← Κύπρος

ΑΝΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 1118/2015, 6/10/2015

ΑΝΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 1118/2015, 6/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 1118/2015 ΑΝΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για παραπονούμενη: κα Στυλιανού δια Γ. Πολυχρόνη Για κατηγορούμενο: κ. Μαυρομάτης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στη μονομερή αίτηση της παραπονούμενης ημερομηνίας 3.2.2015 για έκδοση διατάγματος αποκλεισμού του κατηγορούμενου Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για κοινή επίθεση σε μέλος της οικογένειας του κατά παράβαση των άρθρων 3 και 4

(1), (2Φ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, 119(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος «ο κατηγορούμενος στις 21.1.2015, ενώ ήταν μέλος της οικογένειας της παραπονούμενης Άντρης Δημητρίου και συγκεκριμένα υιός της, αυτός επιτέθηκε εναντίον της.» Σημειώνω παρενθετικά ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει παραδεχθεί την κατηγορία. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, η παραπονούμενη καταχώρησε μονομερή αίτηση και το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση από την παρούσα, εξέδωσε μονομερώς τα ακόλουθα διατάγματα: (α) Διάταγμα που να «απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση να εισέρχεται ή/και παραμένει στην κατοικία η οποία βρίσκεται επί της οδού Αφροδίτης 6, Αραδίππου, Λάρνακα», και (β) Διάταγμα που να «διατάττει τον αποκλεισμό δια του οποίου να απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση οποιαδήποτε και με οποιονδήποτε τρόπο επαφή ή/και επικοινωνία με το πρόσωπο της Αιτήτριας και γενικά την απομάκρυνση του από το πρόσωπο της Αιτήτριας». Με την αίτηση η παραπονούμενη διεκδικούσε την έκδοση και άλλων διαταγμάτων τα οποία εγκατέλειψε στην πορεία. Η αίτηση της παραπονούμενης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας. Σύμφωνα με την ένορκη της δήλωση είναι η μητέρα του κατηγορούμενου. Είναι διαζευγμένη από το 2009 και από το γάμο της απέκτησε δύο παιδιά, τον κατηγορούμενο που σήμερα είναι ενήλικος και μια θυγατέρα η οποία είναι επίσης ενήλικη. Η παραπονούμενη συνεχίζει λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος είχε καταταγεί στην Εθνική Φρουρά το 2012 αλλά έχει απαλλαγεί από την στρατιωτική του θητεία λόγω ψυχικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει και λόγω εξάρτησης του από τα ναρκωτικά. Αναφέρει επίσης ότι έκτοτε ο κατηγορούμενος είναι άνεργος και συντηρείται αποκλειστικά από την ίδια η οποία εργάζεται ως πωλήτρια με μηνιαίο μισθό €
  2. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος είναι χρήστης ναρκωτικών και ζητά καθημερινά από την ίδια χρήματα, ενώ όταν αυτή αρνείται να του τα δώσει την κτυπά και την βρίζει. Λέει επίσης ότι ο κατηγορούμενος κλέβει χρήματα από το πορτοφόλι της, προκαλεί καυγάδες στο σπίτι, την τραβά από τα μαλλιά, κάνει χρήση ναρκωτικών στο σπίτι μαζί με την φιλενάδα του και την απειλεί «σχεδόν καθημερινά» ότι θα την σκοτώσει. Σε σχέση με το τελευταίο, αναφέρεται σε 2 περιστατικά τους τελευταίους 6 μήνες οπόταν ο κατηγορούμενος την κυνηγούσε στη γειτονιά με μαχαίρι για να την σκοτώσει. Σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα ποινική υπόθεση, αναφέρει ότι κατά την επίδικη ημερομηνία ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο χώρο εργασίας της παραπονούμενης και μπροστά σε συναδέλφους της και πελάτες ξεκίνησε να την κτυπά και να την απειλεί ότι θα την σκοτώσει. Μετά το περιστατικό αυτό, λέει ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικογενειακή στέγη μαζί με τη θυγατέρα της και διαμένουν σε διαμέρισμα που ενοικιάζουν στην επαρχία Λάρνακας. Προσθέτει ότι η οικογενειακή κατοικία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της. Η παραπονούμενη αναφέρει επίσης ότι έχει προβεί σε διάφορες καταγγελίες στην αστυνομία και στη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας που παρακολουθεί τον κατηγορούμενο τα τελευταία 2,5 χρόνια και επισυνάπτει σχετική επιστολή του Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ημερομηνίας 27.1.
  3. Παρενθετικά αναφέρω ότι, σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, η οποία απευθύνεται προς το δικηγόρο της παραπονούμενης αυτή κατήγγειλε σε διάφορες ημερομηνίες στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου τον κατηγορούμενο υιό της ότι «τη κτυπά, την απειλεί, την εξυβρίζει και προκαλεί ζημιές στο σπίτι». Συγκεκριμένα, καταγγελίες έγιναν στις 16.7.2012, 5.12.2012, 4.7.2013, 9.7.2013, 13.7.2013, 29.7.2013, 24.3.2014, 3.4.2014, 7.5.2014, 20.11.2014, 6.1.2015 και 21.1.
  4. Κατά την τελευταία ημερομηνία η παραπονούμενη είχε αναφέρει «μεταξύ άλλων ότι δέχεται συχνά επίθεση από το γιο της ο οποίος τη χτυπά, τη βρίζει και σπάζει πράγματα στο σπίτι. Επιθυμία της ήταν όπως το γεγονός καταγραφεί από την Αστυνομία για μελλοντική χρήση από το δικηγόρο της». Αναφέρει περαιτέρω ότι η αστυνομία την συμβούλεψε να προβεί σε ενέργειες αποκλεισμού του κατηγορούμενου «μέχρι την καταχώρηση της ποινικής δίωξης ώστε να υπάρχει άμεση έκτακτη και κατεπείγον απόφαση Δικαστηρίου με βάση την οποία να μπορούν να δρουν προληπτικά και κατασταλτικά στις πράξεις βίας του». Η παραπονούμενη καταλήγει λέγοντας ότι ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων «καθότι η κατάσταση είναι αφόρητη και επικίνδυνη για μένα όσο και για την ανήλικη θυγατέρα μου. Δεν αντέχω άλλο την απαράδεκτη συμπεριφορά του καθ' ου έχω κουραστεί να εξευτελίζομαι και να ταπεινώνομαι από αυτόν εκμηδενίζοντας την αξία μου ως άνθρωπος και ως μητέρα». Τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα επιδόθηκαν στον κατηγορούμενο ο οποίος ήγειρε ένσταση στην συνέχιση ισχύος τους. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση τους και ειδικότερα ότι η παραπονούμενη ενήργησε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ότι τα εκδοθέντα διατάγματα πρέπει να ακυρωθούν γιατί η παραπονούμενη δεν είχε προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και ότι παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και επιείκειας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του κατηγορούμενου, ο οποίος παραδέχεται ότι η μητέρα του τον έχει καταγγείλει πολλές φορές στην αστυνομία, «εντούτοις μέχρι σήμερα δεν είχα οποιαδήποτε σε βάρος μου υπόθεση». Αρνείται ότι επιτίθεται και κτυπά την παραπονούμενη και, εν αντιθέσει, υποστηρίζει ότι «καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διέμενα στην πατρική μου οικία μετά που τελείωσα τις σπουδές μου, [η μητέρα μου] δεν με ήθελε στο σπίτι και με απειλούσε και μου ζητούσε να εγκαταλείψω την οικία μου για λόγους που την αφορούσαν». Αναφέρει επίσης ότι οι γονείς του χώρισαν το 2009 οπόταν και ο πατέρας του έφυγε από την οικογενειακή κατοικία ενώ ο ίδιος συνέχισε να διαμένει εκεί και να χρησιμοποιεί το δωμάτιο του. Αρνείται περαιτέρω ότι είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας αίτησης, παραπέμπει στην ένορκη δήλωση της μητέρας του όπου αυτή εισηγείται ότι το πρόβλημα με τη συμπεριφορά του υπάρχει εδώ και 2,5 χρόνια περίπου χωρίς να δικαιολογεί γιατί επέλεξε να προωθήσει την παρούσα διαδικασία μόλις τώρα και όχι ενωρίτερα. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η σχετική νομοθεσία δεν παρέχει το δικαίωμα εκδίωξης του από την κατοικία του, καθώς και ότι εξαιτίας των διαταγμάτων του έχει προκληθεί «απεριόριστη βλάβη και ζημιά» αφού αναγκάζεται να διαμένει και να φιλοξενείται με τον πατέρα ή με τη γιαγιά του. Καταλήγει παραπέμποντας στο γεγονός ότι η παραπονούμενη ενεργεί με αλλότριους σκοπούς διότι διαφαίνεται από την ένορκη της δήλωση ότι προωθεί την παρούσα ιδιωτική υπόθεση και παρούσα αίτηση «με παραίνεση των αστυνομικών. μέχρι να καταχωρηθεί και ποινική δίωξη εναντίον μου τη στιγμή όμως που με διώκει και ιδιωτικά». Μετά την καταχώρηση της έντασης, η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και οι συνήγοροι της κάθε πλευράς είχαν την ευκαιρία να θέσουν ενώπιον μου τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω ακούσει με προσοχή τα όσα ανέφεραν και έχω μελετήσει τις αρχές και νομολογία στην οποία παρέπεμψαν. Η ουσιαστική δικαιοδοτική βάση της αίτησης είναι το άρθρο 23
(1)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν.119(Ι)/2000), σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου: «Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει εναντίον προσώπου που κατηγορείται για διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος βίας, με βάση τον παρόντα Νόμο, διάταγμα, το οποίο θα ισχύει για την περίοδο και με τους όρους που δυνατό να θέσει και με το οποίο να απαγορεύει σε αυτό να εισέρχεται ή να παραμένει στην οικογενειακή κατοικία. Το διάταγμα αυτό καλείται "διάταγμα αποκλεισμού".» Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για διάπραξη αδικήματος βίας με βάση τον Ν.119(Ι)/2000. Σχετικές είναι οι διατάξεις του άρθρου 3
(1)του Ν.119(Ι)/2000 σύμφωνα με τις οποίες: «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας.» Αναφέρω επίσης ότι σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.119(Ι)/2000, η έννοια που αποδίδεται στη φράση «μέλος της οικογένειας» περιλαμβάνει και τέκνα. Αναφέρω περαιτέρω ότι η κατηγορία της κοινής επίθεσης που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και η οποία έχει κατ' ισχυρισμό διαπραχθεί εις βάρος της παραπονούμενης μητέρας του, κατηγοριοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 4 του ιδίου Νόμου ως «αυξημένης σοβαρότητας». Με αυτά τα δεδομένα, ο Ν.119(Ι)/2000παρέχει ενδεχομένως το δικαίωμα στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος αποκλεισμού από την οικογενειακή κατοικία αναφορικά με τον κατηγορούμενο. Πέραν τούτου, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος αποκλεισμού, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 23
(2)του Ν.119(Ι)/2000, ήτοι: «
(2)Για την έκδοση του διατάγματος αποκλεισμού απαιτείται— (α) Να αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έχει ιστορικό επανειλημμένων πράξεων βίας εναντίον μελών της οικογένειάς του ή ότι είχε δύο καταδίκες τα τελευταία δύο χρόνια για παρόμοια αδικήματα- ή (β) η βία που ασκήθηκε να έχει προκαλέσει τέτοια πραγματική σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη, που να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα ή τη σεξουαλική ή ψυχική υγεία των θυμάτων ή (γ) να αρνείται ο κατηγορούμενος να υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή αυτοελέγχου που επιβάλλεται ως όρος για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 33 του Ποινικού Κώδικα ή άλλως πως.» Από τη διατύπωση της πιο πάνω διάταξης, διαφαίνεται ότι για την έκδοση διατάγματος αποκλεισμού απαιτείται όπως το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει σε μια τουλάχιστον από τις τρεις αυτές κατηγορίες. Στην απόφαση του Δικαστηρίου κατά πόσο η διάρκεια ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων πρέπει να παραταθεί, ως το άρθρο 23
(3)του Ν.119(Ι)/2000, καθοριστικής σημασίας είναι κατά πόσο μετά την καταχώρηση της ένστασης, η παρούσα περίπτωση συνεχίζει να εμπίπτει σε μια από τις τρεις περιπτώσεις του άρθρου 23
(2)του Ν.119(Ι)/2000 ανωτέρω. Η συνήγορος της παραπονούμενης εισηγήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις τόσο της παραγράφου (α) όσο και της παραγράφου (β) του άρθρου 23
(2)του Ν.119(Ι)/2000. Κατά την εξέταση του, το Δικαστήριο πρέπει θεωρώ να ενεργεί με γνώμονα τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην καταχωρηθείσα ποινική υπόθεση. Στο στάδιο αυτό, η οποία απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την ποινική υπόθεση που έχει τεθεί ενώπιον του προς εκδίκαση. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη ότι η απόφαση επί των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων προηγείται της εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης και ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει παραδεχτεί ενοχή. Ο κατηγορούμενος απολαμβάνει το τεκμήριο της αθωότητας ενώ, κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης, η παραπονούμενη θα έχει το βάρος να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορεί τον κατηγορούμενο. Με αυτή την επιφύλαξη και με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει εάν η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του δεικνύει ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει σε μια τουλάχιστον εκ των περιπτώσεων του άρθρου 23
(2)του Ν. 119(Ι)/2000. Από την ένορκη δήλωση τόσο της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου υπάρχει σύμπτωση αναφορικά με το ότι η παραπονούμενη έχει προβεί σε πολλές καταγγελίες στην αστυνομία εναντίον του. Αυτό διαφαίνεται και από την επιστολή του Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της παραπονούμενης. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι η φύση των καταγγελιών περιλαμβάνει απειλές, εξύβριση και επιθέσεις κατά της παραπονούμενης αλλά και ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει μέχρι σήμερα καταδικαστεί για οποιοδήποτε αδίκημα. Με αυτά τα δεδομένα, συμφωνώ με τη θέση της συνηγόρου της παραπονούμενης ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτουν ενδείξεις και στοιχεία για επανειλημμένες πράξεις βίας του κατηγορούμενου εναντίον της μητέρας του καθώς και για βία που να έχει προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη ή να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα της. Τονίζω ότι σε αυτό το στάδιο δεν διατυπώνω συμπεράσματα αναφορικά με την αποδεικτική αξία, πειστικότητα ή αλήθεια των εκατέρωθεν θέσεων και δεν αποκλείω βεβαίως ότι υπάρχει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση του κατηγορούμενου κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης. Σημειώνω επίσης και το εξής. Ο κατηγορούμενος παραπονείται με την ένσταση του ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική εισηγούμενος ότι από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση διαφαίνεται ότι η παραπονούμενη προωθεί αυτά τα διαβήματα μέχρι την καταχώρηση ποινικής δίωξη εναντίον του από την αστυνομία. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου παρέπεμψε σχετικά στην απόφαση του Εφετείου. Pambos & Kostakis Moleskis Trading Ltd κ.α. ν Melpomeni Hotel Apartments Ltd
(2011)2 A.A.Δ. 2011. Δεν διακρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση η παραπονούμενη ενεργεί καταχρηστικά. Σημειώνω σχετικά ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, στο παρόν στάδιο δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε άλλη δίωξη ή παράλληλη διαδικασία από τις αστυνομικές αρχές εναντίον του κατηγορούμενου αλλά ούτε και οποιαδήποτε αστική διαδικασία όπου να επιδιώκεται η απομάκρυνση του από την οικογενειακή κατοικία. Θεωρώ επομένως ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει. Σημειώνω περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τις συμπληρωματικές διατάξεις του άρθρου 24
(1)του Ν. 119(Ι)/2000, όταν το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αποκλεισμού πρέπει να λάβει υπόψη και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οικογενειακής κατοικίας. Στην παρούσα περίπτωση διαφαίνεται από τη μαρτυρία ότι η κατοικία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της παραπονούμενης και ότι ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει κανένα ποσοστό ιδιοκτησίας επί αυτής. Με αυτό το δεδομένο αλλά και λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι ενήλικας, το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει το ζήτημα της διαμονής του αλλά πρέπει να παραπέμψε το ζήτημα σε Οικογενειακό Σύμβουλο προς εξέταση. Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα και καλείται να αποφασίσει κατά πόσο να παρατείνει την ισχύ των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ή εάν θα τα διαφοροποιήσει. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει καταλήγω όπως η ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος της παραγράφου Α της αίτησης, παραταθεί και παρατείνεται μέχρι την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου ή μέχρι νεοτέρας διαταγής. Το ζήτημα της διαμονής του κατηγορούμενου διακρούσης της ισχύος του διατάγματος παραπέμπεται προς εξέταση από Οικογενειακό Σύμβουλο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 24
(1)(α) του Ν. 119(Ι)/2000. Σε σχέση με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα της παραγράφου Β, όπως το έχω παραθέσει πιο πάνω, κρίνω ότι ο Ν. 119(Ι)/2000δεν παρέχει τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αυτής της φύσης και συνεπώς αυτό ακυρώνεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν, θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.