← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργος Λουκαΐδης, Αρ. Υπόθεσης: 8531/14, 11/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γιώργος Λουκαΐδης, Αρ. Υπόθεσης: 8531/14, 11/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 8531/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας Κατηγορούσα Αρχή V Γιώργος Λουκαΐδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11-12-2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: ο ίδιος αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Οι λεπτομέρειες του αδικήματος στο κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν ως εξής: «Ο κατηγορούμενος στις 22/3/2014 στη Λεωφόρο Μακαρίου στην Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚVK021 και παρέλειψε να σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη που τοποθετήθηκε από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι πέρασε ενώ το κόκκινο φως ήταν αναμμένο». Η νομική βάση της κατηγορίας είναι οι Κανονισμοί 66(Β)

(1)(α)(
  1. i)και (
  2. ii)και 66(B)
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 66/84 ως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 189/08 και το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72 και Νόμος 47(Ι)/1997. Ο Κατηγορούμενος είναι δικηγόρος και εκπροσωπεί τον εαυτό του. Ήταν η θέση του ότι πράγματι πέρασε με κόκκινο, αλλά ήταν γιατί δεν προλάβαινε να σταματήσει με την ταχύτητα με την οποία κινείτο και λόγω του πόσο γρήγορα το φως άλλαξε από κίτρινο σε κόκκινο στη φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, άκουσα εισήγηση εκ μέρους του Κατηγορούμενου, ότι η υπόθεση δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως. Με απόφαση ημερομηνίας 25/11/15 η εισήγηση απορρίφθηκε και ο Κατηγορούμενος μαρτύρησε ενόρκως, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής του. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Αστ. 1154, Νεκτάριο Εγνατίου, ο οποίος ανέφερε ότι υπηρετεί στην Τροχαία Λάρνακας ως μοτοσυκλετιστής και την επίδικη μέρα βρισκόταν σε καθήκον περιπολίας στην πόλη της Λάρνακας και συγκεκριμένα στη Λεωφ. Μακαρίου. Ανέφερε τις περιστάσεις υπό τις οποίες κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο. Ότι, δηλαδή, τον είδε να παραβαίνει κόκκινο σηματοδότη σε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών στη Λεωφ. Μακαρίου, ενώ τα φώτα λειτουργούσαν κανονικά. Ότι η Λεωφ. Μακαρίου είναι οδός με 2 λωρίδες σε κάθε κατεύθυνση. Οι υπόλοιπες 3 λωρίδες της Λεωφόρου, εκτός της λωρίδας που ο Κατηγορούμενος κινείτο, ήτο κατειλημμένες και τα οχήματα που τις καταλάμβαναν είχαν σταματήσει στον κόκκινο σηματοδότη της επίδικης φωτοελεγχόμενης διάβασης πεζών. Μόνο ο Κατηγορούμενος δεν είχε σταματήσει. Ο ΜΚ1 είδε το όχημά του όταν βρισκόταν σε απόσταση περίπου 40 μέτρων από τη διάβαση, να κινείται προς αυτήν με μεγάλη ταχύτητα. Εκείνη την ώρα μάλιστα, διασταύρωνε πεζός από τα αριστερά προς τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου και ο πεζός είχε ήδη διασχίσει την 1η λωρίδα και το όχημα του Κατηγορούμενου που κινείτο στη δεξιότερη και 2η λωρίδα της κατεύθυνσης του, πέρασε ακριβώς μπροστά του και ενώ το φως στη διάβαση ήταν κόκκινο. Όταν έκανε σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει η παράβαση είχε ήδη γίνει. Του εξέδωσε εξώδικο και του επεξήγησε τον τρόπο πληρωμής του. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Κατηγορούμενος είπε εξ΄αρχής ότι δεν αντεξέτασε τον ΜΚ1, επειδή τα όσα είπε είναι ορθά και αληθή, εκτός από μία μικρή λεπτομέρεια. Συνέχισε όμως και παρέθεσε αριθμό γεγονότων διαφορετικών από εκείνα για τα οποία ο ΜΚ1 κατέθεσε. Είπε ότι δεν προλάβαινε να σταματήσει στο κόκκινο φανάρι της διάβασης πεζών με την ταχύτητα με την οποία εκινείτο, παρόλο που αυτή ήταν εντός του ορίου ταχύτητας των 50 ΧΑΩ. Αντιλήφθηκε το φως της φωτοελεγχόμενης διάβασης να αναβοσβήνει και να αλλάζει από κίτρινο σε κόκκινο ενώ βρισκόταν σε απόσταση 25 μέτρων από τη διάβαση πεζών. Χρειάζονταν 2 δευτερόλεπτα για να σταματήσει, με μεγάλο περιθώριο λάθους, ως ο ίδιος χαραχτηριστικά ανέφερε. Επί όλων αυτών, ο ΜΚ δεν αντεξετάστηκε, ούτε προσκομίστηκε επιστημονική ή άλλη μαρτυρία για την ταχύτητα με την οποία το φως στην επίδικη διάβαση αλλάζει από κίτρινο σε κόκκινο. Ενώ ο ΜΚ1 είπε ότι ο πεζός είχε ήδη διασχίσει την 1η λωρίδα και το όχημα του Κατηγορούμενου που κινείτο στη δεξιότερη και 2η λωρίδα της κατεύθυνσης του, πέρασε ακριβώς μπροστά από τον πεζό, ο Κατηγορούμενος είπε ότι ο πεζός είχε μόλις κάνει ένα βήμα από το πεζοδρόμιο και πέρασε από μπροστά του σε τουλάχιστον 5 μέτρα απόσταση. Είπε ότι ο πεζός δεν κινδύνευσε καθόλου διότι αυτός τον παρακολουθούσε πριν ακόμα διασχίσει τη διάβαση, ενώ ο ΜΚ δεν αντεξετάστηκε επ΄αυτού. Ήταν η θέση του ότι σχεδόν καθημερινά κάθε οδηγός διαπράττει αυτή την παράβαση διότι δεν προλαβαίνει να σταματήσει. Δεν αντεξέτασε το μάρτυρα για την ταχύτητα με την οποία κινείτο όταν ο μάρτυρας τον είδε ή όταν ο Κατηγορούμενος διερχόταν της φωτοελεγχόμενης διάβασης πεζών, σημαντικό κομμάτι της υπεράσπισης του. Για σκοπούς τελικής αγόρευσης του ο Κατηγορούμενος επανέλαβε, εν πολλοίς, τα όσα ανέφερε στην αγόρευσή του στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Πράγμα ανεπίτρεπτο, κατά την κρίση μου, αφού τα θέματα τα οποία αυτή πραγματεύεται είχαν ήδη αποφασισθεί. Συνέχισε, δε, να αγορεύει επί του ότι το αδίκημα δεν είναι αυστηρής ευθύνης ενώ και αυτό το θέμα είχε αποφασισθεί με την ενδιάμεση απόφαση, προβάλλοντας μάλιστα και επιχειρήματα τα οποία δεν ανέφερε κατά την σχετική εισήγησή του. Συμπλήρωσε, ότι το κατηγορητήριο πάσχει κατά μη θεραπεύσιμο τρόπο διότι οι λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει δεν έχουν ακριβώς το ίδιο λεκτικό με τη διάταξη που δημιουργεί το αδίκημα. Επίσης, διότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ της Κατηγορούσας Αρχής διίσταται του κατηγορητηρίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Δεν μου διαφεύγει, ότι η παράλειψη αντεξέτασης του ΜΚ εκ του Κατηγορούμενου σε θέματα που αργότερα και κατά τη δική του μαρτυρία προέκυψαν ως αποφασιστικά για σκοπούς της υπεράσπισής του και επομένως επίδικα, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι η μαρτυρία που δόθηκε από τον ΜΚ μπορεί να γίνει αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάστηκε και να οδηγήσει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Υπεράσπισης. Αντίθετα, το Δικαστήριο πρέπει να προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αξιολογώντας την αξιοπιστία του ΜΚ βάσει των πιο πάνω κριτηρίων κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ σε αυτήν για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Μου έκανε άριστη εντύπωση κατά την κυρίως εξέτασή του, αφού ως προανέφερα δεν αντεξετάστηκε. Ανέφερε την εκδοχή του των πραγμάτων, ως μια ιστορία, από αρχής μέχρι τέλους, πηγαία και σαν κάποιος που θυμόταν και γνώριζε καλά τις λεπτομέρειες των όσων κατέθετε. Δεν είχε οτιδήποτε να κερδίσει από του να μην πει την αλήθεια. Θυμόταν λεπτομέρειες παρά την πάροδο πέραν του ενάμισυ χρόνου. Ο Κατηγορούμενος είπε ότι τα όσα ανέφερε είναι ορθά και αληθή. Δεν έχω ενδοιασμό να δεχτώ τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Αντιθέτως, ήταν εμφανές ότι ο Κατηγορούμενος σκοπό είχε να απεκδυθεί οποιασδήποτε ποινικής ευθύνης. Δεν αποτελεί συμπέρασμά μου ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο, αλλά ότι αντίκρισε και ερμήνευσε τα συμβάντα της επίδικης μέρας, και προώθησε αυτά και τις νομικές του θέσεις στο Δικαστήριο, κατά τρόπο ώστε η συμπεριφορά του να μην κρινόταν ποινικά μεμπτή. Δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Ήταν πάντως ξεκάθαρη η θέση του ότι πέρασε με κόκκινο φως και αυτό είναι αρκετό για απόφανση του, εν προκειμένω, επίδικου θέματος, με δεδομένο ότι το αδίκημα αυτό είναι αυστηρής ευθύνης, ως αναφέρεται κατωτέρω. Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα πάνω σε ένα ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του μπορεί να εκληφθεί ως αποδοχή της μαρτυρίας του. (΄Ιδε Phipson on Evidence, 12η Έκδοση, παράγραφος 1593, σ. 687. Ίδε επίσης Ζαχαρίου ν. Ζαχαρίου Έφεση Οικογενειακού Δικαστηρίου 12 της 27/3/1993 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.ά
(1998)1Α Α.Α.Δ 291). Πάντως, στην υπόθεση Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, και εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό. Βάσει όλων των πιο πάνω, δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ στην ολότητά της και καταλήγω σε ευρήματα ως αυτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Παραθέτω το μέρος του κειμένου της απόφασης επί του εκ πρώτης όψεως που αφορά εν προκειμένω, για σκοπούς πληρότητας. Και το υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας τελικής απόφασης. «Η εκ πρώτης όψεως εισήγηση του Κατηγορούμενου βασίστηκε επί των εξής: Ότι η νομική βάση της κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου δεν αποκαλύπτει αδίκημα, διότι ο Κανονισμός 66Β
(1)(α)(
  1. i)και (
  2. ii)αφορά σε φωτεινούς σηματοδότες τροχαίας και όχι σε φωτεινούς σηματοδότες διάβασης πεζών. Είπε επίσης ότι η διάταξη που εφαρμόζεται είναι ο K. 66Β
(1)(β) που αφορά σε φωτεινούς σηματοδότες για πεζούς, η οποία δεν εμφαίνεται στη νομική βάση του κατηγορητηρίου. Εισηγήθηκε, τέλος, ότι εν πάση περιπτώσει, τα αδικήματα που δημιουργούνται από τους πιο πάνω κανονισμούς δεν είναι αυστηρής ευθύνης, αλλά απαιτείται προς απόδειξη τους μαρτυρία για την ένοχη διάνοια (mens rea) του παραβάτη, μαρτυρία η οποία δεν δόθηκε εν προκειμένω. Καθοδηγούμαι από τα όσα λέχθηκαν στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ133 η οποία υιοθέτησε και εξειδίκευσε την προγενέστερη Azinas ν. the Police
(1981)2 C.L.R. 9: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [....] To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. [.....] Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. [...]. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ; αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου.» Δεν θα ήμουν διατεθειμένη να εξετάσω τις εισηγήσεις του Κ στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, εάν δεν έκρινα ότι όλες, τελικά, καταλήγουν, εάν ευσταθούν, σε μη πλήρωση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του Κατηγορητήριου. Θα τις εξετάσω επομένως κατωτέρω. Απαιτείται η παράθεση ολόκληρου του Κανονισμού 66Β ώστε να καταστεί σαφές το νόημά του και να αποφασισθεί η εισήγηση του Κατηγορούμενου. « 66Β.
(1)Ο τρόπος ρύθμισης της τροχαίας με τη χρήση φωτεινών σηματοδοτών είναι ο ακόλουθος: (α) Ενδείξεις στους φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα: (
  1. i)Εξαιρουμένων των προνοιών της υποπαραγράφου (
  2. ii)η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει απαγόρευση για κάθε όχημα που βρίσκεται στον δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμή στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει τον φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση όπου η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. (
  3. ii)Η ένδειξη του κόκκινου φανού σημαίνει, για όχημα της Αστυνομίας, της Στρατονομίας της Εθνικής Φρουράς, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, για ασθενοφόρο όχημα, πυροσβεστικό όχημα του Τμήματος Δασών, οχήματος της Πολιτικής Άμυνας ή για ναυαγοσωστικό όχημα, απαγόρευση να προχωρήσει πέραν της γραμμής στάσης ή του φωτεινού σηματοδότη όπως αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i), εκτός αν το όχημα χρησιμοποιείται τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για υπηρεσία έκτακτης ανάγκης και έχει σε λειτουργία το ειδικό φωτεινό ή ηχητικό σήμα ή και τα δυο, όπως αναφέρεται στην υποπαράγραφο (η) της παραγράφου
(4)του Κανονισμού 58, οπότε το εν λόγω όχημα μπορεί να προχωρήσει, νοουμένου ότι καταβάλλεται από τον οδηγό του κάθε εύλογη προσπάθεια ώστε με την κίνησή του υπό τις δοσμένες περιστάσεις να μην δημιουργείται οποιοσδήποτε κίνδυνος σε άλλους χρήστες του δρόμου. (iii) Η ταυτόχρονη ένδειξη του κόκκινου και του κίτρινου φανού προορίζεται να παράσχει στον οδηγό χρόνο προετοιμασίας για εκκίνηση και σημαίνει επικείμενη αλλαγή της ένδειξης σε πράσινο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η απαγόρευση της ένδειξης του κόκκινου ακυρώνεται. (
  1. iv)Η ένδειξη του πράσινου φανού σημαίνει ότι το όχημα μπορεί να περάσει την γραμμή στάσης και τους φωτεινούς σηματοδότες και να προχωρήσει, εκτός αν η πορεία του εμποδίζεται από άλλα οχήματα. (
  2. v)Η ένδειξη του κίτρινου φανού σημαίνει απαγόρευση όπως και η ένδειξη του κόκκινου φανού, εκτός αν κατά τη στιγμή της αλλαγής της ένδειξης από πράσινο σε κίτρινο το όχημα βρισκόταν τόσο κοντά στην γραμμή στάσης ή τους φωτεινούς σηματοδότες που καθιστούσε επικίνδυνη τη στάση του οχήματος πριν από τη γραμμή στάσης ή τους φωτεινούς σηματοδότες. (
  3. vi)Η ένδειξη του κίτρινου φανού να αναβοσβήνει σε διασταύρωση ή συμβολή δρόμων σημαίνει ότι αυτή θεωρείται ως μη ελεγχόμενη από φωτεινούς σηματοδότες και έχει προτεραιότητα το όχημα που κινείται από δεξιά. Στην περίπτωση διάβασης πεζών που ελέγχεται με φωτεινούς σηματοδότες, η ένδειξη του κίτρινου φανού να αναβοσβήνει σημαίνει ότι το όχημα οφείλει να σταματήσει αν υπάρχει πεζός στη διάβαση, διαφορετικά μπορεί να προχωρήσει προσεκτικά. (vii) Η ένδειξη πράσινου φανού με απεικόνιση σχήματος βέλους σημαίνει ότι το όχημα μπορεί να περάσει τη γραμμή στάσης και τους φωτεινούς σηματοδότες και να προχωρήσει ακολούθως μόνο προς την κατεύθυνση που δείχνει το βέλος. (β) Ενδείξεις στους φωτεινούς σηματοδότες για πεζούς: (
  4. i)Ο κόκκινος φανός με απεικόνιση φιγούρας ανθρώπου σε στάση προσοχής σημαίνει ότι απαγορεύεται σε πεζό να διασταυρώσει το δρόμο. (
  5. ii)Ο πράσινος φανός με απεικόνιση φιγούρας ανθρώπου σε κίνηση σημαίνει ότι επιτρέπεται σε πεζό να διασταυρώσει το δρόμο μόνο στο σημείο της διάβασης πεζών, εκτός αν η παρουσία οχημάτων ή άλλης τροχαίας καθιστούν τη διασταύρωση επικίνδυνη. (
  6. ii)Ο πράσινος φανός με απεικόνιση φιγούρας ανθρώπου σε κίνηση που αναβοσβήνει σε διάβαση πεζών σημαίνει ότι ο πεζός, που δεν έχει ακόμα εισέλθει στη διάβαση, δεν δικαιούται να διασταυρώσει το δρόμο. Αν όμως η ένδειξη εμφανιστεί όταν ο πεζός βρίσκεται μέσα στη διάβαση, τότε αυτός δικαιούται να ολοκληρώσει τη διασταύρωση του δρόμου με γοργό βήμα. (γ) Ενδείξεις στους φωτεινούς σηματοδότες για ποδηλατιστές: (
  7. i)Ο κόκκινος φανός με απεικόνιση φιγούρας ποδηλάτου σημαίνει ότι απαγορεύεται σε ποδηλατιστή να διασταυρώσει το δρόμο. (
  8. ii)Ο πράσινος φανός με απεικόνιση φιγούρας ποδηλάτου σημαίνει ότι επιτρέπεται σε ποδηλατιστή να διασταυρώσει το δρόμο στο σημείο της διάβασης ποδηλατιστών εκτός αν η παρουσία οχημάτων ή άλλης τροχαίας κίνησης καθιστούν τη διασταύρωση επικίνδυνη. (iii) Ο πράσινος φανός με απεικόνιση φιγούρας ποδηλάτου που αναβοσβήνει σε κοινή διάβαση πεζών και ποδηλατιστών που ελέγχεται από φωτεινούς σηματοδότες σημαίνει ότι ο ποδηλατιστής, που δεν έχει ακόμα εισέλθει στη διάβαση, δεν δικαιούται να διασταυρώσει το δρόμο. Αν όμως η ένδειξη εμφανιστεί όταν ο ποδηλατιστής βρίσκεται μέσα στη διάβαση, τότε αυτός δικαιούται να ολοκληρώσει τη διασταύρωση. (δ) Ενδείξεις στους κοινούς φωτεινούς σηματοδότες για πεζούς και ποδηλατιστές: Νοείται ότι, σε κοινούς φωτεινούς σηματοδότες για πεζούς και ποδηλατιστές ισχύουν οι διατάξεις των υποπαραγράφων (β) και (γ).
(2)Παράβαση συμμόρφωσης με τις ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο
(1)συνιστά αδίκημα: Νοείται ότι σε περίπτωση κατά την οποία οδική συμβολή ή διάβαση ελέγχεται από αστυνομικό με στολή, κάθε οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος ή πεζός ή ποδηλατιστής υπακούει στις οδηγίες και τα σήματα του αστυνομικού, ανεξάρτητα από τις ενδείξεις στους φωτεινούς σηματοδότες τροχαίας.» Προκύπτει από ανάγνωση του πιο πάνω Κανονισμού, ότι το εδάφιο (α) αυτού, το οποίο ρητά αναφέρει ότι αφορά σε ενδείξεις στους φωτεινούς σηματοδότες για οχήματα, εφαρμόζεται για την ρύθμιση της τροχαίας κίνησης οποτεδήποτε αυτή αφορά σε οχήματα. Οποτεδήποτε η ρύθμιση της τροχαίας κίνησης αφορά σε πεζούς εφαρμόζεται ο Κανονισμός 66Β
(1)(β). Ο Κανονισμός 66Β
(1)(α) εφαρμόζεται, σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι φωτεινοί σηματοδότες υπάρχουν για την ρύθμιση της κίνησης των οχημάτων. Ακόμα και σε σημείο όπου υπάρχει διάβαση πεζών. Αυτή η ερμηνεία, επιβεβαιώνεται από την ρητή αναφορά σε διάβαση πεζών, στη δεύτερη πρόταση του εδαφίου (vi) του εν λόγω Κανονισμού. Από το λεκτικό της επιφύλαξης του εν λόγω κανονισμού, μετά το εδάφιο
(2), επιβεβαιώνεται επίσης ότι διάβαση πεζών δυνατόν να ελέγχεται από φωτεινούς σηματοδότες τροχαίας τόσο για οχήματα όσο και για πεζούς και για ποδηλατιστές. Δεν βρίσκω, επομένως, να υπάρχει έρεισμα στις πρώτες 2 εισηγήσεις του Κατηγορούμενου. Αναφορικά με την τρίτη εισήγηση ότι τα αδικήματα που δημιουργούνται με τους πιο πάνω Κανονισμούς δεν είναι αυστηρής ευθύνης, αναφέρω ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο νομοθέτης δημιουργεί αδικήματα αυστηρής ευθύνης. Σε τέτοια αδικήματα η συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη αποτελεί το αδίκημα χωρίς να καθίσταται αναγκαία η νοητική κατάσταση του αδικοπραγούντα κατά την τέλεση της ενέργειας ή παράλειψης. Όταν, δηλαδή, το αδίκημα στοιχειοθετείται ανεξάρτητα από την εγκληματική πρόθεση του παραβάτη, τότε μπορεί να χαραχτηριστεί ως αυστηρής ευθύνης (regulatory) (Βλ. Sea Islands Tours Ltd και άλλοι v. Κ.Ο.Τ.
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 196). Το κατά πόσο δημιουργείται τέτοιας φύσεως αδίκημα, όμως, πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό της σχετικής νομοθετικής διάταξης, χωρίς να παραμένει οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας σε σχέση με το ποία ενέργεια ή παράλειψη συνιστά το αδίκημα (βλ. Yiannakis Shistris v. Cyprus Tourism Organization,
(1982)2 C.L.R. Criminal Appeal 4307, ημερ. 21.12.1982, Sewage Board v. Anastasia Demosthenous
(1982)2 C.L.R. 252). Στην περίπτωση του Κανονισμού 66Β
(1)(α)(i), βρίσκω, η ενέργεια που απαγορεύεται να είναι σαφής και ξεκάθαρη. Υπάρχει απαγόρευση, και είναι αυτή η λέξη που χρησιμοποιείται, για κάθε όχημα που βρίσκεται στον δρόμο να προχωρήσει πέραν της γραμμή στάσης, της άσπρης δηλαδή γραμμής που είναι χαραγμένη εγκάρσια, ή πέραν του σημείου από το οποίο ο οδηγός μπορεί να βλέπει τον φωτεινό σηματοδότη που βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σε περίπτωση όπου η γραμμή στάσης δεν είναι ευκρινώς ορατή ή δεν υπάρχει χαραγμένη στο δρόμο. Η απαγόρευση μάλιστα είναι τόσο απόλυτη που ισχύει και σε περιπτώσεις οχήματος των σωμάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (
  1. ii)του εν λόγω Κανονισμού, εκτός εάν αυτά έχουν σε λειτουργία το ειδικό φωτεινό ή ηχητικό σήμα που δεικνύει έκτακτη ανάγκη, ή και τα δύο, οπόταν μπορούν να προχωρήσουν νοουμένου ότι ο οδηγός τους καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια να μην δημιουργείται κίνδυνος σε οποιουσδήποτε άλλους χρήστες του δρόμου. Βρίσκω το λεκτικό του εν λόγω Κανονισμού ξεκάθαρα να δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης, το οποίο δεν απαιτεί ένοχη διάνοια εκ μέρους του αδικοπραγούντα ώστε να τελεστεί. Η περαιτέρω εισήγηση του Κατηγορούμενου ότι θα έπρεπε να είχε δοθεί μαρτύρια ως προς το εάν ο Κατηγορούμενος προλάβαινε, βάσει της ταχύτητας, που οδηγούσε να σταματήσει με ασφάλεια δεν ευσταθεί, εφόσον η απαγόρευση είναι απόλυτη και κάθε οδηγός οφείλει να λαμβάνει όλα εκείνα τα προληπτικά μέτρα ώστε να είναι σε θέση να σταματά σε κάθε κόκκινο φως που βρίσκει στο δρόμο του. Αυτή η εισήγηση πιθανόν να ευσταθούσε σε κατηγορία βάσει του εδαφίου (
  2. v)του ίδιου Κανονισμού, αλλά αυτό δεν είναι επίδικο θέμα εν προκειμένω και δεν θα αποφασιστεί». Δεν συμφωνώ με την περαιτέρω εισήγησή του Κατηγορούμενου, ότι η λέξη «παρέλειψε» στις λεπτομέρειες του αδικήματος, υποδηλοί ότι το αδίκημα απαιτεί την απόδειξη ένοχης διάνοιας (mens rea). Αφ΄ενός, η λέξη αυτή δεν περιλαμβάνεται στο λεκτικό του Κανονισμού ως εκτέθηκε πιο πάνω, το οποίο είναι ο μόνος ασφαλής οδηγός ως προς την ερμηνεία του. Αφ΄ετέρου, η λέξη «παρέλειψε» αφ΄εαυτής και από μόνη της, και αναγραφόμενη μόνο στις λεπτομέρειες του αδικήματος, δεν μεταβάλλει το αδίκημα που αποτελεί τη νομική βάση του κατηγορητηρίου. Οι λεπτομέρειες σε αδίκημα κατηγορητηρίου, έχει νομολογηθεί ότι, πρέπει με τρόπο κατανοητό να παραθέτουν το αδίκημα ώστε να είναι ξεκάθαρο για τον κατηγορούμενο ποια κατηγορία αντιμετωπίζει. Δεν οφείλουν να είναι πιστή αντιγραφή του αδικήματος. Πρέπει να εκτίθενται με τέτοιο τρόπο ώστε ο Κατηγορούμενος να έχει επαρκή γνώση της εναντίον του κατηγορίας ώστε να μπορεί να προβάλει ανεμπόδιστα την υπεράσπισή του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι λεπτομέρειες του αδικήματος, ως εκτέθηκαν πιο πάνω, συμμορφώνονται με τα πιο πάνω κριτήρια. Εξάλλου, είναι ξεκάθαρο ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δικηγόρος, γνώριζε επακριβώς σε τι συνίστατο η κατηγορία που αντιμετώπισε, τόσο βάσει των πραγματικών γεγονότων που ανέφερε όταν μαρτύρησε, όσο και βάσει των νομικών θέσεων που πρόβαλε καθ' όλη τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Ούτε μπορώ να συμφωνήσω ότι το κατηγορητήριο πάσχει κατά μη θεραπεύσιμο τρόπο και πρέπει να απορριφθεί, διότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή διίσταται της κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε εκείνη τη μαρτυρία που απαιτείτο, ώστε να υποστηρίξει το αδίκημα του κατηγορητηρίου και όχι κάποιο άλλο ή κάποια συμπεριφορά που δεν ποινικοποιείται βάσει της συγκεκριμένης νομικής διάταξης που επικαλέστηκε ως νομική βάση. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, επίσης, ότι οι Κανονισμοί 66Β
(1)(α) και (β) αντίστοιχα αφορούν σε φώτα για οχήματα και πεζούς αντίστοιχα, αλλά δεν καθορίζουν και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους. Αυτή η θέση είναι λανθασμένη και δεν βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό του Κανονισμού. Στη βάση όλων των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ................. (Υπ.) Μαρία Κ. Λοΐζου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.