Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Παναγιώτης Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 12306/13, 21/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μαρία Κ. Λοΐζου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 12306-13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή V Παναγιώτης Παναγή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21.10.2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία ότι στις 10-7-2013, στην οδό Πεντέλης στη Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KUB 948 χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΘΕΣΕΙΣ Συνοπτικά, οι θέσεις των μερών ήταν ως ακολούθως: Η Κατηγορούσα Αρχή υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αμελής, διότι είχε σταματήσει το όχημα του με αριθμούς εγγραφής KUB 948, στην αριστερή λωρίδα, σύμφωνα με την πορεία του, της οδού Πεντέλης στη Λάρνακα και εντός του δρόμου. Δεν κοιτούσε μπροστά του διότι συνομιλούσε με άτομο που ευρισκόταν λοξά πίσω δεξιά του. Το αυτοκίνητό του κινήθηκε ελαφριά προς τα εμπρός και χτύπησε τον Σπύρο Μυριανθούση, ο οποίος εκείνη την ώρα διασταύρωνε τον εν λόγω δρόμο πεζός και περνούσε, σε πολύ κοντινή απόσταση μπροστά από το όχημα του Κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί. Ο Κατηγορούμενος υπεστήριξε ότι δεν ήταν αμελής, ότι παρόλο που πράγματι δεν κοιτούσε μπροστά του, διότι συνομιλούσε με άτομο που ευρισκόταν λοξά πίσω δεξιά του και παρόλο που δεν είδε καθόλου τον παραπονούμενο, το αυτοκίνητο του δεν κινήθηκε καθόλου, αφού είχε βάλει το χειρόφρενο, δεν χτύπησε στο παραπονούμενο και ότι αυτός μόνος του, έχασε την ισορροπία του και έπεσε. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς, να είναι απαραίτητο, το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας. Αναφορά θα γίνει όπου και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του κατηγορούμενου έδωσαν μαρτυρία τέσσερις μάρτυρες. Ο Αστυφύλακας 1967 Ε. Ευριπίδου (στο εξής «ο ΜΚ1»), ο Σπύρος Μυριανθούσης (στο εξής «ο παππούς»), η Στέλλα Παραπάνου (στο εξής «η ΜΚ3») και η Μαριάννα Γεωργίου (στο εξής «η ΜΚ4»). Προς υποστήριξη των θέσεων του κατηγορούμενου, και κατόπιν που η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής πέρασε το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, μαρτύρησε μόνο ο ίδιος. Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Υιοθέτησε την κατάθεσή του Τεκμήριο
- Δεν πήγε στη σκηνή του ατυχήματος, αλλά πήγε αυθημερόν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε από άγνωστο στο Κέντρο Μηνυμάτων της Αστυνομίας, ότι μεταφέρθηκε εκεί ο τραυματίας πεζός. Εκεί, ο παππούς στην παρουσία της ΜΚ3, η οποία είναι η κόρη του, ανέφερε στον ΜΚ1 με δισταγμό ότι πέρασε μπροστά από σταθμευμένο αυτοκίνητο, παραπάτησε και έπεσε στο έδαφος. Ο ΜΚ1 του ανέφερε ότι η πληροφόρηση που είχε ήταν ότι κτυπήθηκε από αυτοκίνητο και ο παππούς είπε ότι δε φταίει ο οδηγός του αυτοκινήτου αλλά πιθανόν να έπεσε από τους κραδασμούς του αυτοκίνητου το οποίο ήταν ξεκινημένο όταν πέρασε από δίπλα του. Ο ΜΚ1 υποψιάστηκε ότι πιθανόν να μην έλεγε την αλήθεια, αλλά ο παππούς δήλωσε ότι νομίζει ότι έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος αναφέροντας ότι δεν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Αυτή η κατάθεση του παππού ημερ. 10-7-13, δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο και ως θα διαφανεί αργότερα αυτό έχει τη σημασία του. Όταν, μερικές μέρες αργότερα, ο ΜΚ1 ρώτησε τη ΜΚ3, τηλεφωνικώς, πως έγινε το ατύχημα, αυτή του είπε ότι ο παππούς διασταύρωνε το δρόμο μπροστά από το στρατόπεδο του ΚΕΝ Λάρνακας όταν πέρασε μπροστά από σταματημένο όχημα και όταν αυτό εκκίνησε, χτύπησε ελαφριά τον πατέρα της και έπεσε στο έδαφος. Η ΜΚ3 είπε ότι τόσο η ίδια όσο και η ΜΚ4 είδαν πως συνέβη το ατύχημα, αλλά ο πατέρας της δεν επιθυμούσε την ανάμειξη της αστυνομίας διότι λυπήθηκε τον οδηγό. Στις 14-7-13 έλαβε καταθέσεις από τις ΜΚ3 και ΜΚ4 και πήγαν μαζί στο σκηνή όπου του υπέδειξαν το σημείο σύγκρουσης, κατάρτησε σχεδιαγράφημα και το υπέγραψαν. Στις 14-7-13 έλαβε κατάθεση και από τον παππού (Τεκμήριο 6) στην οποία, πράγματι αυτή τη φορά, είπε ότι ενώ διασταύρωνε το δρόμο από αριστερά προς δεξιά, κάθετα ως προς την πορεία του Κατηγορούμενου (ως φαίνεται στα Τεκμήρια 2 και 3) και ενώ περνούσε 1 με 1 ½ μέτρο μπροστά από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και είχε φτάσει σχεδόν στην άκρη του δρόμου, ένιωσε ένα κτύπημα, όχι πολύ δυνατό, κάτι σαν σπρώξιμο, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος, παρόλο που προσπάθησε να στηριχθεί στο καπό του αυτοκινήτου. Ήρθε κατόπιν ασθενοφόρο και τον πήρε στο Νοσοκομείο, όπου η κόρη του, του ανέφερε ότι η ίδια είναι που είπε στον οδηγό του αυτοκινήτου να φύγει. Ο παππούς είπε ότι, συζήτησαν με την κόρη του και λόγω του ότι δεν θεώρησαν τον τραυματισμό σοβαρό, δεν θα κατάγγελλαν το συμβάν στην αστυνομία, εξού και η θέση του στις 10-7-
- Στη βάση αυτού και των καταθέσεων της ΜΚ3 και ΜΚ4, ο ΜΚ1 έλαβε πληροφορία από κάποιο πρόσωπο ότι οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ1 του τηλεφώνησε και αυτός παραδέχτηκε ότι πράγματι αυτός οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Αρχικά του ανέφερε ότι «το αυτοκίνητο εντζιε ετζίλησε, εν μόνος του που έππεσε» και ύστερα ότι, «εν είμαι σίουρος, μπορεί το αυτοκίνητο να τζίλησε λύο αλλά εντζιε χτύπησά του». Κατόπιν τούτου, ο ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος, καθώς και ο συνοδηγός του κατά τον επίδικο χρόνο μετέβηκαν στην σκηνή και ο Κατηγορούμενος υπέδειξε άλλο σημείο ως το σημείο όπου έπεσε ο παππούς και όχι το σημείο σύγκρουσης ως το υπέδειξαν οι ΜΚ3 και ΜΚ
- Κατόπιν και την ίδια μέρα, ο ΜΚ1 έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η ΜΚ3 ήθελε να δώσει κατάθεση μετά 2 ημερών από το συμβάν, διότι, του ανέφερε, τότε συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα του τραυματισμού του πατέρα της, όταν δηλαδή μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και θα υποβαλλόταν σε σοβαρή εγχείρηση, από την οποία πιθανόν να μη ξυπνούσε. Σε σχέση με την πρώτη κατάθεση του παππού, είπε ότι αυτός λυπήθηκε τον νεαρό και γι αυτό δεν ήθελε να τον καταγγείλει. Σε ερώτηση, ότι ο Κατηγορούμενος δεν του είπε αυτά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, απάντησε ότι επειδή οι ισχυρισμοί αλλάζουν, πάντα γράφει τις απαντήσεις που του δίδονται τηλεφωνικών. Συνέχισε, ότι δεν βρέθηκαν στη σκηνή οποιεσδήποτε ενδείξεις, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του ενός ή του άλλου, εκ των εμπλεκομένων. Ο ΜΚ2 ανέφερε στην κατάθεσή του ημερ. 14-7-2013, Τεκμήριο 6, ότι πήγε από τη Λευκωσία στη Λάρνακα κατόπιν προτροπής της κόρης του, ΜΚ3, εφόσον ο γιος της που θα καταταγόταν εκείνη τη μέρα στο στρατό στο ΚΕΝ Λάρνακος, ξέχασε την ταυτότητά του στο σπίτι, και θα τους την έπαιρνε. Πήγε στη Λάρνακα, με τον γαμπρό του, σύζυγο της ΜΚ3, έδωσε την ταυτότητα στον εγγονό του στην πύλη του στρατοπέδου και επέστρεφε προς το αυτοκίνητό του. Οι ΜΚ3 και ΜΚ4 τον ακολουθούσαν. Ενώ διασταύρωνε την οδό Πεντέλης και περνούσε μπροστά από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1-1 ½ μέτρο, το οποίο ανέφερε ότι ήταν σταματημένο, αλλά δε γνωρίζει εάν ήταν ξεκινημένο ή όχι, και όταν σχεδόν την διέσχισε ένοιωσε ένα χτύπημα στο αριστερό του πόδι, κάτω από το γόνατο. Το χτύπημα ήταν ελαφρύ, σαν σπρώξιμο και έχασε την ισορροπία του και έπεσε. Προσπάθησε να στηριχθεί στο καπό του αυτοκινήτου αλλά δεν τα κατάφερε. Έμεινε στο έδαφος μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο. Όταν πήγε στο νοσοκομείο, συζήτησε με την κόρη του και λόγω του ότι δε φαινόταν σοβαρός ο τραυματισμός του, αποφάσισαν να μην καταγγείλουν το συμβάν στην Αστυνομία, γι αυτό και στις 10-7-13 είπε στον ΜΚ1 ότι παραπάτησε και έπεσε στο έδαφος. Η κόρη του, του είπε ότι η ίδια είπε στον Κατηγορούμενο να φύγει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι θέσεις του προς τον ΜΚ1 ως προς το πώς επήλθε ο τραυματισμός του δεν διίσταντο κατά τις 10 και 14-7-
- Απλά στις 14-7-13 έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς το πώς έχασε την ισορροπία του. Ξανασημειώνω, ότι η κατάθεση του ΜΚ2 ημερ. 10-7-13 δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο και έτσι η βολή κατά της αξιοπιστίας του, που επιχειρήθηκε από την Υπεράσπιση επί αυτής της βάσης, παρέμεινε μετέωρη. Δεν είδε από πόση απόσταση τον ακολουθούσαν οι ΜΚ3 και ΜΚ
- Ανέφερε, δε, ότι δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και ότι μετά το σπρώξιμο, άκουσε τις ΜΚ3 και ΜΚ4, αλλά και τους άλλους παρευρισκόμενους να φωνάζουν στον Κατηγορούμενο να σταματήσει. Όταν ήταν στο έδαφος, είδε το αυτοκίνητο περίπου ½ μέτρο μακριά του. Σε υποβολή ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου δεν μετακινήθηκε χιλιοστό, αυτός απάντησε ότι μετακινήθηκε και τον παρέσυρε μαζί του. Ανέφερε ότι τον έσπρωξε και προχωρούσε ακόμα και γι αυτό οι ΜΚ3 και ΜΚ4 του χτύπησαν στο καπό για να σταματήσει. Όταν του υπεβλήθη, ότι το ότι τον έσπρωξε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενο και έπεσε ήταν εκ των υστέρων σκέψη, ώστε να εισπράξει από την ασφάλεια αποζημιώσεις, απάντησε ότι ούτε το σκέφτηκε τότε αλλά ούτε και ποτέ. Η ΜΚ3 υποστήριξε την εκδοχή του πατέρα της. Είπε στην κατάθεσή της, ότι όταν ακολούθησε τον πατέρα της ήταν περίπου 2 μέτρα πίσω του και η ΜΚ4 πίσω της. Το αυτοκίνητο ήταν ξεκινημένο και έβλεπε αντίθετα από την πύλη του στρατοπέδου. Όταν αυτή είχε περάσει τη μέση του δρόμου και βρισκόταν μερικά εκατοστά απόσταση από τη δεξιά άκρη του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου, αυτό ξεκίνησε απότομα και χτύπησε τον ΜΚ2 ο οποίος εκείνη την ώρα περνούσε μπροστά από την αριστερή άκρη του και περίπου ½ μέτρο μακριά του. Ο ΜΚ2 έπεσε στο έδαφος αλλά ο Κατηγορούμενος μιλούσε με κάποια άτομα λοξά πίσω δεξιά του και του χτύπησε το καπό του αυτοκινήτου για να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος κατέβηκε αλλά του είπε να φύγει και ούτε έγραψε ούτε πρόσεξε τα νούμερά του, γιατί δεν ήθελαν ανάμειξη της -αστυνομίας. Η ίδια δεν ανέφερε στην αστυνομία στις 10-7-13 ακριβώς τι είχε συμβεί διότι ο πατέρας της λυπήθηκε το νεαρό και δεν γνώριζε πόσο σοβαρός ήταν ο τραυματισμός του. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος, ξεκίνησε, σταμάτησε, ξαναξεκίνησε και ξανασταμάτησε και έτσι ήταν επιφυλακτικοί ως προς το πώς θα περάσουν από μπροστά στο όχημά του. Είπε στον πατέρα της να προσέξει, αλλά δεν ξέρει αν την άκουσε. Τη στιγμή του ατυχήματος το αυτοκίνητο ήταν εν κινήσει. Ήρθαν άλλοι παρευρισκόμενοι να πάρουν τα στοιχεία του Κατηγορούμενου, αλλά τους είπε ότι δε χρειάζεται λόγω του ότι ο πατέρας της δε χτύπησε πολύ. Όταν στις 14-7-13 έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία ως προς το πώς πράγματι έγιναν τα πράγματα, το θεώρησε υποχρέωσή της προς τον πατέρα της να αναφέρει ακριβώς ό,τι έγινε. Δεν είδε εάν ο πατέρας της προσπάθησε να στηριχθεί στο καπό του αυτοκινήτου πριν πέσει. Η ΜΚ4 υποστήριξε την εκδοχή των ΜΚ2 και ΜΚ
- Ανέφερε στην κατάθεσή της ότι την ώρα που διασταύρωναν βρισκόταν 1-2 βήματα πίσω από την ΜΚ
- Οτι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου έσπρωξε τον παππού, ο οποίος προσπάθησε να στηριχθεί στο καπό του αλλά δεν τα κατάφερε και έπεσε. Ο Κατηγορούμενος και ο συνοδηγός του, είπαν να πάρουν τον παππού στο νοσοκομείο, αλλά τους είπαν ότι δε χρειάζεται και θα έρθει ασθενοφόρο. Ο Κατηγορούμενος είπε «Δεν τον είδαμε, δεν τον είδαμε». Συμφωνεί με την ΜΚ3, ως προς το σημείο σύγκρουσης του παππού με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, στα Τεκμήρια 2 και
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ήταν βέβαιη ότι το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου εκκίνησε αργά και χτύπησε στον παππού. Ήταν κάθετη ότι ο παππούς δεν στραβοπάτησε απλά και έχασε την ισορροπία του. Είπε ότι η έννοια τους εκείνη την ώρα ήταν ο παππούς και να τον πάνε στο νοσοκομείο με το ασθενοφόρο, παρά να πάνε στην Αστυνομία. Σε ερώτηση εάν στη διαδρομή προς τη Λάρνακα στις 14-7-13 συζήτησε με την ΜΚ3 τι θα κατέθεταν, απάντησε αυθόρμητα ότι κάτι τέτοιο ήταν λογικό. Απάντησε ότι είναι αδύνατον η ΜΚ3 να προωθεί την εκδοχή της ώστε να εισπράξει από την ασφάλεια. Ο Κατηγορούμενος προώθησε στο Δικαστήριο την δική του εκδοχή. Ήταν σαφής η θέση του τόσο στην κατάθεσή του όσο και στο Δικαστήριο ότι δεν χτύπησε τον παππού. Δεν τον είδε όμως καθόλου και ούτε προσέφερε εκδοχή ως προς το πώς έπεσε, είτε στην κατάθεσή του είτε στο Δικαστήριο. Μόνο μέσω των υποβολών του δικηγόρου του στους μάρτυρες κατηγορίες προέκυψε ότι ήταν η θέση του ότι έπεσε μόνος του. Η θέση αυτή όμως δεν υποστηρίχθηκε μέσω μαρτυρίας. Ο Κατηγορούμενος δεν είδε τον παππού ούτε να διασταυρώνει το δρόμο, ούτε να περνά από μπροστά του, ούτε να πέφτει. Τον είδε μόνο κατόπιν του θορύβου που άκουσε και τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και τον είδε πεσμένο στο έδαφος. Από το θόρυβο, νόμισε, όπως είπε, ότι πρόκειτο για μοτοσυκλέτα. Έβλεπε λοξά δεξιά πίσω του κατά τη στιγμή εκείνη και συνομιλούσε με ένα γνωστό του. Το αυτοκίνητό του ήταν ξεκινημένο και με το χειρόφρενο πάνω. Κατέβηκε για να βοηθήσει αλλά του είπε μια γυναίκα ότι έχει πρόβλημα με την καρδία του ο παππούς. Προσφέρθηκε να τον πάρει στο νοσοκομείο αλλά ένας άντρας του είπε να πάει στο καλό γιατί πρέπει να ζαλίστηκε ο παππούς. Δεν συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης στο σχεδιαγράφημα όπως το υπέδειξαν οι ΜΚ3 και ΜΚ4 και υπέδειξε παραπλήσιο σημείο ως το σημείο πτώσης του πεζού. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι μιλούσε λοξά δεξιά πίσω του για 3-4 λεπτά. Όταν άκουσε το θόρυβο κατάλαβε ότι κάτι έγινε. Από το θόρυβο υπολόγισε να ήταν μοτοσυκλέτα. Σε ερώτηση της αντεξέτασης κατά πόσον είναι η θέση του ότι ο παππούς μόνος του έπεσε και χτύπησε, απάντησε ότι δεν ξέρει, άκουσε μόνο το θόρυβο και τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητο του. Περαιτέρω, με απόλυτη βεβαιότητα, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι είναι 1000% σίγουρος ότι δεν κινήθηκε το αυτοκίνητό του και ότι ήταν με το χειρόφρενο πάνω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Δεν έχω αμφιβολία ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας είναι μάρτυρες της αλήθειας. Ο ΜΚ1 ήταν σταθερός στην εκδοχή του και έδιδε σαφείς και άμεσες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Δεν υπέκφευγε και δεν είχε λόγο να το πράξει. Τα όσα ανέφερε ήταν ουσιαστικά αναπαραγωγή των όσων του είπαν οι εμπλεκόμενοι. Ο λόγος που τελικά κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο ήταν ότι, στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που περισυνέλεξε, πίστεψε την εκδοχή του παππού και των ΜΚ3 και ΜΚ4 και παρά την προηγούμενη κατάθεση του παππού ημερ. 10-7-13 που δεν ενέπλεκε τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ2 ήταν επίσης σταθερός στις απαντήσεις του. Αναφορικά με την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του από την Υπεράσπιση βάσει του οτι, άλλα είπε στις 10-7-13 και άλλα στις 14-7-13, δεν είμαι σε θέση να τα αξιολογήσω, εφόσον η κατάθεσή του ημερομηνίας 10-7-13 δεν ευρίσκεται ενώπιον μου. Μου φάνηκε ειλικρινής στο ότι λυπήθηκε, τον νεαρό και δεν ήθελε να τον κατηγορήσει εξαρχής αλλά μόνο αργότερα όταν συνειδητοποίησε το μέγεθος του τραυματισμού του. Προς τούτο λαμβάνω υπόψη μου και την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, ότι όταν του έλεγε περί του συμβάντος την επίδικη μέρα στο νοσοκομείο, αυτός υποψιάστηκε ότι δεν του έλεγε την αλήθεια. Τα όσα είπε στο Δικαστήριο συνάδουν με την κατάθεσή του ημερομηνίας 14-7-14, Τεκμήριο
- Η ΜΚ3 ήταν φιλαλήθης μάρτυρας. Δέχομαι τη μαρτυρία της, ως αξιόπιστη. Δέχομαι ότι ο λόγος που δεν έδωσε αρχικά κατάθεση στην αστυνομία αλλά μόνο αργότερα, ήταν διότι κατά τον επίδικο χρόνο έγνοια της ήταν να μεταφερθεί ο πατέρας της στο νοσοκομείο και να ήταν καλά και μόνο όταν συνειδητοποίησε το μέγεθος του τραυματισμού της, θέλησε να καταθέσει. Η ΜΚ4 ήταν αυθόρμητη και άμεση στις απαντήσεις της. Ήταν ειλικρινής και η θέση της στο Δικαστήριο συνήδε πλήρως με την κατάθεσή της. Είναι χαρακτηριστικό της ειλικρίνειας και της αμεσότητας των απαντήσεών της, ότι σε υποβολή του συνήγορου υπεράσπισης ότι είναι κατ' εντολή της ΜΚ3 η εκδοχή της και για να τη βοηθήσει απάντησε πηγαία «δεν είμαι μωρό και έχω δική μου άποψη. Δεν θα μου πει κάποιος άλλος τι να πώ». Δέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητά της. Πράγματι, προέκυψαν, κάποιες μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία των ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ
- Πρώτο, γιατί ακολουθούσαν τον παππού όταν αυτός διασταύρωνε το δρόμο. Η ΜΚ3 είπε ότι ήταν για να πάνε και οι 3 τους μαζί πίσω στη Λευκωσία, ενώ η ΜΚ4 είπε ότι τον συνόδευαν για να διασταυρώσει μόνο. Κάτι που συνήδε με τη θέση του ΜΚ2, ότι τον ακολούθησαν από σεβασμό. Δεύτερο, η ΜΚ4 συμφώνησε με τον παππού ότι μετά το χτύπημα αυτός προσπάθησε να συγκρατηθεί στο καπό του αυτοκινήτου και δεν τα κατάφερε και έπεσε, ενώ η ΜΚ3 είπε ότι δεν είδε ο παππούς να προσπάθησε να συγκρατηθεί. Και τρίτο, ο παππούς και η ΜΚ4 είπαν ότι ο παππούς πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1-1 ½ μέτρο, ενώ η ΜΚ3 είπε ότι ήταν ½. Έχει νομολογηθεί ότι η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κρίνεται μικροσκοπικά αλλά μακροσκοπικά, λαμβάνοντας υπόψη , δηλαδή, το σύνολο της μαρτυρίας και των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Εάν το Δικαστήριο έκανε την άσκηση της ολοκληρωτικής ταυτοποίησης μεταξύ όλων των λεπτομερειών της μαρτυρίας που δόθηκε για κάθε πλευρά, το έργο του δεν θα ήταν απλώς δυσκολότερο αλλά θα εκμηδένιζε και την δυνατότητα που έχει, μέσω της παρακολούθησης των μαρτύρων εντός του πλαισίου της ζωντανής δίκης, να κρίνει ως προς την αξιοπιστία καθενός. Στη Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 143 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν την μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Τέλος η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. σελ. 174, Πέτρου κ.ά v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 76 και Χριστοδούλου Ρόπας v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 628).» Κρίνω, με βάση τα πιο πάνω, ότι οι μικροδιαφορές που αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης ή φύσης που να μπορούν να θέσουν την αξιοπιστία των ΜΚ2, 3 και 4 υπό αμφισβήτηση, εφόσον δεν είναι ουσιώδεις. Εξάλλου, μπορούν να αποδοθούν στο συναίσθημα πανικού που η ΜΚ3 αναφέρει ότι βίωσε τη συγκεκριμένη στιγμή όταν είδε τον πατέρα της στο έδαφος. Βάσει των λεγομένων του Κατηγορούμενου τόσο στην κατάθεση του όσο και στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι η θέση που ο αυτός προώθησε, ότι δεν χτύπησε τον παππού δεν αποτελεί θετική του μαρτυρία. Διότι εκείνη την ώρα δεν έβλεπε μπροστά του. Το ότι δεν τον χτύπησε προκύπτει ως συμπέρασμα του, απόρροια της θέσης του ότι το αυτοκίνητό του δεν κινήθηκε, αφού ως ανέφερε, είχε βάλει το χειρόφρενο. Περαιτέρω, προκύπτουν εκ της μαρτυρίας του, τα εξής 2 λογικά ερωτήματα. Από πού προκύπτει η βεβαιότητα του ότι το αυτοκίνητό του δεν κινήθηκε καθόλου, εφ' όσον κατά τον επίδικο χρόνο κοιτούσε πίσω του. Επίσης, από πού προέκυψε ο αρκετά δυνατός θόρυβος, ώστε ο Κατηγορούμενος να νόμισε ότι ήταν χτύπημα μοτοσυκλέτας στο αυτοκίνητο του, εάν ο παππούς, ως η εκδοχή του, έχασε μόνος του την ισορροπία του και έπεσε. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος και σε ερώτηση κατά πόσον ανέφερε στους συγγενείς του παππού αν είδε τον παππού, απάντησε πρώτα ότι δε θυμάται και μετά ότι κατά την ακρίβεια, δεν είδε κανένα λόγω του συνωστισμού. Αυτή ήταν κατά την άποψή μου, προσπάθεια υπεκφυγής. Υπάρχει και μια άλλη αντίφαση στην κατάθεση του Κατηγορούμενου, η οποία δεν διευκρινίστηκε. Ανέφερε ότι κατόπιν του συμβάντος τηλεφώνησε στην αστυνομία από το σπίτι του, για να το αναφέρει. Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του όμως, ανέφερε ότι τηλεφώνησε στην αστυνομία από το σπίτι του συνοδηγού του. Ο συνοδηγός του δεν ήρθε πάντως στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την όλη εκδοχή του. Είναι αυτά που διέκρινα και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος είναι αναξιόπιστος και δεν μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενά του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, προβαίνω στα εξής ευρήματα: Ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα KUB 948 στην οδό Πεντέλης στη Λάρνακα. Το αυτοκίνητο του ήταν με τη μηχανή αναμμένη και σταματημένο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του. Καθόταν στη θέση του οδηγού και είχε την πλάτη του στην είσοδο του ΚΕΝ Λάρνακας. Κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ κοίταζε λοξά δεξιά πίσω του και συνομιλούσε με ένα γνωστό του, το αυτοκίνητο του κύλησε ελαφριά προς τα εμπρός και έσπρωξε ελαφριά τον Σπύρο Μυριανθούση που εκείνη τη στιγμή περνούσε πεζός περίπου 1-1½ μέτρο μπροστά του, διασχίζοντας την οδό Πεντέλης από δεξιά προς αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Συνεπεία του σπρωξίματος, ο πεζός έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2ΑΑΔ 18). Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική και το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και ο μέσος συνετός οδηγός και όχι ο τέλειος οδηγός. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Βάσει των ευρημάτων που διατυπώθηκαν πιο πάνω, η αμέλεια του Κατηγορούμενου να συνίσταται, βρίσκω, σε δύο πτυχές. Αφ΄ενός στο ότι ενώ ήταν οδηγός του επίδικου οχήματος και το είχε σταματήσει εντός οδού, ήτοι στην αριστερή λωρίδα της οδού Πεντέλης, με την πλάτη του προς την είσοδο του στρατοπέδου, μιλούσε με κάποιον, λοξά δεξιά πίσω του, δεν παρακολουθούσε το δρόμο μπροστά του και δεν είδε καθόλου τον παππού που πέρασε ακριβώς μπροστά από το αυτοκίνητό του και έφτασε μέχρι την αριστερή του άκρη. Αφ΄ετέρου, στο ότι δεν έλαβε όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις ώστε, αφού κοίταζε πίσω του και αφού υπήρχε σχετική κίνηση πεζών στο δρόμο λόγω της κατάταξης νεοσυλλέκτων στο στρατόπεδο, το αυτοκίνητό του να μην κινηθεί, έστω και ελαφριά, προς τα εμπρός. Κινήθηκε ελαφριά προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα να χτυπήσει στον παππού στο αριστερό μέρος του σώματός του, να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί. Η τυχόν συντρέχουσα αμέλεια του παππού, δεν είναι επίδικο θέμα στην παρούσα ποινική υπόθεση και δεν επενεργεί, με οποιοδήποτε τρόπο, στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου. Προκύπτει αβίαστα από τη μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου, ότι ο παππούς θα ήταν απλά ορατός από τον Κατηγορούμενο, εάν αυτός κοίταζε μπροστά του και αυτός παρέλειψε να τον δει. Κρίνω τον Κατηγορούμενο ένοχο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Μαρία Κ. Λοΐζου Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο