Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Tibor Tams κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16544/14, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16544/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-
- Tibor Tams
- Ovidiu Olaru
- Gabriel Obreja Κατηγορούμενοι ------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Γιάλλουρου Για τους Κατηγορούμενους: Καμιά εμφάνιση Κατηγορούμενοι: παρόντες ------------------------------------ Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορία που αφορά την επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, ο μεν 1ο Κατηγορούμενος στον Ovidiu Andrei Dorcu Flavian οι δε Κατηγορούμενοι 2 και 3 στον Marius Danilluc. Τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση όπως παρατέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και βρήκαν σύμφωνη την πλευρά της Υπεράσπισης ήταν τα ακόλουθα: Στις 18/09/2014 οι ΜΚ1 και ΜΚ2 είχαν μεταβεί σε μαγαζί στην Λάρνακα για να κάνουν τις αγορές τους και ο Κατηγορούμενος 2 τους προσέγγισε συζητώντας έντονα και αναφέροντας προσβλητικά σχόλια. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος 1 χτύπησε τον ΜΚ2 με γροθιά στο πρόσωπο, πιάνοντάς τον από το λαιμό και ρίχνοντας τον στο έδαφος. Ο Κατηγορούμενος 2 επιτέθηκε στον ΜΚ1 με γροθιά στο πρόσωπο και ο Κατηγορούμενος 3 ενώθηκε με τον Κατηγορούμενο 2 στην επίθεση εναντίον του ΜΚ1 χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια τους. Διαπιστώθηκε από τον ΜΚ6 ότι ο ΜΚ1 έφερε εκδορά στο αυτί και οίδημα στο αριστερό φρύδι ενώ ο ΜΚ2 έφερε κεφαλαιμάτωμα στο τριχωτό της κεφαλής, εκδορά στην μύτη, εκδορά στα χείλη και οίδημα. Σύμφωνα με το αρχείο της Κατηγορούσας Αρχής οι Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο Κατηγορούμενος 1 απολογήθηκε στο Δικαστήριο και ανέφερε ότι λυπάται για ότι έγινε και ότι έχει συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο και δεν θα ξαναεπαναληφθεί. 'Έχει καταβάλλει στον Παραπονούμενο το ποσό των €300-, ως αποζημίωση. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι έχει συμφιλιωθεί με τον Παραπονούμενο και του έχει καταβάλλει το ποσό των €150- ως αποζημίωση. Ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε ότι απολογείται και δεν θέλει να ξαναέρθει στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την Έκθεση της Κοινωνικής Λειτουργού ο Κατηγορούμενος 1 είναι 34 ετών, κατάγεται από την Ρουμανία. Διαμένει με την συμβία του, με την οποία έχει αποκτήσει και μια κόρη 6 ετών, στην Λάρνακα. Μαζί τους διαμένει και το ανήλικο τέκνο της συμβίας του και ακόμη ένας συμπατριώτης τους. Έχουν συνολικά εισοδήματα ύψους €1.100- μηνιαίως. Κατάγεται από φτωχή οικογένεια, έχει άλλα δυο αδέλφια και στην χώρα του είχε εργαστεί ως πελεκάνος. Είχε έρθει στην Κύπρο το 2009 και είχε εργαστεί στις οικοδομές για μεγάλο χρονικό διάστημα πλην όμως παρέμεινε για μεγάλα διαστήματα άνεργος. Τώρα εργάζεται ως εργάτης στην παραλία της Λάρνακας. Η σχέση του με την συμβία του, το παιδί του και το παιδί της συμβίας του είναι αρμονική. Δεν καπνίζει και δεν καταναλώνει αλκοόλ. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 η Έκθεση αποκαλύπτει ότι είναι 35 ετών, κατάγεται από την Ρουμανία. Διαμένει με την σύζυγό του, με την οποία έχει αποκτήσει και μια κόρη 5 ετών, στην Λάρνακα μαζί με άλλο ένα συμπατριώτη τους. Έχει εισόδημα ύψους €600- μηνιαίως από την εργασία του ως εργάτης οικοδομών. Κατάγεται από φτωχή οικογένεια, έχει άλλα πέντε αδέλφια και στην χώρα του είχε εργαστεί ως εργάτης στα χωράφια. Είχε έρθει στην Κύπρο το 2005 και είχε εργαστεί στις οικοδομές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η σχέση του με την σύζυγό του, η οποία κυοφορεί το δεύτερό τους παιδί, είναι αρμονική. Δεν καπνίζει και δεν καταναλώνει αλκοόλ. Το αδίκημα το οποίο έχουν παραδεχθεί και οι τρεις Κατηγορούμενοι είναι αναμφίβολα σοβαρό και αυτό προκύπτει και από την ποινή που ο νομοθέτης έχει προβλέψει για το συγκεκριμένο αδίκημα, ήτοι την ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Η συμπεριφορά των Κατηγορούμενων ήταν ανάρμοστη, καταδικαστέα και κατακριτέα. Όπως τονίστηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη υπόθεση Μιχάλης Παναγιώτου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 557 στη σελίδα 561: «Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλος
(2001)2 ΑΑΔ 95 τονίστηκε ότι η χρήση βίας εναντίον συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας που πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 327 τονίστηκε ότι η διάπραξη επίθεσης σε δημόσιο χώρο προσδίδει ιδιάζουσα σοβαρότητα στο αδίκημα. Σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή: «Η χρήση τέτοιας έκτασης βίας και μάλιστα σε δημόσιο χώρο, στην παρουσία και άλλων προσώπων αποτελεί απαράδεκτη κοινωνική συμπεριφορά. Δεν επιφέρει μόνο σωματικό τραυματισμό αλλά και βάναυσο τραυματισμό της προσωπικότητας του θύματος. Επιεικής μεταχείριση του εφεσείοντος θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα. Η επίλυση προσωπικών διαφορών με τη χρήση βίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.» Παραταύτα, όμως η κάθε ποινή που επιβάλλεται θα πρέπει ν΄ εξατομικεύεται έτσι ώστε να αρμόζει στα περιστατικά όχι μόνο της κάθε υπόθεσης αλλά και του συγκεκριμένου παραβάτη. Όπως όμως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, στα πλαίσια της επιμέτρησης της ποινής πρέπει να εξισορροπούνται όλα τα σχετικά στοιχεία και η σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στην ποινή που ο νομοθέτης έχει προνοήσει, δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντα και τους άλλους μετριαστικούς της ποινής παράγοντες. Η νομολογία αναγνωρίζει την παραδοχή ενοχής και την μεταμέλεια ως ελαφρυντικούς παράγοντες. Βέβαια ο παράγοντας παραδοχής δεν είναι απόλυτος. Πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης. Διαφορετική είναι η σημασία της στις περιπτώσεις όπου εκ των πραγμάτων δεν υπάρχουν περιθώρια άλλης επιλογής για τον Κατηγορούμενο και άλλη η βαρύτητά της όπου η απόδειξη ενοχής είναι δύσκολη και προβληματική. Να σημειώσω ότι στις περιπτώσεις ύπαρξης συντριπτικής μαρτυρίας για την ενοχή ενός κατηγορούμενου το Δικαστήριο μπορεί ακόμα να μην λάβει υπόψη την παραδοχή και να επιβάλλει την ποινή η οποία αντανακλά πλήρως την σοβαρότητα του αδικήματος. Βλ. Gafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442. Επίσης έχει πρόσφατα επαναληφθεί η αρχή ότι πρόκληση μπορεί να θεωρηθεί ως μετριαστικός παράγοντας της σοβαρότητας της ποινής. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Χαράλαμπος Τίκκης κ.α. Ποιν Εφ. 171/10 ημερ. 25/01/2013 αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Κατά την κρίση μας το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε ορθά τα στοιχεία της πρόκλησης ως μετριαστικό παράγοντα της σοβαρότητας του αδικήματος, εντάσσοντάς τον στα πλαίσια που χαράσσει η νομολογία ήτοι την ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου, με αποτέλεσμα το άτομο να δράσει αντίθετα απ' ό,τι επιβάλλει η λογική (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17, Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342 και Χ΄΄Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 468 στις οποίες υιοθετήθηκε η αγγλική προσέγγιση όπως διατυπώθηκε από τον Devlin, J, στην υπόθεση Duffy [1949] 1 All ER 932).» Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επικυρώσει ποινές φυλάκισης για το συγκεκριμένο αδίκημα. Στην απόφαση Προκόπης Φιλίππου Αντωνίου ν. Αστυνομίας,
(2007)2 ΑΑΔ 414 επικυρώθηκε η ποινή φυλάκισης 2 ετών, η οποία επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην Χριστοφίδης ν. Αστυνομίας,
(2007)2 ΑΑΔ 25 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ μηνών. Ενώ, στην υπόθεση Ιωάννου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών και ο Κατηγορούμενος ήταν άτομο νεαρό, 19 χρονών και είχε συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο. Στην υπόθεση Τόκκαλου (ανωτέρω) η ποινή προστίμου ύψους £400 που επιβλήθηκε πρωτόδικα αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Εδουάρδος Χατζηχάννας ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2014:B584, Ποιν. Εφ. 191/10 ημερ. 29/07/2014 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 1 μηνός που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως στον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου. Απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής, στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 228. Όπως έχει τονιστεί στην απόφαση στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 121: «Η ανάγκη για επιβολή ποινών ανάλογων με τη σοβαρότητα των αδικημάτων πρέπει σε κάθε περίπτωση να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Τα Δικαστήρια όμως θα πρέπει να είναι προσεκτικά ώστε στην προσπάθεια που καταβάλλουν για εξατομίκευση της ποινής να μην εξουδετερώνουν τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας. (Ιδε Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286.» Βλ. επίσης Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397. Χαρακτηριστικό απόσπασμα για την αποτροπή, η οποία θα πρέπει να διαφαίνεται μέσα από την επιβολή ποινής, είναι το ακόλουθο από την απόφαση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342: «Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas "Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους.» Έχοντας κατά νου την νομολογία λαμβάνω υπόψη την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, η οποία έχει δύο παραμέτρους στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η μια έχει ως λόγο την αποτροπή των ίδιων των παραβατών από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον και η άλλη παράμετρος αφορά την αποτροπή τρίτων από την διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια υποθέσεις όπως η παρούσα αποτελούν συχνό φαινόμενο. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνω υπόψη μου την ηλικία των Κατηγορούμενων, το γεγονός ότι είναι οικογενειάρχες, την άμεση παραδοχή τους στο Δικαστήριο, το γεγονός ότι έχουν μερικώς αποζημιώσει τους Παραπονούμενους και το γεγονός ότι οι Παραπονούμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν δηλώσει ότι δεν έχουν παράπονο καθώς και όλα όσα καταγράφονται στις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και μπορούν να ληφθούν υπόψη. Μετά από αρκετή μελέτη και περίσκεψη κατέληξα ότι οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορούμενων καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μου, αν και είναι παράγοντες μετριαστικοί, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα στην οποία προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από τέτοιοι είδους αδικήματα. Συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες και έχοντας κατά νου ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας βλ. Zak and Others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 6 και Yates ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320 και συνεκτιμώντας ότι η βία που ασκήθηκε ήταν ανεπίτρεπτη και αδικαιολόγητη θεωρώ ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της ενόψει και της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων της φύσεως που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Συνεκτιμώντας τόσο την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και τους μετριαστικούς παράγοντες επιβάλω στους Κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Στην 1ην Κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών στον 1ον Κατηγορούμενο. Στην 2ην Κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών στους Κατηγορούμενους 2 και 3. Επιπρόσθετα ο Κατηγορούμενος 1 διατάσσεται, σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 24
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (N.14/60), όπως καταβάλλει το ποσό των €1.000- ως αποζημίωση στον Dorcu Ovidiu Andrei. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 διατάσσονται όπως καταβάλλουν το ποσό των €250- έκαστος στον Danilius Flavian Marius. Ερχόμενη τώρα στο θέμα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε, έχοντας πάντα κατά νου τις πρόνοιες του Υφ΄ Όρων Αναστολής Εκτέλεσης της Ποινής Φυλάκισης Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/03. Σύμφωνα με την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ.161, τα κριτήρια που μπορούν να ληφθούν υπόψη συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, (α) την σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου (γ) την διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειάς του. Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία όπως διατυπώθηκε στις αποφάσεις Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1974)2 C.L.R. 45, Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και την Τζιαουχάρη (ανωτέρω), κρίνω ότι υπάρχουν τέτοια περιστατικά στην υπόθεση, ήτοι η συμφυλίωση των Παραπονούμενων με τους Κατηγορούμενους και τέτοιες προσωπικές περιστάσεις που να συνηγορούν υπέρ της ανατολής της εκτέλεσης της ποινής. Η εκτέλεσης της ποινής αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Υπ.) ................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο