Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. S.N.K. VENUS HOME DEVELOPERS LTD τελούσας υπό εκούσια εκκαθάριση δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Κρις Ιακωβίδη κ.α., Υπόθεση αρ.: 637/2012, 2/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 637/2012 Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και
- S.N.K. VENUS HOME DEVELOPERS LTD τελούσας υπό εκούσια εκκαθάριση δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Κρις Ιακωβίδη
- ΚΩΣΤΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΥΡΟΥ
- ΚΡΙΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗ Κατηγορουμένων 2 Νοεμβρίου,
- Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κα Π. Δημοσθένους Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, καμία εμφάνιση Για τον κατηγορούμενο αρ. 2, εμφανίζεται ο κ. Β. Θεοδώρου Για τον κατηγορούμενο αρ. 3, εμφανίζεται ο κ. Ι. Χατζηπαρασκευάς Κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την αναστολή του κατηγορητηρίου σε όση έκταση αυτό αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 4 και τη συνακόλουθη απαλλαγή του, παραμένουν να διώκονται για παραβάσεις της περί φόρου προστιθέμενης αξίας («ο Φ.Π.Α.») νομοθεσίας οι κατηγορούμενοι αρ. 1 έως και
- Κατά τα πρώτα στάδια εκδίκασης της υπόθεσης εκπροσωπήθηκαν όλοι από δικηγόρους και αρνήθηκαν ενοχή. Όμως, εκκρεμούσης της διαδικασίας, οι δικηγόροι οι οποίοι εκπροσωπούσαν τους κατηγορουμένους αρ. 1 απεσύρθηκαν και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτούς, προχώρησε σε απόδειξη. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 διώκονται για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. (άρθρο 46
(11)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (Ν.95(Ι)/2000, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η κατηγορία), για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής των σχετικών επιβαρύνσεων (άρθρο 46(10Α) του Ν.95(Ι)/2000 - 2η κατηγορία) και για το αδίκημα της παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων (άρθρο 46
(10)του Ν.95(Ι)/2000 - 3η, 4, και 5η κατηγορία). Στις λεπτομέρειες των αδικημάτων καταγράφονται τα ακόλουθα πρωτογενή γεγονότα: Ο οφειλόμενος Φ.Π.Α. επεβεβαιώθηκε νομίμως, κινοποιήθηκε διά της ειδοποίησης ημερ. 09.09.2011 και ανέρχεται στο ποσόν των €227.661,36 (1η κατηγορία). Εξ αιτίας της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής του οφειλόμενου Φ.Π.Α. προσετέθηκαν, ως οφειλές, φόροι και τόκοι συμποσούμενοι στις €37.918,81. Οι πρόσθετες αυτές επιβαρύνσεις, επίσης, εβεβαιώθηκαν νομίμως και κινοποιήθηκαν δια της ειδοποίησης ημερ. 09.09.2011 (2η κατηγορία). Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 παρέλειψαν να υποβάλουν εμπροθέσμως τις φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους από την 01.08.2010 έως και την 31.10.2010, από την 01.11.2010 έως και την 31.01.2011 και από την 01.02.2011 έως και την 30.04.2011 (3η έως και 5η κατηγορία, αντιστοίχως). Προϊούσης της ακροαματικής διαδικασίας απεκαλύφθηκε πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μία εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία της, διώκονται ως το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο, οι δε κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 διώκονται ως «οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι» αυτών. Την ποινική ευθύνη των αξιωματούχων εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο υποκείμενο στο Φ.Π.Α., για τις παραλείψεις αυτής να συμμορφωθεί με τις σχετικές υποχρεώσεις της, καθιερώνει το άρθρο 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000. Πρόκειται για ευθύνη προσωπική, ιδιαίτερη και διακεκριμένη από την ευθύνη του συνεργού (άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Όπως διαπιστώνεται στην απόφαση Μελάς κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, 426-7: «... (ο σύμβουλος ή ο διευθύνων αξιωματούχος εταιρείας) μπορεί να μην έχει την ιδιότητα του χρεώστη, αλλά ο σκοπός του νομοθέτη, όπως επισημαίνεται στην Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, στη σελ. 320 είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του». Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως λειτουργοί της Υπηρεσίας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και κατετέθηκαν, ως τεκμήρια, κρίσιμα έγγραφα. Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την δήλωση και έγκριση παραδεκτών γεγονότων. Ας σημειωθεί πώς στα πλαίσια εκδίκασης της προκείμενης ποινικής υπόθεσης δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα η ορθότητα και η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης δια της οποίας εβεβαιώθηκε, ως οφειλόμενος Φ.Π.Α., το ποσόν των €227.661,36. Η διοικητική αυτή απόφαση ελέγχεται, ως προς τη νομιμότητα και την εγκυρότητά της, μόνον στα πλαίσια του αναθεωρητικού δικαστικού ελέγχου (Άρθρο 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας). Εφ΄ όσον δε παρήλθε άπρακτη η νόμιμη προθεσμία προσβολής αυτής της διοικητικής απόφασης επί ακυρώσει, αυτή είναι οριστική, τεκμαίρεται νόμιμη και αποτελεί προϋπόθεση για την κατ΄ αρχήν γένεση της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων αρ. 1 (ως του υποκείμενου στο Φ.Π.Α. προσώπου) καθώς και των αξιωματούχων τους (άρθρο 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000) (Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75) Επί τη βάσει των παραδεκτών γεγονότων (έγγραφο αρ. 1) καθώς και αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας, την οποίαν επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, προκύπτουν τα εξής: Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 συνεστήθηκαν νομίμως και εξακολουθούν, έως και σήμερα, να παραμένουν εγγεγραμμένοι στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Διευθυντές των κατηγορουμένων αρ. 1, οι οποίοι εδιορίστηκαν στις 28.11.2003 και διατηρούν το αξίωμά τους έως και σήμερα αδιαλείπτως είναι οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και
- Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ενεγράφησαν στο Μητρώο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας την 01.05.2004 και έκτοτε παραμένουν εγγεγραμμένοι ως υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο (τεκμήριο 1). Από τις 24.06.2011 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ευρίσκονται υπό το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από τους πιστωτές τους (τεκμήριο 4). Ως εκκαθαριστής διορίστηκε ο πρώην κατηγορούμενος αρ. 4 (τεκμήριο 4). Δια της επιστολής του ημερ. 09.09.2011 ο Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας («ο Έφορος») κοινοποίησε στους κατηγορουμένους αρ. 1 την απόφασή του να βεβαιώσει, ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο από αυτούς για τις φορολογικές περιόδους από την 01.02.2005 έως και τις 30.06.2011, το ποσόν των €227.661,
- Δια της επιστολής του αυτής ο Έφορος εκάλεσε τους κατηγορουμένους αρ. 1 να καταβάλουν το βεβαιωθέντα Φ.Π.Α. εντός 30 ημερών. Τους ενημέρωσε, επίσης, για τη φύση της απόφασής του (εκτελεστή διοικητική απόφαση), για τα μέσα, ένδικα και άλλα, αμφισβήτησής της καθώς και για τις σχετικές προθεσμίες (τεκμήριο 7). Παρομοίου περιεχομένου επιστολές του Εφόρου ημερ. 29.09.2011 εστάληκαν στους κατηγορουμένους αρ. 2 και 3 και παρελήφθηκαν αυθημερόν (τεκμήρια 5 και 6). Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 παρέλαβαν προσωπικώς τις επιστολές του Εφόρου ημερ. 29.09.2011, υπογράφοντας σχετική απόδειξη παραλαβής (τεκμήρια 5 και 6). Πιστοποιητικό το οποίο εξέδωσε ο Έφορος δυνάμει του Ν.95(Ι)/2000 στις 13.01.2014, δηλώνει τα εξής (τεκμήριο 2): (α) Ο βεβαιωθείς, ως οφειλόμενος, Φ.Π.Α. ύψους €227.661,36 δεν καταβλήθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας των 30 ημερών, εξακολουθεί δε να οφείλεται (1η κατηγορία). (β) Οι σχετικές πρόσθετες επιβαρύνσεις οι οποίες, επίσης, δεν κατεβλήθηκαν και εξακολουθούν να οφείλονται ανέρχονται στο συνολικό ποσόν των €37.918,81 και αναλύονται στο ποσόν των €22.707,25, ως ο πρόσθετος φόρος, και στο ποσόν των €15.211,56, ως οι τόκοι (2η κατηγορία). (γ) Η φορολογική δήλωση για την περίοδο από την 01.08.2010 έως και τις 31.10.2010 δεν υπεβλήθηκε έως και τις 10.12.2010, ημερομηνία λήξης της προς τούτο προθεσμίας (3η κατηγορία). (δ) Η φορολογική δήλωση για την περίοδο από την 01.11.2010 έως και τις 31.01.2011 δεν υπεβλήθηκε έως και τις 10.03.2011, ημερομηνία λήξης της προς τούτο προθεσμίας (4η κατηγορία). (ε) Η φορολογική δήλωση για την περίοδο από την 01.02.2011 έως και τις 30.04.2011 δεν υπεβλήθηκε έως και τις 10.06.2011, ημερομηνία λήξης της προς τούτο προθεσμίας (5η κατηγορία). Τα ανωτέρω εκρίθηκαν επαρκή για την κλήση των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 σε απολογία. Κληθέντες σε απολογία, ο κατηγορούμενος αρ. 2 Κώστας Αντωνίου και ο κατηγορούμενος αρ. 3 Σπύρος Σπύρου κατέθεσαν ενόρκως. Αυτή ήταν και η μόνη μαρτυρία η οποία προσεφέρθηκε από την πλευρά τους. Η κυρίως εξέτασή των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 διεξήχθηκε με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτών δηλώσεων (έγγραφα αρ. 4 και 5, αντιστοίχως), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Τα όσα ο κατηγορούμενος αρ. 2 Κώστας Αντωνίου και ο κατηγορούμενος αρ. 3 Σπύρος Σπύρου κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι παρόμοια και ευθυγραμμισμένα και συνοψίζονται ως εξής: Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, των οποίων εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι διευθυντές, είχαν, ως αντικείμενο της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους, την αγορά, ανέγερση και πώληση ακινήτων. Αρχικώς, κατά την διεξαγωγή των εργασιών των κατηγορουμένων αρ. 1, ο κατηγορούμενος αρ. 2 ήταν αρμόδιος για τις πωλήσεις, ο δε κατηγορούμενος αρ. 3 ήταν αρμόδιος για τα τεχνικά ζητήματα. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 ουδεμίαν σχέση, γνώση ή συμμετοχή είχαν στις οικονομικές και φορολογικές υποθέσεις των κατηγορουμένων αρ.
- Κατά το έτος 2008 προέκυψαν προσωπικές και οικονομικές διαφορές μεταξύ των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να διακοπούν οι σχέσεις των δύο και να επηρεασθεί αρνητικά η εξέλιξη των εργασιών των κατηγορουμένων αρ. 1 Συνεπεία τούτων, οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, δια της γραπτής συμφωνίας ημερ. 06.08.2009, εδιόρισαν την οντότητα «G. Kouzalis LLC» ως «διαχειριστικό αντιπρόσωπο» των κατηγορουμένων αρ.
- Στην οντότητα αυτή ανετέθηκε «να προχωρήσει στην αποπεράτωση, επίβλεψη και ολοκλήρωση (των έργων τα οποία ανέλαβαν να οικοδομήσουν οι κατηγορούμενοι αρ. 1), με σκοπό να παραδώσει στους αγοραστές τις κατοικίες που αγόρασαν ...» (τεκμήριο 10). Περαιτέρω, δια του γενικού πληρεξουσίου ημερ. 10.08.2009 οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 εδιόρισαν τον Τζιοβάνη Κουζαλή ως γενικό πληρεξούσιό τους για να προβαίνει, αντί των ιδίων και για λογαριασμό τους, «σε οποιεσδήποτε ενέργειες ή πράξεις αναφορικά με τις υποθέσεις» των κατηγορουμένων αρ. 1 (τεκμήριο 11). Άμα τη υπογραφή της συμφωνίας διορισμού «διαχειριστικού αντιπροσώπου» ημερ. 06.08.2009 (τεκμήριο 10) και άμα τη παραχωρήσει γενικού πληρεξουσίου στον Τζιοβάνη Κουζαλή ημερ. 10.08.2009 (τεκμήριο 11) οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 δεν είχαν καμία γνώση όσον αφορά στις υποθέσεις των κατηγορουμένων αρ. 1 και δεν είχαν καμία ανάμειξη στην διεκπεραίωση των υποθέσεών τους. Περαιτέρω, όταν στις 24.06.2011 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 τέθηκαν υπό εκκαθάριση, τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο αυτών ανέλαβε ο εκκαθαριστής, χωρίς οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 να έχουν οιανδήποτε πραγματική ή νομική δυνατότητα αντίδρασης. Εάν οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 ανεμειγνύοντο στα οικονομικά των κατηγορουμένων αρ. 1 και κατέβαλλαν οιονδήποτε ποσόν προς τον Έφορο, θα παρανομούσαν. Ιδίως, θα ενεργούσαν αντίθετα προς τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Εν πάση περιπτώσει, οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 ουδέποτε εμπόδισαν, καθ΄ οιονδήποτε τρόπον, τον εκκαθαριστή των κατηγορουμένων αρ. 1 να ενεργήσει τα δέοντα εν σχέσει με τις επίδικες κατηγορίες. Ο εκκαθαριστής τον κατηγορουμένων αρ. 1 ήταν και εξακολουθεί να είναι ο μόνος αρμόδιος και ικανός να ενεργήσει τα δέοντα εν σχέσει με την προκείμενη υπόθεση. Μάλιστα, οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 κατά καιρούς υπεδείκνυαν στον εκκαθαριστή τις σχετικές του υποχρεώσεις. Τέλος, οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 δεν εγνώριζαν πώς, παρά τον διορισμό «διαχειριστικού αντιπροσώπου» (τεκμήριο 10) και γενικού πληρεξουσίου αντιπροσώπου (τεκμήριο 11) και παρά την θέση των κατηγορουμένων αρ. 1 υπό το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης (τεκμήριο 4), οι ίδιοι είχαν υποχρεώσεις και ευθύνη. Δια των τελικών αγορεύσεών τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 υπεστήριξαν πώς οι πελάτες τους θα πρέπει να αθωωθούν και να απαλλαγούν από όλες τις κατηγορίες εφ΄ όσον, κατά τους χρόνους τέλεσης των επίδικων αδικημάτων, αυτοί δεν είχαν, εκ των πραγμάτων και εκ του νόμου, δυνατότητα αντίδρασης και εκπλήρωσης οιασδήποτε τυχόν υποχρέωσης. Επιπλέον, επικαλούμενοι τις πρόνοιες του Καν. 9 των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών του 2001, Κ.Δ.Π. 314/2001 εισηγήθηκαν πως δεν έχει αποδειχθεί συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων, και συγκεκριμένα δεν έχει αποδειχθεί το γεγονός πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1 αποτελούν πρόσωπο υποκείμενο στο Φ.Π.Α. Αντίθετες θέσεις εξέφρασε η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Η κα Δημοσθένους επέμεινε πώς το γεγονός πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 ήσαν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, και εξακολουθούν να είναι οι εγγεγραμμένοι διευθυντές των κατηγορουμένων αρ. 1 τους καθιστά υπευθύνους για όσα τους αποδίδονται δια του κατηγορητηρίου. Ούτε η συνομολόγηση της συμφωνίας ημερ. 06.08.2009 (τεκμήριο 10) και η παροχή γενικού πληρεξουσίου ημερ. 10.08.2009 (τεκμήριο 11) ούτε η θέση των κατηγορουμένων αρ. 1 υπό το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από τους πιστωτές τους (τεκμήριο 4) επηρεάζουν τις υποχρεώσεις και την ευθύνη των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 ως αυτές θεσμοθετούνται δια του άρθρου 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000. Εξετάσθηκε η εκατέρωθεν παρουσιασθείσα μαρτυρία καθώς και τα παραδεκτά γεγονότα σε συνάρτηση με τα επίδικα ζητήματα και υπό το πρίσμα των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν αγορεύοντας. Σημειώνονται και αναφέρονται τα ακόλουθα:
(1)Επί τη βάσει της μαρτυρίας την οποίαν προσέφερε η κατηγορούσα αρχή, η οποία σκιαγραφείται πιο πάνω και η οποία παρέμεινε αδιαμφισβήτητη διαπιστώνεται πώς, έχει αποδειχθεί η ενοχή των κατηγορουμένων αρ. 1, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όσον αφορά σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αυτοί αντιμετωπίζουν. Στις περιπτώσεις αδικημάτων ως τα θεσπισμένα δια του Ν.95(Ι)/2000 το στοιχείο της ένοχης διάνοιας / εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) του υποκειμένου στο Φ.Π.Α. προσώπου συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής των οφειλομένων. Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι. Γίνεται παραπομπή, για ανάλογη εφαρμογή, στην απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235 της οποίας αντικείμενο ήσαν αδικήματα θεσπισμένα δια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.41/1980)και δια του περί Εκτάκτου Εισφοράς δια την Άμυνα Νόμου (Ν.5/1985). Το Εφετείο απέρριψε την θέση του εφεσείοντος «ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) λόγω της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του» (Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 238). Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διεπίστωσε, μεταξύ άλλων, πώς η οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου να καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές του δεν αναιρούσε την εγκληματική πρόθεσή του (mens rea) και ούτε αφαιρούσε, από την επίδικη παράλειψη, τον αξιόποινο χαρακτήρα της. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 240-1: «Η ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) αποτελεί κατά το κοινό δίκαιο συστατικό στοιχείο του κάθε εγκλήματος. Η εγκληματική πρόθεση συνίσταται στην νοητική διάθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει, συνδέεται με την εκδήλωση της πρόθεσης με πράξη ή παράλειψη και όχι με το κίνητρο για την πράξη ή την επίδειξη αμέλειας. Ούτε εξομοιώνεται ευθέως η εγκληματική πρόθεση με ηθελημένη αντιστράτευση των σκοπών του νόμου. Ο κανόνας για την ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης υπόκειται σε εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως κανονιστικές διατάξεις της νομοθεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων ... στην προκείμενη περίπτωση το νοητικό στοιχείο για την διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπουν τα άρθρα 80
(1)του Ν.41/80 και 13
(1)του Ν.5/85 συναρτούν την διάπραξη του εγκλήματος με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια όχι με τους λόγους της παράλειψης ή της αμέλειας. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά: «Unless the intention to cause a particular result is expressly declared to be an element of the offence constituted, in whole or part, by an act or omission, the result intended to be caused by an act or omission, is immaterial ... Συνεπώς ότι πρέπει να μας απασχολήσει ... είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλομένων εισφορών»
(2)Διά του εγγράφου αρ. 1, το οποίο κατεχωρίστηκε στα πλαίσια της δικασίμου ημερ. 11.9.2015, οι ευπαιδεύτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 παρεδέχθηκαν, εκ μέρους των πελατών τους, και το εξής γεγονός: "4. Η κατηγορούμενη 1 βρίσκεται εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας από την 1.5.2004 και σήμερα παραμένει εγγεγραμμένη στο Μητρώο". Το γεγονός αυτό ενεκρίθηκε ως παραδεκτό. Και ουδέποτε επεχειρήθηκε η ανάκλησή του. Συνεπώς, η συνέχιση, έως και σήμερα, της ιδιότητας των κατηγορουμένων αρ. 1 ως προσώπου υποκειμένου στο Φ.Π.Α. είναι αποδεδειγμένη και δεν αποτελεί ζήτημα προς απόδειξη. Οιονδήποτε δε επιχείρημα αντιστρατεύεται το παραδεκτό και, άρα, αποδεδειγμένο αυτό γεγονός στερείται ερείσματος.
(3)Η προσωπική, ιδιαίτερη και διακεκριμένη ευθύνη των αξιωματούχων εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο υποκείμενο στο Φ.Π.Α., για τις παραλείψεις αυτής να συμμορφωθεί με τις σχετικές υποχρεώσεις της, ως η ευθύνη αυτή καθιερώνεται δια του άρθρου 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000 δεν είναι απόλυτη. Η δυνάμει του άρθρου 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000 ευθύνη των αξιωματούχων εταιρείας δεν προκύπτει αυτομάτως και άνευ άλλου τινός από μόνον το γεγονός της στοιχειοθέτησης της ευθύνης της εταιρείας. Τα όσα ισχύουν στην περίπτωση δίωξης, δυνάμει του άρθρου 20 Κεφ. 154, προσώπου το οποίο εμπλέκεται σε αδίκημα ως συνεργός ισχύουν, κατ΄ αναλογίαν, και εν προκειμένω. Σημειώνεται πώς στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) του συνεργού (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2 επ.). Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5).
(4)Κατ΄ ανάλογην εφαρμογή των ανωτέρω, για να αποδοθεί στο διευθυντή εταιρείας ευθύνη δυνάμει του άρθρου 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000 θα πρέπει να αποδειχθεί κάποιας μορφής νοητικό στοιχείο (mental element) εν σχέσει με το αδίκημα το οποίο αποδίδεται στην εταιρεία. Η δυνατότητα καταλογισμού ευθύνης στο διευθυντή εταιρείας, η οποία αποτελεί υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο και η οποία παραβιάζει σχετικές υποχρεώσεις της (άρθρο 46
(1)του Ν.95(Ι)/2000), δεν μπορεί να είναι τελείως ανεξάρτητη από το νοητικό στοιχείο. Η απουσία καθορισμού, στο νομοθετικό ορισμό του αδικήματος το οποίο καθιερώνεται δυνάμει του άρθρου 46
(1)του Ν.95(Ι)/2000, του είδους του απαιτούμενου νοητικού στοιχείου δεν σημαίνει πως το στοιχείο αυτό είναι αδιάφορο. Περαιτέρω, αυτό το νοητικό στοιχείο του διευθυντή πρέπει να αφορά σε κάθε επιμέρους συστατικό στοιχείο του αδικήματος το οποίο αποδίδεται στην εταιρεία.
(5)Συστατικό στοιχείο του διαγραφόμενου, από το άρθρο 46
(11)του Ν.95(Ι)/2000, αδικήματος είναι και η παράλειψη καταβολής του βεβαιωθέντος Φ.Π.Α., εντός 30 ημερών από την έκδοση της σχετικής βεβαίωσης. Συνεπώς, για την απόδοση ποινικής ευθύνης στους διευθυντές εταιρείας, η οποία παρέλειψε να καταβάλει το, δυνάμει του άρθρου 46
(11)του Ν.95(Ι)/2000, οφειλόμενο ποσόν θα πρέπει να αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, μεταξύ άλλων, και η ένοχη διάνοια (mens rea) τους εν σχέσει με το στοιχείο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση και δεδομένου του ότι η σχετική βεβαίωση φόρου φέρει ημερ. 9.9.2011 (τεκμήριο 7), οι δε κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 έλαβαν γνώσιν αυτής στις 29.9.2011 (τεκμήρια 5 και 6, αντιστοίχως), για να αποδοθεί ποινική ευθύνη δυνάμει του άρθρου 46
(1)του Ν.95(Ι)/2000 θα πρέπει να αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πώς αυτοί, κατά τον Οκτώβριο του έτους 2011, εκ προθέσεως ή εξ αιτίας απερισκεψίας παράλειψαν να καταβάλουν, εκ μέρους και για λογαριασμό των κατηγορουμένων αρ. 1, το ποσόν των €227.661,36 το οποίο εβεβαιώθηκε δια του τεκμηρίου 7. Όμως, η θέση των κατηγορουμένων αρ. 1 σε καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από πιστωτές και ο διορισμός ως εκκαθαριστή του Κρις Ιακωβίδη από την 24.6.2011 (τεκμήριο 4) είχε ως νόμιμο αποτέλεσμα να παύσουν πάραυτα όλες οι εξουσίες των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 ως διευθυντών των κατηγορουμένων αρ. 1 (άρθρο 279
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Από τις 24.6.2011 έπαυσαν νομίμως, δυνάμει του άρθρου 279
(2)του Κεφ. 113, μεταξύ άλλων, και οι εξουσίες των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 να διαχειρίζονται τα οικονομικά των κατηγορουμένων αρ. 1 και να προβαίνουν, εξ ονόματος και για λογαριασμό τους, σε εξόφληση των οφειλών τους. Το γεγονός αυτό έθεσαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 και το γεγονός αυτό παρέμεινε, κατ΄ ουσίαν, αδιαμφισβήτητο εφ΄ όσον δεν παρουσιάσθηκε οιαδήποτε μαρτυρία τείνουσα να καταδείξει πως η επιτροπή επιθεώρησης και ή οι πιστωτές των κατηγορουμένων αρ. 1 ενέκριναν τη συνέχιση της εξουσίας των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 να διαχειρίζονται τα οικονομικά των πρώτων και να προβαίνουν, εξ ονόματος και για λογαριασμό τους, σε εξόφληση των οφειλών τους (άρθρο 279
(2)του Κεφ. 113). Η εκ των πραγμάτων και η εκ του νόμου (άρθρο 279
(2)του Κεφ. 113) αδυναμία των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 να καταβάλουν το βεβαιωθέν, δια του τεκμηρίου 7, ποσόν, εξ ονόματος και για λογαριασμό των κατηγορουμένων αρ. 1, οδηγεί στη διαπίστωση πως αυτοί δεν είχαν την απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea) εν σχέσει με το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Επί τη βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, προκύπτει πως η παράλειψη των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 να καταβάλουν, εξ ονόματος και για λογαριασμό των κατηγορουμένων αρ. 1, το ποσόν των €227.661,36, ως βεβαιωθέντα οφειλόμενο Φ.Π.Α., παράλειψη η οποία εξεδηλώθηκε τον Οκτώβριο του έτους 2011, δεν υπήρξε ηθελημένη και ούτε ήταν το αποτέλεσμα απερισκεψίας.
(6)Η εκθεμελίωση της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 όσον αφορά στο αδίκημα της 1ης κατηγορίας οδηγεί στην εκθεμελίωση της ποινικής ευθύνης αυτών όσον αφορά και στο αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Η ευθύνη για την παράλειψη καταβολής των πρόσθετων επιβαρύνσεων συνολικού ύψους €37.918,81 αποτελεί παρακολούθημα της ευθύνης για την παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής του βεβαιωθέντος Φ.Π.Α.
(7)Τα διατυπωθέντα όσον αφορά στη νομική και πραγματική αδυναμία των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 να καταβάλουν, κατά τον Οκτώβριο του έτους 2011, εξ ονόματος και για λογαριασμό των κατηγορουμένων αρ. 1, του βεβαιωθέντα Φ.Π.Α., δεν ισχύουν όσον αφορά στην υποβολή των επίδικων φορολογικών δηλώσεων: Στις 10.12.2010, στις 10.03.2011 και στις 10.06.2011, ημερομηνίες κατά τις οποίες οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 παρέλειψαν να υποβάλουν, εκ μέρους και για λογαριασμό των κατηγορουμένων αρ. 1, τις φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους από την 1.8.2010 έως και τις 31.10.2010 (3η κατηγορία), από την 1.11.2010 έως την 31.1.2011 (4η κατηγορία) και από την 1.2.2011 έως και τις 30.4.2011 (5η κατηγορία), αντιστοίχως (δείτε το τεκμήριο 2) αυτοί ενήργησαν, τουλάχιστον, με απερισκεψία. Το γεγονός ότι αυτοί εθεώρησαν πώς οι νόμιμες υποχρεώσεις τους, ως διευθυντές των κατηγορουμένων αρ. 1, εξέλιπαν λόγω της συνομολόγησης της γραπτής συμφωνίας περί διορισμού "διαχειριστικού αντιπροσώπου" ημερ. 6.8.2009 (τεκμήριο 10) και λόγω της παροχής σε τρίτον γενικού πληρεξουσίου αντιπροσώπευσης ημερ. 10.8.2009 (τεκμήριο 11), συνιστά αξιόπινη απερισκεψία. Οι ιδιωτικές συμφωνίες δεν εξαλείφουν ούτε μεταβιβάζουν τις ποινικές ευθύνες. Η δε εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 επίκληση της άγνοιάς τους ως προς το νόμο δεν συνιστά υπεράσπιση. Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνεται πως η κατηγορούσα αρχή • επέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή των κατηγορουμένων αρ. 1 όσον αφορά στην 1η έως και την 5η κατηγορία, • επέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 όσον αφορά στην 3η, την 4η και την 5η κατηγορία και • απέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3, όσον αφορά στην 1η και την 2η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 κρίνονται ένοχοι στην 1η, την 2η, την 3η, την 4η και την 5η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την 1η και την 2η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 κρίνονται ένοχοι στην 3η , την 4η και την 5η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο