← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. V.K.C.A. Quality Ltd κ.α., Υπόθεση αρ.: 16365/2012, 25/11/2015

Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. V.K.C.A. Quality Ltd κ.α., Υπόθεση αρ.: 16365/2012, 25/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B164 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 16365/2012 Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και

  1. V.K.C.A. Quality Ltd
  2. A. Soulis Enterprises Ltd Κατηγορουμένων 25 Νοεμβρίου,
  3. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Γ. Προδρόμου με την κα Ν. Ζυμαρά. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, εμφανίζεται ο κ. Α. Κόνιας για τους κ.κ. Α. Π. Ερωτοκρίτου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 2, εμφανίζεται ο κ. Σ. Χαραλάμπους με την κα Χρ. Μαρνέρου. Απόφαση Θανατηφόρο εργατικό ατύχημα, το οποίο συνέβηκε το πρωί της 28.9.2011 επί της οδού Ιωάννη Κονδυλάκη, στην επαρχία Λάρνακας, παραπλεύρως πολυόροφης πολυκατοικίας με την επωνυμία "The Q. Tower", με θύμα τον αλλοδαπό Ali Hussein ("ο Ali") ("το ατύχημα") έδωσε το έναυσμα για την προκείμενη ποινική δίωξη των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 επί τη βάσει διατάξεων της περί ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας νομοθεσίας. Αδιαμφισβήτητη μαρτυρία πληροφορεί για τα εξής: Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αποτελούν νομικές οντότητες νομίμως εγγεγραμμένες στην Δημοκρατία οι οποίες, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ασκούσαν επιχειρηματική δραστηριότητα: Οι μεν κατηγορούμενοι αρ. 1 διατηρούσαν συνεργείο συντήρησης πολυκατοικιών, οι δε κατηγορούμενοι αρ. 2 υπήρξαν ιδιοκτήτες και διαχειριστές αυτοκινούμενων μηχανημάτων, μεταξύ των οποίων και της ανυψωτικής εξέδρας υπ΄ αριθμόν εγγραφής KSA535 ("η ανυψωτική εξέδρα"), η οποία ενεπλάκηκε στο ατύχημα. Στα πλαίσια της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ανέλαβαν την επιδιόρθωση επιγραφής προσαρτημένης στην κορυφή εξωτερικού τοίχου πολυόροφης πολυκατοικίας με την ονομασία "The Q. Tower". Τα αρχιτεκτονικά/κατασκευαστικά σχέδια για την ανέγερση της πολυκατοικίας "The Q. Tower" εξεπόνησε η εταιρεία "Savvas Kakos and Associates Ltd". Την πολυκατοικία ανήγειρε η εταιρεία "Carpe Tempus Developments Ltd" η οποία τυγχάνει και ιδιοκτήτριά της. Η προαναφερθείσα επιγραφή ευρίσκετο σε ύψος 32 μ. από το έδαφος. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ανέθεσαν την εκτέλεση της εργασίας της επιδιόρθωσης της επιγραφής στον εργοδοτούμενό τους Ali. Επειδή για την εκτέλεση της εργασίας αυτής ήταν αναγκαία η ανύψωση του Ali, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 συνεβλήθηκαν με τους κατηγορουμένους αρ. 2, οι οποίοι τους προμήθευσαν με την ανυψωτική εξέδρα. Οδηγός και χειριστής της ανυψωτικής εξέδρας, με σκοπό την ανύψωση του Ali, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο εργοδοτούμενος των κατηγορουμένων αρ. 2 Σοχέλ Μοχάμετ Κατή ("ο Σοχέλ"). Η ανυψωτική εξέδρα διέθετε μπίγα (αναπτυσσόμενο βραχίονα) με μέγιστο ύψος ανάπτυξης τα 40,4μ. και μέγιστη ακτίνα δράσης τα 20,5 μ. Στην άκρη της μπίγας ήταν προσηρτημένος κλωβός, εντός του οποίου ευρίσκετο ο Ali καθώς και τα υλικά τα οποία ήσαν προγραμματισμένα για να χρησιμοποιηθούν από αυτόν. Στα πλαίσια εκτέλεσης της επίδικης εργασίας, και ενώ ο Ali ευρίσκετο εντός του κλωβού της ανεπτυγμένης ήδη μπίγας, η ανυψωτική εξέδρα έκλινε πλαγίως με αποτέλεσμα ο κλωβός να κτυπήσει βιαίως στον εξωτερικό τοίχο παρακείμενης πολυκατοικίας και ο Ali να υποστεί θανάσιμο τραυματισμό. Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο Ali δεν ήταν προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Η πλάγια κλίση της ανυψωτικής εξέδρας προεκλήθηκε όταν το αριστερό πίσω υποστήριγμά της εισεχώρησε εντός φρεατίου αποχέτευσης βάθους 130 εκ. Η ύπαρξη φρεατίου δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή διά της απλής οπτικής επιθεώρησης του χώρου εφ΄ όσον το καπάκι του ήταν καλυμμένο με διακοσμητικά βότσαλα. Κατά το χρόνο ανατροπής της ανυψωτικής εξέδρας η μπίγα της ήταν ανεπτυγμένη περίπου στα 35 μ. Ας σημειωθεί πώς αδιαμφισβήτητο είναι και το γεγονός πως η ανύψωση του Ali για σκοπούς επιδιόρθωσης επιγραφής ευρισκομένης σε ύψος 32 μ. αποτελούσε μίαν επικίνδυνη εργασία. Επί τη βάσει των καταγεγραμμένων, στο κατηγορητήριο, η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 προσδιορίζεται ως ακολούθως: • οι κατηγορούμενοι αρ. 1 παρέλειψαν να διασφαλίσουν την εκ μέρους του εργοδοτουμένου τους Ali ακίνδυνη εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας εφ΄ όσον, μεταξύ άλλων, δεν συνεργάσθηκαν επαρκώς και στο μέτρο του ευλόγως εφικτού, με τους κατηγορουμένους αρ. 2, ιδιοκτήτες και διαχειριστές της ανυψωτικής εξέδρας την οποίαν ο Ali θα εχρησιμοποιούσε (άρθρα 13

(1)και 53
(1)του Ν.89(Ι)/1996 - 1η κατηγορία), • οι κατηγορούμενοι αρ. 2 παρέλειψαν να διασφαλίσουν ότι τρίτοι, μη εργοδοτουμένοι από αυτούς, αλλά δυνάμενοι να επηρεασθούν από τις δραστηριότητές τους, δεν θα εξετίθεντο σε κίνδυνο με αποτέλεσμα ο εργοδοτούμενος των κατηγορουμένων αρ. 1 Ali να υποστεί, καθ΄ ων χρόνο εχρησιμοποιούσε την ανυψωτική εξέδρα η οποία τους ανήκει, θανάσιμο τραυματισμό (άρθρα 13
(5)και 53
(1)του Ν.89(Ι)/1996 - 3η κατηγορία) και • οι κατηγορούμενοι αρ. 2 παρέλειψαν να εφαρμόσουν κατάλληλο σύστημα ασφάλειας ή κατάλληλο σύστημα διαχείρισης κινδύνων με αποτέλεσμα, εν ώρα εργασίας, η ανυψωτική εξέδρα, η οποία τους ανήκει, να ανατραπεί και να θέσει σε κίνδυνο τόσον τον χειριστή της όσον και τρίτους οι οποίοι ευρίσκοντο στο χώρο (άρθρα 13, 38
(1)και 53
(1)του Ν.89(Ι)/1996 και Καν. 2 και 5
(1)(α) των περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 173/2002 - 4η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αρνούνται ενοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ας σημειωθεί πως η 2η κατηγορία ανεστάληκε με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι αρ. 1, στους οποίους αυτή αφορά, να απαλλαγούν από αυτήν. Προσεφέρθηκε εκατέρωθεν προφορική, έγγραφη και πραγματική μαρτυρία, η οποία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας και καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Η μαρτυρία αυτή εξετάσθηκε σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και υπό το πρίσμα των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν δια των τελικών αγορεύσεών τους. Η παρουσίαση και ο σχολιασμός του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας θα γίνει στα πλαίσια της συζήτησης η οποία ακολουθεί:
(1)Για την ευκολότερη κατανόηση των επίδικων ζητημάτων κρίνεται αναγκαία η κάτωθι εκτενής αναφορά στο νομικό πλαίσιο που εδώ ενδιαφέρει: Το εύρος των υποχρεώσεων των εργοδοτών τόσον έναντι των εργοδοτουμένων τους όσον και έναντι τρίτων, εν σχέσει με την υγεία και την ασφάλεια σε χώρους εργασίας, τις οποίες καθιερώνουν ο Ν.89
(1)/1996 και η Κ.Δ.Π. 173/2002 είναι μεγάλο. Επιπλέον, δυνάμει ρητής νομοθετικής διάταξης (άρθρο 13
(12)του Ν.89(Ι)/1996) οι υποχρεώσεις αυτές είναι απόλυτες, διαρκείς και ανεξάρτητες από την ευθύνη του ιδίου του εργοδοτουμένου ή του τρίτου. Παρατίθεται, για ανάλογη εφαρμογή, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142, 149: "Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας. Το καθήκον συντήρησης των προστατευτικών μέτρων στις οικοδομικές εργασίες είναι απόλυτο. Η υποχρέωση για διατήρηση των μέτρων ασφάλειας και η συντήρησή τους δεν. είναι μόνο απόλυτη αλλά και διαρκής (Εταιρεία Γενικών Κατασκευών Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Λεμεσού
(1989)2 Α.Α.Δ. 51., Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν. Κώστα Κυριάκου και Υιού Λτδ και Άλλου
(1995)2 Α.Α.Δ. 290). Η μέριμνα για διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς ασφαλείας αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των εργοδοτών που είναι και οι μόνοι που έχουν τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας. Η πιθανή συντρέχουσα αμέλεια του Μ.Κ.1 δυνατόν να σχετίζεται με τον καταμερισμό της ευθύνης σε πολιτική υπόθεση, δεν επηρεάζει όμως την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την παράλειψή τους να φροντίσουν όπως ο συγκεκριμένος εργάτης αποσχολείται σε δάπεδο εργασίας που διέθετε μέσα προστασίας." Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λατομεία Φαρμακά Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573, 580 διευκρινίσθηκε πώς «η ευθύνη για λήψη μέτρων συμμόρφωσης με τις επιταγές ενός Νόμου ο οποίος ρυθμίζει θέματα ασφαλείας στους τόπους εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τους εργοδότες». Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 13
(1)του Ν.89(Ι)/1996 αδίκημα οιοσδήποτε εργοδότης ο οποίος παραλείπει να διασφαλίσει την απουσία κινδύνων, την υγεία και την ευημερία των εργοδοτουμένων του στο χώρο εργασίας (1η κατηγορία). Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 13
(5)του Ν.89(Ι)/1996 αδίκημα οιοσδήποτε εργοδότης ο οποίος, κατά τη διεύθυνση της επιχείρησής του ή κατά τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων του, παραλείπει να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να διασφαλίζεται, στο μέτρο του ευλόγως εφικτού, ότι τρίτοι, μη εργοδοτούμενοι του, αλλά δυνάμενοι να επηρεασθούν από τις δραστηριότητες της επιχείρησής του, δεν θα εκτεθούν σε κίνδυνο (3η κατηγορία). Διαπράττει το διαγραφόμενο από τα άρθρα 13, 38 και 53 του Ν.89(Ι)/1996 και τον Καν. 5
(1)(α) της Κ.Δ.Π. 173/2002 αδίκημα οιοσδήποτε εργοδότης ο οποίος παραλείπει να εφαρμόσει κατάλληλο σύστημα ασφάλειας ή κατάλληλο σύστημα διαχείρισης των κινδύνων και παραλείπει να προβεί στις κατάλληλες, για τη φύση των δραστηριοτήτων και το μέγεθος της επιχείρησής του, διευθετήσεις για τον αποτελεσματικό προγραμματισμό, την οργάνωση, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την αναθεώρηση των προληπτικών και προστατευτικών μέτρων που καθορίστηκαν βάσει της εκτίμησης κινδύνων, ως ο Καν. 4 της Κ.Δ.Π. 173/2002 ορίζει (4η κατηγορία). Στο προοίμιο της Κ.Δ.Π. 173/2002 δηλώνεται πως πρόκειται για νομοθέτημα το οποίο εισήχθηκε στην ημεδαπή νομοθεσία για σκοπούς εναρμόνισης με οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πως έχει, ως υπόβαθρο, το Ν.89(Ι)/1996και πως εκδίδεται από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 38 του νόμου αυτού. Ο τραυματισμός εργοδοτουμένου ή τρίτου δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο κανενός των επίδικων αδικημάτων. Ο όρος «εργοδότης» είναι ευρύς και περιλαμβάνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει την ευθύνη για το χώρο εργασίας, το υποστατικό, την επιχείρηση και/ή την εγκατάσταση όπου απασχολείται ή απασχολήθηκε ο εργοδοτούμενος. Ο όρος «εργοδότης» περιλαμβάνει και πρόσωπο το οποίο δεν έχει εργοδοτουμένους, όμως, διεξάγει οικονομική δραστηριότητα ή διευθύνει την επιχείρησή του με σκοπό κερδοσκοπικό ή μη (άρθρο 2 του Ν.89(Ι)/96). Στις περιπτώσεις όπου για την εκτέλεση ορισμένης εργασίας ο εργοδότης θέτει στη διάθεση του εργοδοτουμένου του τεχνική/μηχανική υποστήριξη, παρεχομένη από τρίτο, η δυνάμει του Ν.89(Ι)/1996 ευθύνη του δεν εκλείπει. Εφ΄ όσον διαπιστωθεί πως η συγκεκριμένη, επικίνδυνη για την ασφάλεια του εργοδοτουμένου εργασία, διεξήχθηκε στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη, ο τελευταίος ευθύνεται για την διασφάλιση των όσων ο Ν.89(Ι)/1996 απαιτεί εν σχέσει με τον εργοδοτούμενό του. Παρατίθεται, για ανάλογη εφαρμογή, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 48/2011 κ.α. Παναγιώτης Λίγγης ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, ημερ. 30.9.2014: «... εκείνο που θα πρέπει, κατ' αρχάς, να διαπιστώνεται σε κάθε υπόθεση, όπως η παρούσα, είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη εργασία εκ της οποίας έχει προκληθεί ο κίνδυνος έχει διεξαχθεί από τον εργοδότη ως μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Αυτό αποτελεί, ουσιαστικά, και το κριτήριο για τη διαπίστωση, συνακόλουθα, της ευθύνης του συγκεκριμένου εργοδότη για διασφάλιση των απαιτήσεων του άρθρου 13
(5). Από τη στιγμή δε που θα δοθεί θετική απάντηση ως προς τούτο, ο εργοδότης, με βάση τις πρόνοιες του ιδίου άρθρου, έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένη υπεράσπιση, ότι, από την πλευρά του, έχει πράξει ό,τι ήταν ευλόγως εφικτό, ώστε να έχει διασφαλίσει ότι, στα πλαίσια της διεξαγωγής της συγκεκριμένης εργασίας, δε θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα από αυτόν πρόσωπα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 54, ο εργοδότης φέρει το βάρος για θεμελίωση της πιο πάνω υπεράσπισης, στη βάση, όμως, του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Η πιο πάνω υπεράσπιση αποτελεί, απλώς, επιβεβαίωση ότι η εν λόγω ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη και ότι αυτός μπορεί να απαλλαγεί από αυτήν, αν αποδείξει ότι έλαβε όλα τα ευλόγως εφικτά μέτρα για αποτροπή του κινδύνου. Η συμπερίληψή της, όμως, στο Νόμο δεν αναιρεί κατά το ελάχιστο τον, κατά τα άλλα, αποκλειστικό χαρακτήρα της ευθύνης του εργοδότη για λήψη τέτοιων μέτρων, όπως αυτή προκύπτει, σαφώς, από τη διατύπωση του άρθρου 13
(5), (βλ. Reg. v. British Steel Plc. (C.A.)
(1995)1 W.L.R. 1356). Επομένως, με δεδομένο ότι η εν λόγω ευθύνη τίθεται αποκλειστικά στον εργοδότη, δεν είναι επιτρεπτή η ανάθεσή της από αυτό σε άλλο πρόσωπο, όπως, για παράδειγμα, σε έναν ανεξάρτητο εργολάβο, οπότε θα καθίστατο η απόδοσή της σε έναν εκ των δύο θέμα διαπίστωσης της ύπαρξης ή μη εκ προστήσεως ευθύνης. ΄Οπως εξηγείται στην υπόθεση R v Associated Octel Ltd, ανωτέρω, το δόγμα της εκ προστήσεως ευθύνης είναι αδιάφορο προς τις αυστηρές πρόνοιες της ανάλογης του άρθρου 13
(5)αγγλικής πρόνοιας, ανωτέρω. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και στην περίπτωση του άρθρου 13
(5). Η εκπλήρωση δε από τον εργοδότη της ευθύνης που του εναποθέτει το πιο πάνω άρθρο, λόγω της ανάθεσης από αυτόν της επί μέρους εργασίας σε ανεξάρτητο εργολάβο, ελέγχεται μέσα από τους όρους της σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας. Αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσο είχε γίνει πρόνοια από τον εργοδότη, ώστε να λαμβάνονταν από τον εργολάβο ευλόγως εφικτά μέτρα, για να διασφαλιζόταν ότι δε θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα από τον εργοδότη πρόσωπα.» Τα αδικήματα που καθιερώνονται δια της νομοθεσίας περί ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης. Από το λεκτικό των σχετικών νομοθετικών διατάξεων προκύπτει πώς τα αδικήματα συντελούνται με την εκδήλωση της αξιόποινης συμπεριφοράς χωρίς να απαιτείται η συνδρομή της ένοχης διάθεσης (mens rea) του αδικοπραγούντος. Επιπλέον, ο διακηρυγμένος αντικειμενικός σκοπός του Ν.89(Ι)/1996, ο οποίος συνίσταται στην εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της ασφάλειας και υγείας των προσώπων στην εργασία καθώς και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεασθούν από τις δραστηριότητες στην εργασία [άρθρο 2Α
(1)του Ν.89(Ι)/1996], αναδεικνύει το ρυθμιστικό χαρακτήρα τόσον των προνοιών του ιδίου του νόμου όσον και των προνοιών της Κ.Δ.Π. 173/2002, οι οποίες εξεδόθηκαν δυνάμει αυτού (άρθρο 38 του Ν.89(Ι)/1996). Τα κρίσιμα νομοθετήματα αφορούν στην ασφάλεια, την υγεία και την ευημερία των εργαζομένων στους χώρους εργασίας τους καθώς και τρίτων, δυναμένων να επηρεασθούν από τις δραστηριότητες σε τέτοιους χώρους. Άρα, αυτά αφορούν σε έναν τομέα μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος για τον οποίον το κράτος επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Συνάγεται, έτσι, η πρόθεση του νομοθέτη να δημιουργήσει αδικήματα απόλυτης ευθύνης ώστε να επικρατήσουν οι σχετικές ρυθμίσεις (Halsbury΄s Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1)παρα. 18, Sea Island and Tours Ltd v. Κ.Ο.Τ.
(1995)2 Α.Α.Δ. 196 και Smedleys Ltd v. Breed
(1974)2 All ER 21). Την επιθυμία του νομοθέτη να καθιερώσει ένα αυστηρό σύστημα για την προαγωγή της ασφάλειας και της υγείας τόσον των εργαζομένων στους χώρους εργασίας τους όσον και τρίτων, δυναμένων να επηρεασθούν από τις δραστηριότητες εργοδοτών, εργολάβων ή υπεργολάβων, αντανακλούν και οι προβλεπόμενες ποινές. Τα επίδικα αδικήματα τιμωρούνται με πρόστιμο έως και €80.000 και/ή με ποινή φυλάκισης έως και 4 έτη (άρθρο 53
(1)του Ν.89(Ι)/1996). Τέλος, τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 13
(1)καθώς και στο άρθρο 54 του Ν.89(Ι)/1996 δεν αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης. Αυτό ακολουθεί το γενικό κανόνα που ισχύει στις ποινικές υποθέσεις. Το βάρος απόδειξης των γεγονότων που θεμελιώνουν τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Τα όσα η επιφύλαξη του άρθρου 13
(1)καθώς και το άρθρο 54 του Ν.89(Ι)/1996 προβλέπουν συνιστούν υπερασπίσεις, Εάν αποδειχθεί η διάπραξη των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος δύναται να ισχυρισθεί, αναλόγως, ότι υπήρξαν ανώμαλες και απρόβλεπτες συνθήκες ή έκτακτα περιστατικά τα οποία τον εμπόδισαν να συμμορφωθεί με τις νόμιμες υποχρεώσεις του (άρθρο 13
(1)του Ν.89(Ι)/1996) ή ότι δεν ήταν πρακτικώς ή ευλόγως εφικτό να πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για να εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του (άρθρο 54 του Ν.89(Ι)/1996). Εφ΄ όσον ο κατηγορούμενος αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την συνδρομή των σχετικών γεγονότων, τότε αίρειται ο κατ΄ αρχήν αξιόποινος χαρακτήρας πράξεων ή παραλείψεών του.
(2)Δεδομένου του αμφισβητούμενου γεγονότος πως επίκεντρο της προκείμενης υπόθεσης αποτελεί η ανυψωτική εξέδρα, δηλαδή εξειδικευμένο αυτοκινούμενο όχημα, για την επίλυση επίδικων ζητημάτων και για την απάντηση στα ερωτήματα περί της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2, ως εργοδοτών, απαιτούνται ειδικές γνώσεις στην επιστήμη της Μηχανολογίας καθώς και στον τομέα της κατασκευής και ασφαλούς λειτουργίας μηχανημάτων ως το επίδικο.
(3)Από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής η απαιτούμενη μαρτυρία πραγματογνώμονος (expert evidence) εδόθηκε από τον Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1), ο οποίος, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ("το Τμήμα"), ως Επιθεωρητής Εργασίας, και ο οποίος, εκ καθηκόντος, διερεύνησε τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το ατύχημα. Ο Ανδρέας Ανδρέου (Μ.Κ.1) κρίνεται ως εμπειρογνώμων τόσον επί τη βάσει των ακαδημαϊκών του προσόντων όσον και επί τη βάσει της επαγγελματικής του εμπειρίας (Κυριάκου ν. Γρίβα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 825): Είναι κάτοχος πτυχίου Μηχανολογίας στον κλάδο Ναυπηγικής, το οποίο απέκτησε μετά από πενταετή φοίτηση στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, και εργάσθηκε στο Τμήμα επί μακρά σειράν ετών. Ως λειτουργός του Τμήματος έτυχε εκπαίδευσης και παρηκολούθησε σειρά σεμιναρίων για τα ζητήματα ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας καθώς και για τη διερεύνηση ατυχημάτων στους χώρους αυτούς. Επιπλέον, στα πλαίσια άσκησης των νόμιμων καθηκόντων του και επί σειρά ετών πριν από το ατύχημα, ασχολήθηκε με την επιθεώρηση μηχανημάτων και με τη διερεύνηση ατυχημάτων σε χώρους εργασίας. Η μαρτυρία του Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1), η οποία εδόθηκε με λόγο άμεσο, κατατοπιστικό, σταθερό και μετριοπαθή, συνοψίζεται ως εξής: Ο ίδιος μετέβηκε στη σκηνή σχεδόν αμέσως μετά το ατύχημα και ενόσω το νεκρό σώμα του Ali ευρίσκετο εγκλωβισμένο στον ανυψωμένο κλωβό της ανυψωτικής εξέδρας. Επί τόπου επεθεώρησε την ανυψωτική εξέδρα και διεπίστωσε πως πρόκειται για μηχάνημα βάρους 25.700 Kg με δυνατότητα ταυτόχρονης ανύψωσης δύο προσώπων μέσου ατομικού σωματικού βάρους 85 Kg καθώς και υλικών βάρους 40 Kg. Η ανυψωτική εξέδρα διαθέτει τέσσερα υποστηρίγματα τα οποία, σε πλήρη ανάπτυξη, έχουν μήκος 1.5 μ. έκαστο και τα οποία δέχονται το βάρος αυτής. Για την κατανομή του βάρους της ανυψωτικής εξέδρας σε μεγαλύτερη επιφάνεια, γεγονός το οποίο συντείνει στην ασφαλέστερη χρήση της, στα πέδιλα των υποστηριγμάτων τοποθετούνται βάσεις. Οι βάσεις αυτές πρέπει να είναι φτιαγμένες ως ορίζει ο κατασκευαστής της ανυψωτικής εξέδρας. Δηλαδή, οι βάσεις αυτές πρέπει να είναι φτιαγμένες, από συγκεκριμένο ξύλο και να έχουν συγκεκριμένες διαστάσεις για να αντέχουν τη μέγιστη πίεση. Αναγκαίες προϋποθέσεις για την ασφαλή χρήση της ανυψωτικής εξέδρας αποτελούν η εκ μέρους του χειριστή προηγούμενη τοποθέτηση και των τεσσάρων υποστηριγμάτων της σε στερεή επιφάνεια, η ισοστάθμιση καθώς και η εξάσκηση κάποιας προκαθορισμένης πίεσης σε αυτά. Ο κλωβός ανυψώνεται δια της ανάπτυξης της μπίγας. Οι σχετικές ενέργειες δυνατόν να γίνουν είτε από το χειριστή της ανυψωτικής εξέδρας, διαμέσου του πίνακα ελέγχου, είτε από το πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εντός του κλωβού, με σκοπό να ανυψωθεί, διαμέσου χειριστηρίων. Σε κάθε περίπτωση, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στους χειρισμούς για την ανάπτυξη της μπίγας και για την ανύψωση του κλωβού πρέπει να έχει καθαρό οπτικό πεδίο, να γνωρίζει το ύψος ή την απόσταση μεταξύ της ανυψωτικής εξέδρας και της κάθετης ευθείας από το σημείο το οποίο θα πρέπει να προσεγγίσει ο κλωβός (ακτίνα δράσης) και να είναι σε θέση να προβαίνει στους αναγκαίους υπολογισμούς για τις εκάστοτε δυνατότητες της ανυψωτικής εξέδρας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η ανυψωτική εξέδρα δεν επαρουσίαζε οιονδήποτε τεχνικό/μηχανικό πρόβλημα, τα δε τέσσερα υποστηρίγματά της ήσαν τοποθετημένα ως εξής: τα δύο δεξιά υποστηρίγματα ήσαν τοποθετημένα επί του οδοστρώματος, το αριστερό μπροστινό υποστήριγμα ήταν τοποθετημένο επί εδάφους καλυμμένο με γρασίδι, το δε αριστερό πίσω υποστήριγμα ήταν τοποθετημένο επί εδάφους καλυμμένο με διακοσμητικά βότσαλα. Η μοιραία ανατροπή της ανυψωτικής εξέδρας οφείλεται στο γεγονός πώς, στην πραγματικότητα, το πίσω αριστερό υποστήριγμα ετοποθετήθηκε σε έδαφος μικρής αντοχής και ασταθές εφ΄ όσον κάτω από αυτό υπήρχε φρεάτιο αποχέτευσης. Το καπάκι του φρεατίου δεν ήταν ορατό με την οπτική επιθεώρηση του χώρου εφ΄ όσον αυτό ήταν καλυμμένο με τα προαναφερθέντα βότσαλα. Όταν η ανυψωτική εξέδρα ετέθηκε σε λειτουργία το έδαφος πάνω από το φρεάτιο αποχέτευσης υπεχώρησε με αποτέλεσμα το αριστερό πίσω υποστήριγμα αυτής να εισχωρήσει εντός του φρεατίου και να προκληθεί η μοιραία ανατροπή. Η μοιραία ανατροπή θα απεφεύγετο εάν της τοποθέτησης της ανυψωτικής εξέδρας προηγείτο κατάλληλη επιθεώρηση του χώρου, διερεύνηση του ενδεχομένου ύπαρξης κρυφού κινδύνου εν σχέσει με την τοποθέτηση των υποστηριγμάτων σε στέρεο και ανθεκτικό έδαφος και η διασφάλιση τέτοιας τοποθέτησης. Απεδείχθηκε πως, εν προκειμένω, υπήρχε τέτοιος κρυφός κίνδυνος εφ΄ όσον το φρεάτιο, εντός του οποίου εισεχώρησε το πίσω αριστερό υποστήριγμα της ανυψωτικής εξέδρας, ήταν αόρατο λόγω της κάλυψης του καπακιού του με διακοσμητικά βότσαλα. Ο εντοπισμός τέτοιων κρυφών κινδύνων γίνεται, συνήθως, δια της αναζήτησης και μελέτης των αρχιτεκτονικών/κατασκευαστικών σχεδίων του εκάστοτε κτιρίου. Στα σχέδια αυτά παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, τα φρεάτια αποχέτευσης. Ο έλεγχος της στερεότητας του εδάφους με τη χρήση λιβεριού (ειδικής σιδερένιας ράβδου) δεν αποτελεί την ορθή και ενδεδειγμένη μέθοδο. Αυτό απεδείχθηκε και στην προκείμενη περίπτωση εφ΄ όσον, ακόμη και εάν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός πως ο χειριστής της ανυψωτικής εξέδρας Σοχέλ έλεγξε, πριν από τη τοποθέτησή της, τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα του εδάφους χρησιμοποιώντας λιβέρι, γεγονός παραμένει πως αυτός δεν εντόπισε το επίδικο φρεάτιο αποχέτευσης και ετοποθέτησε το πίσω αριστερό υποστήριγμα της ανυψωτικής εξέδρας σε ασταθές έδαφος. Η μοιραία ανατροπή θα απεφεύγετο, επίσης, εάν της ανύψωσης του Ali προηγείτο δοκιμαστική ανύψωση με τοποθέτηση, εντός του κλωβού, βάρους ίσου με το άθροισμα του βάρους του Ali και των υλικών τα οποία αυτός επρόκειτο να μεταφέρει. Αυτή η δοκιμαστική ανύψωση θα απεκάλυπτε το γεγονός πώς το πίσω αριστερό υποστήριγμα ετοποθετήθηκε σε επιφάνεια η οποία δεν μπορούσε να δεχθεί την πίεση η οποία του αναλογούσε. Τέλος, η μοιραία ανατροπή θα απεφεύγετο εάν και τα τέσσερα υποστηρίγματα της ανυψωτικής εξέδρας ετοποθετούντο στον παρακείμενο χώρο στάθμευσης του οποίου η επιφάνεια ήταν καλυμμένη με άσφαλτο. Η κάλυψη του εδάφους με άσφαλτο το καθιστά σταθερότερο και ανθεκτικότερο. Όμως, η χρησιμοποίηση του παρακείμενου χώρου στάθμευσης προϋπέθετε οργάνωση της επίδικης εργασίας καθώς και την απομάκρυνση των εκεί σταθμευμένων αυτοκινήτων. Κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος διεπιστώθηκε πώς η εργασία ανύψωσης του Ali απεφασίσθηκε και εξετελέσθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να μελετηθεί και χωρίς να οργανωθεί. Η μέθοδος του ελέγχου της σταθερότητας και της ανθεκτικότητας του εδάφους, στο οποίο επρόκειτο να τοποθετηθούν και τα τέσσερα υποστηρίγματα της ανυψωτικής εξέδρας, διά της μελέτης των αρχιτεκτονικών/κατασκευαστικών σχεδίων της πολυκατοικίας "The Q. Tower", η μέθοδος της διενέργειας προηγούμενης δοκιμαστικής ανύψωσης καθώς και η μέθοδος της χρήσης του παρακείμενου χώρου στάθμευσης, ο οποίος ήταν επικαλυμμένος με άσφαλτο, ήσαν εύλογες και εφικτές υπό τις περιστάσεις. Επιπλέον των θετικών γνωρισμάτων του λόγου του Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1), στα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, παρατηρείται πώς όσα ουσιώδη αυτός ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου χαρακτηρίζονται από λογική συνοχή, τεκμηρίωση και πληρότητα. Διαπιστώνεται πώς, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο Ανδρέας Ανδρέου (Μ.Κ.1) ενήργησε ως ένας καθ΄ όλα προσοντούχος και πεπειραμένος ως προς το αντικείμενό του, δημόσιος υπάλληλος ο οποίος άσκησε τα καθήκοντά του με επάρκεια και αντικειμενικότητα. Για τους λόγους αυτούς κρίνεται πως ο Ανδρέας Ανδρέου (Μ.Κ.1) υπήρξε μάρτυς ειλικρινής, αντικειμενικός και αξιόπιστος. Όπως δε εξηγείται πιο κάτω, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις και μομφές εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 2 κρίνονται ως αβάσιμες.
(4)Η εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1 πορεία αντεξέτασης του μάρτυρος κατηγορίας Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1) καθώς και των μαρτύρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων αρ. 2 Ανδρέα Σουλή (Μ.Υ.3) και Δήμητρας Χατζηαυξέντη (Μ.Υ.4), η μαρτυρία την οποίαν αυτοί προσέφεραν καθώς και τα επιχειρήματα τα οποία ο ευπαίδευτος συνήγορός τους προέβαλε, δια της τελικής αγόρευσής του, αναδεικνύουν, ως υπερασπίσεις τις οποίες οι διάδικοι αυτοί προβάλλουν, τις εξής: (α) Εφ΄ όσον οι κατηγορούμενοι αρ. 1 δεν υπήρξαν ιδιοκτήτες ή κάτοχοι της πολυκατοικίας "The Q. Tower" και εφ΄ όσον αυτοί ουδεμίαν ανάμειξη είχαν είτε στην εκπόνηση των αρχιτεκτονικών/κατασκευαστικών σχεδίων για την ανέγερσή της είτε στην ίδια την ανέγερσή της, αυτοί δεν είχαν στην κατοχή τους τις απαραίτητες πληροφορίες για την ύπαρξη του επίδικου φρεατίου, το οποίο απεδείχθηκε ένας κρυμμένος κίνδυνος. (β) Επειδή οι κατηγορούμενοι αρ. 1 δεν διαθέτουν γνώση και εμπειρία σχετικώς με τις ανυψωτικές εξέδρες και την ασφαλή λειτουργία τους, απευθύνθηκαν στους κατηγορουμένους αρ. 2, ως ειδικούς για τα ζητήματα αυτά. Έτσι, εξεπλήρωσαν όλες τις νόμιμες υποχρεώσεις τους έναντι του εργοδοτουμένου τους Ali (δείτε στις σελ. 10 και 11 της τελικής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των κατηγορουμένων αρ. 1). (γ) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ουδεμία ευθύνη φέρουν γιατί αυτοί "δεν είχαν τον έλεγχο του εργοδοτουμένου (τους) κατά την ανύψωση του, αφού αυτός υπόκειτο και ακολουθούσε τις αποκλειστικές οδηγίες του χειριστή του ανυψωτικού οχήματος και εργοδοτουμένου" των κατηγορουμένων αρ. 2. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι αρ. 1: "δεν είχ(αν) οποιοδήποτε έλεγχο στη διαδικασία ανύψωσης και ουδέποτε έδωσ(αν) συγκεκριμένες οδηγίες ή υπέδειξ(αν) στ(ους) κατηγορουμέν(ους αρ.2) ή τους υπαλλήλους (τους) για πώς, με ποιο τρόπο και σε ποιο χώρο έπρεπε να σταθεί το ανυψωτικό όχημα ή γίνει η ανύψωση..... Εάν ο χειριστής ... κατά την αποκλειστική του κρίση, παρέλειψε να ακολουθήσει τις ορθές διαδικασίες ανύψωσης και/ή παρέλειψε να ζητήσει πρόσθετη πληροφόρηση για την επιλογή του χώρου τοποθέτησης της ανυψωτικής πλατφόρμας, αυτό αποτελεί παράλειψη (των κατηγορουμένων αρ. 2) και όχι (των κατηγορουμένων αρ. 1)" (δείτε τις σελ. 8 και 9 της τελικής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων αρ. 1). (δ) Κατ΄ εφαρμογήν των αποφασισθέντων στην υπόθεση Erodotou v. Shoham (Cyprus) Ltd κ.ά.
(1987)1 CLR 107, οι καηγορούμενοι αρ. 2, ως γενικοί εργοδότες, ευθύνονται για τις πράξεις και/ή τις παραλείψεις του υπαλλήλου τους Σοχέλ, τον οποίον είχαν εκχωρήσει στους κατηγορουμένους αρ. 1 ως μισθωτές. Ανάλογης εφαρμογής τυγχάνουν και τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Edward McConkey v. Amec PLC and Others, Court of Appeal (Civil Division), 15 February 1990, όπου εκρίθηκε πώς υπεύθυνος για την αμέλεια ανεπαρκούς χειριστή γερανού, ο οποίος είχε εκχωρηθεί σε μισθωτή, παραμένει ο ιδιοκτήτης του γερανού και όχι ο μισθωτής. (ε) Η ανυψωτική εξέδρα ανετράπηκε γιατί το προσωπικό των κατηγορουμένων αρ. 2, συμπεριλαμβανομένου του οδηγού και χειριστή της ανυψωτικής εξέδρας Σοχέλ, δεν ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένο. (στ) Η ανυψωτική εξέδρα ανετράπηκε και γιατί το πίσω αριστερό υποστήριγμά της δεν διέθετε πέδιλο, οι δε ξύλινες βάσεις οι οποίες εχρησιμοποιήθηκαν κατά τη λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος ήσαν ακατάλληλες και φθαρμένες. (ζ) Το ατύχημα συνέβηκε λόγω ξένων, ανώμαλων και απρόβλεπτων συνθηκών.
(5)Η εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 2 πορεία αντεξέτασης του μάρτυρος κατηγορίας Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1) καθώς και των μαρτύρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων αρ. 1 πατρός Άγγελου Κλεάνθους (Μ.Υ.1) και Βασιλικής Πάλμα (Μ.Υ.2), η μαρτυρία την οποίαν αυτοί προσέφεραν καθώς και τα επιχειρήματα τα οποία ο ευπαίδευτος συνήγορός τους προέβαλε, δια της τελικής αγόρευσής του, αναδεικνύουν, ως υπερασπίσεις τις οποίες οι διάδικοι αυτοί προβάλλουν, τις εξής: (α) Ο μάρτυς κατηγορίας Ανδρέας Ανδρέου (Μ.Κ.1) ουδεμίαν εμπειρογνωμοσύνη διαθέτει όσον αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το ατύχημα. Ο Ανδρέας Ανδρέου (Μ.Κ.1) δεν γνωρίζει τις προδιαγραφές της ανυψωτικής εξέδρας και ούτε γνωρίζει τον τρόπο ασφαλούς λειτουργίας της. Ο μόνος εμπειρογνώμων για τα ζητήματα αυτά είναι ο Ανδρέας Σουλής (Μ.Υ.3), διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 2. (β) Η μαρτυρία του Ανδρέα Σουλή (Μ.Υ.3) είναι πλήρης, τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και αποδεικνύει πώς ουδεμία ευθύνην φέρουν οι κατηγορούμενοι αρ. 2 εφ΄ όσον αυτοί, πριν θέσουν σε λειτουργία την ανυψωτική εξέδρα, προέβηκαν σε όλους τους αναγκαίους και εύλογους ελέγχους. (γ) Η εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 2 χρήση λιβεριού για τον έλεγχο της ανθεκτικότητας και σταθερότητας του εδάφους και τον εντοπισμό τυχόν κρυμμένων φρεατίων, αποτελεί τη μόνη επαρκή και εύλογη σχετική μέθοδο. Οι μέθοδοι της αναζήτησης των αρχιτεκτονικών/κατασκευαστικών σχεδίων και της προηγούμενης δοκιμαστικής ανύψωσης είναι εσφαλμένες και ανεφάρμοστες. (δ) Οι ξύλινες βάσεις, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν κατά την τοποθέτηση και λειτουργία της ανυψωτικής εξέδρας, ήσαν κατάλληλες και σε άριστη κατάσταση. Μάλιστα, η τοποθέτηση των ξύλινων βάσεων στα πέδιλα των τεσσάρων υποστηριγμάτων της ανυψωτικής εξέδρας αποτελούσε πρόσθετο μέτρο ασφάλειας εφ΄ όσον τα εργοστασιακά πέδιλα αφ΄ εαυτών παρείχαν ασφάλεια κατά τη λειτουργία της ανυψωτικής εξέδρας. (ε) Ο Ανδρέας Ανδρέου (Μ.Κ.1) δεν προέβηκε σε πλήρη διερεύνηση του ατυχήματος εφ΄ όσον δεν ανεζήτησε το λιβέρι το οποίο εχρησιμοποίησε ο οδηγός και χειριστής της ανυψωτικής εξέδρας Σοχέλ και εφ΄ όσον δεν συνέλεξε και δεν επαρουσίασε, ενώπιον του Δικαστηρίου, το καπάκι του φρεατίου και τις ξύλινες βάσεις τις οποίες θεωρεί ως ακατάλληλες.
(6)Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 δεν προσέφεραν μαρτυρία εμπειρογνώμονος και ούτε προσέφεραν μαρτυρία τείνουσα να καταδείξει πως η συμφωνία την οποίαν αυτοί συνήψαν με τους κατηγορουμένους αρ. 2, σχετικώς με την παροχή της ανυψωτικής εξέδρας, περιελάμβανε και όρους για την ασφαλή ανύψωση του Ali. Είναι προφανές πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1 θεωρούν τους εαυτούς τους απηλλαγμένους οιασδήποτε ευθύνης εν σχέσει με το ατύχημα αφ΄ ης στιγμής ανέθεσαν την ανύψωση του Ali στους κατηγορουμένους αρ. 2. Είναι προφανές πως οι κατηγορούμενοι αρ. 1 θεωρούν πώς, αφ΄ ης στιγμής ο εργοδοτούμενός τους Ali προγραμματίσθηκε να ανυψωθεί διά της χρήσης μηχανήματος το οποίο ανήκε στους κατηγορούμενους αρ. 2 και το οποίο ετύγχανε χειρισμού από υπάλληλο τους, οι ίδιοι ουδεμίαν ευθύνη φέρουν για την ασφάλεια αυτής της ανύψωσης. Πρόκειται περί εσφαλμένης αντίληψης. Όπως διαπιστώνεται στην απόφαση Παναγιώτης Λίγγης ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας (ανωτέρω), εφ΄ όσον ορισμένη εργασία εκτελείται στα πλαίσια της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη, αυτός εξακολουθεί να είναι υπεύθυνος για τον ασφαλή τρόπο εκτέλεσής της ακόμη και εάν τμήμα της εκτελείται με τη συμμετοχή τρίτου. Συνεπώς, στις περιπτώσεις ανάθεσης επί μέρους εργασίας σε τρίτον, για να διαπιστωθεί κατά πόσον ο εργοδότης εξεπλήρωσε, έναντι του εργοδοτούμενού του, την ευθύνη την οποίαν του εναποθέτει ο Ν.89(Ι)/1996είναι κρίσιμο να διαπιστωθούν οι πλήρεις όροι της μεταξύ του εργοδότη και του τρίτου συναφθείσας συμφωνίας. Παρατίθεται, για ανάλογη εφαρμογή, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Παναγιώτης Λίγγης ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας (ανωτέρω): "Η εκπλήρωση ..... από τον εργοδότη της ευθύνης που του εναποθέτει το ..... άρθρο, λόγω της ανάθεσης από αυτόν της επί μέρους εργασίας σε ανεξάρτητο εργολάβο, ελέγχεται μέσα από τους όρους της σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας. Αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσο είχε γίνει πρόνοια από τον εργοδότη, ώστε να λαμβάνονται από τον εργολάβο ευλόγως εφικτά μέτρα, για να διασφαλιζόταν ότι δεν θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα, από τον εργοδότη πρόσωπα." Συναφώς σημειώνεται πώς οι αποφάσεις Erodotou v. Shoham (Cyprus) Ltd κ.α. (ανωτέρω) και Edward McConkey v. Amec PLC and others (ανωτέρω), τις οποίες η πλευρά των κατηγορουμένων αρ. 1 επικαλείται, δεν αφορούν στο επίδικο ζήτημα της ευθύνης εργοδότη έναντι εργοδοτουμένου του, ως η ευθύνη αυτή διαγράφεται από την ισχύουσα, στην Κυπριακή Δημοκρατία, νομοθεσία και νομολογία.
(7)Από την πλευρά των κατηγορουμένων αρ. 2 την απαιτούμενη μαρτυρία πραγματογνώμονος (expert evidence) επιχείρησε να δώσει ο Ανδρέας Σουλής (Μ.Υ.3): Ενώπιον του Δικαστηρίου ο Ανδρέας Σουλής (Μ.Υ.3), άνδρας ώριμης ηλικίας, διευθυντής των κατηγορουμένων 2, επαρουσιάσθηκε δυναμικός, διεκδικητικός, πείσμων και υπερφίαλος. Επαναλάμβανε τη διαφωνία του με όσα ουσιώδη ο πραγματογνώμων Ανδρέας Ανδρέου (Μ.Κ.1) κατέθεσε και επαναλάμβανε την θέση πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 2 έπραξαν όλα όσα όφειλαν εν σχέσει με την ασφαλή και ακίνδυνη χρήση της ανυψωτικής εξέδρας και την ασφαλή και ακίνδυνη ανύψωση του Ali. Επέμενε πώς είναι εμπειρογνώμων στο τομέα της κατασκευής και ασφαλούς λειτουργίας της ανυψωτικής εξέδρας παρά το ότι "δεν τέλειωσ(ε) πανεπιστήμιο (και) ούτε (είναι) μηχανολόγος". Αναφέρθηκε στην πολύχρονη επαγγελματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων αρ. 2 στον τομέα προμήθειας αυτοκινούμενων μηχανημάτων καθώς και στην εκ μέρους του δυνατότητα χρήσης τέτοιων μηχανημάτων. Ο μάρτυς αναφέρθηκε, επίσης, στην πρακτική των κατηγορουμένων αρ. 2 να επιμορφώνουν το προσωπικό τους. Όμως, τα όσα ο Ανδρέας Σουλής (Μ.Υ.3) εδήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν χαρακτηρίζονται από τη λογική συνοχή, την τεκμηρίωση, την επάρκεια, την πληρότητα και την αξιοπιστία της μαρτυρίας του Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1). Όσον αφορά στην επιστήμη της Μηχανολογίας οι ακαδημαϊκές και εμπειρικές γνώσεις του Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1), υπερέχουν των όποιων εμπειρικών γνώσεων του Ανδρέα Σουλή (Μ.Υ.3). Επίσης, οι επαγγελματικές εμπειρίες του Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1), οι οποίες αφορούν στη λειτουργία μηχανημάτων ως η επίδικη ανυψωτική εξέδρα, καθώς και τη διερεύνηση των αιτιών που προκαλούν εργατικά ατυχήματα, υπερέχουν των όποιων αντίστοιχων εμπειριών του Ανδρέα Σούλη (Μ.Υ.3). Κατ΄ ακρίβειαν, ο μάρτυς επαρουσιάσθηκε ως πραγματογνώμων γιατί αυτή είναι η πεποίθησή του και όχι γιατί οι γνώσεις και οι εμπειρίες του το δικαιολογούν. Χωρίς να χρειάζεται να επαναληφθεί η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ως αυτή συνοψίζεται στις σελ. 2 και 3 ανωτέρω, και χωρίς να χρειάζεται να επαναληφθεί η μαρτυρία την οποία επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή διά της ένορκης κατάθεσης του Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Κ.1), η οποία συνοψίζεται στις σελ. 11 επ. ανωτέρω και η οποία κρίνεται ως ακριβής και αξιόπιστη, διαπιστώνεται πώς αυτή επαρκεί για να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ευθύνη των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 στις κατηγορίες τις οποίες αυτοί αντιμετωπίζουν. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 κρίνονται ένοχοι στην 1η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 κρίνονται ένοχοι στην 3η και την 4η κατηγορία. (Υπ.) .......................... Α. Κ. Λουκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.