← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ άλλως ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ ν. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LT

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ άλλως ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ ν. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 20025/2012, 9/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 20025/2012 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ άλλως ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, εκ Λάρνακος και

  1. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD, εκ Λευκωσίας
  2. ΜΙΧΑΛΗ ΖΙΤΤΗ, εκ Λευκωσίας Κατηγορουμένων 9 Οκτωβρίου,
  3. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζονται ο κ. Α. Αργυρού με τον κ. Χ. Δημητρίου Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Α. Ε. Πλουτάρχου Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Διά της απόφασης ημερ. 7.8.2015 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) αθωώθηκαν και απηλλάγηκαν από μέρος του κατηγορητηρίου. Εκλήθηκαν δε σε απολογία όσον αφορά στην 1η, την 9η, την 10η και την 11η κατηγορία οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μία εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, διώκονται ως οι εκδότες των επίδικων ακάλυπτων επιταγών, ενώ ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται ως ο συνεργός αυτών (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Επίδικες παρέμειναν 4 επιταγές οι οποιές εξεδώθηκαν επί του τραπεζικού οργανισμού «Marfin Laiki Bank», από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 004-11-026410, του οποίου δικαιούχοι είναι οι κατηγορούμενοι αρ. 1. Ως δικαιούχοι των επιταγών παρουσιάζονται οι παραπονούμενοι. Η 1η κατηγορία έχει ως αντικείμενο την επιταγή υπ' αριθμόν 07243862, για το ποσόν των €43.366, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 31.3.2010 (τεκμήριο 1- 1η κατηγορία). Η 9η κατηγορία έχει ως αντικείμενο την επιταγή υπ' αριθμόν 00644022, για το ποσόν των €9.281,80, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 14.3.2010 (τεκμήριο 9- 9η κατηγορία). Η 10η κατηγορία έχει ως αντικείμενο την επιταγή υπ' αριθμόν 00644023 για το ποσόν των €9.281,80, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 22.3.2010 (τεκμήριο 10- 10η κατηγορία). Η 11η κατηγορία έχει ως αντικείμενο την επιταγή υπ' αριθμόν 00644024 για το ποσόν των €9.281,80, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 28.3.2010 (τεκμήριο 11- 11η κατηγορία). Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει σημειώνονται τα εξής: Συστατικά στοιχεία του αδικήματος που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 είναι: (α) η έκδοση επιταγής και (β) η καθ' οιονδήποτε τρόπον ανάκληση, από τον εκδότη της, της εξόφλησής της πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142). Το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής για την ανάκληση της εξόφλησής της αίρεται εφ΄ όσον αυτός επικαλεστεί και αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τις ενέργειές του. Ο εκδότης της επιταγής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά επίστευε ότι εδικαιούτο να ανακαλέσει την εξόφληση της επιταγής και ότι η πεποίθησή του αυτή υπήρξε ειλικρινής και εύλογη υπό τις περιστάσεις, δηλαδή καλόπιστη (N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763 και απόφαση στην Ποινική Έφεση ημερ. 18/2012 Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Χρίστου, ημερ. 16.04.2014). Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει πώς ο εκδότης, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για να πληρωθεί, παρέθεσε γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εξεδόθηκε, το λόγο της ανάκλησης. Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Μια επιταγή είναι, ως εκ της φύσεώς της, χρεόγραφο, το οποίο δύναται να μεταβιβαστεί. Κάθε πρόσωπο το οποίο υπογράφει την επιταγή θεωρείται, κατά τεκμήριον, ως μέρος αυτής «για αξία» (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Με άλλα λόγια, η έκδοση μίας επιταγής δηλώνει, κατ' αρχήν, την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος. Ο κάτοχος της επιταγής θεωρείται, κατά τεκμήριον, ως κάτοχος κατά τον προσήκοντα τρόπο, δηλ. ότι έδωσε αξιόλογη και καλή αντιπαροχή (άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262, Λοίζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108). Στην πρόσφατη απόφαση Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου (ανωτέρω), ο έντιμος Δικαστής κ. Ναθαναήλ υποδεικνύει τα εξής σχετικώς με τη θέση της επιταγής στις εμπορικές συναλλαγές: « .... Η ποινική .... ευθύνη (εννοείται του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) είναι βεβαίως νομοθετική επιλογή και συνάδει με το αξιόγραφο μιας επιταγής, η οποία ισοδυναμεί με μετρητά. Η έκδοση επιταγής είναι κοινή συναλλακτική πρακτική και αποτελεί ένα γρήγορο και αποτελεσματικό μέσο εμπορικής δραστηριότητας. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τιμάται κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα, ώστε να υπάρχει ασφάλεια στις εμπορικές συναλλαγές. Επομένως η ποινικοποίηση της ανάκλησης χωρίς εύλογη αιτία ήρθε να προσθέσει και όχι να αφαιρέσει στην αποτελεσματικότητα της. .....» Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν, ο Χρίστος Στυλλή (Μ.Κ.1), υπάλληλος της "Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας", ο Σταύρος Βασιλειάδης (Μ.Κ.2), ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρξε υπάλληλος του τραπεζικού οργανισμού «Marfin Laiki Bank», και ο Παναγιώτης Χίνης (Μ.Κ.3), αξιωματούχος των παραπονουμένων και ο Πανίκος Καϊλής (Μ.Κ.4), υπάλληλος των παραπονουμένων. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε και εγγραφή (τεκμήρια 1 έως και 27). Κληθέντες σε απολογία όσον αφορά στην 1η, την 9η, την 10η, και την 11η κατηγορία οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να παραμείνουν σιωπηλοί. Και ούτε επαρουσίασαν οιανδήποτε μαρτυρία. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε εγγραφή είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Η μαρτυρία έχει εξετασθεί σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν τελικών αγορεύσεων. Το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας θα παρουσιασθεί και θα σχολιασθεί κατά τη συζήτηση η οποία ακολουθεί:
(1)Τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας Χρίστος Στυλλή (Μ.Κ.1), Σταύρος Βασιλειάδης (Μ.Κ.2) και Παναγιώτης Χίνη (Μ.Κ.3) εδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα όσα τα τεκμήρια 1, 9 έως και 11, 14 έως και 17 και 19 επιμαρτυρούν συνοψίζονται ως εξής: Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 εξέδωσαν, από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμόν 004-11-026410, του οποίου είναι δικαιούχοι, τις επιταγές υπ' αριθμόν 07243862, 00644022, 00644023 και 00644024 (τεκμήρια 1, 9, 10 και 11, αντιστοίχως). Η έκδοση των επιταγών αυτών έγινε δια της υπογραφής του κατηγορουμένου αρ.
  1. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπήρξε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των κατηγορουμένων 1 για να χειρίζεται το τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμόν 004-11-026410 και για να υπογράφει τις επιταγές οι οποίες εξεδίδοντο από το λογαριασμό αυτό. Προς το σκοπό αυτό εδόθηκε, στον αρμόδιο τραπεζικό οργανισμό "Marfin Laiki Bank", δείγμα υπογραφής του κατηγορουμένου αρ. 2 (τεκμήριο 19). Το δείγμα αυτό περιέχει την υπογραφή ενός μόνον φυσικού προσώπου. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 ήταν ο μόνος εκπρόσωπος των κατηγορουμένων αρ. 1 ο οποίος ενημερωνόταν προσωπικώς και πολύ συχνά για την πορεία του τραπεζικού λογαριασμού υπ' αριθμόν 004-11-
  2. Αυτή η προσωπική και συχνή ενημέρωση του κατηγορουμένου αρ. 2 γινόταν από τον Στέλιο Βασιλειάδη (Μ.Κ.2), αρμόδιο τραπεζικό υπάλληλο. Οι τέσσερεις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 1, 9, 10 και 11) παρουσιάζονται πληρωτέες σε διαφορετικούς χρόνους εντός της περιόδου από τις 14.3.2010 έως και τις 31.3.
  3. Όλες οι επίδικες επιταγές επαρουσιάσθηκαν σε τραπεζικό οργανισμό για εξαργύρωση στις 7.4.
  4. Σε όλες ετέθηκε η τραπεζική σφραγίδα "Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της - Payment Countermanded by Drawer". Όλες οι επίδικες επιταγές παραμένουν έως και σήμερα απλήρωτες. Δια γραπτών εντολών προς τον αρμόδιο τραπεζικό οργανισμό ημερ. 3.3.2010, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ανεκάλεσαν την πληρωμή των επίδικων επιταγών, αναφέροντας, και στις τέσσερεις περιπτώσεις, ως "λόγο μη πληρωμής" την "παράβαση σύμβασης" (τεκμήρια 14 έως και 17). Επί των γραπτών αυτών εντολών υπάρχει η σφραγίδα των κατηγορούμενων αρ. 1 καθώς και μια υπογραφή. Ο Σταύρος Βασιλειάδης (Μ.Κ.2) εδήλωσε πως, λαμβανομένου υπ' όψιν του δείγματος υπογραφής του κατηγορουμένου αρ. 2, ως εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου των κατηγορουμένων αρ. 1 (τεκμήριο 19), η υπογραφή σε κάθε μια από τις εντολές ανάκλησης πληρωμής (τεκμήρια 14 έως και 17) προσομοιάζει με την υπογραφή του προσώπου αυτού.
(2)Η μαρτυρία αυτή εκρίθηκε ικανή για να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων όσον αφορά στην 1η, την 9η, την 10η και την 11η κατηγορία.
(3)Η υπεράσπιση, θεωρώντας πως η ως άνω μαρτυρία δεν είναι ικανή να οδηγήσει στην απόδειξη των κατηγοριών αυτών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, επέλεξε να μην παρουσιάσει μαρτυρία. Εγκατέλειψε, έτσι, την υπεράσπιση της ανάκλησης των επίδικων επιταγών για εύλογη αιτία. Διά της τελικής αγόρευσής του ο εκπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων υπεστήριξε πως η μαρτυρία την οποία προσέφεραν οι παραπονούμενοι παρουσιάζει κενό όσον αφορά στο συστατικό στοιχείο της ανάκλησης. Συγκεκριμένα, ο κ. Πλουτάρχου, εξ αφορμής της δήλωσης του μάρτυρος κατηγορίας Σταύρου Βασιλειάδη (Μ.Κ.2) πως η υπογραφή επί των γραπτών εντολών ανάκλησης των τεσσάρων επίδικων επιταγών (τεκμήριο 14 έως και 17) προσομοιάζει με την υπογραφή του κατηγορουμένου αρ. 2, υπεστήριξε πως παραμένει άγνωστη η ταυτότητα του προσώπου το οποίο υπέγραψε τις εντολές και έθεσε, επί αυτών, τη σφραγίδα των κατηγορουμένων αρ. 1. Το κενό όσον αφορά στην ταυτότητα του προσώπου το οποίο υπέγραψε τις εντολές ανάκλησης (τεκμήρια 14 έως και 17), συνέχισε ο κ. Πλουτάρχου, προκύπτει και από την δήλωση του Σταύρου Βασιλειάδη (Μ.Κ.2) πως ο ίδιος δεν είναι γραφολόγος καθώς και από την εκ μέρους του διατύπωση του ενδεχόμενου δικαίωμα υπογραφής, για λογαριασμό των κατηγορουμένων αρ. 1, να είχε και η σύζυγος του κατηγορουμένου αρ. 2.
(4)Αντίθετες θέσεις εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονούμενων. Ο κ. Αργυρού υπεστήριξε πως οι παραπονούμενοι προσέφεραν επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία, ικανή να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την 1η, την 9η, την 10η και την 11η κατηγορία. Υπέδειξε δε πως η επιλογή της πλευράς των κατηγορουμένων να μην προσφέρει μαρτυρία άφησε μετέωρους οιουσδήποτε ισχυρισμούς της.
(5)Πράγματι, εξέταση της μαρτυρίας στην ολότητά της καταδεικνύει πως η πλευρά των παραπονουμένων επέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο της αναλογεί: Η πλευρά των παραπονουμένων προσέφερε άμεση μαρτυρία, η οποία δεν αντικρούσθηκε, σύμφωνα με την οποία: (α) οι κατηγορούμενοι αρ. 1 εξέδωσαν τις τέσσερις επίδικες επιταγές, δια της υπογραφής του κατηγορουμένου αρ. 2, (β) στη συνέχεια οι επιταγές αυτές ανεκλήθηκαν και (γ) οι επιταγές αυτές παραμένουν, έως και σήμερα, απλήρωτες. Περαιτέρω, η πλευρά των παραπονούμενων προσέφερε την ακόλουθη περιστατική μαρτυρία εν σχέσει με το γεγονός της υπογραφής των εντολών ανάκλησης των επίδικων επιταγών (τεκμήρια 14 έως και 17) από τον κατηγορούμενο αρ. 2, εκ μέρους και για λογαριασμό των κατηγορούμενων αρ. 1: Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, εξουσιοδοτημένος να χειρίζεται, εκ μέρους των κατηγορούμενων αρ. 1, τον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμόν 004-11-026410 ήταν ο κατηγορούμενος αρ.
  1. Μόνον αυτός έδωσε, στον αρμόδιο τραπεζικό οργανισμό, δείγμα υπογραφής (τεκμήριο 19) και μόνον αυτός ενημερωνόταν, από τον αρμόδιο τραπεζικό υπάλληλο, προσωπικώς και πολύ συχνά για την πορεία του λογαριασμού. Όλες οι επίδικες επιταγές εξεδόθηκαν από τους κατηγορουμένους αρ. 1 διά της υπογραφής του κατηγορούμενου
  2. Όλες οι γραπτές εντολές ανάκλησης των επίδικων επιταγών φέρουν την σφραγίδα των κατηγορουμένων αρ. 1 και μια υπογραφή, η οποία προσομοιάζει με την υπογραφή του κατηγορούμενου αρ.
  3. Αυτή η περιστατική μαρτυρία είναι πλήρης και συνεκτική ώστε να οδηγεί, «ως θέμα λογικής συνέπειας» (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, 200) στο συμπέρασμα πως τις εντολές ανάκλησης τις υπέγραψε, εκ μέρους και για λογαριασμών των κατηγορουμένων αρ. 1, ο κατηγορούμενος αρ. 2 (δείτε, επίσης, Fournides ν. Rebublic
(1986)1 C.L.R. 75, Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, 450, Καϊλής ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, 673). Ας σημειωθεί πως η χρήση, εκ μέρους του μάρτυρος κατηγορίας Στέλιου Βασιλειάδη (Μ.Κ.2) του ρηματικού τύπου "προσομοιάζει" δεν δημιουργεί το κενό το οποίο επικαλείται η πλευρά των κατηγορουμένων εφ' όσον "προσομοιάζω" σημαίνει ".
  1. είμαι όμοιος (με κάποιον/κάτι), εμφανίζω κοινά γνωρίσματα .
  2. μοιάζω με (κάποιον/κάτι) ." (δείτε υπό το σχετικό λήμμα στον Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα 1998). Είναι γεγονός πως κατά την αντεξέτασή του ο Στέλιος Βασιλειάδης (Μ.Κ.2) έδωσε και την εξής απάντηση: "Ο κατηγορούμενος 2 ήταν εξουσιοδοτημένος να υπογράφει. Χωρίς να είμαι βέβαιος νομίζω ότι ήταν και η σύζυγος του". Όμως, ούτε αυτή η απάντηση δημιουργεί το κενό το οποίο επικαλείται η πλευρά των κατηγορουμένων εφ' όσον αυτά που καταθέτει ένας μάρτυρας αξιολογούνται στην ολότητά τους και όχι κατ' απομόνωσιν ορισμένων στοιχείων (Παπαδοπούλου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173, 179). Στην προκείμενη περίπτωση, το έγγραφο το οποίο εδόθηκε στον αρμόδιο τραπεζικό οργανισμό με το δείγμα υπογραφής του φυσικού προσώπου, που ήταν εξουσιοδοτημένο να χειρίζεται, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, τον τραπεζικό λογαριασμό τους υπ' αριθμόν 004-11-026410, και το οποίο κατετέθηκε, ως τεκμήριο 19, χωρίς οιανδήποτε ένσταση για την σχετικότητα ή και τη γνησιότητά του, φέρει μόνον μίαν υπογραφή, αυτήν του κατηγορούμενου αρ. 2.
(6)Τέλος, παρατηρείται πως η θέση της πλευράς των κατηγορουμένων περί κενού στην μαρτυρία την οποίαν προσεκόμισαν οι παραπονούμενοι εν σχέσει με το συστατικό στοιχείο της ανάκλησης των επίδικων επιταγών βασίζεται μόνον σε πιθανότητες και θεωρίες οι οποίες δεν ευρίσκουν έρεισμα σε μαρτυρία. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή απορρίπτεται. Παρατίθεται σχετικώς το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706, 720: "Ένα Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική. Προς τούτο συνηγορούν οι υποθέσεις Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 και Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104." Παρατίθεται, επίσης, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 296, 306: "Όπως υποδείχθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του δικαστηρίου και όχι πιθανότητες και θεωρίες άσχετες με το υλικό ενώπιον του δικαστηρίου. "
(7)Όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση ως αδικήματος, δηλαδή όσον αφορά στην πρόθεση των κατηγορουμένων να διαπράξουν όσα τους αποδίδονται δια της 1ης, της 9ης, της 10ης και της 11ης κατηγορίας διαπιστώνεται πως αυτή προκύπτει ως εξυπακουόμενη επί τη βάσει των αποδειχθέντων γεγονότων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται πως η πλευρά των παραπονουμένων επέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή των κατηγορουμένων 1 και 2 όσον αφορά στην 1η, την 9η, την 10η και την 11η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στην 1η, την 9η, την 10η και την 11η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.