδικότερα «πληροφορίες για τα υποστατικά». Κατά την κρίση μου, οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αφού δεν αναφέρονται σε «υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή». Η ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος της είχε ζητήσει το όνομα της και την επαγγελματική της κάρτα. Ούτε και αυτά τα στοιχεία μπορεί να θεωρηθούν ως αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αφού δεν υπάρχει καμία μαρτυρία, αλλά ούτε και μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι συνιστούσαν «το διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία είναι προσιτά με βάση συγκεκριμένα κριτήρια». Με αυτά τα δεδομένα, καταλήγω ότι υπάρχει κενό μαρτυρίας αναφορικά με συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Παρενθετικά αναφέρω και το εξής. Δεν μπορώ να βασιστώ στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων σε σχέση με θέματα που αφορούν αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το Τεκμήριο 1 συνιστά μια ενδιάμεση απόφαση ενός άλλου Δικαστηρίου σε άλλη υπόθεση από την παρούσα για ενδιάμεσα ζητήματα που εγέρθηκαν ενώπιον του κατά την εκδίκαση εκείνης της ποινικής υπόθεσης. Στην απόφαση του, το εκδικάζον εκείνο Δικαστήριο βασίστηκε στη μαρτυρία που είχε ενώπιον του την οποία αξιολόγησε. Η αξιολόγηση του, και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε συνεπεία αυτής, δεν είναι δεσμευτικά για την παρούσα υπόθεση. Η παρούσα υπόθεση και τα προς απόφαση σε αυτή ζητήματα μπορούν να αποφασιστούν μόνο στη βάση της μαρτυρίας που θα προσκομιστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και στη βάση της αξιολόγησης της από το παρόν Δικαστήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παραπέμπω σχετικά στην Αγγλική Πρακτική του 1962, Practice Note
(1962)1 All E.R. 448, που εκδόθηκε από το Divisional Court of the Queen´s Beach Division of the High Court, στην Αγγλική απόφαση R. v Galbraith
(1981)2 All ER 1060 καθώς και ενδεικτικά στις αποφάσεις του Εφετείου στις Azinas and Another v Police
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέας Δράκος κ.α. Ποινικές Εφέσεις 5-9/12 ημερομηνίας 11.12.2012. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.