← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. MOHAMMAD MOHAMMAD ASSAD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 8034/2015, 30/10/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. MOHAMMAD MOHAMMAD ASSAD κ.α., Αρ. υπόθεσης: 8034/2015, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 8034/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν

  1. MOHAMMAD MOHAMMAD ASSAD
  2. HAJJAR KHALED HUSSEIN Κατηγορούμενοι 30 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Αβρααμίδου Για κατηγορούμενο 2: κ. Χ'Παναγιώτου Κατηγορούμενος 2, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τρεις συνολικά κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη του πλημμελήματος της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 372 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Η δεύτερη αφορά το αδίκημα της παροχής βοήθειας σε έτερο πρόσωπο για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 20(γ) και 360 του Κεφ.
  4. Τέλος, η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης προσώπου υπηκόου τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας κατά παράβαση του άρθρου 19 Α

(1)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  1. Σημειώνω παρενθετικά ότι ο κατηγορούμενος 1, σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας παραδέχτηκε τη διάπραξη του πρώτου αδικήματος καθώς και του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο οκτώ μάρτυρες. Πρόκειται για τους Α/Λοχ. 3654 Μ. Αντωνίου (ΜΚ1), τον Αστ. 2130 Ρ. Κούτα (ΜΚ2), την Αστ. 324 Α. Παναγή (ΜΚ3), τον Αστ. 3388 Γ. Γερασίμου (ΜΚ4), τον Ισμαήλ Μοχάμεντ (ΜΚ5), τον Αστ. 4270 Κ. Γιάλλουρου (ΜΚ6), τον A/Aστ. 1204 Κ. Κωνσταντίνου (ΜΚ7) και τον πρώην κατηγορούμενο 1 (ΜΚ8). Δεν θα αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ο κάθε μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφού το σύνολο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας του καθενός εξ αυτών επισημαίνοντας τα σημεία εκείνα που κρίθηκαν σημαντικά σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Α/Λοχ. 3654 Μ. Αντωνίου (ΜΚ1), ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεων Εγκλημάτων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρνακας. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, ο ρόλος του κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης περιορίστηκε στη διακίνηση κάποιων εκ των τεκμηρίων και ειδικότερα τριών διαβατηρίων (Τεκμήρια 1-3) και δύο καρτών επιβίβασης (Τεκμήρια 4 και 5). Παρέλαβε, όπως κατέθεσε, τα τεκμήρια αυτά από τον Αστ. 3388 Γ. Γερασίμου (ΜΚ4) και τα παρέδωσε στο Εργαστήριο Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας του Αρχηγείου Αστυνομίας για εξετάσεις. Σημειώνω ότι στην πορεία της υπόθεσης κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι τα τεκμήρια αυτά διακινήθηκαν με την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Σημειώνω επίσης ότι σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης ημερομηνίας 20.8.2015 του Εργαστηρίου Εξέτασης Εντύπων & Εκτυπώσεων Ασφαλείας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, η οποία κατατέθηκα από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου της ως Τεκμήριο 12, τα διαβατήρια Τεκμήρια 1 και 3 είναι γνήσια διαβατήρια Σουηδίας και το διαβατήριο Τεκμήριο 2 είναι γνήσιο ταξιδιωτικό έγγραφο του Λιβάνου. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστ. 2130 Ρ. Κούτας (ΜΚ2), που υπηρετεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι τοποθετημένος στο Κέντρο Ελέγχου Διαβατηρίων του Αεροδρομίου Λάρνακας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στις 11.7.2015 περί ώρα 2:05 π.μ. ήταν καθήκον στο Τμήμα Αναχωρήσεων του Αεροδρομίου Λάρνακας. Τότε παρουσιάστηκε για αναχώρηση με προορισμό Κοπεγχάγη με την πτήση DY 6498 ο πρώην κατηγορούμενος 1 ο οποίος παρουσίασε ένα Σουηδικό διαβατήριο με αριθμό 85206966 (Τεκμήριο 1) το οποίο ανήκε σε πρόσωπο με το όνομα Hajjar Hussein και ημερομηνία γέννησης 23.6.
  2. Το πρόσωπο αυτό του παρουσίασε επίσης την κάρτα επιβίβασης, Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, από τον έλεγχο που διενήργησε υποψιάστηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν έμοιαζε με το πρόσωπο στη φωτογραφία του διαβατηρίου, Τεκμήριο 1, και τον οδήγησε στο γραφείο αναχωρήσεων για περαιτέρω εξετάσεις. Συνέχισε λέγοντας ότι όταν ανέκρινε τον κατηγορούμενο 1 αυτός παραδέχτηκε ότι το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, δεν ήταν δικό του. Παραδέχτηκε επίσης ότι δεν ήταν Σουηδός υπήκοος αλλά Παλαιστίνιος από το Λίβανο. Ακολούθως του ανέφερε ότι το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, το παρέλαβε έξω από το αεροδρόμιο το ίδιο βράδυ από ένα άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο και ότι για να εξασφαλίσει το διαβατήριο αυτό είχε πληρώσει τις προηγούμενες μέρες €5.000 σε κάποιο πρόσωπο με το όνομα Afif στη Λευκωσία. Ο ΜΚ2 συνέχισε λέγοντας ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 του παρέδωσε επίσης ένα διαβατήριο Λιβάνου με αριθμό 457805 (Τεκμήριο 2) με όνομα Mohamad Mohamad και ημερομηνία γέννησης τις 14.9.1994 αναφέροντας του ότι είναι δικό του. Από δε ελέγχους που διενήργησε διαπίστωσε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 είχε αφιχθεί νόμιμα στην Κύπρο με το Λιβανέζικο διαβατήριο, Τεκμήριο 2, στις 8.7.2015 με Κυπριακή θεώρηση εισόδου με αριθμό CY 1437949 και του είχε παραχωρηθεί άδεια επισκέπτη μέχρι τις 5.8.
  4. Ο ΜΚ2 συνέχισε λέγοντας ότι από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν μέσω της εταιρείας Swissport διαπιστώθηκε ότι στην ίδια πτήση με τον κατηγορούμενο 1 ταξίδευε ακόμα ένα πρόσωπο που είχε το ίδιο επίθετο με αυτό που αναγράφεται στο Σουηδικό διαβατήριο, Τεκμήριο
  5. Πρόκειται για τον κατηγορούμενο 2, κάτοχο Σουηδικού διαβατηρίου με αριθμό 90025689, Τεκμήριο 3, και ημερομηνία γέννησης 7.2.
  6. Ανέφερε επίσης ότι ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο γραφείο αναχωρήσεων με τον πρώην κατηγορούμενο 1, ο κατηγορούμενος 1 είδε τον κατηγορούμενο 2 από το διαχωριστικό γυαλί να περνά έξω από το γραφείο, τον αναγνώρισε και του ανέφερε ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που τον βοήθησε και τον προμήθευσε με το διαβατήριο, Τεκμήριο
  7. Τέλος ανέφερε ότι από το ηλεκτρονικό σύστημα του αεροδρομίου είναι σε θέση να γνωρίζει εάν ένα ταξιδιωτικό έγγραφο χρησιμοποιήθηκε για είσοδο ή έξοδο από τη Δημοκρατία και πότε και διαπίστωσε ότι το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, δεν είχε χρησιμοποιηθεί για είσοδο στη Δημοκρατία από κανένα εγκεκριμένο λιμάνι ή αεροδρόμιο. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με το θέμα αυτό, ο ΜΚ2 εξήγησε ότι υπάρχει ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου στα αεροδρόμια και λιμάνια που λειτουργεί ως σαρωτής εγγράφων και καταχωρεί τα στοιχεία όλων των προσώπων που εισέρχονται και εξέρχονται της Δημοκρατίας, ακόμα και αν πρόκειται για κατόχους ταξιδιωτικών εγγράφων άλλων Ευρωπαϊκών χωρών. Δέχτηκε ότι είναι δυνατό κάποιος να εισέλθει στη Δημοκρατία χρησιμοποιώντας την ταυτότητα του και να εξέλθει με το διαβατήριο του και ότι σε αυτή την περίπτωση δεν θα υπάρχει καταχώρηση εισόδου για το διαβατήριο. Ανέφερε επίσης ότι η συνομιλία του με τον πρώην κατηγορούμενο 1 διεξήχθη στα Αγγλικά και Αραβικά και ότι γνωρίζει να ομιλεί την Αραβική γλώσσα διότι ο πατέρας του κατάγεται από τον Αίγυπτό, όμως δεν ξέρει να γράφει ή να διαβάζει Αραβικά. Του τέθηκε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος 1 αναγνώρισε ή ενέπλεξε τον κατηγορούμενο 2 αλλά ο ΜΚ2 αρνήθηκε επιμένοντας στην θέση του. Τρίτος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν η Αστ. 324 Α. Παναγή, του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λάρνακας (ΜΚ3). Σύμφωνα με την ΜΚ3, στις 11.7.2015 και μεταξύ των ωρών 0729-0830 έλαβε θεληματική κατάθεση από τον πρώην κατηγορούμενο 1 με τη βοήθεια διερμηνέα. Εξήγησε ότι, για σκοπούς λήψης της κατάθεσης, ο κατηγορούμενος 1 υπαγόρευε στον διερμηνέα ο οποίος κατέγραφε όσα του έλεγε στα Αραβικά, Τεκμήριο
  8. Ταυτόχρονα ο διερμηνέας μετάφραζε στην Ελληνική γλώσσα όσα κατέθετε ο κατηγορούμενος 1 και η ΜΚ3 κατέγραφε την Ελληνική μετάφραση, Τεκμήριο
  9. Κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε παραίνεση, υπόσχεση ή πίεση προς τον κατηγορούμενο 1 για να προβεί στην κατάθεση του αλλά επέμενε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 υπαγόρευε το περιεχόμενο της κατάθεσης ελεύθερα και αυτόβουλα. Επόμενος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο Αστ. 3388 Γ. Γερασίμου (ΜΚ4). Κατέθεσε ότι ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο 2 (Τεκμήριο 16) και ότι ακολούθως του παρέδωσε έντυπο στο οποίο αναγράφονται τα δικαιώματα του στην Αραβική γλώσσα (Τεκμήριο 17). Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε να υπογράψει το έντυπο (Τεκμήριο 17) αναφέροντας ότι είναι αθώος. Ο ΜΚ4 ανέφερε επίσης ότι αυτός έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2 στις 12.7.2015 μεταξύ 2100 και
  10. Εξήγησε ότι η κατάθεση λήφθηκε με τη βοήθεια διερμηνέα και ότι ο ίδιος υπέβαλε τις ερωτήσεις στην Ελληνική γλώσσα, ο μεταφραστής μετάφραζε και κατέγραφε τις ερωτήσεις στα Αραβικά, και μετάφραζε ακολούθως τις απαντήσεις στα Ελληνικά και ο ΜΚ4 κατέγραφε το Ελληνικό κείμενο. Παρουσίασε τόσο το κείμενο της κατάθεσης στα Αραβικά (Τεκμήριο 18) όσο και το Ελληνικό κείμενο (Τεκμήριο 19). Ανέφερε επίσης ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης ο κατηγορούμενος 2 υποστήριξε ότι δεν έχει καμία σχέση με την υπό διερεύνηση τότε υπόθεση και προέτρεψε τον ΜΚ4 να επικοινωνήσει σχετικά με την Interpol. Στη βάση της παραίνεσης αυτής ο ΜΚ4 είπε ότι απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 13.7.2015 στο Διευθυντή Δ.Ε.Ε. & Δ.Α.Σ. του Αρχηγείου Αστυνομίας (Τεκμήριο 20) και τους ζήτησε να ενημερωθούν από τις αρχές της Σουηδίας εάν τα διαβατήρια, Τεκμήρια 1 και 3 είναι γνήσια, εάν οποιοδήποτε από αυτά έχει καταγγελθεί ως απολεσθέν και εάν υπάρχει οποιαδήποτε συγγενική σχέση μεταξύ των κατόχων των δύο αυτών διαβατηρίων. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν έχει καμία σχέση με το διαβατήριο, Τεκμήριο
  11. Ο ΜΚ4 παρέπεμψε στην επίσημη απάντηση που θα αναμένετο από τις αρχές της Σουηδίας. Πέμπτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Ισμαήλ Μοχάμεντ, μεταφραστής (ΜΚ5). Αυτός ανέφερε ότι στις 11.7.2015 κατέγραψε την θεληματική κατάθεση του πρώην κατηγορούμενου 1 και ότι, αργότερα την ίδια μέρα, κατέγραψε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου
  12. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι μετά το πέρας και των καταθέσεων των δύο κατηγορουμένων (Τεκμήρια 9, 10, 18 και 19) έλεγξε την ορθότητα της μετάφρασης από τα Αραβικά στα Ελληνικά. Του ζητήθηκε επίσης να υποδείξει στο Ελληνικό κείμενο της κατάθεσης του κατηγορούμενου 1 (Τεκμήριο 10) κάποιες λέξεις που συναντώνται στο Αραβικό κείμενο της κατάθεσης (Τεκμήριο 9), πράγμα που έκανε. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Αστ. 4270 Κ. Γιάλλουρου (ΜΚ6) η οποία εργάζεται στη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Διεύθυνση Αστυνομικής Συνεργασίας του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι αποσπασμένη στην Εθνική Μονάδα Europol. Η ΜΚ6 ανέφερε ότι στα πλαίσια της Απόφασης του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2009/371/ΔΕΥ που υιοθετήθηκε στην Κύπρο με τον περί Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Europol) Νόμο, 102(Ι)/2011 έχει θεσπιστεί διαδικασία για ανταλλαγή πληροφοριών με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες σε σχέση με υπό διερεύνηση ποινικές υποθέσεις. Συνέχισε λέγοντας ότι μετά τη λήψη της επιστολής, Τεκμήριο 20, από το Τ.Α.Ε. Λάρνακας απέστειλε αίτημα (Τεκμήριο 23) προς τις Σουηδικές αρχές και ζήτησε πληροφορίες για τα διαβατήρια, Τεκμήριο 1 και
  13. Συνέχισε λέγοντας ότι σύμφωνα με την απάντηση που έλαβε από τις Σουηδικές αρχές (Τεκμήριο 24), ο ιδιοκτήτης του διαβατηρίου (Τεκμήριο 1) είναι υιός του κατηγορούμενου
  14. Το δε διαβατήριο, Τεκμήριο 1, «μπλοκαρίστηκε» (blocked) στις 13.7.
  15. Επί αυτού η ΜΚ6 ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις (Τεκμήριο 27) και η ενημέρωση που έλαβε από τις Σουηδικές αρχές (Τεκμήριο 28) ήταν ότι ο ιδιοκτήτης του διαβατηρίου δήλωσε στις 13.7.2015 ότι το είχε χάσει κάπου στο Helsingborg και δεν το αντιλήφθηκε παρά αργότερα («he lost the passport somewhere in Helsingborg and didn't realise until later»). Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στη μάρτυρα ότι όταν στάλθηκε από τις Σουηδικές αρχές η πρώτη τους απάντηση (Τεκμήριο 24) αυτή έφερε κωδικό «Η1» που σήμαινε ότι δεν μπορούσε να παρουσιαστεί και χρησιμοποιηθεί σε δικαστική διαδικασία. Η ΜΚ6 διευκρίνισε ότι ζήτησε την άρση του κωδικού (Τεκμήριο 25) ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί το μήνυμα στο Δικαστήριο ως μαρτυρία, και οι Σουηδικές αρχές ανταποκρίθηκαν θετικά (Τεκμήριο 26). Μετά την άρση του περιορισμού, εξήγησε παρουσιάζει η ίδια τα μηνύματα και το περιεχόμενο τους ως μαρτυρία στο Δικαστήριο. Έβδομος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Α/Αστ. 1204 Κ. Κωνσταντίνου (ΜΚ7). Κατέθεσε ότι στις 11.7.2015 και περί ώρα 0215 βρισκόταν καθήκον στο γραφείο αναχωρήσεων του αερολιμένα Λάρνακας και ενημερώθηκε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 είχε εντοπισθεί και οδηγηθεί στο γραφείο αναχωρήσεων για περαιτέρω εξετάσεις. Αυτός ενημέρωσε την εταιρεία Swissport από την οποία πληροφορήθηκε ότι στην ίδια πτήση ταξίδευε ακόμα ένα πρόσωπο με το ίδιο επίθετο που ήταν επίσης κάτοχος Σουηδικού διαβατηρίου. Εντόπισε στη συνέχια τον κατηγορούμενο 2 τον οποίο συνόδευσε μέχρι το γραφείο αναχωρήσεων για περαιτέρω εξετάσεις. Τελευταίος μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο πρώην κατηγορούμενος 1 (ΜΚ8). Κατά την κυρίως εξέταση του, ερωτήθηκε εάν γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 και απάντησε θετικά λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος 2 τον είχε βοηθήσει στο αεροδρόμιο. Αναγνώρισε επίσης το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία μετά τη σύλληψη του (Τεκμήριο 9) διευκρινίζοντας όμως ότι δεν είχε αναφέρει στον αστυνομικό που λάμβανε την κατάθεση ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που του είχε δώσει το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, αλλά ότι ήταν το πρόσωπο που τον είχε βοηθήσει στο αεροδρόμιο. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 9, αναφέρει ότι ήρθε στην Κύπρο από το Λίβανο για να συμμετάσχει σε φεστιβάλ της ΕΔΟΝ. Εκεί γνώρισε ένα πρόσωπο με το όνομα Afifi που του είπε ότι μπορούσε να διευθετήσει να πάει στη Σουηδία για €5.
  16. Συνέχισε λέγοντας ότι του έδωσε τα χρήματα το ίδιο βράδυ και εκείνος του είπε να πάει στο αεροδρόμιο τα μεσάνυχτα της Παρασκευής και ότι εκεί θα βρισκόταν κάποιο πρόσωπο που θα του έδινε ένα διαβατήριο Σουηδίας και ένα αεροπορικό εισιτήριο με τα οποία θα ταξίδευε. Του ζήτησε να πετάξει το δικό του διαβατήριο και να μην έχει στην κατοχή του έγγραφο που να δείχνει την πραγματική του ταυτότητα. Όμως, σύμφωνα με τον ΜΚ8, αυτός φοβήθηκε να πετάξει το διαβατήριο του, Τεκμήριο 2, το οποίο κράτησε. Σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΚ8, όταν έφτασε στο αεροδρόμιο Λάρνακας συνάντησε σε καφετέρια κατά στην είσοδο του αεροδρομίου ένα πρόσωπο που τον ρώτησε στα Αραβικά αν είναι ο Mohammad. Αυτός απάντησε θετικά και το πρόσωπο αυτό του έδωσε το Σουηδικό διαβατήριο, Τεκμήριο 1 και ένα αεροπορικό εισιτήριο για Κοπεγχάγη. Στην πόρτα του αεροδρομίου στεκόταν ένας άλλος άνδρας που τον κοιτούσε επίμονα, τον ακολούθησε όταν μπήκε στο αεροδρόμιο και κάθισε κοντά του στις καρέκλες κοντά στο check in. Λίγη ώρα αργότερα ο ΜΚ8 θέλησε να κάνει check in ηλεκτρονικά και ο άγνωστος άντρας τον πλησίασε μόνος του για να τον βοηθήσει. Ο ΜΚ8, συνεχίζει λέγοντας ότι του έδωσε το διαβατήριο και ο άντρας του είπε στα Αραβικά να μάθει επ' έξω το όνομα και την ημερομηνία γέννησης που γράφει το διαβατήριο, το ύψος του κατόχου του διαβατηρίου και τα τελευταία τέσσερα νούμερα του διαβατηρίου. Ο ΜΚ8 λέει ότι τότε κατάλαβε ότι ο άντρας αυτός «ήταν μαζί με τους άλλους δύο και ήρθε στο αεροδρόμιο μαζί μου για να δει εάν ταξιδέψω». Ακολούθως πήγαν να ζυγίσουν τις αποσκευές τους και ο άντρας εκείνος πήγε σε διαφορετικό σημείο από αυτόν και στη συνέχεια προχώρησαν στο διαβατηριακό έλεγχο. Ο άντρας του είπε να πάει στο σημείο ελέγχου 43 και εκείνος πήγε στο διπλανό και έδειξαν και οι δύο τα διαβατήρια τους. Τότε ο αστυνομικός που διενεργούσε τον δικό του έλεγχο κατάλαβε ότι το διαβατήριο που κρατούσε ο ΜΚ8 δεν του ανήκε και τον οδήγησε στο γραφείο της αστυνομίας. Εκεί είδε αργότερα τον άντρα εκείνο να περπατά μπροστά από το γραφείο και αμέσως ανέφερε στον αστυνομικό ότι αυτός τον είχε βοηθήσει. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ8 ανέφερε ότι μετά τη σύλληψη του στο αεροδρόμιο Λάρνακας αποκάλυψε στην αστυνομία την πραγματική του ταυτότητα. Ανέφερε επίσης ότι με δική του πρωτοβουλία προέβη σε κατάθεση και παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονταν διότι, όπως είπε «κατάλαβα ότι είχα λάθος και έπρεπε να συνεργαστώ». Αρνήθηκε ότι η αστυνομία τον παρότρυνε να δώσει κατάθεση προβαίνοντας σε υποσχέσεις ότι θα τον βοηθούσαν. Υποστήριξε επίσης ότι κατά την είσοδο του στο αεροδρόμιο ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που τον κοίταζε επίμονα και το οποίο αναφέρει στην κατάθεση του. Επέμενε επίσης ότι όταν ο κατηγορούμενος 2 τον βοηθούσε στη διαδικασία check in, αυτός είχε δει το διαβατήριο του. Σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα όταν αυτός βρισκόταν στο γραφείο της αστυνομίας στο χώρο αναχωρήσεων του αεροδρομίου, είπε ότι είχε αναγνωρίσει και υπέδειξε τον κατηγορούμενο 2 πριν αυτός εισέλθει στο γραφείο, όταν περνούσε μπροστά από το παράθυρο, ως το πρόσωπο που τον είχε βοηθήσει κατά το check in. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος 2 κλήθηκε από το Δικαστήριο να προβάλει την υπεράσπιση του. Επέλεξε να δώσει ενόρκως μαρτυρία ενώ κάλεσε επίσης ως μάρτυρες υπεράσπισης την Μαρίνα Ντερ (Μ.Υ.2), Γεωργτία Λάμπρου (Μ.Υ.3) και Ευτυχία Ξενοφώντος (Μ.Υ.4). Κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του, ο κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1) ανέφερε ότι διαμένει στη Σουηδία με την οικογένεια του από το
  17. Είναι, όπως ανέφερε, πατέρας 8 παιδιών. Υποστήριξε επίσης ότι δεν ξέρει να γράφει ή να διαβάζει και όταν του υποδείχθηκε στο Δικαστήριο το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, είπε ότι αναγνωρίζει τον υιό του στη φωτογραφία όμως δεν ξέρει να διαβάζει τα υπόλοιπα που αναγράφονται στο διαβατήριο. Υποστήριξε ότι με τον υιό του, κάτοχο του διαβατηρίου Τεκμήριο 1 συναντιέται αραιά λόγω της εργασίας του υιού του και διότι ο ίδιος είναι απασχολημένος με την φροντίδα των τριών νεαρότερων παιδιών του που φοιτούν στο σχολείο. Υποστήριξε επίσης ότι μετά τη σύλληψη του στις 11.7.2015 δεν μίλησε με κανένα μέλος της οικογένειας τους μέχρι τις 17.7.
  18. Αυτό, όπως ανέφερε, διότι είχε τεθεί υπό κράτηση για 7 ημέρες, κρατείτο σε ένα κελί με άλλα 8 άτομα και ήταν σοκαρισμένος. Αρνήθηκε ότι βοήθησε τον κατηγορούμενο 1 (ΜΚ8) να κάνει check in. Είπε ότι όταν έκανε ο ίδιος check in ήταν αναστατωμένος και έκλεγε διότι είχε πληροφορηθεί ότι μια από τις θυγατέρες του η οποία ήταν έγκυος είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και επέστεφε ο ίδιος εσπευσμένα στη Σουηδία για να τη δει. Ερωτώμενος αν γνωρίζει με ποιο τρόπο πως το διαβατήριο του υιού του, Τεκμήριο 1, βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου 1 (ΜΚ8) είπε ότι δεν γνωρίζει. Σε σχέση με τη λήψη της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία, ανέφερε ότι «τα περισσότερα τα έγραφαν μόνοι τους. Ένιωσα ότι έγραφαν ότι ήθελαν». Συνέχισε λέγοντας ότι δεν υπέγραψε την κατάθεση του διότι ο Αστ. 3338 (ΜΚ4) και ο μεταφραστής (ΜΚ5) «έγραφαν όλη την κατάθεση όπως ήθελαν εκείνοι» και έχασε την εμπιστοσύνη του προς αυτούς. Ακολούθως ανέφερε ότι αρνούνταν να γράψουν αυτά που τους έλεγε αναφέροντας του ότι «έτσι θέλουμε εμείς». Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε επισταμένα σε σχέση με τη λήψη της κατάθεσης του, Τεκμήριο
  19. Αρχικά υποστήριξε και πάλιν ότι υπάρχουν πολλά σημεία στην κατάθεση που δεν τα είχε αναφέρει ο ίδιος και μάλιστα ο ίδιος έλεγε στον Αστ. 3338 (Μ.Κ.4) και στον μεταφραστή (Μ.Κ.5) ότι τα γεγονότα δεν έγιναν όπως τα έγραφαν. Συνεχώς όμως, υποστήριξε, αυτοί του έλεγαν να σιωπήσει, του φώναζαν και του θύμωναν. Επέμενε ότι δεν έγραφαν τις απαντήσεις που έδινε ο ίδιος αλλά ότι ήθελαν εκείνοι. Του δόθηκε τότε η ευκαιρία να μελετήσει με τη βοήθεια του διερμηνέα το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 18, και να αναφέρει στο Δικαστήριο με ποια ακριβώς σημεία διαφωνεί ή ποια σημεία από το κείμενο δεν ανταποκρίνονται στις απαντήσεις που έδινε αλλά τα είχαν γράψει με δική τους πρωτοβουλία ο Αστ.3338 (Μ.Κ.4) και ο μεταφραστής (Μ.Κ.5). Μέτα από μελέτη του περιεχομένου του Τεκμηρίου 18 αναφέρθηκε σε δύο σημεία για τα οποία προέβη σε διορθώσεις. Παρενθετικά αναφέρω ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της Ελληνικής μετάφρασης της κατάθεσης του, Τεκμήριο 19, είχε έρθει στην Κύπρο στις 8.7.2015, μόνος του, για τουρισμό και διέμενε σε ξενοδοχείο στη Λάρνακα, του οποίου δεν θυμάται το όνομα. Θα έμενε στην Κύπρο για μια βδομάδα όμως ενημερώθηκε ότι η κόρη του στη Σουηδία τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα και έπρεπε να επιστρέψει. Ένας ξάδερφος του από τη Σουηδία του έστειλε αεροπορικό εισιτήριο για να αναχωρήσει από την Κύπρο στις 11.7.
  20. Όταν ερωτήθηκε εάν γνωρίζει κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 προσπάθησε αν αναχωρήσει από την Κύπρο με το Σουηδικό διαβατήριο, Τεκμήριο 1, απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τίποτα και δεν γνωρίζει το όνομα Hajjar Hussein που αναγράφεται στο διαβατήριο. Ανέφερε επίσης ότι έχει 8 παιδιά, ένας εκ των οποίων είναι ο Hussein Khaled Hajjar, 22 ετών. Του τέθηκε ότι υπήρχε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία είχε βοηθήσει τον κατηγορούμενο 1 στη διαδικασία check in και τον συμβούλεψε να αποστηθίσει στοιχεία του διαβατηρίου όμως αρνήθηκε. Αρνήθηκε επίσης ότι ανήκει σε κύκλωμα που βοηθά αλλοδαπούς να ταξιδέψουν στην Ευρώπη με διαβατήρια που δεν τους ανήκουν. Η κατάθεση του καταλήγει λέγοντας ότι δεν έχει καμία σχέση με τη διερευνώμενη υπόθεση «και ρωτήστε την Interpol». Αντεξετάστηκε σε σχέση με το λόγο της επίσκεψης του στην Κύπρο και επέμενε ότι είχε έρθει για τουρισμό. Υποστήριξε ότι θα αναχωρούσε εσπευσμένα ενωρίτερα για τη Σουηδία διότι έμαθε ότι η μια κόρη του, η οποία ήταν και έγκυος, είχε εμπλακεί και τραυματιστεί σε τροχαίο ατύχημα. Αναφορές σε περισσότερα σημεία της μαρτυρίας του γίνονται κατωτέρω. Δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η κα Μαρίνα Ντερ, διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας Swissport (ΜΥ2). Σύμφωνα με τη ΜΥ2, για την επίδικη πτήση DY 6498 η αεροπορική εταιρεία παρέχει στους επιβάτες τη δυνατότητα check in μόνο από το σημείο του αεροδρομίου όπου γίνεται ζυγιστικός έλεγχος. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι το check in γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα από τα σημεία του ζυγιστικού ελέγχου. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχει η δυνατότητα κατά τη διενέργεια του check in το προσωπικό να ρωτήσει τον επιβάτη προσωπικές πληροφορίες, όπως πχ το όνομα του και την ημερομηνία γέννησης του. Τέλος, ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση εάν γνωρίζει από τις κάρτες επιβίβασης (Τεκμήρια 4 και 5) των κατηγορουμένων 1 και 2 πότε ο κάθε ένας από αυτούς έκανε check in. Παρέπεμψε στα διακριτικά ψηφιά 162 και 163 που αναγράφονται στις κάρτες και εξήγησε ότι οι δύο επιβάτες έκαναν check in ο ένας αμέσως μετά τον άλλο. Επόμενη μάρτυρας ήταν η κα Γεωργία Λάμπρου, υπεύθυνη της εταιρείας Swissport στο αεροδρόμιο Λάρνακας (ΜΥ3). Ανέφερε επίσης ότι για τη συγκεκριμένη επίδικη πτήση check in μπορεί να γίνει μόνο από τα σημεία ζυγιστικού ελέγχου στο αεροδρόμιο και όχι μέσω διαδικτύου. Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ3 ανέφερε ότι για λόγους ασφαλείας τυγχάνει κάποτε το προσωπικό στο check in να ερωτήσει το όνομα του επιβάτη και άλλες πληροφορίες για να διακριβωθεί εάν πρόκειται για τον κάτοχο του διαβατηρίου. Είπε ακόμα ότι σε περιπτώσεις που δημιουργούνται στο προσωπικό αμφιβολίες μπορεί με διακριτικό τρόπο να ενημερώσουν τον διαβατηριακό έλεγχο για τον επιβάτη που τους κινεί υποψίες. Σε σχέση με τις κάρτες επιβίβασης (Τεκμήρια 4 και 5) είπε επίσης ότι από τους διακριτικούς αριθμούς επιβάτη που αναγράφονται σε αυτές φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι έκαναν check in ο ένας αμέσως μετά τον άλλο. Τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η Ξενοφώντος Ευτυχία, υπεύθυνη βάρδιας της εταιρείας Swissport (ΜΥ4). Η μάρτυρας αυτή ανέφερε επίσης ότι μόνο στον πάγκο ζυγιστικού ελέγχου μπορεί να γίνει ckeck in για τη συγκεκριμένη πτήση. Αντεξεταζόμενη ανέφερε και αυτή ότι το προσωπικό στο check in μπορεί να ζητήσει πληροφορίες από τον επιβάτη όμως το όνομα του και την ημερομηνία γέννησης του για σκοπούς ελέγχου ασφάλειας. Είπε επίσης ότι οι κάτοχοι των καρτών επιβίβασης, Τεκμήρια 4 και 5, πέρασαν από ζυγιστικό έλεγχο ο ένας αμέσως μετά τον άλλο και ότι το check in στον ζυγιστικό πάγκο γίνεται μέσω ηλεκτρονικού συστήματος. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω μελετήσει το περιεχόμενων όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων, έχω κατά νου τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων που έδιναν - τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση τους. Έλαβα περαιτέρω υπόψη την λογικοφάνεια και αληθοφάνεια των θέσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου ότι η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική αλλά η μαρτυρία δεν πρέπει να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά και ως σύνολο, στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης[1]. Πέραν από την ατομική κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, έχω αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, συνεκτιμώντας την στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη[2]. Ξεκινώντας από τον ΜΚ1, όπως έχω ήδη αναφέρει η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Επιπρόσθετα, δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που να θέτει σε αμφισβήτηση την αξιοπιστία του. Η μαρτυρία του, επομένως, κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ο ΜΚ2 ήταν επίσης, θεωρώ, αξιόπιστος μάρτυρας. Εξήγησε με σαφήνεια και σταθερότητα ποιες ήταν οι ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και με την ίδια σταθερότητα αντιμετώπισε και τις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση. Αποδέχομαι, συνεπώς, τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Η ΜΚ3 ήταν επίσης, κατά την κρίση μου, αξιόπιστη και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Επισημαίνω ότι η εμπλοκή της με την υπόθεση ουσιαστικά περιορίστηκε στην καταγραφή στα Ελληνικά της κατάθεσης του πρώην κατηγορούμενου 1, Τεκμήριο
  21. Δηλαδή περιορίστηκε στην καταγραφή των όσων μετάφραζε στα Ελληνικά από τα Αραβικά ο μεταφραστής. Ο ΜΚ4 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Ήταν θετικός καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, απαντούσε με αμεσότητα όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά την κυρίως εξέταση και την αντεξέταση, δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο η αξιοπιστία του και, κατ΄ ακολουθία η μαρτυρία του κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Ως αξιόπιστο κρίνω και τον ΜΚ
  22. Σημειώνω ότι η μαρτυρία και η αλήθεια των όσων κατέθεσε δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης. Αμφισβητήθηκε μέχρι ενός βαθμού η ακρίβεια της μετάφρασης της κατάθεσης του πρώην κατηγορούμενου 1 από τα Αραβικά στα Ελληνικά όμως ήταν σε θέση να υποδείξει και να εξηγήσει όλα τα σημεία που έτυχαν αμφισβήτησης ώστε να αντικρούσει πλήρως οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Αποδέχομαι επομένως τη μαρτυρία του. Αξιόπιστη θεωρώ ότι ήταν και η ΜΚ6 αφού ούτε κατά την κυρίως εξέταση αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση διέκρινα οτιδήποτε που να εισηγείται ότι απέκρυπτε ή παραποιούσε την αλήθεια ή τα γεγονότα. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ούτε και η αξιοπιστία του ΜΚ7 κλονίστηκε σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του. Κατέθεσε με τρόπο απόλυτα σταθερό, πειστικό και άμεσο και η μαρτυρία του γίνεται αποδεχτή. Ο ΜΚ8 ήταν ο πρώην κατηγορούμενος 1 ο οποίος, όπως έχω αναφέρει είχε παραδεχτεί τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ8 έχω κατά νου ότι πρόκειται για μαρτυρία συναυτουργού[3]. Με δεδομένο ότι ο ΜΚ8 και πρώην κατηγορούμενος 1 ήταν συνεργός του κατηγορούμενου 2, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ένα κατηγορούμενο βασιζόμενο σε μαρτυρία συνεργού, ακόμα και χωρίς ενίσχυση, υπό την προϋπόθεση ότι θα προειδοποιήσει τον εαυτό του δεόντως για τους κινδύνους που ενέχει κάτι τέτοιο[4]. Παρά ταύτα, σύμφωνα με την καθοδήγηση που αντλείται από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ρόπας κ.α. v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 628, η ορθολογιστική προσέγγιση υπαγορεύει όπως εξεταστεί πρώτα κατά πόσο υπάρχει ή όχι ενισχυτική μαρτυρία[5] της μαρτυρίας του ΜΚ8 πριν την τελική κρίση επί της αξιοπιστίας του. Στην προκειμένη περίπτωση ενισχυτική μαρτυρία υπάρχει. Συνίσταται στις πληροφορίες που λήφθηκαν από την Europol Σουηδίας που καταδεικνύουν ότι το διαβατήριο (Τεκμήριο 1) που βρέθηκε στην κατοχή του ΜΚ8 ανήκει στον υιό του κατηγορούμενου
  1. Αυτή η μαρτυρία που προέρχεται από πηγή ανεξάρτητη από τον ΜΚ8 αφορά μια ουσιώδη, κατά την κρίση μου λεπτομέρεια, που τείνει να καταδείξει τη συμμετοχή του κατηγορούμενου 2 στα επίδικα γεγονότα[6]. Ανεξάρτητα από αυτό, πρέπει να πω ότι η ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΚ8, το περιεχόμενο της, η πειστικότητα των απαντήσεων που έδινε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση αλλά - ειδικότερα - κατά την αντεξέταση, ήταν τέτοια που δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για μάρτυρα της αλήθειας. Επομένως, και στην απουσία οποιασδήποτε ενισχυτικής μαρτυρίας δεν θα είχα κανένα δισταγμό να βασιστώ σε αυτή και να την αποδεχτώ. Παρά την αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου και παρά το ότι έχω αναλογιστεί τους κινδύνους αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΚ8 χωρίς ενίσχυση, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η δύναμη της μαρτυρίας αυτής είναι τέτοια που αισθάνομαι απόλυτα ασφαλής να την αποδεχτώ και να βασιστώ σε αυτή ακόμα και χωρίς ενίσχυση. Αμέσως μετά τον εντοπισμό του από τον ΜΚ2 στο αεροδρόμιο Λάρνακας ο κατηγορούμενος 1, έθεσε την εκδοχή του αναφορικά με τα γεγονότα και αμέσως αναγνώρισε τον κατηγορούμενο
  2. Όπως ο ίδιος διευκρίνισε κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν το πρόσωπο που του είχε δώσει το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, και λανθασμένα είχε γίνει η σχετική καταγραφή στην κατάθεση του. Εξήγησε όμως και επέμενε με τρόπο απόλυτα πειστικό την εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στα επίδικα γεγονότα. Υπενθυμίζω την αναφορά του ότι κατά την είσοδο του στο αεροδρόμιο ο κατηγορούμενος 2 τον κοίταζε επίμονα, ότι τον ακολούθησε εντός του αεροδρομίου και κάθισε κοντά του στο σημείο πλησίον του check in, ότι τον πλησίασε και προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει στη διενέργεια του check in, ότι τον συμβούλεψε να απομνημονεύσει το όνομα του κατόχου του διαβατηρίου, την ημερομηνία γέννησης που αναγραφόταν σε αυτό, το ύψος του κατόχου και τα τελευταία νούμερα του αριθμού διαβατηρίου, ότι προχώρησαν μαζί για τον ζυγιστικό έλεγχο και ακολούθως για τον διαβατηριακό έλεγχο και ότι ο κατηγορούμενος 2 του είπε σε ποιο σημείο ελέγχου να πάει. Η αντεξέταση δεν κατάφερε να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΚ
  3. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, η μαρτυρία του είχε συνοχή και, κατά την κρίση μου, απαντούσε με πλήρη συναίσθηση της υποχρέωσης του να καταθέσει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του επομένως κρίνεται αξιόπιστη και αληθινή. Ο κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1) δεν μου δημιούργησε καθόλου θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του κατά την τελική του αγόρευση, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, το μορφωτικό του επίπεδο, τη διαφορετική κουλτούρα και ιδιοσυγκρασία του και το γεγονός ότι κάποιοι μάρτυρες ανταποκρίνονται λιγότερο καλά από άλλους υπό το άγχος της ένορκης μαρτυρίας. Έχω λάβει υπόψη όλες αυτές τις παραμέτρους. Όμως, ακόμα και συνυπολογίζοντας αυτά τα στοιχεία δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 ήταν διάχυτη από υπερβολές, ουσιαστικό μέρος από τα όσα κατέθεσε - τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση - δεν είχαν καμία εσωτερική συνοχή ή λογική αλληλουχία. Δεν μπορώ επίσης να παραγνωρίσω ότι κάποιες από τις θέσεις που προέβαλλε στερούνταν πειστικότητας σε βαθμό που δεν ήταν λογικές και η αντεξέταση ανέδειξε όλες τις αδυναμίες της μαρτυρίας του. Ενδεικτικά αναφέρω τα εξής. Η όλη εικόνα που προσπάθησε να παρουσιάσει κατά την κυρίως εξέταση του σε σχέση με την λήψη της κατάθεσης του (Τεκμήριο 18) ανατράπηκαν όταν κατά την αντεξέταση είχε την ευκαιρία να αναφέρει συγκεκριμένα με ποια σημεία της κατάθεσης του διαφωνεί και δεν αντιπροσωπεύουν εκείνα που ο ίδιος είχε αναφέρει στον Αστ. 3388 (ΜΚ4). Διαφάνηκε ότι πέραν από δύο τελείως επουσιώδη σημεία της κατάθεσης για τα οποία προέβη σε, ασήμαντες, διορθώσεις, το υπόλοιπο κείμενο αποτύπωνε πιστά τις απαντήσεις που είχε δώσει, παρά τις προηγούμενες διαμαρτυρίες του για το αντίθετο. Είχε αρνηθεί ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 κατά τη διαδικασία check in υποστηρίζοντας ότι ήταν πολύ αναστατωμένος εξαιτίας του ατυχήματος που είχε η κόρη του, η οποία ήταν έγκυος και γι' αυτό αναχωρούσε εσπευσμένα για τη Σουηδία. Αυτό όμως καθόλου δεν συνάδει με την αναφορά του ότι δεν επικοινώνησε με την κόρη του αυτή έκτοτε, ούτε ζήτησε να μάθει νέα της. Η αναστάτωση που υποστηρίζει ότι ένιωθε στις 11.7.2015 καθόλου δεν συνάδει με το ότι δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να μιλήσει με την κόρη του το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Ούτε βεβαίως ήταν σε θέση να αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τον τραυματισμό της κόρης του ή την πορεία ανάρρωσης της. Ήταν φανερό ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Η εκδοχή του έγινε ακόμα λιγότερο πιστευτή όταν του ζητήθηκε κατά την αντεξέταση να εξηγήσει γιατί δεν είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την κόρη του που είχε το ατύχημα. Στην αρχή υποστήριξε ότι δεν του επιτρεπόταν να κάνει τηλεφωνήματα. Ακολούθως είπε ότι είχε μιλήσει λίγες φορές τηλεφωνικώς με την άλλη του κόρη και της είχε ζητήσει να του στείλει χρήματα. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν ζήτησε και ενημέρωση για την πορεία της υγείας της πρώτης του κόρης απάντησε ότι στη φυλακή όπου τελούσε υπό κράτηση δεν παρέχουν οι αστυνομικοί λεφτά στους υπόδικους για τσιγάρα και χρειαζόταν τα χρήματα για το σκοπό αυτό. Το ίδιο παράλογες ήταν και οι απαντήσεις που έδινε όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είχε μιλήσει με το γιό του που ήταν ο κάτοχος του διαβατηρίου, Τεκμήριο 1, και κατά πόσο τον ενημέρωσε για την παρούσα υπόθεση. Υποστήριξε ότι ούτε του μίλησε ούτε και ενημέρωσε οποιονδήποτε ότι το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, βρέθηκε στην κατοχή άλλου προσώπου στην Κύπρο και ότι ο ίδιος ήταν υπόδικος γι΄ αυτήν την υπόθεση. Δεν μίλησε καθόλου, ανέφερε με τον γιό του διότι εργάζεται σε άλλη πολύ περίπου 1 ώρα μακριά από εκεί που διαμένει ο ίδιος με τα άλλα μέλη της οικογένειας. Η δικαιολογία αυτή δεν έχει καμία λογική. Επιπρόσθετα, αρχικά είχε υποστηρίξει ότι δεν βοήθησε κανένα πρόσωπο στη διαδικασία του check in για να διαφοροποιήσει μετά τη θέση του και αν αναφέρει ότι ενδεχομένως να έδωσε κάποιες πληροφορίες σε κάποιο πρόσωπο κατά τον ζυγιστικό έλεγχο χωρίς όμως να κοιτάξει το πρόσωπο αυτό διότι ήταν αναστατωμένος και έκλεγε για το ατύχημα της κόρης του. Αργότερα υποστήριξε μάλιστα ότι έχει και πρόβλημα με την ακοή του και όταν του τέθηκε ότι αυτό είναι τελείως άσχετο με το εάν πρόσεξε τη φυσιογνωμία του προσώπου που βοήθησε, ανασκεύασε υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα με την ακοή του προέκυψε από τότε που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση για να καταλήξει ότι το πρόβλημα τώρα έχει επιλυθεί και ο ίδιος είναι καλά. Αυτό είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα της έλλειψης συνοχής και λογικής που διακατείχε τη μαρτυρία του. Καθόλου πιστευτή δεν ήταν ούτε η δικαιολογία του ότι είχε έρθει στην Κύπρο για τουρισμό αφού διαφάνηκε κατά την αντεξέταση ότι η οικογένεια του συντηρείται κατά κύριο λόγο από δημόσιο βοήθημα και ο ίδιος δεν έχει σταθερό μισθό από εργασία. Ενόψει αυτής της αναφοράς του, η θέση του ότι όλη η οικογένεια μάζεψε λεφτά και του τα έδωσε για να κάνει μόνος του τουρισμό στην Κύπρο φαντάζει απίθανη. Δεν μπορώ ούτε και να παραγνωρίσω ότι για πρώτη φορά κατά την μαρτυρία του υποστήριξε ότι δεν ξέρει να γράφει ή να διαβάζει, υποστηρίζοντας ότι για αυτό το λόγο δεν ήταν σε θέση να αναγνώσει την κατάθεση του αλλά ούτε και το έντυπο δικαιωμάτων του και ότι είχε ενημερώσει σχετικά τον Αστ. 3388 (ΜΚ4) που του έλαβε κατάθεση. Καμία όμως τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στον ίδιο τον Αστ. 3388 (ΜΚ4) αλλά ούτε και στον διερμηνέα με την βοήθεια του οποίου λήφθηκε η κατάθεση (ΜΚ5). Για πρώτη φορά επίσης υποστήριξε κατά τη μαρτυρία του ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης η συμπεριφορά που είχε απέναντι του τόσο ο Αστ. 3388 (ΜΚ4) όσο και ο μεταφραστής (ΜΚ5) ήταν αγενής, ότι του φώναζαν, έγραφαν ότι ήθελαν στο κείμενο της κατάθεσης και τον πίεζαν να παραδεχθεί τη διάπραξη των αδικημάτων. Ούτε και αυτές οι θέσεις υποβλήθηκαν στους ΜΚ4 και ΜΚ5 κατά την αντεξέτασή τους ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είπε την αλήθεια κατά τη μαρτυρία του την οποία κρίνω ως αναξιόπιστη. Οι ΜΥ2, 3 και 4 κατέθεσαν στο Δικαστήριο για τα ίδια περίπου θέματα και θεωρώ ότι ήταν αξιόπιστοι. Η μαρτυρία τους ήταν, κατά την κρίση μου, ανεξάρτητη και αντικειμενική. Παρά το ότι ερωτήθηκαν εκτεταμένα αναφορικά με τη δυνατότητα διενέργειας ηλεκτρονικού check in στην επίδικη πτήση, η θέση και των τριών ήταν ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα διενέργειας check in μέσω διαδικτύου για την επίδικη πτήση. Το check in γίνεται στον πάγκο ζυγίσματος μέσω ηλεκτρονικού συστήματος που διαθέτει η εταιρεία Swissport. Παρενθετικά αναφέρω ότι ο συνήγορος υπεράσπισης επικεντρώθηκε στο σημείο αυτό γιατί θεώρησε ότι πρόκειται για σημαντική ασυμφωνία με την κατάθεση του κατηγορούμενου 1 (ΜΚ8) ότι ο κατηγορούμενος 2 τον είχε βοηθήσει να κάνει ηλεκτρονικό check in. Δεν θεωρώ όμως ότι πρόκειται για στοχείο τόσο καταλυτικό ώστε να μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΚ
  4. Η θέση των ΜΥ2, ΜΥ3 και ΜΥ4 ήταν ότι ακόμα και από τον πάγκο ζυγίσματος, η διαδικασία check in γίνεται μέσω ηλεκτρονικού συστήματος και με ηλεκτρονικά μέσα και επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο ΜΚ8 είχε αντιληφθεί τη διαδικασία αυτή σαν ηλεκτρονικό check in. Επιπρόσθετα, δεν παραγνωρίζω ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν είχε τεθεί στον ΜΚ8 ότι δεν διενεργήθηκε ηλεκτρονικό check in, ούτε και αυτός ερωτήθηκε πως αντιλαμβάνεται την έννοια του ηλεκτρονικού check in. Επανέρχομαι στη μαρτυρία των ΜΥ2, ΜΥ3 και ΜΥ4 για να επισημάνω τη θέση και των τριών ότι το προσωπικό του αεροδρομίου κατά τη διαδικασία check in μπορεί να ζητήσει από τον επιβάτη να επιβεβαιώσει προσωπικά του στοιχεία για σκοπούς ταυτοποίησης με το διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό του έγγραφο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι είχαν την ευκαιρία να συνοψίσουν τη μαρτυρία και να επιχειρηματολογήσουν υπέρ των θέσεων της κάθε πλευράς. Στις αγορεύσεις τους έχουν παραπέμψει σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας και σε νομολογία και κάποιες ειδικές αναφορές στα όσα έχουν αναφέρει γίνεται κατωτέρω. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης:
(1)Ο κατηγορούμενος 1 είναι Παλαιστίνιος από τον Λίβανο και κάτοχος του Λιβανέζικου ταξιδιωτικού εγγράφου, Τεκμήριο 2. Αφίχθηκε στην Κύπρο νόμιμα στις 08.07.2015 χρησιμοποιώντας το Λιβανέζικο ταξιδιωτικό του έγγραφο, Τεκμήριο 2, και έλαβε άδεια προσωρινής παραμονής ως επισκέπτης μέχρι τις 05.08.2015.
(2)Ο κατηγορούμενος 2 είναι Παλαιστινιακής καταγωγής και κάτοχος του Σουηδικού Διαβατηρίου, Τεκμήριο 3. Αφίχθηκε στην Κύπρο νόμιμα στις 08.07.2015 με το Σουηδικό διαβατήριο, Τεκμήριο 3.
(3)Ο κατηγορούμενος 1 παρέστη σε φεστιβάλ της ΕΔΟΝ στην Λευκωσία όπου γνώρισε κάποιο πρόσωπο με το όνομα Afif. Συμφώνησε με το πρόσωπο αυτό να τον προμηθεύσει με Σουηδικό διαβατήριο και αεροπορικό εισιτήριο για Σουηδία έναντι του ποσού των €5.000.
(4)Ο κατηγορούμενος 1 πλήρωσε τον Afif το συμφωνηθέν ποσό και αυτός του έδωσε οδηγίες να πάει στο αεροδρόμιο Λάρνακας περί τα μεσάνυχτα το βράδυ προς 11.7.2015 και να συναντήσει στο χώρο της καφετέριας στην είσοδο του αεροδρομίου ένα πρόσωπο που θα τον προμήθευε με το διαβατήριο και το εισιτήριο.
(5)Περί τα μεσάνυχτα το εν λόγω βράδυ, ο κατηγορούμενος 1 προσεγγίστηκε στον καθορισμένο χώρο από ένα άγνωστο πρόσωπο που του παρέδωσε το Σουηδικό διαβατήριο, Τεκμήριο 1, και ένα αεροπορικό εισιτήριο για την πτήση DY 6498 προς Κοπεγχάγη.
(6)Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 προχώρησε προς την είσοδο του αεροδρομίου και ο κατηγορούμενος 2 τον κοιτούσε επίμονα.
(7)Όταν ο κατηγορούμενος 1 μπήκε στο αεροδρόμιο, κάθισε σε καθίσματα κοντά στους πάγκους ζυγιστικού ελέγχου και check in και ο κατηγορούμενος 2 ήρθε και κάθισε κοντά του.
(8)Όταν ο κατηγορούμενος 1 θα έκανε check in στην πτήση του, ο κατηγορούμενος 2 τον πλησίασε και του είπε να απομνημονεύσει το όνομα του διαβατηρίου, την ημερομηνία γέννησης και ύψος του κατόχου του διαβατηρίου και τα τέσσερα τελευταία ψηφία του αριθμού διαβατηρίου.
(9)Ακολούθως προχώρησαν μαζί στους πάγκους check in και ο κατηγορούμενος 1 έκανε check in ενώ ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο αμέσως επόμενος επιβάτης που έκανε check in στην ίδια πτήση.
(10)Κατά το check in ο κατηγορούμενος 1 έλαβε την κάρτα επιβίβασης, Τεκμήριο 4 και ο κατηγορούμενος 2 την κάρτα επιβίβασης, Τεκμήριο 5.
(11)Ακολούθως προχώρησαν και οι δύο προς τον διαβατηριακό έλεγχο και ο κατηγορούμενος 2 είπε στον κατηγορούμενο 1 να πάει σε συγκεκριμένο σημείο ελέγχου ενώ εκείνος προχώρησε στο διπλανό σημείο ελέγχου.
(12)Κατά τον διαβατηριακό έλεγχο ο κατηγορούμενος 1 παρουσίασε το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, παριστάνοντας τον εαυτό του ότι ήταν ο κάτοχος του διαβατηρίου αυτού. Ο διαβατηριακός έλεγχος του κατηγορούμενου 1 διενεργήθηκε από τον Αστ. 2130 (Μ.Κ.2) ο οποίος διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν έμοιαζε με την φωτογραφία στο διαβατήριο, Τεκμήριο 1.
(13)Ο Αστ. 2130 (Μ.Κ.2) οδήγησε τον κατηγορούμενο 1 στο γραφείο αναχωρήσεων για περαιτέρω εξετάσεις και ο κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε αμέσως το τι είχε συμβεί και παρουσίασε το πραγματικό του διαβατήριο, Τεκμήριο 2.
(14)Διενεργήθηκε έλεγχος στη πτήσης μέσω της εταιρείας Swissport και διακριβώθηκε ότι στην ίδια πτήση ταξίδευε και ο κατηγορούμενος 2 και ότι είχε το ίδιο επίθετο με το όνομα στο διαβατήριο, Τεκμήριο 1.
(15)Ο κατηγορούμενος 2 επίσης οδηγήθηκε στο γραφείο αναχωρήσεων για διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων.
(16)Όταν ο κατηγορούμενος 2 μεταφερόταν στο γραφείο αναχωρήσεων, τον είδε και τον αναγνώρισε ο κατηγορούμενος 1 ως το πρόσωπο που τον είχε βοηθήσει κατά τη διενέργεια του check in.
(17)Ο κατηγορούμενος 1 έδωσε τη θεληματική κατάθεση, Τεκμήριο 8, με τη διόρθωση στην οποία προέβη κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο.
(18)Ο κατηγορούμενος 2 έδωσε την ανακριτική κατάθεση Τεκμήριο 18 με τις δύο διορθώσεις στις οποίες προέβη κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο.
(19)Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν μέσω Europol Κύπρου και από πληροφορίες που λήφθηκαν από την Europol Σουηδίας διαπιστώθηκε ότι το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, ανήκε στον υιό του κατηγορούμενου 2.
(20)Το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, δηλώθηκε ως απολεσθέν στη Σουηδία στις 13.7.2014.
(21)Το διαβατήριο, Τεκμήριο 1, δεν χρησιμοποιήθηκε για είσοδο στη Δημοκρατία από κανένα νόμιμο λιμάνι, αεροδρόμιο ή σημείο εισόδου. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία κατηγορεί τον κατηγορούμενο. Το βάρος βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία πρέπει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[7]. Έχω κατά νου ότι η απόδειξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών και των λεπτομερειών εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις όσο εύλογες και αν είναι[8]. Το πρώτο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος 2 αφορά τη συνωμοσία για διάπραξη του πλημμελήματος της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 372 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 360 του Κεφ. 154: «Όποιος, με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου, παριστάνει τον εαυτό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχος πλημμελήματος...» Το δε άρθρο 372 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Ο πρώην κατηγορούμενος 1 (ΜΚ8), και σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας αλλά και κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο παραδέχτηκε ότι, με σκοπό καταδολίευσης του Αστ. 2130 Ρ. Κούτα (ΜΚ2) παρέστησε τον εαυτό του ψευδώς, ότι είναι άλλο πρόσωπο ήτοι ο Hajjar Hussein εκ Σουηδίας ενώ στην πραγματικότητα είναι ο Mohammad Mohammad Assad, Παλαιστίνιος από το Λίβανο. Η διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας από τον κατηγορούμενο 1 διαφαίνεται και αποδεικνύεται επαρκώς από τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως διατυπώνονται ανωτέρω. Παραμένει επομένως να αποφασιστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 είναι ένοχος για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του πλημμελήματος της πλαστοπροσωπίας. Για τη συντέλεση του αδικήματος της συνωμοσίας πρέπει (α) δύο ή περισσότερα πρόσωπα (β) να συμφωνήσουν (γ) να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Άμεση μαρτυρία αναφορικά με την εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 σε συνομωσία δεν υπάρχει. Ο πρώην κατηγορούμενος 1 (ΜΚ8), παρά την πεποίθηση που εξέφρασε για εμπλοκή του κατηγορούμενου 2, δεν είχε άμεση και ίδια γνώση για τη συμμετοχή και σύμπραξη του κατηγορούμενου 2 με τα άλλα πρόσωπα τα οποία πλήρωσε και από τα οποία προμηθεύτηκε το διαβατήριο, Τεκμήριο
  2. Παρά την έλλειψη άμεσης μαρτυρίας, υπάρχει όμως περιστατική μαρτυρία η οποία συνδέει τον κατηγορούμενο 2 με το αδίκημα. Αναφέρομαι και παραπέμπω ειδικότερα στα ευρήματα του Δικαστηρίου υπό παραγράφους
(6),
(7),
(8),
(9),
(11),
(14),
(16),
(19),
(20)και
(21)ανωτέρω. Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί στη νομολογία, η περιστασιακή μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας. Εάν όμως το Δικαστήριο θα βασιστεί σε περιστατική μαρτυρία για να καταδικάσει έναν κατηγορούμενο, η περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι καταλυτική. Δηλαδή οι κρίκοι της αλυσίδας γεγονότων που προκύπτουν από την περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι συνεκτικά στερεωμένοι ώστε να μην παρέχεται έδαφος για άλλη λογική εξήγηση εκτός από την ενοχή του κατηγορούμενου. Όπως έχει τονιστεί στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Θεόδωρος Κώστας Θεοφάνους ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 215/2012, ημερομηνίας 6.4.2015, η περιστατική μαρτυρία πρέπει να συνδέει τον κατηγορούμενο και την ενοχή με τρόπο άμεσο και ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία. Επιπρόσθετα, έχω κατά νου ότι η μαρτυρία - είτε αυτή είναι άμεση είτε είναι περιστατική - αξιολογείται συνολικά στη βάση ενιαίας προσέγγισης και όχι με τρόπο αποσπασματικό και μικροσκοπικό. Αυτή είναι η βάση στην οποία θα πρέπει να εξεταστεί η περιστατική μαρτυρία που υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση και κατά πόσο αυτή είναι επαρκής για να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου 2 στον απαιτούμενο βαθμό. Έχω ήδη παραπέμψει σε συγκεκριμένα ευρήματα του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι το μοναδικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα γεγονότα αυτά είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν μέλος της ομάδας προσώπων τα οποία συνεργάστηκαν και συνωμότησαν ώστε ο κατηγορούμενος 1 να μπορέσει να διαπράξει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Τα γεγονότα, όπως διατυπώνονται και διαφαίνονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν αφήνουν περιθώριο για καμία άλλη λογική εξήγηση πέραν αυτού. Επιπρόσθετα, ούτε η υπεράσπιση ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 έχουν προβάλει κάποια άλλη λογική εξήγηση αναφορικά με την περιστατική αυτή μαρτυρία η οποία να μην μπορεί να αποκλειστεί[9]. Το μόνο που ο κατηγορούμενος 2 αντέταξε ήταν ότι η σύμπτωση χώρου, χρόνου και προσώπων ήταν ζήτημα τυχαίο. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτή τη θέση. Η έκταση των συμπτώσεων και τυχαίων συμβάντων που εισηγείται ο κατηγορούμενος 2 εκφεύγει κάθε λογικής. Υπενθυμίζω ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 είναι ότι είχε έρθει στην Κύπρο για τουρισμό, μόνος, παρά το ότι τα εισοδήματα του είναι περιορισμένα και συντηρεί την πολυμελή οικογένεια του από δημόσιο βοήθημα που λαμβάνει από το Σουηδικό κράτος. Υποστηρίζει ότι εντελώς τυχαία αναγκάστηκε να τερματίσει πρόωρα τις διακοπές του και να επιστρέψει στη Σουηδία. Ότι βρέθηκε τυχαία στο χώρο αναχωρήσεων του αεροδρομίου Λάρνακας την ίδια μέρα και ώρα με τον πρώην κατηγορούμενο 1 ο οποίος είχε στην κατοχή του το διαβατήριο του υιού του, το οποίο απέκτησε με παράνομο τρόπο. Το διαβατήριο αυτό δεν πέρασε από διαβατηριακό έλεγχο εισόδου στη Δημοκρατία. Η εκδοχή του είναι ότι έκανε συμπτωματικά check in αμέσως μετά από τον κατηγορούμενο 1, ότι τυχαία θα ταξίδευαν στην ίδια πτήση και ότι ο υιός του επίσης κατά σύμπτωση κατήγγειλε στις Σουηδικές αρχές ότι είχε απολέσει το διαβατήριο του δύο μέρες μετά τη σύλληψη του ιδίου - χωρίς οι δύο τους να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους και χωρίς να γνωρίζει ότι ο πατέρας του τελούσε υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Επαναλαμβάνω ότι για να γίνει δεκτή η εκδοχή του κατηγορούμενου 2, η έκταση των συμπτώσεων που το Δικαστήριο θα πρέπει να δεχτεί είναι έξω από κάθε πραγματικότητα και λογική. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 υποστήριξε ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί το αδίκημα της συνωμοσίας χωρίς οι συνωμότες να γνωρίζουν ο ένας την ταυτότητα του άλλου. Επιχειρηματολόγησε ότι εφόσον ο πρώην κατηγορούμενος 1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει θετικά ότι ο κατηγορούμενος 2 ανήκε στο κύκλωμα προσώπων που τον βοήθησε, δεν μπορεί να καταδικαστεί για συνωμοσία ο κατηγορούμενος 2. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Είναι γεγονός ότι από τη μαρτυρία που κρίθηκε ως αποδεκτή και αξιόπιστη διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να μαρτυρήσει θετικά ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν μέρος της ομάδας προσώπων που τον βοήθησε. Δεν είναι όμως απαραίτητο να αποδειχθεί ότι όλα τα μέλη της ομάδας που διενεργούν τη συνωμοσία γνωρίζουν ο ένας την ταυτότητα του άλλου καθώς και το ρόλο που ο καθένας διαδραματίζει. Παραπέμπω σχετικά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice
(1999), παράγραφος 33-23: «Conspiracy requires the agreement of two or more persons. However it is not necessary to prove that the defendants met to concoct or originate the scheme. A conspiracy may exist between persons who have neither seen nor corresponded with each other: R. v. Parnell
(1881)14 Cox 508; R. v. Meyrich and Ribuffi, 21 Cr. App. R. 94, CCA; R. V. Hammersley, 42 Cr. App. R. 207 at 217, CCA. If a conspiracy is already formed, and a person joins it afterwards, he is equally guilty with the original conspirators: R. v. Murphy
(1837)8 C. & P. 297 at 311; see too DPP v. Doot
(1973)A.C. 807, HL, and the ovsercations of Paull J. in R. v. Griffiths
(1966)1 Q.B. 589, 49 Cr. App. R. 279, CCA. Some conspirators may drop out and others join in during the course of the conspiracy but it may nevertheless remain a single conspiracy: R. v. Simmonds
(1969)1 Q.B. 685 at 696, 51 Cr. App. R. 316 at 332; R. V Hammersley, ante.» Στην παρούσα περίπτωση, η μαρτυρία καταδεικνύει ότι υπήρχε μια ομάδα αποτελούμενη από τουλάχιστον τέσσερα άτομα, τον κατηγορούμενο 1, τον κατηγορούμενο 2, κάποιο πρόσωπο με όνομα Afif και το πρόσωπο το οποίο παρέδωσε το διαβατήριο (Τεκμήριο 1) στον κατηγορούμενο
  1. Η μαρτυρία καταδεικνύει επίσης ότι τα πρόσωπα αυτά ενήργησαν με προσχεδιασμό και συνεννόηση, με σκοπό την επίτευξη κοινού στόχου. Ο καθένας εξ αυτών ενήργησε, θεωρώ, με πρόθεση να προωθήσει και να πραγματώσει τον κοινό στόχο και γνώριζε για τη συμμετοχή και άλλων προσώπων στην ομάδα. Ακόμα και αν το κάθε μέλος της ομάδας δεν γνώριζε την ταυτότητα όλων των υπόλοιπων, αυτό δεν αναιρεί τα προαναφερόμενα. Αναφορικά επομένως με την πρώτη αυτή κατηγορία, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει όλα τα συστατικά της στοιχεία στον απαιτούμενο βαθμό και, συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος. Η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 αφορά το αδίκημα της παροχής βοήθειας σε έτερο πρόσωπο για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 20(γ) και 360 του Κεφ.
  2. Έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω το σχετικό μέρος του άρθρου 360 του Κεφ. 154 και δεν θα το επαναλάβω. Το δε άρθρο 20(γ) του Κεφ. 154 προβλέπει ότι: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: .(γ) εκείνος που παρείχε βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Επανέρχομαι στα ευρήματα και ειδικότερα στις παραγράφους
(8),
(9)και
(11), από τις οποίες προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 όντως παρείχε βοήθεια στον πρώην κατηγορούμενο 1 για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της πλαστοπροσωπίας. Όπως διαφαίνεται, η βοήθεια αυτή συνίστατο στην καθοδήγηση που του παρείχε κατά τη διαδικασία check in και στις συμβουλές που του έδωσε για την απομνημόνευση προσωπικών στοιχείων του διαβατηρίου, Τεκμήριο 1, για τα οποία μπορεί να ερωτείτο κατά το check in ή κατά τον διαβατηριακό έλεγχο. Όπως προκύπτει αβίαστα από τα ευρήματα και ειδικά των παραγράφων στις οποίες παραπέμπω πιο πάνω, η παροχή αυτής της βοήθειας από τον κατηγορούμενο 2 προς τον κατηγορούμενο 1 ήταν εκούσια, συνειδητή και με πλήρη γνώση ότι ο κατηγορούμενος 1 διέπραττε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η διάπραξη του αδικήματος και ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος. Η τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αφορά την υποβοήθηση διέλευσης προσώπου υπηκόου τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας κατά παράβαση του άρθρου 19 Α
(1)του Κεφ. 105. Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 10.7.2015 και 11.7.2015, με πρόθεση, βοήθησε τον κατηγορούμενο 1 να διέλθει του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το άρθρο 19 Α
(2)του Κεφ. 105: «Πρόσωπο το οποίο με πρόθεση βοηθά υπήκοο τρίτης χώρας προκειμένου να εισέλθει ή να διέλθει το έδαφος της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή της οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα οκτώ χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος 2 συνίστανται στο ότι (α) ο κατηγορούμενος με πρόθεση βοηθά, (β) υπήκοο τρίτης χώρας, (γ) να διέλθει του εδάφους της Δημοκρατίας (δ) κατά παράβαση του Κεφ. 105 ή άλλου νόμου της Δημοκρατίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ευρήματα, ο πρώην κατηγορούμενος 1 ήταν υπήκοος τρίτης χώρας[10] και κάτοχος του Λιβανέζικου ταξιδιωτικού εγγράφου, Τεκμήριο
  1. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 κατά την τελική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι η λέξη «διέλθει» προϋποθέτει ότι για τη διάπραξη του αδικήματος πρέπει να υπάρχει παράνομη είσοδος και έξοδος από τη Δημοκρατία. Επεσήμανε στη συνέχεια ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε εισέλθει νόμιμα στη Δημοκρατία με το Λιβανέζικο διαβατήριο, Τεκμήριο 2, και κατείχε άδεια παραμονής η οποία ήταν σε ισχύ κατά πάντα χρόνο. Επιπρόσθετα, επεσήμανε ότι δεν κατάφερε τελικά να αποχωρήσει από τη Δημοκρατία. Επομένως, υποστήριξε, δεν πληρείται αυτό το συστατικό αυτό στοιχείο του αδικήματος. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Από τα ευρήματα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διένυσε μέρος του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση προαναφερόμενων διατάξεων του Ποινικού Κώδικα. Κεφ.
  2. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν κατάφερε να επιτύχει την έξοδο του από τη Δημοκρατία αφού εντοπίστηκε κατά τον διαβατηριακό έλεγχο στο αεροδρόμιο. Είναι επίσης γεγονός ότι είχε προηγουμένως εισέλθει και βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία. Αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν την κατάσταση. Η έννοια του όρου «διέλθει» είναι ευρεία και περιλαμβάνει κάθε ενέργεια που αποσκοπεί στην παροχή βοήθειας στη διακίνηση υπηκόου τρίτης χώρας στη Δημοκρατία[11]. Επιπρόσθετα, το ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε εισέλθει νόμιμα και κατείχε άδεια παραμονής που βρισκόταν σε ισχύ, επίσης δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Ο νομοθέτης, στο άρθρο 19 Α
(1)του Κεφ. 105 ρητά ποινικοποιεί την παροχή βοήθειας σε υπήκοο τρίτης χώρας, ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στον νόμο. Εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να περιορίσει το αδίκημα στις περιπτώσεις απαγορευμένων μεταναστών, ή προσώπων που εισήλθαν παράνομα στη Δημοκρατία, τότε η διατύπωση του άρθρου 19 Α
(1)θα ήταν αντίστοιχη. Η χρήση της φράσης «υπήκοος τρίτης χώρας» και η ερμηνεία που αποδίδεται στην φράση αυτή στις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 105 δεν δημιουργεί οποιαδήποτε εξαίρεση σε περίπτωση προσώπου που εισήλθε νόμιμα ή που κατείχε άδεια παραμονής. Ούτε και διαφοροποιεί την κατάσταση το γεγονός ότι η άμεση εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 αφορά βοήθεια που παρείχε στον πρώην συγκατηγορούμενο του για να πετύχει τη διέλευση του από τον χώρο αναχωρήσεων - check in - του αεροδρομίου μέχρι το σημείο του διαβατηριακού ελέγχου οπόταν και αυτός εντοπίστηκε. Η διάπραξη του αδικήματος είναι θέμα ουσιαστικό και όχι θέμα αποστάσεων, μέτρων ή χιλιομέτρων. Η απόσταση που διένυσε ο κατηγορούμενος 1 από το σημείο check in μέχρι τον διαβατηριακό έλεγχο, όσο μικρή και αν ήταν, θεωρώ ότι επαρκεί για τη συντέλεση του αδικήματος. Αποτελεί επίσης συμπέρασμα του παρόντος Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος 1 θα επιχειρούσε την έξοδο από τη Δημοκρατία με διαβατήριο το οποίο δεν του ανήκει. Είναι εξάλλου η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 2 παρείχε βοήθεια στον κατηγορούμενο 1 για να διαπράξει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Η βοήθεια αυτή συνίστατο στις συμβουλές που του έδωσε αναφορικά με την απομνημόνευση στοιχείων του διαβατηρίου, Τεκμήριο 1 που ενδεχομένως να του ζητούνταν για σκοπούς ελέγχου. Συνίσταται επίσης στο ότι ήταν μέλος της ομάδας προσώπων που είχαν συμπράξει και συνωμοτήσει ώστε ο κατηγορούμενος 1 να εξέλθει της Δημοκρατίας παριστάνοντας τον εαυτό του ότι είναι άλλο πρόσωπο. Επομένως, προκύπτει αβίαστα θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος 2 ενήργησε με πρόθεση να βοηθήσει τον κατηγορούμενο 1 να διέλθει του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά παράβαση της συγκεκριμένης διάταξης του Κεφ. 105. Συνεπώς θεωρώ ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία και αυτού του αδικήματος. Συγκεφαλαιώνοντας, για του λόγους που έχω εξηγήσει καταλήγω η κατηγορούσα αρχή με αξιόπιστη, αποδεκτή και ικανή μαρτυρία έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των τριών αδικημάτων που αποδίδει στον κατηγορούμενο 2. Ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 [3] Daviesv. D.P.P.
(1954)A.C. (H.L.) 378, Mousoulides v Δημοκρατίας
(1983)2 C.L.R. 336, [4] Γιουρούκης ν Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 231, Privy Council - Attorney General of Hong Kong v Worey Muk-ping
(1987)2 All E.R. 488, Zacharia v The Republic
(1962)C.L.R. 52, Ihab Im Sbaih ν Αστυνομίας, Ποινική έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.2015 [5] Ττοουλιάς v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258 [6] Turner v Blunden
(1986)2 All E.R. 75 [7] Woolmington v D.P.P.
(1935)All E.R. Rep. 1 [8] Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σύλλογος Ανόρθωση Αμμοχώστου ν Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινική Έφεση 147/2011, ημερομηνίας 24.4.2014 [9] Παφίτης κ.α. ν Αστυνομίας
(1990)1 C.L.R. 102 [10] Άρθρο 2, Κεφ. 105 [11] Abd Azez Hemze v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 594 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.