DENICKOM ENTERPRISES LTD ν. SAVVAS NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 6475/2013, 22/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 6475/2013 Μεταξύ: DENICKOM ENTERPRISES LTD Και
- SAVVAS NIKIFOROU TRADING CO LTD
- ΣΑΒΒΑ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Κατηγορουμένων Ως τροποποιήθηκε με διάταγμα ημερ. 22.01.2015 22 Οκτωβρίου,
- Για τους παραπονουμένους, εμφανίζονται η κα Χρ. Χριστοφή και η κα Ρ. Καραμανή για τους κ.κ. Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Ν. Παναγιώτου με τους κ.κ. Β. Παναγιώτου και Ε. Ζαχαράκη. Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μια εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια), και για το αδίκημα της απόσπασης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
- Ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται ως ο συνεργός των κατηγορουμένων αρ.
- Αντικείμενα των κατηγοριών οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής αποτελούν επτά
(7)μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες εξεδόθηκαν επί του οργανισμού «Λαϊκή Τράπεζα», από τον λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 053-11-
- Δικαιούχοι του λογαριασμού αυτού είναι οι κατηγορούμενοι αρ.
- Πρόκειται για τις επιταγές υπ΄ αριθμόν 03548881, 03765376, 03765444, 03413102, 03809882, 03765358 και 03765370 (τεκμήρια 5 έως και 12, αντιστοίχως). Η έκδοση των επιταγών αυτών και οι παραστάσεις περί της μελλοντικής δυνατότητας εξόφλησής τους καταγράφονται ως λεπτομέρειες των κατηγοριών οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων. Επί τη βάσει των καταγεγραμμένων, στο κατηγορητήριο, νομοθετικών διατάξεων και λεπτομερειών, εν σχέσει με την επιταγή υπ' αριθμόν 0354881, η οποία αφορά στο ποσόν των €2.901,44, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται για: • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305A
(1)του Κεφ. 154, εφ΄ όσον, παρουσιασθείσα στην τράπεζα, η επιταγή δεν εξοφλήθηκε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός (1η κατηγορία) και γιατί υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (2η κατηγορία) και • το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί παρέστησαν στους παραπονουμένους ότι η επιταγή «θα εξαργυρωνόταν και/ή πληρώνονταν και/ή εξοφλείτο» (3η κατηγορία), εν σχέσει με την επιταγή υπ΄ αριθμόν 03765376, η οποία αφορά στο ποσόν των €2.406,06, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται για: • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305A
(1)του Κεφ. 154, εφ΄ όσον, παρουσιασθείσα στην τράπεζα, η επιταγή δεν εξοφλήθηκε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός (7η κατηγορία) και γιατί υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (8η κατηγορία) και • το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί παρέστησαν στους παραπονουμένους ότι η επιταγή «θα εξαργυρωνόταν και/ή πληρωνόταν και/ή εξοφλείτο» (9η κατηγορία), εν σχέσει με την επιταγή υπ΄ αριθμόν 03765444, η οποία αφορά στο ποσόν των €2.742,16, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται για: • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305A
(1)του Κεφ. 154, εφ΄ όσον, παρουσιασθείσα στην τράπεζα, η επιταγή δεν εξοφλήθηκε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός (13η κατηγορία) και γιατί υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (14η κατηγορία) και • το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί παρέστησαν στους παραπονουμένους ότι η επιταγή «θα εξαργυρωνόταν και/ή πληρωνόταν και/ή εξοφλείτο» (15η κατηγορία), εν σχέσει με την επιταγή υπ΄ αριθμόν 03413102, η οποία αφορά στο ποσόν των €2.767,24, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται για: • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305A
(1)του Κεφ. 154, εφ΄ όσον, παρουσιασθείσα στην τράπεζα, η επιταγή δεν εξοφλήθηκε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός (19η κατηγορία) και γιατί υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (20η κατηγορία) και • το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί παρέστησαν στους παραπονουμένους ότι η επιταγή «θα εξαργυρωνόταν και/ή πληρωνόταν και/ή εξοφλείτο» (21η κατηγορία), εν σχέσει με την επιταγή υπ΄ αριθμόν 03809882, η οποία αφορά στο ποσό των €2.000, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται για: • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305A
(1)του Κεφ. 154, εφ΄ όσον, παρουσιασθείσα στην τράπεζα, η επιταγή δεν εξοφλήθηκε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός (25η κατηγορία) και γιατί υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (26η κατηγορία) και • το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί παρέστησαν στους παραπονουμένους ότι η επιταγή «θα εξαργυρωνόταν και/ή πληρωνόταν και/ή εξοφλείτο» (27η κατηγορία), εν σχέσει με την επιταγή υπ΄ αριθμόν 03765358, η οποία αφορά στο ποσό των €2.198,24 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται για: • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305A
(1)του Κεφ. 154, εφ΄ όσον, παρουσιασθείσα στην τράπεζα, η επιταγή δεν εξοφλήθηκε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός (31η κατηγορία) και γιατί υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (32η κατηγορία) και • το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί παρέστησαν στους παραπονουμένους ότι η επιταγή «θα εξαργυρωνόταν και/ή πληρωνόταν και/ή εξοφλείτο» (33η κατηγορία) και εν σχέσει με την επιταγή υπ' αριθμόν 03765370, η οποία αφορά στο ποσόν των €2.406,06, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται για: • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305 A
(1)του Κεφ. 154, εφ΄ όσον, παρουσιασθείσα στην τράπεζα, η επιταγή δεν εξοφλήθηκε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός (37η κατηγορία) και γιατί υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (38η κατηγορία) και • το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί παρέστησαν στους παραπονούμενους ότι η επιταγή θα εξαργυρωνόταν (39η κατηγορία). Τέλος, και επί τη βάσει, πάντοτε, των καταγεγραμμένων, στο κατηγορητήριο, νομοθετικών διατάξεων και λεπτομερειών ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται, δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως συνεργός των κατηγορουμένων αρ. 1. Η αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αρ. 2 συνέργεια συνίσταται στην υπογραφή των επιταγών (4η έως και την 6η, 10η έως και την 12η, 16η έως και την 18η, 22η έως και την 24η, 28η έως και την 30η, 34η, έως και την 36η και 39η έως και την 42η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αρνούνταν ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, η πλευρά των παραπονούμενων προσέφερε την προφορική μαρτυρία του Μάριου Νικολάου (Μ.Κ.1), διευθυντή των παραπονουμένων, του Θεόδωρου Αλεξάνδρου (Μ.Κ.2) και της Παυλίνας Λεωνίδου (Μ.Κ.3), τραπεζικών υπαλλήλων, καθώς και της Χαράς Αλεξάνδρου (Μ.Κ.4), δικηγόρου. Επιπλέον της προφορικής, κατετέθηκε και έγγραφη μαρτυρία. Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του. Δια της λεπτομερούς και επιμελημένης αγόρευσής του ο κ. Παναγιώτου εισηγήθηκε και τα εξής: (α) Ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε η οποία να τείνει να καταδείξει πως οι επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 053-11-01588 ήταν κλειστός. Κατά συνέπειαν, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαγούν από την 1η, την 7η, την 13η, την 19η, την 25η, την 31η και την 37η κατηγορία, ο δε κατηγορούμενος αρ. 2 θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την 4η, την 10η, την 16η, την 22η, την 26η, την 34η και την 40η κατηγορία οι οποίες εμπεριέχουν, ως συστατικό τους στοιχείο, το κλείσιμο του κρίσιμου τραπεζικού λογαριασμού. (β) Οι εκθέσεις αδικήματος των κατηγοριών οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της εξόφλησης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων καταγράφουν παράσταση μελλοντικού γεγονότος και όχι γεγονότος παρόντος ή παρελθόντος. Κατά συνέπειαν, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαγούν από την 3η, την 9η, την 15η, την 21η, την 27η, την 33η και την 39η κατηγορία, ο δε κατηγορούμενος αρ. 2 θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την 6η, την 12η, την 18η, την 22η, την 28η, την 34η και την 42η κατηγορία, για την στοιχειοθέτηση των οποίων απαιτείται η καταγραφή, στο κατηγορητήριο, και η απόδειξη ψευδούς παράστασης γεγονότος παρόντος ή παρελθόντος. (γ) Εφ΄ όσον δεν παρουσιάσθηκε θετική μαρτυρία για τον ακριβή χρόνο έκδοσης κάθε μίας από τις επίδικες επιταγές είναι αδύνατον να διαπιστωθεί η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ.154. Κατά συνέπειαν, όλες οι κατηγορίες οι οποίες παραθέτουν το άρθρο αυτό ως την νομική τους βάση θα πρέπει να απορριφθούν, οι δε κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 να αθωωθούν και να απαλλαγούν. Αντίθετες θέσεις υπεστήριξαν οι ευπαίδευτες συνήγοροι των παραπονουμένων. Η προφορική μαρτυρία την οποία προσκόμισε η πλευρά των παραπονουμένων είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Η μαρτυρία έχει εξετασθεί εξ όψεως σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας θα παρουσιασθεί και θα σχολιασθεί, στην έκταση που στο παρόν στάδιο επιτρέπεται, κατά τη συζήτηση η οποία ακολουθεί: Α. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ' όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» ....................... Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Β. Το γεγονός ότι το κατηγορητήριο επεκτείνεται σε πολλά πεδία καθιστά αναγκαία την κάτωθι εκτενή αναφορά εν σχέσει με το νομοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει: Β.1. Η κατηγορούσα αρχή υποχρεούται να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων το οποίο καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων τα οποία στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365‑6). Β.2. Διαπράττει το διαγραφόμενο, από το άρθρο 298 του Κεφ. 154, κακούργημα όποιος, μεταξύ άλλων, αποκτά από τρίτον ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, μετερχόμενος ψευδή παράσταση και με σκοπό την καταδολίευση. Ως ψευδής θεωρείται οιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, η οποία γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά και η οποία είναι ψευδής. Το δε πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην παράσταση γνωρίζει ότι πρόκειται περί ψευδούς παράστασης ή δεν πιστεύει ότι πρόκειται περί αληθούς παράστασης (άρθρο 297 του Κεφ. 154). Η γνώση, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων, ανάγεται στην νοητική λειτουργία του κατηγορουμένου και αυτή «μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας» (Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, 110, δείτε και την Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295). Η εκ μέρους του κατηγορουμένου προβολή των ψευδών παραστάσεων πρέπει να προηγείται της απόκτησης της περιουσίας, πρέπει να λειτουργεί στο μυαλό του θύματος και πρέπει να οδηγεί τις ενέργειές του (δείτε Halsbury's Laws of England, fourth edition, 2006 reissue, vol. 11
(1), παρα. 309 επ., Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 1994 re‑issue, vol. 2, παρά. 21‑160). Η απόκτηση της περιουσίας πρέπει να αποτελεί συνέπεια της προβολής των ψευδών παραστάσεων (Blackstone's, Criminal Practise, 2001, Oxford, σελ. 340). Ο κατηγορούμενος για απόκτηση περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων είναι ένοχος μόνον εάν οι ψευδείς παραστάσεις προεβλήθηκαν πριν από την απόκτηση της περιουσίας. Κατ΄ αρχήν, ο κατάλληλος τρόπος για να αποδειχθεί το γεγονός πώς οι ψευδείς παραστάσεις ελειτούργησαν στο μυαλό του θύματος και οδήγησαν στην εκ μέρους του μεταβίβαση περιουσίας είναι η παρουσίαση άμεσης μαρτυρίας δια της κατάθεσης του ιδίου του θύματος (δείτε Archbold (ανωτέρω), παρά. 21‑162). Β.3. Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560‑1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση ‑ mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ. Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ. Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Όταν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή, η αξιόποινη συμπεριφορά του συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής. Αυτός ο χρόνος είναι και ο κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή ένοχης πρόθεσης εκ μέρους του συνεργού (Παυλόπουλος v.Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και Militos Trading Limited v. Μαλέκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, 612). Γ. Η καταγεγραμμένη, στις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης, της 9ης, της 15ης, της 21ης, της 27ης, της 33ης και της 39ης κατηγορίας, ως ψευδής παράσταση αφορά σε γεγονός μελλοντικό και όχι σε γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος. Η όμοια διατύπωση έχει ως εξής: "Η κατηγορούμενη 1 ... δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασε από την Denickom Enterprises Ltd αγαθά και/ή υπηρεσίες .... με ψευδείς παραστάσεις συνισταμένες εις το ότι παρέστησαν στην Denickom Enterprises Ltd ότι η επιταγή .... θα εξαργυρωνόταν και/ή πληρωνόταν και/ή εξοφλείτο...." Η χρήση του μορίου "θα" δηλώνει πως η όποια παράσταση περί εξαργύρωσης και/ή πληρωμής και/ή εξόφλησης της επιταγής αφορά στο μέλλον και όχι στο παρελθόν ή το παρόν. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή του, ο Μάριος Νικολάου (Μ.Κ.1), τον οποίον η πλευρά των παραπονουμένων εκάλεσε και για να δώσει μαρτυρία περί των επίδικων παραστάσεων ισχυρίστηκε πως όσα ο κατηγορούμενος αρ. 2 του παρέστησε αφορούσαν στο μέλλον. Παρατίθεται η ακόλουθη ερωταπόκριση: "Ε. ... Αυτές τις διαβεβαιώσεις κ. Νικολάου σου τις έδινε κάθε φορά που υπόγραφε οποιαδήποτε επιταγή; Α. Ο Σάββας μου έδινε όταν υπόγραφε επιταγή. Πάντοτε μου έδιδε διαβεβαιώσεις ότι θα πληρωθούν οι επιταγές." Η απουσία, από το κατηγορητήριο, καταγεγραμμένης λεπτομέρειας για ψευδή παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος, σε συνδυασμό με την απουσία αντίστοιχης μαρτυρίας οδηγεί στην απόρριψη της 3ης, της 6ης, της 9ης, της 12ης, της 15ης, της 18ης, της 21ης, της 24ης, της 27ης, της 30ης, της 33ης, της 36ης, της 39ης και της 42ης κατηγορίας οι οποίες αφορούν στο διαγραφόμενο από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154 αδίκημα. Δ. Οι τραπεζικές σφραγίδες επί όλων των επίδικων επιταγών (τεκμήρια 5 έως και 11), οι οποίες αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη για το λόγο της αδυναμίας πληρωμής τους (305Α
(3)του Κεφ.154) αναφέρουν τα εξής: "Να παρουσιαστεί ξανά-ανεπαρκή υπόλοιπα Please represent - insufficient funds", "Αποταθείτε στον εκδότη-ακάλυπτη επιταγή / Refer to the drawer-dishonored cheque". Την ανεπάρκεια των υπολοίπων του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 053-11-015888 ανέφερε και ο Θεόδωρος Αλεξάνδρου (Μ.Κ.2) ως το λόγο για τον οποίον δεν ετιμήθηκαν οι επίδικες επιταγές. Ουδεμία μαρτυρία προσεφέρθηκε τείνουσα να καταδείξει πώς οι επίδικες επιταγές, οι οποίες επαρουσιάσθηκαν στην τράπεζα σε διάφορες ημερομηνίες εντός του Απριλίου του έτους 2013, δεν ετιμήθηκαν λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 053-11-01588 ήταν κλειστός. Αντιθέτως, κατάσταση του λογαριασμού, η οποία κατετέθηκε από τον μάρτυρα κατηγορίας Θεόδωρο Αλεξάνδρου (Μ.Κ.2) και εσημειώθηκε ως τεκμήριο 20, επιμαρτυρεί πως, τουλάχιστον, έως και τις 16.5.2013 αυτός ήταν ανοικτός. Κατά συνέπειαν η 1η, η 4η, η 7η, η 10η, η 13η, η 16η, η 19η, η 22η, η 25η, η 28η, η 31η, η 34η, η 37η και η 40η κατηγορία οι οποίες καταγράφουν, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, το γεγονός πως ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός οδηγούνται στην απόρριψη. Ε. Ο Μάριος Νικολάου (Μ.Κ.1), τον οποίον η πλευρά των παραπονουμένων εκάλεσε προφανώς για να πληροφορήσει για το καθοριστικής σημασίας ζήτημα του χρόνου έκδοσης κάθε μιας από τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 5 και 11), εδήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή του η οποία διεξήχθηκε, κυρίως, με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 1), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει τα εξής εν σχέσει με το χρόνο έκδοσης της επιταγής υπ΄ αριθμόν 0354881 (τεκμήριο 5): "Στις 28.3.2013 εξεδόθη επιταγή διά λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 ...... με αριθμό
- Η εν λόγω επιταγή εξεδόθη υπό της κατηγορουμένης 1 περί τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2013 και ήταν μεταχρονολογημένη..." (δείτε στις παρα. 7 και 8 του εγγράφου αρ.1). Εν σχέσει με το χρόνο έκδοσης της επιταγής υπ΄ αριθμόν 03765376 (τεκμήριο 6), ο μάρτυς εδήλωσε, τα εξής: "Στις 28/3/2013 εξεδόθη επιταγή δια λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 ... με αριθμό
- Η εν λόγω επιταγή εξεδόθη υπό της κατηγορουμένης 1 περί το Μάρτιο του 2013 και ήταν μεταχρονολογημέμη" (δείτε στις παρα. 17 και 18 του εγγράφου αρ.1). Ο Μάριος Νικολάου (Μ.Κ.1) αναφέρεται στο χρόνο έκδοσης της επιταγής υπ΄ αριθμόν 03765444 (τεκμήριο 7) κατά τρόπον όμοιον προς τα όσα αναφέρει εν σχέσει με την επιταγή υπ΄ αριθμόν 03765376 (τεκμήριο 6) (δείτε στις παρα. 27 και 28 του εγγράφου αρ. 1). Εν σχέσει με τον χρόνο έκδοσης της επιταγής υπ΄ αριθμόν 03413102 (τεκμήριο 8) ο μάρτυς εδήλωσε τα εξής: "Στις 29/03/2013 εξεδόθη επιταγή δια λογαριασμό της κατηγορουμένης 1 .... με αριθμό
- Η εν λόγω επιταγή εξεδόθη υπό της κατηγορουμένης 1 περί τον Μάρτιο του 2013 ...." (δείτε στις παρα. 37 και 38 του εγγράφου αρ. 1). Ο Μάριος Νικολάου (Μ.Κ.1) αναφέρεται στο χρόνο έκδοσης των επιταγών υπ΄ αριθμόν 03809882 (τεκμήριο 9), 03765358 (τεκμήριο 10) και 03765370 (τεκμήριο 11) κατά τρόπον όμοιον προς τα όσα αναφέρει εν σχέσει με την επιταγή υπ΄ αριθμόν 03413102 (τεκμήριο 8) (δείτε στις παρα. 47 και 48, 57 και 58 και 67 και 68 του εγγράφου αρ. 1). Ο Θεόδωρος Αλεξάνδρου (Μ.Κ.2) τον οποίον η πλευρά των παραπονουμένων εκάλεσε προφανώς για να πληροφορήσει για την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο (τεκμήριο 20) καθώς και για την ικανότητά του να καλύψει τις επίδικες επιταγές εδήλωσε τα εξής: Ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός υπ΄ αριθμόν 053-11-015888 ανοίχθηκε τον Απρίλιο του έτους
- Αρχικώς, εχορηγήθηκε σε αυτόν όριο παρατραβήγματος ύψους €40.
- Τον Αύγουστο του έτους 2009 το όριο αυτό αυξήθηκε στις €60.000-. Περί τις 15.3.2013 έως και τα τέλη Μαρτίου του έτους 2013 οι τράπεζες παρέμειναν κλειστές. Στις 28.3.2013 ο λογαριασμός επαρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €85.456,
- Συνεπεία καταθέσεων στο λογαριασμό, στις 29.3.2013 αυτός επαρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €63.865,
- Ας σημειωθεί πώς κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού, η οποία κατετέθηκε ως τεκμήριο 20, αποκαλύπτει πώς καθ΄ όλην την διάρκεια του μηνός Μαρτίου του έτους 2013 και ενώ αυτός επαρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο συχνά μεγαλύτερο του ορίου παρατραβήγματος, δηλαδή συχνά μεγαλύτερο των €60.000- εξαργυρώθηκαν επιταγές, πολλές από τις οποίες για ποσά μεγαλύτερα από τα ποσά των επίδικων επιταγών. Επί τη βάσει του περιεχομένου του τεκμηρίου 20 το οποίο ο Θεόδωρος Αλεξάνδρου (Μ.Κ.2) εχαρακτήρισε ως το πλέον αξιόπιστο αποδεικτικό της πορείας του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού, παρατηρούνται, ενδεικτικώς τα ακόλουθα: (α) Στις 8.3.2013 και ενώ ο λογαριασμός ευρίσκετο σε υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος των €60.000- εξαργυρώθηκαν πέντε
(5)επιταγές για τα ποσά των €2.445,36, €2.850,37, €2.198,24, €2.406,06 και €2.450,
- (β) Στις 11.3.2013 και ενώ ο λογαριασμός ευρίσκετο σε υπέρβαση του ορίου παρατραβήγματος των €60.000- εξαργυρώθηκε επιταγή ύψους €16.084,53 με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού να φθάνει στο ποσόν των €85.360,
- (γ) Παρομοίως με τα αμέσως ανωτέρω, στις 13.3.2013 εξαργυρώθηκε επιταγή ύψους €16.084,53 με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού να φθάνει στις €90.186,
- (δ) Παρομοίως με τα αμέσως ανωτέρω, στις 15.3.2013 εξαργυρώθηκε επιταγή ύψους €16.084,53 με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού να φθάνει στις €80.747,
- Όλη αυτή η μαρτυρία χαρακτηρίζεται από ουσιώδη κενά εν σχέσει με γεγονότα συναρτώμενα με την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154. Συγκεκριμένα, υπάρχουν κενά όσον αφορά στον ακριβή χρόνο έκδοσης εκάστης των επίδικων επιταγών, καθώς και όσον αφορά στην πραγματική ικανότητα του τραπεζικού λογαριασμού να καλύψει τις επιταγές αυτές κατά τον χρόνο έκδοσής τους. Επισημαίνεται πώς ο ακριβής χρόνος έκδοσης των επιταγών καθώς και η πραγματική ικανότητα του κρίσιμου τραπεζικού λογαριασμού να τις καλύψει κατά τον χρόνο αυτό είναι στοιχεία κρίσιμα για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων. Η έκδοση, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, των επιταγών και η προς τούτο συνδρομή του κατηγορούμενου αρ. 2 είναι αξιόποινη μόνον εφ΄ όσον αυτοί, κατά τον χρόνο έκδοσης είχαν πρόθεση να επιφέρουν αυτό που οι πράξεις τους επάγονται. Εφ΄ όσον ο ακριβής χρόνος έκδοσης των τεκμηρίων 5 έως και 11 παραμένει άγνωστος και εν όψει μαρτυρίας σύμφωνα με την οποία, κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2013 και παρά την υπέρβαση του ορίου του τραπεζικού λογαριασμού, εντούτοις, εξακολουθούσαν, να καλύπτονται επιταγές, συχνά για ποσά μεγαλύτερα των ποσών των επιδίκων, είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 ικανά να πείσουν πώς αυτοί εγνώριζαν τα ουσιώδη και, άρα, είχαν πρόθεση. Με άλλα λόγια δεν μπορεί να αποδοθεί στους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2 η πρόθεση έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από μόνον το γεγονός ότι ο κρίσιμος τραπεζικός λογαριασμός κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2013 βρισκόταν σε υπέρβαση, εφ΄ όσον άλλες επιταγές τους, κάποιες από τις οποίες για ποσά μεγαλύτερα των επιδίκων, παρουσιασθείσες κατά τον ίδιο χρόνο για πληρωμή, εκαλύπτοντο. Η μαρτυρία για έκδοση των επίδικων επιταγών και η μαρτυρία για την μη εξόφληση τους λόγω ανεπαρκών υπολοίπων ή λόγω κλεισίματος του τραπεζικού λογαριασμού δεν αρκεί. Για τη στοιχειοθέτηση του διαγραφομένου από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154 αδικήματος απαιτείται και η παρουσίαση μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση των κατηγορουμένων αρ. 1 και αρ. 2 κατά τον χρόνο έκδοσής των επιταγών, δηλαδή κατά τον χρόνο εκδήλωσης της αδικοπραγίας. Κατ΄ ακολουθίαν η 1η, η 2η, η 4η, η 5η, η 7η, η 8η, η 10η, η 11η, η 13η, η 14η, η 16η, η 17η, η 19η, η 20η, η 22, η 23η, η 25η, η 26η, η 28η, η 29η, η 31η, η 32η, η 34η, η 35η, η 37η, η 38η, η 40η και η 41η κατηγορίες στερούνται ερείσματος. Εν όψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται πώς δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο