Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιαννάκη Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 11948/13, 23/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11948/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- Γιαννάκη Κωνσταντίνου Kατηγορούμενος ------------------------------------------------ Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Φούλιας Κατηγορούμενος: παρών ------------------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία που αφορά απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις κατά παράβαση του άρθρου 236(α) του Ποινικού Κώδικα καθώς και κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Του καταλογίζεται ότι στις 19/07/2013, στην οδό Γιάννη Ρίτσου, στην Αραδίππου, είχε οδηγήσει το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΧΕ115 με αλόγιστο και βεβιασμένο τρόπο με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του Εφραίμ Γεωργίου και του είχε επιτεθεί με αποτέλεσμα να του προξενήσει πραγματική σωματική βλάβη. Προς απόδειξη των κατηγοριών πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Αστ.2644 Μολέσκης, Μ.Κ.
- Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 1, καταγράψει ότι είχε λάβει τηλεφώνημα απο τον Εφραίμ Γεωργίου, στις 19/07/2013 και περί η ώρα 13˸35, με το οποίο κατάγγελε τον Γιαννάκη Κωνσταντίνου, γείτονά του, ότι σκόπημα είχε συγκρουστεί μαζί του οδηγώντας το όχημα του με αριθμούς εγγραφής ΚΧΕ115 ενω ο ίδιος οδηγούσε το μοτοποδήλατό του, με αριθμούς εγγραφής KSK511 και ακολούθως είχε εγκαταλήψει την σκηνή. Ο ίδιος είχε επισκεφτεί την σκηνή μαζί με την Αστ.3993 Βουρή, περί η ώρα 13˸45 και είχε διενεργήσει διάφορες εξετάσεις. Ενώ βρισκόταν εκεί στην σκηνή είχε φθάσει ο κ. Κωνσταντίνου με την σύζυγό του. Αρχικά ο κ. Κωνσταντίνου του είχε αναφέρει ότι δεν είχε χτυπήσει πάνω στην μοτοσυκλέττα του κ. Γεωργίου, στην συνέχεια του είχε αναφέρει ότι δεν είχε καταλάβει αν είχε συγκρουστεί με την μοτοσυκλέττα και στο τέλος είχε αναφέρει ότι ο κ. Γεωργίου ήταν αυτός που είχε συγκρουστεί μαζί του. Ο ίδιος είχε ετοιμάσει πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής λαμβάνοντας όλα τα απαραίτητα μέτρα πλην όμως δεν υπήρχε οποιοδήποτε ίχνος στο δρόμο σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης. Είχαν ερωτηθεί και οι δύο εμπλεκόμενοι, για το σημείο σύγκρουσης και ο καθένας είχε υποδείξει διαφορετικό σημείο σύγκρουσης, τα οποία σημεία ο ίδιος είχε τοποθετήσει στο σχεδιαγράφημα ως ΧΑ, αυτό που είχε υποδειχθεί απο τον κ. Κωνσταντίνου και ως ΧΒ1 αυτό που είχε υποδειχθεί απο τον κ. Γεωργίου ενώ ως ΧΒ2 είχε σημειώσει το σημείο πτώσης του μοτοποδηλάτου. Όσο αφορά τον δρόμο στον οποίο είχε επισυμβεί το συμβάν κατέγραψε ότι πρόκειται για την οδό Γιάννη Ρίτσου, η οποία συνιστά ασφαλτοστρωμένο ευθύ δρόμο διπλής κατεύθυνσης, στον οποίο δρόμο στη μια λωρίδα υπάρχει μια έκταση περί τα 20 μέτρα στην οποία δεν υπάρχει άσφαλτος με αποτέλεσμα τα οχήματα που εξέρχονται απο το αδιέξοδο να κινούνται δεξιότερα και να χρησημοποιούν την εξ αντιθέτου πορεία για να φθάσουν στην γραμμή του αλτ. Το μη ασφαλτωστρωμένο κομμάτι εκτείνεται στα 16,30μ και ακολουθεί άσφαλτος 3,30μ και ακολουθεί το αλτ στην συνέχεια του οποίου υπάρχει άλλη πάροδος η οποία επίσης ονομάζεται Γιάννη Ρίτσου. Δεν υπάρχουν σήματα τροχαίας στο δρόμο και η ορατότητα κατά μήκος του δρόμου που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος είναι 30μ. Ο ίδιος είχε λάβει με το τηλέφωνό του φωτογραφίες που αφορούσαν την ζημιά στο μοτοποδήλατο αλλά και το όχημα ΚΧΕ
- Σε σχέση με τους τραυματισμούς του Παραπονούμενου ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι είχε οίδημα αριστερής ποδοκνημικής, εκδορά αριστερής ποδοκνημικής και εκδορά αριστερού γονάτου. Όσο αφορά τις υλικές ζημιές στα εμπλεκόμενα οχήματα το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΧΕ115 είχε τρίψιμο στο μπροστινό δεξιό φτερό του προφυλακτήρα ύψους 50εκ απο το έδαφος και μήκους 10 εκ. Η μοτοσυκλέττα με αριθμούς εγγραφής KSK511 είχε ελαφρύ τρίψιμο στην δεξιά πίσω πλευρά της μήκους 6εκ και ύψους 50 εκ καθώς και εκδορές στην αριστερή της πλευρά. Δεν υπήρχε άλλη άμεση μαρτυρία που να ενιχύει τα σημεία σύγκρουσης ή άλλα σημάδια επι του δρόμου. Ο κ. Ε. Γεωργίου είχε υποβάλλει γραπτή καταγελία εναντίον του κ. Γ. Κωνσταντίνου για το αδίκημα της αμελούς και απερίσκεπτης πράξης σε βάρος του. Του είχε υποδειχθεί το πρόχειρο σχεδιαγράφημα το οποίο είχε ετοιμαστεί, είχε συμφωνήσει και το είχε υπογράψει. Στην συνέχεια είχε παραπεμφθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας για να τύχει των Α΄Βοηθειών λόγω της πτώσης απο την μοτοσυκλέτα. Ο κ. Κωνσταντίνου δεν συμφώνησε με το σχεδιάγραμα και δεν το υπέγραψε. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση απο τον κ. Κωνσταντίνου, σε σχέση με την διερευνώμενη υπόθεση. Ο ίδιος είχε λάβει με το προσωπικό του τηλέφωνο φωτογραφίες απο το δρόμο στον οποίο είχε επισυμβεί το συμβάν, τις οποίες ακολούθως μετέφερε στον υπολογιστή της Αστυνομίας και ακολούθως τις εκτύπωσε, τις αρίθμισε και τις κατέστησε ως παράρτημα. Ο κ. Κωσταντίνου είχε κατηγορηθεί γραπτώς, του είχε επιστηθεί η προσοχή του στο νόμο και είχε καταγραφεί η απάντησή του. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την κατάθεση του Κατηγορούμενου, ως Τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία που του είχε απαγγελθεί, ως Τεκμήριο 4 το πιστοποιητικό του ιατρού, ως Τεκμήριο 5 το πρόχειρο σχεδιαγράφημα και ως Τεκμήριο 6 το τελικό σχεδιαγράφημα. Εξήγησε ότι οι φωτογραφίες 1 και 2 αποικονίζουν τις ζημιές της μοτοσυκλέτας, η φωτογραφία 3 αποκονίζει την οδό Γιάννη Ρίτσου πριν το στρίψιμο όπου έγινε η σύγκρουση, η φωτογραφία 4 δείχνει το σημείο της σύγκρουσης με το κομμάτι της ασφάλτου που απουσιάζει να εκτείνεται στα 16,3μ, οι φωτογραφίες 5 και 6 αποικονίζουν τα εμπλεκόμενα οχήματα και οι φωτογραφίες 7 και 8 αποικονίζουν τις ζημιές στα δυο εμπλεκόμενα οχήματα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι είχαν γίνει εκατέρωθεν καταγγελίες στο παρελθόν. Καταγγελίες για εξύβριση καθώς και άλλες για τις οποίες είχαν γίνει παρατηρήσεις. Αντεξεταζόμενος ο Αστ. 2644 Μολέσκης, Μ.Κ.1, ανέφερε ότι όταν επισκέφθηκε την σκηνή είχε βρει τον Παραπονούμενο στο χώρο που είχε διαπραχθεί το αδίκημα. Παραδέχθηκε ότι ο Παραπονούμενος δεν είχε ασφαλιστικό έγγραφο εν ισχύ σε σχέση με το μοτοποδήλατο κατά τον χρόνο του ατυχήματος ενώ όσο αφορά το κατά πόσο φορούσε κράνος υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος είχε δώσει κατάθεση στην οποία είχε ισχυριστεί ότι ο Παραπονούμενος δεν φορούσε κράνος. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος κατά την ώρα του αδικήματος κατευθυνόταν στο αδιέξοδο της οδού Γιάννη Ρίτσου. Παραδέχθηκε ότι υπάρχει μια υψομετρική διαφορά 1 με 2 εκ στο κομμάτι του δρόμου στο οποίο δεν υπάρχει άσφαλτος. Ήταν η θέση του ότι είχε λάβει κατάθεση απο τον Παραπονούμενο, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Όσο αφορά την διόρθωση στην κατάθεση του Παραπονούμενου ισχυρίστηκε ότι η διόρθωση πιθανών να είχε γίνει μετά απο υπόδειξη του Παραπονούμενου. Μαρτυρία δόθηκε και απο τον Παραπονούμενο, κ. Εφραίμ Γεωργίου, Μ.Κ.
- Ο ίδιος αναγνώρισε την κατάθεση που είχε δώσει στο Τεκμήριο 7, εκτός απο την διόρθωση γιατί ήταν η θέση του ότι είχε κινηθεί αριστερά και όχι δεξιά. Στην κατάθεσή του κατέγραψε ότι αρχικά οι σχέσεις της δική του οικογένειας με την οικογένεια του Κατηγορούμενου ήταν καλές μέχρι που ξεκίνησε να κάνει παρέα με άλλους νεαρότερους γείτονες τους οποίους ο Κατηγορούμενος δεν συμπαθούσε. Έκτοτε όποτε τον έβλεπαν ο Κατηγορούμενος και η σύζυγός του του συμπεριφέρονταν απρεπώς. Ο ίδιος κατάγγελλε στην Αστυνομία τα διαμειφθέντα και του αρκούσε η παρατήρηση που γινόταν στον Κατηγορούμενο μέχρι τις 19/07/2013 που είχε γίνει το συμβάν. Ενώ οδηγούσε ο ίδιος την μοτοσυκλέτα του, με αριθμούς εγγραφής KSK511, στην οδό Γιάννη Ρίτσου διατηρώντας ταχύτητα 30χλμ λίγο πριν το αλτ είχε κινηθεί δεξιότερα για να αποφύγει το μη ασφαλτοστρωμένο κομμάτι του δρόμου οπόταν και είχε αναγκαστεί να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας. Πριν προλάβει να σταματήσει στο αλτ είδα στα δεξιά του το όχημα του Κατηγορούμενου, μάρκας BMW, νε έχει κάποια ταχύτητα, μα στρίβει με την ίδια ταχύτητα στα αριστερά προς το μέρος του και να κατευθύνεται κατά πάνω του. Είχε δει τον Κατηγορούμενο να τον βλέπει και είχε νοιώσει ότι ήθελε να του χτυπήσει για αυτό και κινήθηκε δεξιά για να μην τον παρασύρει, λόγω της ταχύτητας που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος. Όταν όμως ο Κατηγορούμενος περνούσε από δεξιά του είχε συγκρουστεί με το δεξιό του πλευρό με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του, να κινηθεί για λίγα μέτρα και να πέσει στο έδαφος χτυπώντας το αριστερό του πόδι. Ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε τον χώρο για να επιστρέψει 10 λεπτά αργότερα μετά που ο ίδιος είχε καλέσει την Αστυνομία. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι την αλλαγή στην κατάθεσή του την είχε κάνει ο αστυφύλακας απο σύγχυση γιατί εκεί λόγω του δρόμου, του φαγώματος του δρόμου, αναγκάζεσαι να κατευθυνθείς δεξιά αλλά την δεδομένη στιγμή ο ίδιος είχε κινηθεί αριστερότερα. Υποστήριξε ότι ένοιωσε ότι ήθελε να τον χτυπήσει ο Κατηγορούμενος γιατί δεξιότερα της παρόδου στην οποία είχε γίνει το συμβάν δεν έχει σπίτια αλλά είναι άδειο χωράφι και μπορεί κάποιος να δει αν είναι κάποιος βρίσκεται εντός της παρόδου. Λόγω της συγκεκριμένης κατασκευής, του αδιεξόδου, εξήγησε ότι πρέπει ένα απο τα δυο αυτοκίνητα να σταματά γιατί δεν χωρεί δυο αυτοκίνητα ο δρόμος. Όμως στην περίπτωση που βρίσκονται στο δρόμο ένα αυτοκίνητο και μοτοσυκλέττα χωρούν και τα δυο με άνεση. Ο ίδιος, λόγω της ταχύτητας που διατηρούσε ο Κατηγορούμενος, είχε ελλατώσει εντελώς, σχεδόν είχε σταματήσει, γιατί θεώρησε ότι θα κατευθυνόταν ευθεία. Όταν τον είδε όμως να κατευθύνεται κατά πάνω του, δηλαδή είχε στρίψει αριστερά, τότε προσπάθησε να τον αποφύγει κάνοντας ελιγμό προς τα αριστερά. Όταν του υποδείχθηκε το σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 5, το αναγνώρισε και αναγνώρισε επίσης και τις υπογραφές του. Υποστήριξε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι αρχικά, μόλις είχαν μετακομίσει στην γειτονιά, οι σχέσεις του με τον Κατηγορούμενο ήταν καλές αλλά στην συνέχεια όταν ανέπτυξε σχέσεις με άλλους γείτονες ο Κατηγορούμενος καθημερινά τον έβριζε και έκανε άσεμνες χειρονομίες, για αυτό και είχε προβεί σε καταγγελίες στην Αστυνομία. Οι ύβρεις, οι απειλές και οι χειρονομίες είχαν συνεχιστεί ακόμα και μετά το επίδικο συμβάν με τον Κατηγορούμενο να τον απειλεί και για την ζωή του. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε φοβηθεί για την ζωή του και των παιδιών του μετά από το επίδικο συμβάν και την απειλή που είχε δεχθεί μετά από το συμβάν, κάτι που δεν συνέβαινε πριν το συμβάν. Μετά το συμβάν ο ίδιος είχε θεωρήσει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν επικίνδυνος. Ερωτηθείς για την διόρθωση στην κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι αν τα γεγονότα ήταν όπως τα είχε καταγράψει ο αστυνομικός, δηλαδή αν ο ίδιος κινείτο δεξιότερα, πιθανόν να μην ζούσε από την σύγκρουση γιατί το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου θα περνούσε από πάνω του. Όταν του υποβλήθηκε ότι οι εντάσεις μεταξύ τους, του ιδίου και του Κατηγορούμενου, είχαν δημιουργηθεί λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της Α.Η.Κ. ο Παραπονούμενος υποστήριξε ότι τον καιρό που ο Κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της Α.Η.Κ. ο ίδιος δεν ήταν ηλεκτρολόγος για να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος είχε δει τον Κατηγορούμενο να έρχεται αλλά τον ξάφνιασε η ταχύτητά του και ο ίδιος είχε διερωτηθεί πως θα μπορούσε να στρίψει με την συγκεκριμένη ταχύτητα που διατηρούσε. Ο ίδιος είχε κινηθεί αριστερότερα, για να μπορέσει ο Κατηγορούμενος να περάσει, αλλά ο Κατηγορούμενος είχε πιάσει όσο ανοιχτά μπορούσε το στρίψιμο με κατεύθυνση προς τα πάνω του. Όταν του υποβλήθηκε ότι ήταν ο ίδιος που είχε κατευθυνθεί προς τα πάνω του Κατηγορούμενου με το μοτοποδήλατο ήταν η θέση του ότι αυτό θα σήμαινε αυτοκτονία και δεν είχε πρόθεση να αφήσει τα παιδιά του ορφανά. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Δρ Πάμπου, Μ.Κ.3, ιατρός στις Πρώτες Βοήθειες του Νοσοκομείου Λάρνακας κατά τον επίδικο χρόνο. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της ιατρικής του Έκθεσης, Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι σε σχέση με τον θώρακα και το κεφάλι του Παραπονούμενου δεν είχαν ανευρεθεί οποιαδήποτε ιατρικά ευρήματα όταν τον είχε εξετάσει. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός και να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Στην γραπτή αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου ισχυρίστηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, σε σχέση και με τις δυο κατηγορίες, γιατί η υπόθεση είχε στηριχθεί μόνο στην μαρτυρία του Παραπονούμενου, η οποία θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη λόγω των τεταμένων σχέσεών του με τον Κατηγορούμενο. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, η εκπρόσωπος της οποίας είχε υποστηρίξει ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι δυο κατηγορίες. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Ευρήματα Η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αντικρίζεται και αξιολογείται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητά και πειστικότητά της και πάντοτε σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν είναι ορθή μικροσκοπική εξέτασή της. Πρέπει να προσεγγίζεται σφαιρικά και κάτω από το πρίσμα των περιστάσεων. Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας αυτής είναι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο. Στο νοηματικό περιεχόμενο του όρου «εντύπωση» περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι αντιδράσεις του μάρτυρα, ο τρόπος που απαντά, η ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει. Το σύνολο δηλαδή των γνωρισμάτων που συνθέτουν αφενός τον μάρτυρα που έχει σεβασμό στην αλήθεια και αφετέρου που είχε τις εξ αντικειμένου δυνατότητες να συλλάβει με τις αισθήσεις του όσα αναβιώνει με την μαρτυρία του βλ. Χ' Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 174 στην σελ 180 και Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ 333. Είναι η Κατηγορούσα Αρχή που είχε το βάρος να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου και όχι ο Κατηγορούμενος την αθωότητα του. Απόρροια της αρχής αυτής, είναι πως για την υπεράσπιση αρκεί να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη, έστω και υποβόσκουσα (lurking) αμφιβολία, χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή. Είναι υπό αυτή την έννοια που θα εξετάσω την υπόθεση στη συνέχεια, έχοντας ειδικότερα υπόψη πως τυχόν αποτυχία της υπεράσπισης θα είναι μοιραία, μόνο αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, στο βαθμό που παραμένει ακλόνητη από την υπεράσπιση, είναι στο τέλος επαρκώς ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Παράλληλα η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου, είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1 θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην υπόθεση Ομήρου (πιο πάνω) γίνεται επίσης επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται ταυτόχρονα η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής. Δεν πρέπει παράλληλα να μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αντίληψη κάθε ανθρώπου δεν είναι η ίδια ούτε η μνήμη του βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με άλλους (βλ. Παπαδόπουλος ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ
- Η μαρτυρία του Μ.Κ.1, Αστ.2644 Μολέσκη ήταν μαρτυρία που προέκυψε από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Παρά το γεγονός ότι φαινόταν να γνώριζε για τις διαφορές των δυο εμπλεκομένων προσπάθησε να μην τους εκθέσει, ιδιαίτερα τον Κατηγορούμενο. Δεν είχε ιδία γνώση όμως για το περιστατικό και τα όσα κατέγραψε ήταν όλα όσα του είχαν αναφερθεί και από τους δυο εμπλεκόμενους. Όσο αφορά την διόρθωση στην κατάθεση του Παραπονούμενου δεν ήταν σίγουρος τι είχε διαμειφθεί. Ο ιατρός κ. Πάμπου, Μ.Κ.3, ήταν επίσης τυπικός μάρτυρας από την άποψη ότι ο ίδιος είχε καταγράψει τα ευρήματά του από την εξέταση του Παραπονούμενου στο πιστοποιητικό του χωρίς την οποιαδήποτε προσθήκη και δεν είχε οποιαδήποτε γνώση για τα γεγονότα. Τα ευρήματά του εν πάση περιπτώσει συνάδουν με την μαρτυρία του Παραπονούμενου. Ο κυριότερος μάρτυρας ήταν ο Παραπονούμενος, Μ.Κ.2, ο οποίος όπως διαφάνηκε ότι είχε προβεί στην συγκεκριμένη καταγγελία γιατί στις 19/07/2013 ο Κατηγορούμενος είχε ξεπεράσει τα όρια προσπαθώντας να τον εκφοβίσει. Δεν έχω λόγο να απορρίψω την μαρτυρία του. Αν ήταν αλλότρια τα κίνητρα του θα είχε καταγγείλει ενωρίτερα τον Κατηγορούμενο για την συμπεριφορά του και δεν θα περίμενε. Θεωρώ ότι είχε καθοδηγηθεί από τον φόβο του, στην συγκεκριμένη καταγγελία, φοβούμενος για την ζωή του βλέποντας τον τρόπο που είχε ενεργήσει ο Κατηγορούμενος την δεδομένη στιγμή. Ακόμη ένας λόγος που κάνει πιστευτή την μαρτυρία του είναι το γεγονός ότι κανένας εχέφρων άνθρωπος, που οδηγούσε μοτοποδήλατο, δεν θα συγκρουόταν σκόπιμα με ένα όχημα ψηλό όπως αυτό που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος θέτοντας τον εαυτό του σε άμεσο κίνδυνο. Όσο αφορά την πορεία που ο ίδιος είχε ακολουθήσει την συγκεκριμένη μέρα ήταν η ενδεδειγμένη λόγω και του φαγώματος του ασφάλτου του δρόμου, σύμφωνα και με την μαρτυρία του Αστ. Μολέσκη, Μ.Κ.
- Η επιλογή του Κατηγορούμενου να μείνει σιωπηλός και να μην καλέσει μάρτυρες είναι μέσα στα δικαιώματα του και το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε να αναμενόταν να δοθούν κάποιες εξηγήσεις βλ. Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139 και Θεμιστοκλέους ν. Αστυνομίας
(1981)2 ΑΑΔ
- Καταλήγω λοιπών ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Παραπονούμενος με τον Κατηγορούμενο είχαν διαφορές οι οποίες μέχρι τις 19/07/2013 δεν φαίνονταν να είναι σημαντικές πλην όμως αλληλοκατάγγελαν ο ένας τον άλλο στην Αστυνομία. Στις 19/07/2013 ο Κατηγορούμενος είχε αποφασίσει ότι θα εκφοβίσει τον Παραπονούμενο και βλέποντας τον στην πάροδο της οδού Γιάννη Ρίτσου να οδηγεί την μοτοσυκλέτα του, με αριθμούς εγγραφής KSK511, κατευθυνόμενος ο ίδιος προς το σπίτι του έστριψε στην πάροδο πολύ ανοιχτά, έχοντας δει τον Παραπονούμενο να βρίσκεται στο αλτ και γνωρίζοντας ότι ο Παραπονούμενος δεν μπορούσε να πιάσει πολύ πιο δεξιά λόγω του χωμάτινου κενού που υπήρχε στο δρόμο. Αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο είχε οδηγήσει το όχημα του ήταν να συγκρουστεί με το πίσω δεξιό μέρος της μοτοσυκλέτας του Παραπονούμενου και λόγω της σύγκρουσης ο Παραπονούμενος να μετακινηθεί λίγα μέτρα και ακολούθως να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος με αποτέλεσμα να προκληθούν εκδορές στο αριστερό του πόδι και γόνατο καθώς και οίδημα στην αριστερή ποδοκνημική. Tο άρθρο 236 (α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, τo οποίο εμπεριέχει το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων, προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όποιος, µε τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αµελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόµενο να προκαλέσει σωµατική βλάβη σε άλλο— (α) οδηγεί όχηµα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δηµόσια διάβαση· ή . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . είναι ένοχος πλημμελήματος». Στην απόφαση Χρήστος Μαυρομμάτης v Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 69 έγινε εκτενής ανασκόπηση της μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος της ποινικής αμέλειας. Αναφορικά με το άρθρο 236 του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι αποκλείει ως εκ της διατυπώσεως του την υπαίτιο αμέλεια. Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται εξικνείται μόνο στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη. Η αμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 236 είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.........παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Negligence & Recklessness) και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless & Negligent Acts στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο) εντούτοις από το περιεχόμενο του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο.(Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R. 114, 131, 134)» ................................................................... Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.». Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι αντικειμενικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι του τέλειου οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Αναφορικά ως προς τον τρόπο οδήγησης, στο σύγγραμμα του Archbold Criminal Practice 2002, στην παρά. 32-52, επεξηγείται ο συγκεκριμένος όρος και αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Whether a person was driving carelessly raises only a question of fact. If the defendant was not exercising the degree of care and attention that a reasonable competent and prudent driver would exercise in the circumstances, he should be convicted. If the circumstances show that his conduct was not inconsistent with that of a reasonably prudent driver he should be acquitted.» Οπόταν, το κατά πόσο κάποιος οδηγούσε με αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο είναι θέμα των περιβάλλουσων συνθηκών. Στην απόφαση R v. Lawrence [1982] AC 510, στην οποία με παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, ο Λόρδος Diplock αναφερόμενος και επεξηγώντας τι απαιτείται όταν γίνεται επίκληση αλόγιστης συμπεριφοράς, συγκεκριμένα αλόγιστης οδήγησης, ανέφερε τα ακόλουθα σημαντικά: «Recklessness on the part of the doer of an act does presuppose that there is something in the circumstances that would have drawn the attention of an ordinary prudent individual to the possibility that his act was capable of causing the kind of serious harmful consequences that the section which creates the offence was intended to prevent, and that the risk of those harmful consequences occurring was not so slight that an ordinary prudent individual would feel justified in treating them as negligible. It is only when this is so that the doer of the act is acting "recklessly" if, before doing the act, he either fails to give any thought to the possibility of there being any such risk or, having recognised that there was such risk, he nevertheless goes on to do it. In my view, an appropriate instruction to the jury on what is meant by driving recklessly would be that they must be satisfied of two things: first, that the defendant was in fact driving the vehicle in such a manner as to create an obvious and serious risk of causing physical injury to some other person who might happen to be using the road or of doing substantial damage to property; and, second, that in driving in that manner the defendant did so without having given any thought to the possibility of there being any such risk or, having recognised that there was some risk involved, had none the less gone on to take it. It is for the jury to decide whether the risk created by the manner in which the vehicle was being driven was both obvious and serious and, in deciding this, they may apply the standard of the ordinary prudent motorist as represented by themselves. If satisfied that an obvious and serious risk was created by the manner of the defendant's driving, the jury are entitled to infer that he was in one or other of the states of mind required to constitute the offence and will probably do so; but regard must be given to any explanation he gives as to his state of mind which may displace the inference.». Παρά τις προσπάθειες για να «μαλακώσει» η ερμηνεία που απέδωσε στον όρο αλόγιστη συμπεριφορά ο Λόρδος Diplock, σε μεταγενέστερες αγγλικές αποφάσεις όπως την Elliott v C (a minor)
(1983)77 Cr. App. R. 103, αυτό κατέστει ανέφικτο με αποτέλεσμα η αυστηρότητα με την οποία είχε ερμηνευθεί ο συγκεκριμένος όρος να παραμένει αλώβητη βλ. R v. G and another [2003] 3 All ER 206 Public Prosecutor v. Hue An Li [2015] 1 LRC (Law Reports Commonwealth)
- Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα γεγονότα είναι ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να οδηγήσει το όχημα του πάνω στον Παραπονούμενο, στρίβοντας με φόρα εντός της παρόδου και αγγίζοντας την μοτοσυκλέτα στο δεξιό πίσω της μέρος, όπως διαφάνηκε και από το τρίψιμο στις φωτογραφίες 1 και 2, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως βεβιασμένη και αμελής εν τη έννοια του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο Παραπονούμενος δεν μπορούσε να κινηθεί οπουδήποτε γιατί υπήρχε δρόμος χωρίς άσφαλτο. Η αμέλεια του Κατηγορουμένου είναι υψηλότερου βαθμού, αφού όπως έχει προκύψει ενώ ο Παραπονούμενος βρισκόταν μπροστά του και τον έβλεπε προχώρησε προς το μέρος του με το όχημα του και τον άγγιξε στο μοτοποδήλατο του με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να χτυπήσει ελαφρά, όπως διαφαίνεται και από το Τεκμήριο
- Οπόταν τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας έχουν αποδειχθεί. Τόσο η 1η Κατηγορία, η οποία αφορά το αδίκημα των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων καθώς και η 2η Κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη έχουν κοινά συστατικά στοιχεία. Ο όρος επίθεση έχει ερμηνευθεί ότι περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία να προκαλέσει και που προκαλεί σ΄ ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θ΄ ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788, R. v. Ireland, R. v. Burstow
(1998)AC 147 HL και Archbold 2002, παρά 19-
- Για να διαπραχθεί το αδίκημα της επίθεσης πρέπει αυτός που διαπράττει την επίθεση, με πρόθεση ή χωρίς να νοιάζεται, να επιφέρει στον άλλο άμεση παράνομη βία. Δε η πράξη βίας πρέπει να συνοδεύεται με εχθρική πρόθεση, σύμφωνα με το σύγγραμμα του Smith & Hogan 'Criminal Law', 10η έκδοση, σελίδα
- Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί και χωρίς κάποιος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο βλ. Archbold 2002, παρα 19-172 στην οποία παράγραφο καταγράφεται ότι ακόμα και το ρίξιμο μιας γυάλινης μπουκάλας προς άλλο άτομο θεωρείται ως επίθεση. Ο όρος επίθεση ερμηνεύεται στο σύγγραμμα του Archbold Criminal Practice and Evidence 2002, στην παράγραφο 19-166 ως ακολούθως: «An assault is any act - and not a mere omission to act - by which a person intentionally - or recklessly - causes another to apprehend immediate unlawful violence ... The act must be accompanied by a hostile intent calculated to cause apprehension in the mind of the victim. Where the hostile intent is not present there will be no assault unless it is proved that the alleged assailant was reckless as to whether the complainant would apprehend immediate and unlawful violence.» Βλ. επίσης Blackstone's Criminal Practice 2003, σελ. 162 κ.έ. Σύμφωνα με τον Blackstone, παρα Β. 2.5, σελίδα 163, είναι αρκετό ο παραπονούμενος να αντιλαμβάνεται την απειλή της άμεσης βίας και δεν είναι αναγκαίο να φοβηθεί. Στο σύγγραμμα Russel on Crime, στη σελ. 629, αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ορισμός της πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ σημειώνεται ότι αυτή μπορεί να σημαίνει εσωτερικές ή εξωτερικές κακώσεις. Ωστόσο, στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 56, αναφέρεται ότι μια επιπόλαια εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα, ήταν αρκετά για στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης. Το νοητικό στοιχείο τώρα που απαιτείται από το συγκεκριμένο αδίκημα είναι να συνειδητοποιεί αυτός που κάνει την πράξη το παράλογο ρίσκο που παίρνει βλ. παρα. 2.7, σελ. 165 του Blackstone´s Criminal Practice 2003 ή να είναι απερίσκεπτος αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο το θύμα θα αντιληφθεί την απειλή της άμεσης και παράνομης βίας. Η απερισκεψία - recklessness - επεξηγείται στην παρά. 19-167 του Archbold ως ακολούθως: «Recklessness in common assault, therefore, involves foresight of the possibility that the complainant would apprehend immediate and unlawful violence and taking that risk.» Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η 1η και η 2η Κατηγορία έχουν αποδειχθεί. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου να οδηγήσει το αυτοκίνητό του προς το πρόσωπο του Παραπονούμενου συνιστά επίθεση αφού του προκάλεσε φόβο για την σωματική του ακεραιότητα αλλά μικρά τραύματα. Τα τραύματα δε του Μ.Κ.2, ως περιγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 4, αποτελούν πραγματική σωματική βλάβη όπως ο όρος έχει ερμηνευθεί από την νομολογία (βλ. Georgiades v Police
(1985)2 C.L.R 56 και Skaros v Police
(1985)2 C.L.R 192). Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πράγματι απερίσκεπτος αφού δεν νοιάστηκε και χωρίς δεύτερη σκέψη οδήγησε το αυτοκίνητό του με τον συγκεκριμένο τρόπο εγκαταλείποντας την σκηνή του περιστατικού. Συνεπακόλουθα, και για όλους τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1ην και την 2ην κατηγορία. (Υπ.) ................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο