← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. ΘΩΜΑ ΘΑΝΑΣΙΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 10769/2013, 19/11/2015

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. ΘΩΜΑ ΘΑΝΑΣΙΟΥ, Αρ. υπόθεσης: 10769/2013, 19/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 10769/2013 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Κατηγορούσα Αρχή ν ΘΩΜΑ ΘΑΝΑΣΙΟΥ Κατηγορούμενος 19 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κ. Προδρόμου Για κατηγορούμενο: κ. Κλεάνθους Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στο περίπτερο Dannys στη Λάρνακα στις 13.5.2013 διέθετε προς πώληση μη επιτρεπόμενα προϊόντα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 26 και 30 του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας των Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους Νόμου του 2006 (Ν.155(Ι)/2006)και των περί Καθορισμού των Προϊόντων και/ή Υπηρεσιών που διατίθενται από τα Ειδικά Καταστήματα Διαταγμάτων του 2006 και 2007 (Κ.Δ.Π. 440/2006 και Κ.Δ.Π. 278/2007). Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο μια μάρτυρας, η κα Βαλάντω Μιχαήλ, επιθεωρητής στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας (ΜΚ1). Συνοπτικά, η ΜΚ1 ανέφερε ότι στα καθήκοντα της περιλαμβάνεται και η επιθεώρηση καταστημάτων για έλεγχο τήρησης της σχετικής νομοθεσίας. Ανέφερε ότι στις 13.5.2013 διενήργησε επιθεώρηση στο επίδικο κατάστημα που λειτουργεί ως ειδικό κατάστημα διαρκούς εξυπηρέτησης / περίπτερο κατόπιν κοινοποίησης στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στις 17.11.2009, Πινακίδας Ωραρίου Ειδικού Καταστήματος (Τεκμήριο 1). Κατά την επιθεώρηση ανέφερε ότι συνοδευόταν από τον Αστ. 3216 Σ. Κωνσταντίου. Συνέχισε λέγοντας ότι στο υποστατικό εντόπισε την κα Γεωργία Αθανασίου η οποία κατονόμασε τον κατηγορούμενο ως τον υπεύθυνο για τη λειτουργία του υποστατικού. Σύμφωνα με τη ΜΚ1 ο κατηγορούμενος απουσίαζε αλλά ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς και κατέφθασε στο χώρο του περιπτέρου για να είναι παρών κατά την επιθεώρηση. Η ΜΚ1 επιθεώρησε το περίπτερο και διαπίστωσε ότι σε αυτό διατίθεντο προς πώληση προϊόντα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σε αυτά που επιτρέπεται να διατίθενται προς πώληση σε ειδικά καταστήματα. Ανέφερε ότι εντόπισε, μεταξύ άλλων, φρούτα, ζυμαρικά, ρύζι, κάβα με ποτά, ελαιόλαδο, κονσέρβες τόνου, αυγά, γιαούρτι σε συσκευασίες 1 κιλού, νωπό κοτόπουλο και κρέας και κατεψυγμένα φαγητά. Ανέφερε επίσης ότι σε έπιπλο κάτω από την ταμειακή μηχανή εντόπισε οινοπνευματώδη ποτά, εκτός από μπύρες. Παρουσίασε το σχετικό έντυπο επιθεώρησης στο οποίο καταγράφει όλα τα προϊόντα που είχε εντοπίσει (Τεκμήριο 2). Σε σχέση με το έντυπο επιθεώρησης (Τεκμήριο 2) η ΜΚ1 εξήγησε ότι αυτό συμπληρώθηκε επί τόπου. Επανέλαβε ότι η κα Γεωργία Αθανασίου υπέδειξε σαν υπεύθυνο του καταστήματος τον κατηγορούμενο με τον οποίο επικοινώνησε και ο οποίος ήρθε στο κατάστημα και ήταν παρών κατά την επιθεώρηση. Η ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση της αναφέρθηκε και στις περιπτώσεις καταστημάτων όπου στον ίδιο χώρο λειτουργεί παράλληλα ειδικό και γενικό κατάστημα εξηγώντας ότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο εφόσον υπάρχει πλήρης διαχωρισμός μεταξύ των δύο καταστημάτων και κανένας τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των δύο χώρων. Στην προκειμένη περίπτωση, η ΜΚ1 ανέφερε ότι ο κυρίως χώρος του περιπτέρου επικοινωνούσε με τον χώρο στον οποίο διατίθεντο προς πώληση τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα και ότι η πρόσβαση στον χώρο αυτό ήταν ελεύθερη. Η ΜΚ1 αντεξέταστηκε επισταμένα σε σχέση με την αναφορά της ότι ο υπεύθυνος του περιπτέρου ήταν ο κατηγορούμενος. Επέμενε ότι τόσο η κα Γεωργία Αθανασίου όσο και ο ίδιος ο κατηγορούμενος της είχε δηλώσει ότι ήταν υπεύθυνος και παρέπεμψε και στην καταγραφή των τοποθετήσεων του κατηγορούμενου στο έντυπο επιθεώρησης, Τεκμήριο 2, μετά που του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο. Στο έντυπο καταγράφονται οι δηλώσεις του ότι «Μετά τις 8μμ το κλείνω. Δεν ξέρω τι να κάμω. Θα μας τα πιάσουν όλα οι τράπεζες» και «Υπάρχει κάποιος που μόνιμα τηλεφωνά για να με καταγγείλει, είναι κακός άνθρωπος. Αφήσε μου λίες μέρες να τα κανονίσω». Αμφισβητήθηκε επίσης η θέση της ότι ο χώρος στον οποίο διατίθεντο προς πώληση τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα ήταν ελεύθερα προσβάσιμος. Της τέθηκε ότι υπήρχε συρτή πόρτα που κλείδωνε, ότι υπήρχε ξεχωριστή είσοδος και ταμειακή μηχανή. Η ΜΚ1 επέμενε στην αρχική της θέση και ειδικότερα ότι από τον κυρίως χώρο του περιπτέρου, κατά την επιθεώρηση, υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση στο χώρο όπου διατίθεντο προς πώληση τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα. Όταν ερωτήθηκε αναφορικά με τα αλκοολούχα ποτά είπε ότι αυτά είχαν ανευρεθεί κάτω από την ταμειακή μηχανή στον κυρίως χώρο του περιπτέρου και ότι ο κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι τα τοποθετεί στο σημείο αυτό γιατί όταν τα βάζει στον χώρο με τα άλλα μη επιτρεπόμενα προϊόντα «του τα κλέβουν». Σύμφωνα με την ΚΜ1, το συρτάρι στο οποίο ήταν τοποθετημένα δεν ήταν κλειδωμένο. Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλλει την υπεράσπιση του. Επέλεξε να προβεί σε ανόμωτη δήλωση στην οποία ανέφερε ότι το περίπτερο ανήκει στον υιό του τον οποία αυτός βοηθά. Συνέχισε λέγοντας ότι από το 2012 λειτουργεί δίπλα από το περίπτερο και μίνι μάρκετ όμως ο χώρος αυτός διαθέτει ξεχωριστή είσοδο και ταμειακή μηχανή και συρτή διαχωριστική πόρτα. Ο ίδιος, ανέφερε είναι υπεύθυνος μόνο για το μίνι μάρκετ. Αρνήθηκε επίσης ότι τα ποτά που είχαν ανευρεθεί κάτω από την ταμειακή μηχανή ήταν προς πώληση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχω κατά νου τις αρχές που καθορίζει η νομολογία αναφορικά με τη σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, την ποιότητα της, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του την ύπαρξη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία τους καθώς και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψης[1]. Εξετάζοντας υπό αυτό το πρίσμα τη μαρτυρία της ΜΚ1 καταλήγω ότι πρόκειται για μάρτυρα της αλήθειας. Δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της να υπήρχε οποιαδήποτε πρόθεση για παραπλάνηση του Δικαστηρίου ή παραποίηση της αλήθειας. Οι απαντήσεις που έδινε ήταν σταθερές, άμεσες και πειστικές. Δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Εξηγούσε με σαφήνεια όλα τα θέματα για τα οποία ερωτήθηκε και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Συνεπώς η μαρτυρία της κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Όπως έχω αναφέρει, ο κατηγορούμενος προέβη σε ανόμωτη δήλωση. Όπως επιβεβαιώθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν Χρίστου Ορφανίδη, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημερομηνίας 23.10.2015, η ενδεχόμενη αξία μιας ανόμωτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Μέσω μιας ανόμωτης δήλωσης δεν αποδεικνύονται γεγονότα τα οποία μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν[2]. Κρίνω επομένως ότι η ανόμωτη δήλωση του κατηγορούμενου δεν μπορεί να ανατρέψει τη μαρτυρία της ΜΚ1, η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή. Η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα είναι η μαρτυρία της ΜΚ1. Με αυτά τα δεδομένα, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, τα όσα κατέθεσε η ΜΚ1 σε σχέση με τα γεγονότα συνιστούν και τα αντίστοιχα ευρήματα του Δικαστηρίου. Με αυτό το πραγματικό υπόβαθρο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο από τα γεγονότα διαφαίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδει στον κατηγορούμενο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας των Καταστημάτων και των Όρων Απασχόλησης των Υπαλλήλων Νόμου Ν.155(Ι)/2006: «Τα προϊόντα που διατίθενται προς πώληση και οι υπηρεσίες που παρέχονται από τα ειδικά καταστήματα καθορίζονται με κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.» Το άρθρο 6 του περί Καθορισμού των Προϊόντων ή/και Υπηρεσιών που διατίθενται από τα Ειδικά Καταστήματα Διάταγμα του 2006 (Κ.Δ.Π. 440/2006), καθορίζει εξαντλητικά τα προϊόντα που επιτρέπεται να διατίθενται προς πώληση σε ειδικό κατάστημα ή περίπτερο. Από τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 2 διαφαίνεται ότι προϊόντα που ανευρέθηκαν κατά την επιθεώρηση που διενεργήθηκε στο επίδικο κατάστημα στις 13.5.2013 δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 6 της Κ.Δ.Π. 440/2006. Αναφέρομαι, μεταξύ άλλων, στο γιαούρτι σε συσκευασίες του 1ος κιλού, νωπό κοτόπουλο και κρέας, κατεψυγμένα τρόφιμα καθώς και ούζο, κρασί, βότκα, κονιάκ, λικέρ, ουίσκι και άλλα αλκοολούχα ποτά εκτός από μπύρες. Η θέση που προώθησε η πλευρά του κατηγορούμενου είναι ότι λειτουργούσε σε χώρο άλλο από τον χώρο του περιπτέρου, και γενικό κατάστημα και ότι τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα πωλούνταν σε αυτό το χώρο. Έχω κατά νου ότι ο Ν. 155(Ι)/2006απαγορεύει την παράλληλη λειτουργία γενικού και ειδικού καταστήματος[3]. Πέραν τούτου, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ1 η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, ο χώρος στον οποίο βρίσκονταν τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα ήταν ελεύθερα προσβάσιμος από τον κυρίως χώρο του περιπτέρου. Από τη μαρτυρία δεν προκύπτει ότι υπήρχε απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ των δύο χώρων. Το μοναδικό συνεπώς λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα ήταν διαθέσιμα προς πώληση σε πελάτες οι οποίοι εισέρχονταν στο περίπτερο. Ακόμα και αν υπήρχε ξεχωριστή είσοδος ή ταμειακή μηχανή, αυτό δεν αναιρεί το πιο πάνω. Σύμφωνα με το άρθρο 30

(1)του Ν. 155(Ι)/2006: «Καταστηματάρχης, ο οποίος παραβιάζει - (α) με οποιοδήποτε τρόπο τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή (β) οποιονδήποτε κανονισμό που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος Νόμου· είναι ένοχος ποινικού αδικήματος.» Από την πιο πάνω διάταξη, διαφαίνεται ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να καταστήσει ποινικά υπεύθυνο όχι τον ιδιοκτήτη καταστήματος αλλά τον «καταστηματάρχη» που είναι έννοια ποιο ευρεία από την έννοια του ιδιοκτήτη. Οι ερμηνευτικές διατάξεις του Ν. 155(Ι)/2006 καθορίζουν ότι ο όρος «καταστηματάρχης»: «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένης της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας, που έχει την ευθύνη ή στον οποίο ανήκει κατάστημα ή απασχολεί πρόσωπο σε ή σε σχέση με αυτό και περιλαμβάνει τον ιδιοκτήτη ή τον κύριο μέτοχο, διευθύνοντα σύμβουλο, γενικό διευθυντή ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν τον έλεγχο ή την ευθύνη της διαχείρισης καταστήματος ή/και την εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις που αφορούν τους όρους απασχόλησης υπαλλήλων καταστημάτων και τα της λειτουργίας του καταστήματος.» Επανέρχομαι στην μαρτυρία της ΜΚ1, σύμφωνα με την οποία τόσο η κα Γεωργία Αθανασίου που ήταν στο κατάστημα όταν η ΜΚ1 προσήλθε για την επιθεώρηση όσο και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, την ενημέρωσαν ότι υπεύθυνος του περιπτέρου ήταν ο κατηγορούμενος. Στη βάση αυτής της αναντίλεκτης μαρτυρίας κρίνω ότι ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ο «καταστηματάρχης» του επίδικου περιπτέρου ως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στον Ν.155
(1)2006. Συγκεφαλαιώνοντας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενου είναι ότι (α) καταστηματάρχης (β) διαθέτει προς πώληση (γ) σε ειδικό κατάστημα (δ) προϊόντα άλλα από εκείνα που καθορίζονται ως επιτρεπόμενα από σχετικό διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου. Με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την πιο πάνω ανάλυση, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή με αποδεκτή, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στον απαιτούμενο βαθμό. Καταλήγω επομένως ότι ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Scott Graham Brierley v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 101/11, ημερομηνίας 19.7.2012 [2] R. V Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284, Vrakas and another v Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v Police
(1981)2 C.L.R. 200 και Anastassiades v Republic
(1977)2 C.L.R. 97 [3] Άρθρο 19, Ν. 155(Ι)/2006. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.