← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ, Υπόθεση υπ' αρ.: 1674/2013, 7/7/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ, Υπόθεση υπ' αρ.: 1674/2013, 7/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 1674/2013 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - εναντίον - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ ---------- Ημερομηνία: 07/07/2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου Κατηγορούμενος Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος, τελικώς, αφού κλήθηκε σε απολογία, αντιμετώπισε τις ακόλουθες κατηγορίες, ως αυτές παρουσιάζονται στο σχετικό κατηγορητήριο: 2η Κατηγορία: Άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής σε αστυνομικό, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 5, 6 (

(1),
(2),
(4),
(5)), 8 και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Νόμος 174/1986[i] και του Άρθρου 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972, ως αυτός έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 33(I)/2000, 80(Ι)/2000 και 109(Ι)/2012 και Κ. Δ. Π. 51/1990. 3η Κατηγορία: Οδήγηση οχήματος άνευ φώτων κατά παράβαση των Κανονισμών 50
(10)(α)(i) και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ. Δ. Π. 66/1984 και του Άρθρου 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
  1. [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  2. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, δύο μάρτυρες, ως ακολούθως: i. Ο Λοχίας Αστυφύλακας 4759, κ. Α. Κακούρης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), και ii. Ο Αστυφύλακας 2828, κ. Ο. Πέτρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»).
  3. Από πλευράς Υπεράσπισης, επιλέχθηκε η ένορκη κατάθεση από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, αλλά δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ο οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας.
  4. Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν, των μερών, εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης και να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία. [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ [Γ - Α]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ως αυτές εμφαίνονται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής, ο Κατηγορούμενος, την 18/11/2012, στην οδό Σωππάτρου Πάφιου στην Λάρνακα, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVK021 και ενώ εκλήθη από αστυνομικό με στολή να παράσχει δείγμα εκπνοής για εξέταση αλκοόλης στην εκπνοή του, αρνήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής.
  6. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, ως αυτές εμφαίνονται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής, ο Κατηγορούμενος, την 18/11/2012, στην οδό Σωππάτρου Πάφιου στην Λάρνακα, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVK021 κατά το διάστημα μισής ώρας μετά τη δύση του ηλίου και μισής ώρας πριν την ανατολή του ηλίου, δηλαδή η ώρα 01:30, χωρίς φώτα πορείας.
  7. Η Κατηγορούσα Αρχή, με την μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων. α. Σύνοψη της Μαρτυρίας του Λοχία Αστυφύλακα 4759, κ. Α. Κακούρη, ΜΚ
  8. Ενόρκως, από τον ΜΚ1, υποστηρίχθηκαν στο Δικαστήριο, τα ακόλουθα: i. Την 18/11/2012 και ώρα 01:30 π. μ. ο ΜΚ1, μαζί με άλλους δύο αστυφύλακες, μεταξύ των οποίων και ο ΜΚ2, βρίσκονταν στην οδό Σταδίου στην Λάρνακα και διενεργούσαν ελέγχους αλκοόλης, σε διερχόμενους οδηγούς μηχανοκίνητων οχημάτων. ii. Τότε, είχαν αντιληφθεί ένα σαλούν όχημα, που, ενώ αρχικά κατευθυνόταν από την οδό Αδώνυδος προς το σημείο από όπου αυτοί διενεργούσαν ελέγχους, ο οδηγός του, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία τους στον δρόμο, παρέκκλινε της πορείας του και εισήλθε στην αδιέξοδο πάροδο της οδού Σωππάτρου Πάφιου, αποσκοπώντας, ως πίστεψαν, να αποφύγει ενδεχόμενο έλεγχο. Ήταν, προσέθεσε, ευδιάκριτη η παρουσία τους στον δρόμο, αφού φορούσαν, πρόσθετα της στολής τους, φωσφορούχο γιλέκο και κρατούσαν αναμμένους φανούς. iii. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2, αμέσως κινήθηκαν προς την εν λόγω οδό. Φτάνοντας στην συμβολή των οδών Αδώνυδος και Σωππάτρου Πάφιου, αντιλήφθηκαν τα φώτα πορείας του οχήματος που είχαν παρατηρήσει αμέσως προηγουμένως να εισέρχεται στην προαναφερόμενη πάροδο, σε κίνηση, που δείκνυε, ότι, το εν λόγω όχημα, έκανε επαναστροφή, σε χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας στο τέλος του δρόμου. Παρατηρώντας αυτό, παρέμειναν στην συμβολή των οδών Αδώνυδος και Σωππάτρου Πάφιου, αναμένοντας το εν λόγω όχημα να φτάσει προς το μέρος τους, ώστε να ανακοπεί και να υποβληθεί ο οδηγός του σε έλεγχο. iv. Το εν λόγω όχημα, ενώ τους πλησίαζε, και σε απόσταση περίπου 50 μ. από το σημείο στάσης τους, έσβησε τα φώτα πορείας του. Ενόσω δηλαδή αυτό εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κίνηση, κινούμενο με χαμηλή ταχύτητα. v. Όταν πλέον, το εν λόγω όχημα τους πλησίασε, σε απόσταση περίπου 20 μ. από το σημείο στάσης τους, ο ΜΚ1 έκανε κανονικό σήμα στον οδηγό του, να κάνει στάση για έλεγχο. Αυτός, αντιλαμβανόμενος την παρουσία τους στον δρόμο, ακινητοποίησε το όχημα στην μέση της οδού, ενώ οι ΜΚ1 και ΜΚ2 κινούνταν την δεδομένη στιγμή προς το μέρος του. vi. Υπήρχε, ανέφερε ο ΜΚ1, οδικός φωτισμός στο σημείο αυτό της οδού Σωππάτρου Πάφιου, γεγονός που επέτρεψε στους ΜΚ1 και ΜΚ2, να δουν τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω οχήματος, που ήταν KVK
  9. Ο δε ΜΚ2, παράλληλα, αναγνώρισε τον οδηγό, ως τον Κατηγορούμενο, δικηγόρο στο επάγγελμα, ο οποίος, είχε και στο παρελθόν απασχολήσει την τροχαία Λάρνακας, για παρόμοιας φύσης τροχαίες παραβάσεις. vii. Κινούμενοι προς το μέρος που ο Κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημα του, ο ΜΚ1 είδε τον Κατηγορούμενο να προσπαθεί, με γρήγορες κινήσεις, να αφαιρέσει την ζώνη ασφαλείας του και πράττοντας το, να προσπαθεί να εξέλθει του οχήματος. Έφτασαν κοντά στον Κατηγορούμενο, όταν αυτός, μόλις εξήλθε του οχήματος και ετοιμαζόταν, εξ αποστάσεως του, να το κλειδώσει με τηλεχειριστήριο. Παρά τον χαιρετισμό τους, ο Κατηγορούμενος, αγνοώντας τους, επιχείρησε πεζός να απομακρυνθεί από αυτούς. Του εξήγησαν για τον λόγο της εκεί παρουσίας τους, δηλαδή, για την διενέργεια ελέγχων οδηγών μηχανοκίνητων οχημάτων και εάν, αυτοί, οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλης και ο Κατηγορούμενος, ανταποκρινόμενος, τους ανέφερε ότι ο ίδιος, την δεδομένη εκείνη στιγμή, δεν οδηγούσε, καθότι βρισκόταν έξω από το όχημα του. Ο Κατηγορούμενος, δεν είχε τότε προσφέρει, καμία δικαιολογία γιατί το είχε ακινητοποιήσει στο συγκεκριμένο σημείο της οδού το όχημα του. viii. Η συνομιλία του ΜΚ1 με τον Κατηγορούμενο, είχε αποτέλεσμα, ο ΜΚ1, να υποψιαστεί, ότι, ο Κατηγορούμενος, πιθανόν να οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, γιατί μύριζε έντονα οινόπνευμα. Ζήτησε, τότε, από τον Κατηγορούμενο, να τον υποβάλει σε προκαταρκτικό έλεγχο, βάσει δείγματος εκπνοής που ο Κατηγορούμενος θα έδινε στην συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου αλκοόλης που είχε στην κατοχή του, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε, ότι, τυχόν άρνηση του συνιστά ποινικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να συλληφθεί και να καταγγελθεί. Αφού ο ΜΚ1 επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου στον νόμο, ο Κατηγορούμενος, ανταποκρινόμενος, έδωσε συγκεκριμένη απάντηση, αρνούμενος έτσι την απαίτηση του ΜΚ
  10. Το γεγονός αυτό, επαναλήφθηκε και για δεύτερη φορά. Τότε, ο ΜΚ1, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο, για το διαπραχθέν τότε αυτόφωρο αδίκημα. Εν συνεχεία, ακολούθησαν τα γεγονότα που οδήγησαν στην γραπτή καταγγελία του Κατηγορουμένου στον σταθμό της τροχαίας Λάρνακας και την συνεπακόλουθη απόλυση του από αστυνομική κράτηση. β. Σύνοψη της Μαρτυρίας του Αστυφύλακα 2828, κ. Ο. Πέτρου, ΜΚ
  11. Ενόρκως, από τον ΜΚ2, υποστηρίχθηκαν στο Δικαστήριο, σε γενικές γραμμές, όλα όσα γεγονότα υποστήριξε ο ΜΚ1 με την δική του μαρτυρία. Σε αυτά, ο ΜΚ2 προσέθεσε ότι, γνωρίζει τον Κατηγορούμενο από προηγούμενη καταγγελία του, για αδίκημα σχετιζόμενο με οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, καθώς επίσης και γιατί, ως εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων, τυγχάνει να γνωρίζει τον Κατηγορούμενο, που είναι δικηγόρος, από τον χώρο του Δικαστηρίου. [Γ - Β]. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
  12. Ενόρκως, από τον Κατηγορούμενο, υποστηρίχθηκαν στο Δικαστήριο, τα ακόλουθα: i. Αποδέχεται, πλείστα των γεγονότων που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ισχυριζόμενος, ότι, κάποια από αυτά, αλλοιώθηκαν ή δεν αποκαλύφθηκαν πλήρως από τους ΜΚ1 και ΜΚ
  13. ii. Αποδέχεται, ότι, κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα, οδηγώντας το συγκεκριμένο όχημα, ενώ αρχικά κατευθυνόταν από την οδό Αδώνυδος, προς το σημείο από όπου οι ΜΚ1 και ΜΚ2 διενεργούσαν ελέγχους τροχαίας στην οδό Σταδίου, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία τους στον δρόμο και σε απόσταση περίπου 10 έως και 15 μέτρα από την πάροδο της οδού Σωππάτρου Πάφιου, παρέκκλινε της πορείας του και εισήλθε στην εν λόγω οδό Σωππάτρου Πάφιου, που γνώριζε ότι είναι αδιέξοδος. Εξ υπαρχής πρόθεση του Κατηγορουμένου, ήταν να πορευθεί δια της οδού Σταδίου, προς ένα νυκτερινό κέντρο που βρίσκεται στην οδό Κωνσταντίνου Καλογερά, στην οποία η οδός Σταδίου καταλήγει. iii. Έχοντας αντιληφτεί την παρουσία των αστυνομικών στην οδό Σταδίου, εισερχόμενος στην αδιέξοδο πάροδο της οδού Σωππάτρου Πάφιου, αρχικά, πρόθεση είχε, την επαναστροφή του οχήματος του στην οδό Αδώνυδος, ώστε να κινηθεί, αντίθετα της προγενέστερης του πορείας. Εύκολα θα μπορούσε να κάμει επαναστροφή του οχήματος του, ώστε να πορευθεί κατά τον τρόπο αυτό, δεδομένου ότι:
(1)η οδός Αδώνυδος, είναι διπλής κατεύθυνσης, και
(2)του ότι, στην αριστερή γωνία που σχηματίζουν οι οδοί Αδώνυδος και Σωππάτρου Πάφιου, υπάρχει ένα μεγάλης έκτασης οικόπεδο κενό που επέτρεπε την επαναστροοφή. Επειδή όμως, πρόθεση του, ήταν να επισκεφτεί το συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο στην οδό Κωνσταντίνου Καλογερά, που απείχε μόνο περί τα 200 μ., αναθεώρησε, θεωρώντας ασφαλέστερο, καλύτερο και ευκολότερο, να σταθμεύσει το όχημα του στην αδιέξοδο αυτή οδό της Σωππάτρου Πάφιου, ώστε να πορευθεί εκεί πεζός, δεδομένου ότι:
(1)θα ήταν αδύνατο να σταθμεύσει στην αμέσως επόμενη πάροδο της οδού Αισώπου, λόγο στενότητας του δρόμου, και
(2)του ότι, θα ήταν επίσης αδύνατο να σταθμεύσει στην οδό Κωνσταντίνου Καλογερά, η οποία, ως πιο κεντρική οδός, ως Παρασκευή βράδυ που ήταν, θα είχε αυξημένη κίνηση και στάθμευση οχημάτων στους διαθέσιμους, κατά μήκος αυτής, χώρους. iv. Επέλεξε, - γιατί θεώρησε αυτή, ασφαλέστερη επιλογή για το όχημα του -, αντί να το σταθμεύσει στην αριστερή γωνία που σχηματίζουν οι οδοί Αδώνυδος και Σωππάτρου Πάφιου, - στο κενό δηλαδή οικόπεδο -, να το σταθμεύσει στο μέσο της οδού Σωππάτρου Πάφιου, αφού θα έκανε πρώτα επαναστροφή στο τέρμα της, στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του, σε σημείο που δεν θα ενοχλούσε. Όπως και έπραξε. v. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος, ακινητοποίησε το όχημα του, έσβησε τον κινητήρα του, γεγονός που αυτόματα οδήγησε και σε σβήσιμο των φώτων πορείας που εκπέμπουν οι φανοί του οχήματος, έβγαλε την ζώνη ασφαλείας του, εξήλθε του οχήματος του και αφού το κλείδωσε μακρόθεν, χρησιμοποιώντας τηλεχειριστήριο, πορεύθηκε πεζός προς την οδό Αδώνυδος. Βρισκόταν στο μέσο της οδού Σωππάτρου Πάφιου, οπόταν, η απόσταση που θα διένυε μέχρι και την οδό Αδώνυδος, θα ήταν γύρω στα 50 μ. Αφού διένυσε πεζός, 2 μ. περίπου, αντιλήφθηκε δύο αστυφύλακες να πεζοπορούν στην οδό Αδώνυδος με κατεύθυνση την οδό Σωππάτρου Πάφιου. Παρά τούτο, ο ίδιος συνέχισε την πορεία του, η οποία ήταν, προς τους δύο αυτούς αστυνομικούς. Σε καμία στιγμή, της σύντομης, χρονικά, παραμονής του Κατηγορουμένου στην οδό Σωππάτρου Πάφιου, ο Κατηγορούμενος, δεν διανοήθηκε ότι, οι αστυνομικοί που είχε ενωρίτερα δει να διενεργούν ελέγχους στην οδό Σταδίου, σε μία, προσεχτικά επιλεγμένη, ως την χαρακτήρισε, τοποθεσία, θα εγκατέλειπαν αυτή, για να αναζητήσουν το οποιοδήποτε όχημα εισερχόταν στην σκοτεινή αυτή πάροδο της Σωππάτρου Πάφιου. Αυτός ήταν και ο λόγος που εντυπωσιάστηκε όταν είδε τους δύο αστυφύλακες να κατευθύνονται πεζοί προς το μέρος του, αλλά δεν θεώρησε ότι υπήρχε οτιδήποτε το επιλήψιμο. vi. Συνάντησε τελικά τους ΜΚ1 και ΜΚ2, περίπου στο μέσο της διαδρομής του πεζός, δηλαδή, από το σημείο που στάθμευσε το όχημα μέχρι και την οδό Αδώνυδος. Περίπου, περί τα 25 μ. από το όχημα του. Στην συνέχεια, ακολούθησαν όλα όσα γεγονότα μαρτύρησαν και οι ΜΚ1 και ΜΚ2, τα οποία και αποδέχεται - σε ότι αφορά την κατάληξη τους και όχι τον τρόπο που αυτά εκτυλίχθησαν - που αφορούν
(1)την άρνηση του Κατηγορουμένου να δώσει δείγμα εκπνοής ώστε να ελεγχθεί αν είχε καταναλώσει αλκοόλ,
(2)τον λόγο που αρνήθηκε - δηλαδή, ότι την δεδομένη στιγμή που αυτό του είχε ζητηθεί - αυτός ήταν πεζός,
(3)την σύλληψη του,
(4)την γραπτή καταγγελία του στον σταθμό της τροχαίας Λάρνακας και
(5)την συνεπακόλουθη απόλυση του από αστυνομική κράτηση. [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  1. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[ii]
  2. Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[iii].
  3. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας, έγινε έχοντας υπόψη, όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε, τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για τον Κατηγορούμενο, αλλά και όλες τις εισηγήσεις του Κατηγορουμένου.
  4. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναφερθώ και σε κάτι πρόσθετο των προαναφερομένων, το οποίο άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας, που προκύπτει από το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι δικηγόρος. Αναφορά σε αυτό το γεγονός, έγινε κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας, και ως εκ τούτου, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω σε σχέση με αυτό το εξής. Ως αναφέρθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1062 - 1063, όπου και εκεί οι διάδικοι ήταν και οι δύο δικηγόροι: «Το επάγγελμα το οποίο ασκεί οποιοσδήποτε διάδικος δεν επαυξάνει την αξιοπιστία του. Αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανάλογα με το επάγγελμά τους, προσκρούει στην αρχή της ισότητας ενώπιον της δικαιοσύνης, που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 28.1 του Συντάγματος και έρχεται σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις όπου επιβάλλει στη Δικαιοσύνη το Άρθρο 35 του Συντάγματος για την αποτελεσματική διασφάλιση, κατά την άσκηση των εξουσιών της, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.». 15. Τα ίδια σαφώς ισχύουν και σε ότι αφορά την μαρτυρία των μελών της αστυνομικής δύναμης. Τούτο και μόνο το γεγονός, - ότι δηλαδή, ένας μάρτυρας, είναι αστυνομικός -, δεν επαυξάνει την αξιοπιστία του. Άλλωστε, ως καταδεικνύεται και από το γεγονός της θέσπισης των Δικαστικών Κανόνων[1], αλλά και νομολογία που πραγματεύεται το ζήτημα, και αυτών ο τρόπος ενέργειας σε κάποια υπόθεση μπορεί να επηρεαστεί ποικιλοτρόπως, ενδεχόμενο που επιβάλλει στο Δικαστήριο την κάθε επιφύλαξη, βάσει των συγκεκριμένων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, ως προς την αξιοπιστία τους. Ως αναφέρεται και στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στην σελίδα 887: «Οι πιο πάνω νομολογιακές αναφορές δεν στοχεύουν στο να δημιουργήσουν οποιασδήποτε μορφής προκατάληψη εναντίον της Αστυνομίας, παρά μόνο να τονίσουν ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει, αναλόγως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και εάν τέτοιο ζήτημα εγείρεται ή φαίνεται να υποβόσκει στη βάση των συγκεκριμένων περιστάσεων, να είναι επιφυλακτικά στην πιθανότητα οι ανακριτικές ενέργειες κάποιων αστυνομικών να αναφύονται από υπερβάλλοντα ζήλο και η μαρτυρία τους να είναι εξογκωμένη, υπερβολική ή ακόμη και αναξιόπιστη (βλ. κατ' αναλογίαν, Fournaris and Another v The Republic
(1978)2 CLR 28)».
  1. Τα προαναφερόμενα, είναι άμεσα συνυφασμένα με την υπόθεση αυτή, καθότι, το Δικαστήριο, καλείται να αξιολογήσει μαρτυρία, την μεν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, προερχόμενης από αστυνομικούς και αυτήν του Κατηγορουμένου, που είναι στο επάγγελμα δικηγόρος. Και τονίζω, ότι, η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, στην οποία προβαίνω στην συνέχεια, έγινε με γνώμονα και την προαναφερόμενη αρχή. Ότι δηλαδή, το επάγγελμα το οποίο ασκεί οποιοσδήποτε διάδικος, δεν επαυξάνει την αξιοπιστία του. α. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας του Λοχία Αστυφύλακα 4759, κ. Α. Κακούρη, ΜΚ1 και του Αστυφύλακα 2828, κ. Ο. Πέτρου, ΜΚ
  2. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, ήταν σαφής και θετική. Αυτοί, κατέθεσαν με άνεση σε σχέση με τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκαν στο Δικαστήριο, πτυχές των οποίων επεξήγησαν περαιτέρω κατά την αντεξέταση τους, χωρίς να υποπέσουν σε ουσιαστικές, για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αντιφάσεις. Θα έλεγα μάλιστα, ότι, δεν έχω εντοπίσει στην μαρτυρία τους, έστω και κάποια επουσιώδη αντίφαση. Είναι εξάλλου, πρόσωπα, που καθήκοντος, βρίσκω, ενήργησαν, ως ενήργησαν, σε ότι αφορά την υπόθεση αυτή, χωρίς να έχουν συμφέροντα δικά τους να εξυπηρετήσουν, ή εν πάση περιπτώσει, χωρίς να έχει καταδειχθεί λόγος γιατί αυτοί να ήθελαν να ενεργήσουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ενάντια των δικαιωμάτων και συμφερόντων του Κατηγορουμένου. Εξετάζοντας τα αναφερόμενα της μάρτυρας αυτής, μέσα από το πλαίσιο του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω, ότι, σε αυτά, μπορώ να βασιστώ με ασφάλεια για να εξάξω τα συμπεράσματα μου.
  3. Εδώ, πρέπει να παρατηρήσω, ότι, μπορεί μεν οι καταθέσεις που έδωσαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 για αυτή την υπόθεση, Τεκμήρια ΑΚ1 και ΟΠ1 αντίστοιχα, σε κάποια έκταση τους, να καταγράφουν κάποια γεγονότα κατά τον ίδιο τρόπο, ώστε κάποιος να μπορούσε να ισχυριστεί ότι, ως προς το μέρος τους αυτό, η μία, αποτελεί αντιγραφή της άλλης, αυτό όμως, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία στην προκείμενη περίπτωση, από την στιγμή που, δια ζώσης και ειδικότερα κατά την αντεξέταση τους - που σημειώνεται ήταν εκτεταμένη και επί παντός θέματος -, οι μάρτυρες αυτοί, υποστήριξαν το περιεχόμενο των καταθέσεων τους, θετικότατα και χωρίς να υποπέσουν σε αντιφάσεις. Τουναντίον, επέκτειναν τα εκεί αναφερόμενα τους, κατά τρόπο, που, διεύρυναν και σε λεπτομέρειες, ώστε τα γεγονότα της υπόθεσης να γίνουν περισσότερο κατανοητά από το Δικαστήριο. Επίσης, θα πρόσθετα εδώ και το ότι, δεν αντιλαμβάνομαι πως ο Κατηγορούμενος εγείρει το ζήτημα αυτό, ως στοιχείο που πρέπει να ληφθεί από το Δικαστήριο υπόψη, - ως κάτι που δηλαδή που πλήττει την αξιοπιστία των ΜΚ1 και ΜΚ2 -, όταν το μέρος της μαρτυρίας αυτής στις καταθέσεις των μαρτύρων[2], ο Κατηγορούμενος, δεν το αμφισβητεί ότι αποτελεί γεγονός και το αποδέχεται. Αντίθετα, θα έλεγα ότι, η στάση του Κατηγορουμένου, ως διαφαίνεται μέσα και από αυτή του την εισήγηση, βλάπτει την δική του αξιοπιστία, παρά αυτή των ΜΚ1 και ΜΚ
  4. β. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας του Κατηγορουμένου.
  5. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου, ελέγχεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται, για τους ακόλουθους λόγους: i. Κατ' αρχήν, επισημάνεται ότι, ο Κατηγορούμενος, ως κατηγορούμενο πρόσωπο, έχει ίδιον συμφέρον να εξυπηρετήσει με το να μην παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα ως πραγματικά έχουν διαδραματιστεί. Στοιχείο το οποίο έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, συνυπολογίζοντας και το ότι, η μαρτυρία του, ήταν και η μοναδική που παρουσιάστηκε προς υπεράσπιση του. ii. Τώρα, επί της ουσίας της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου. Ξεκινώ με την παρατήρηση, ότι, ο Κατηγορούμενος, ενώ κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, υπέβαλε τους ΜΚ1 και ΜΚ2 σε μία μακρά αντεξέταση, επί παντός θέματος, τελικά - και αφού εκλήθη σε απολογία -, μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, παραδέχθηκε ότι, το επίδικο αυτό βράδυ της 18/11/2012, είχε αντιληφθεί την παρουσία των αστυφυλάκων ΜΚ1 και ΜΚ2 στον δρόμο και εισήλθε στην πάροδο της οδού Σωππάτρου Πάφιου, για να αποφύγει πιθανόν έλεγχο αλκοόλης[3]. iii. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος, εκείνο το βράδυ, είχε προγενέστερα καταναλώσει αλκοόλ και ήθελε να αποφύγει τον πιθανό έλεγχο - νοιώθοντας, προφανώς και ο ίδιος ότι, κατά πιθανότητα, την δεδομένη εκείνη στιγμή, οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, διαπράττοντας και το σχετικό αδίκημα - και τις συνεπακόλουθες, της πράξης του αυτής, επιπτώσεις. Και για να είμαι πιο συγκεκριμένος, επιδίωξε να αποφύγει την ενδεχόμενη τιμωρία του. Αυτό, από μόνο του, ως γεγονός, με οδηγεί στο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του, καθότι κρίνω, ότι, δεν θα ήταν ασφαλές, - έχοντας υπόψη μου την μαρτυρία που προσήχθη στο σύνολο της -, να βασιστώ στα αναφερόμενα του Κατηγορουμένου, ο οποίος φαίνεται ότι, εξ υπαρχής πρόθεση είχε να αποφύγει τις συνέπειες της, ως ο ίδιος φαίνεται να πίστευε[4], έκνομης αυτής πράξης του. iv. Η αμφισβήτηση των κατηγοριών σε σχέση με τις οποίες ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και δη των γεγονότων επί των οποίων αυτές βασίζονται, βρίσκω ότι αποτελούν συνέχεια της προσπάθειας του Κατηγορουμένου να αποφύγει τις συνέπειες της προαναφερόμενης έκνομης πράξης του. Την οποία ο ίδιος φαίνεται να αναγνωρίζει. Δηλαδή της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Και εξηγώ. Ο Κατηγορούμενος, είχε, από την αρχή των γεγονότων που συνθέτουν την υπό κρίση υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής το βράδυ της 18/11/2012, κατά παραδοχή του, πρόθεση να αποφύγει τον έλεγχο από την αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος είναι δικηγόρος, όπως ανέφερε και στην μαρτυρία του, γνωρίζει την νομοθεσία[5] και έχει σχηματίσει επί των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της 2ης κατηγορίας την δική του νομική άποψη. Την οποία μάλιστα, είχε επιχειρήσει να επεξηγήσει το επίδικο βράδυ και στον ΜΚ
  6. Ότι δηλαδή, δεν μπορούσε να υποβληθεί σε έλεγχο αλκοόλης ενόσω ήταν πεζός. Γνωρίζει, προφανώς και τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Έχοντας τα προαναφερόμενα ως δεδομένα. Δηλαδή, την πρόθεση του Κατηγορουμένου να αποφύγει τον έλεγχο από την πρώτη στιγμή που αυτός αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυφυλάκων στον δρόμο, και την νομική αυτή άποψη του περί του αδικήματος της 2ης κατηγορίας και πότε δηλαδή αυτό διαπράττεται, βρίσκουν έρεισμα και τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκαν οι ΜΚ1 και ΜΚ
  7. Ο Κατηγορούμενος, επεχείρησε να κάνει επαναστροφή και να κινηθεί ξανά επί της οδού Αδώνυδος, αντίθετα της κατεύθυνσης που διενεργούσαν ελέγχους οι ΜΚ1 και ΜΚ2 για να αποφύγει τον έλεγχο. Όταν διαπίστωσε ότι, αυτή του η πρόθεση δεν θα μπορούσε να γίνει πράξη, καθότι, οι ΜΚ1 και ΜΚ2 αντιλήφθηκαν τον σχεδιασμό του, έχοντας υπόψη του αυτό τον νομικό ισχυρισμό που θα μπορούσε να του παράσχει κάποια λογική υπεράσπιση, έδρασε ως τα γεγονότα επιμαρτυρούνται από τους ΜΚ1 και ΜΚ
  8. Οι δικές του προσαρμογές στα γεγονότα, βρίσκω ότι έγιναν ώστε, αφενός να δώσουν υπεράσπιση στο Κατηγορούμενο και στην 3η κατηγορία και αφετέρου, για να καταστήσουν όσο το δυνατόν πιο εύλογη την ισχυριζόμενη υπεράσπιση του στην 2η κατηγορία, βάσει της νομικής του αντίληψης περί των συστατικών της στοιχείων. v. Επιπρόσθετα, το βάθρο επί του οποίου στηρίζει ο Κατηγορούμενος την υπεράσπιση του, στερείται και λογικής. Δεν έχει προβληθεί από πλευράς του, κανένας απολύτως λόγος που εύλογα θα μπορούσε να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του, ότι, δύο αστυφύλακες, εν ώρα υπηρεσίας, θα προέβαιναν σε μία ψεύτικη κατηγορία εναντίον του. Από την άποψη, ότι, θα δημιουργούσαν ή θα παραποιούσαν γεγονότα ώστε να καταστήσουν ποινικά υπόλογο τον Κατηγορούμενο για τα υπό εξέταση αδικήματα. Ο γενικός ισχυρισμός του, ότι, δεν μπορεί να γνωρίζει τους λόγους που οδήγησαν τους ΜΚ1 και ΜΚ2 να ενεργήσουν, ως αυτός ισχυρίζεται, δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος[6] που φέρει σε ότι αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό του. Δεν έχω εντοπίσει, και αυτό πρέπει να τονιστεί, στοιχεία στην μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, που να καταδεικνύουν ότι, αυτοί, στην υπόθεση αυτή (σε ότι αφορά την οποιαδήποτε πτυχή της) ενήργησαν από υπερβάλλοντα ζήλο ή ότι η μαρτυρία τους είναι εξογκωμένη, υπερβολική ή αναξιόπιστη. [Ε]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ
  9. Η νομική πτυχή και τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν τα υπό κρίση αδικήματα, έχουν αναλυθεί στην απόφαση μου ημερομηνίας 31/03/2015), σε ότι αφορούσε, το κατά πόσο δικαιολογείτο από την μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία, στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, ενδιάμεσα δηλαδή της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης αυτής. Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα που αφορούν την αξιολόγηση της ενώπιον μου προσαχθείσας μαρτυρίας, αναπόδραστα, καταλήγω ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, έχει αποδειχθεί εναντίον του Κατηγορουμένου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε ότι αφορά και τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
  10. Τα όσα ανέφερα στην απόφαση μου ημερομηνίας 31/03/2015, πρέπει κατά την άποψη μου να επαναληφθούν, τόσο για σκοπούς τελικής και συγκεντρωμένης αποτύπωσης του σκεπτικού της απόφασης του Δικαστηρίου για αυτή την υπόθεση, όσο για να εξεταστούν κάποια ζητήματα που ηγέρθηκαν κατά την τελική, προς το Δικαστήριο, εισήγηση του Κατηγορουμένου. [Ε - Α] Η ΔΕΥΤΕΡΗ (2η) ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
  11. Σε ότι αφορά το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην δεύτερη (2η) Κατηγορία, στην απόφαση μου ημερομηνίας 31/03/2015, είχα αναφέρει τα ακόλουθα: «
  12. Το Άρθρο 6 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Νόμος 174/1986, προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι- (α) πρόσωπον το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει· ή (β) πρόσωπον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου καθ' ον χρόνον είχεν εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης και ότι το τοιούτο πρόσωπον εξακολουθεί να έχη εις το σώμα αυτού αλκοόλην· ή (γ) πρόσωπον το οποίον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου είχε διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκετο εν κινήσει· δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν.
(2)Ανεξαρτήτως της υπάρξεως της εις το εδάφιον
(1)αναφερομένης ευλόγου υποψίας, αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρ' οιουδήποτε προσώπου το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν.
(3)Εις ην περίπτωσιν επισυμβεί τροχαίον ατύχημα, λόγω της παρουσίας οιουδήποτε οχήματος επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, αστυνομικός δύναται να ζητήση παρ' οιουδήποτε προσώπου διά το οποίον έχει εύλογον αιτίαν να πιστεύη ότι ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση το όχημα κατά τον χρόνον του ατυχήματος, όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9.
(4)Δύναται να ζητηθή παρά προσώπου όπως παράσχη, δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2)ή
(3)δείγμα εκπνοής, είτε εις τον τόπον ένθα τούτο εζητήθη ή εάν τούτο δεν είναι δυνατόν, εις τον πλησιέστερον αστυνομικόν σταθμόν.
(5)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον δυνάμει του εδαφίου
(4)καθοριζόμενον αστυνομικόν σταθμόν ή αρνείται ή αποφεύγει καθ' οιονδήποτε τρόπον να παράσχη δείγμα εκπνοής, όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.
(6)Αστυνομικός δύναται να συλλάβη οιονδήποτε πρόσωπον άνευ δικαστικού εντάλματος εάν το πρόσωπον τούτο αρνείται ή αποφεύγη δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη το ζητηθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δείγμα εκπνοής και ο αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι υπάρχει αλκοόλη εις το σώμα του προσώπου αυτού, αλλ' ουδείς συλλαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου εάν ούτος ευρίσκεται εις νοσοκομείον τυγχάνων ιατρικής περιθάλψεως.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 9. Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των εδαφίων
(4)και
(5)του ίδιου Άρθρου του Νόμου 174/1986, προκύπτει, ότι, διαπράττεται, αδίκημα, όταν: (α) αστυνομικός, έχει εύλογη υπόνοια, ότι, (β) πρόσωπο που οδηγεί ή επιχειρεί να οδηγήσει[iv], (γ) οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα[v], (δ) σε κάποια οδό ή άλλο δημόσιο χώρο[vi], (ε) έχει στο σώμα του οποιαδήποτε ποσότητα αλκοόλης[vii] (και ότι εξακολουθεί να έχει στο σώμα του αλκοόλη[viii]) ή έχει[ix] (ή είχε[x]) διαπράξει τροχαίο αδίκημα, (ζ) κατά την διάρκεια που το μηχανοκίνητο όχημα βρισκόταν σε κίνηση[xi] (σημειώνεται, εδώ, παρενθετικά, ότι, το υπό αναφορά στοιχείο, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο, για την περίπτωση διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)υποπαράγραφος (β) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986), (η) του ζητήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση[xii], (θ) και αυτός, χωρίς εύλογη αιτία[xiii], (ι) αρνείται ή αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο[xiv], (κ) να παράσχει δείγμα εκπνοής στον τόπο όπου του ζητήθηκε, ή να μεταβεί στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό για να παράσχει δείγμα εκπνοής[xv]. 10. Στην περίπτωση του εδαφίου
(2)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των εδαφίων
(4)και
(5)του ίδιου Άρθρου του Νόμου 174/1986, προκύπτει, ότι, διαπράττεται, αδίκημα, όταν: (α) αστυνομικός, ζητήσει, (β) από, πρόσωπο που οδηγεί ή επιχειρεί να οδηγήσει, (γ) οποιοδήποτε μηχανοκίνητο όχημα, (δ) σε κάποια οδό ή άλλο δημόσιο χώρο, (ε) να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση, (ζ) και αυτό το πρόσωπο, χωρίς εύλογη αιτία, (η) αρνείται ή αποφεύγει με οποιοδήποτε τρόπο, (θ) να παράσχει δείγμα εκπνοής στον τόπο όπου του ζητήθηκε, ή να μεταβεί στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό για να παράσχει δείγμα εκπνοής. 11. Ο Κατηγορούμενος, αναφορικά με την δεύτερη
(2)κατηγορία, βάσισε την εισήγηση του, ότι, δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του, σε σχέση με αυτή, εκ πρώτης όψεως υπόθεση, στο ότι, το εδάφιο
(2)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986 - που κατά την άποψη του, βάσει των γεγονότων που έχουν παρουσιαστεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, αυτό είναι που τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση και όχι το εδάφιο
(1)του εν λόγω Άρθρου του νόμου - προνοεί για «οδήγηση» ή «απόπειρα οδήγησης», στοιχεία που συνθέτουν το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και τα οποία, δεν έχουν αποδειχθεί με την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Κατηγορούμενος, η άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής, όταν του είχε ζητηθεί από την αστυνομία, είναι γεγονός παραδεκτό[xvi]. Το ζήτημα είναι, ανέφερε εμφατικά, εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο που αυτό του είχε ζητηθεί, αυτός οδηγούσε. Κάτι το οποίο, εισηγείται, δεν αποδείχθηκε από την μαρτυρία που παρουσίασε στο Δικαστήριο η Κατηγορούσα Αρχή, γιατί, από αυτή, αυτό το οποίο μπορεί να εξαχθεί, είναι ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πεζός. Η απόσταση που διένυσε πεζός, προσέθεσε ο Κατηγορούμενος, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αυτό που είναι αποφασιστικής σημασίας, είναι, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Κατηγορούμενος ήταν πεζός. Παρέπεμψε, μάλιστα, ο Κατηγορούμενος, προς υποστήριξη της εισήγησης του και σε αγγλική νομολογία. 12. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση, στο κεφάλαιο όπου γίνεται αναφορά στα αδικήματα οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης[xvii], οι συγγραφείς, κάνουν μία εκτεταμένη ανάλυση, - βάσει της υπάρχουσας, μέχρι τότε, αγγλικής νομολογίας -, του τι συνιστά οδήγηση ή απόπειρα οδήγησης[xviii], πραγματευόμενοι πρόνοια της αγγλικής νομοθεσίας, ανάλογης με αυτήν του προαναφερόμενου Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. Με παραπομπή στις αποφάσεις της Δικαστικής Βουλής των Λόρδων στις υποθέσεις, Pinner v Everett
(1969)3 All ER 257, Sakhuja v Allen
(1972)2 All ER 311 και δη σε αυτή της Edkins v Knowls
(1973)RTR 257, στην σελίδα 156 του προαναφερόμενου συγγράμματος, το ζήτημα τίθεται ως ακολούθως:
(1)Το όχημα δεν πρέπει, κατ' ανάγκη, να βρίσκεται σε κίνηση, ώστε ο οδηγός του, να μπορεί να θεωρηθεί, ότι, οδηγεί, ως ορίζεται από τον Νόμο. Πάντοτε, υπάρχει ένα σύντομο χρονικό διάστημα, μετά την ακινητοποίηση του οχήματος και πριν ο οδηγός του έχει συμπληρώσει όλες τις αναγκαίες ενέργειες που συνδέονται με την οδήγηση του - όπως για παράδειγμα, η εφαρμογή του χειρόφρενου, η απενεργοποίηση της μηχανής και η ασφάλιση του οχήματος -, κατά την διάρκεια του οποίου, ο οδηγός, πρέπει να θεωρείται ότι, εξακολουθεί να οδηγεί. Στην περίπτωση όμως, όπου, ο οδηγός, έχει φτάσει στο τέλος της διαδρομής του και στον προορισμό του, - με την επιφύλαξη του σύντομου χρονικού διαστήματος που μόλις προαναφέρθηκε -, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να οδηγεί.
(2)Όταν ο οδηγός, ακινητοποιήσει το όχημα του, πριν την ολοκλήρωση της διαδρομής του προς τον τελικό προορισμό του, επίσης μπορεί να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να οδηγεί. Κάθε υπόθεση, συναφώς, εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά, ως προς την διακρίβωση του ζητήματος αυτού, αλλά, γενικά, τα ακόλουθα ερωτήματα, είναι σχετικά: i. Ποιος ήταν ο σκοπός της στάσης του οχήματος; Εάν αυτός συνδέεται με την οδήγηση και όχι δηλαδή με κάποιο ασύνδετο σκοπό, τα γεγονότα μπορούν να δικαιολογούν εύρημα ότι η οδήγηση συνεχιζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του ελέγχου, παρά το γεγονός ότι το όχημα δεν βρισκόταν σε κίνηση. ii. Για πόσο χρονικό διάστημα το όχημα ήταν στάσιμο; Όσο μεγαλύτερος ο χρόνος της στάσης, τόσο το δυσκολότερο να δικαιολογείται εύρημα, ότι, η οδήγηση, συνεχιζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του ελέγχου. iii. Ο οδηγός, είχε βγει έξω από το όχημα; Εάν είχε παραμείνει στο όχημα, είναι κάποια ένδειξη, - όχι όμως αποφασιστικής σημασίας -, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο του ελέγχου, ο οδηγός, υπό τις περιστάσεις, εξακολουθούσε να οδηγεί.
(3)Εάν ένας οδηγός, ανακοπεί το όχημα του για έλεγχο, από ένστολο αστυνομικό, ο οποίος αστυνομικός, αμέσως διαμορφώσει την υποψία, ότι, ο οδηγός, έχει αλκοόλη στο σώμα του, ο οδηγός μπορεί να θεωρηθεί ότι εξακολουθούσε να οδηγεί κατά την στιγμή που η υποψία του αστυνομικού είχε διαμορφωθεί. Όμως, εκεί όπου, αξιόλογος χρόνος είχε μεσολαβήσει, πριν να δημιουργηθεί στον αστυνομικό υποψία, είναι θέμα περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, κατά πόσο η οδήγηση, συνεχιζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του ελέγχου.
(4)Όταν ένας οδηγός, έχει ουσιαστικά (πράγματι) αποτραπεί από του να οδηγήσει ή έχει πεισθεί να μην οδηγήσει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγεί.
  1. Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει, ότι, η εισήγηση του Κατηγορουμένου, ότι, δεν έχει αποδειχθεί εναντίον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σε ότι αφορά την δεύτερη (2η) κατηγορία, είναι, νομικά, αβάσιμη και συνεπώς, απορρίπτεται. Καθοδήγηση, για την προαναφερόμενη κατάληξη μου, πέραν του δικαστικού λόγου στην υπόθεση Edkins ανωτέρω, αποτέλεσαν και τα αναφερόμενα στις ακόλουθες αγγλικές υποθέσεις, αναφορά στις οποίες γίνεται και στο προαναφερόμενο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences ανωτέρω, στην σελίδα
  2. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση R v Jones EJM
(1970)1 All ER 209, το αγγλικό Εφετείο, ανέφερε, ότι, ένας οδηγός, δεν μπορεί να γελοιοποιεί την αστυνομική δράση, στρίβοντας μερικά πόδια απόσταση από τον αυτοκινητόδρομο, ώστε να θέσει τον εαυτό του εκτός της γραμματικής έννοιας της σχετικής πρόνοιας του νόμου που αφορά την οδήγηση σε δημόσιο δρόμο, ώστε να αποφύγει τις συνέπειες της έκνομης συμπεριφοράς του. Στην εν λόγω υπόθεση, κρίθηκε, ότι, από την στιγμή που η αστυνομία είχε λογική υποψία, ότι, ο οδηγός είχε καταναλώσει αλκοόλ, μπορούσε να τον καταδιώξει ώστε να τον ανακόψει και να τον υποβάλει σε σχετικό έλεγχο. Ανέφερε, περαιτέρω, το αγγλικό Εφετείο, ότι, ένας οδηγός, δεν μπορεί να αποφύγει την υποχρέωση υποβολής του σε έλεγχο, με το να οδηγήσει, κατά αντίστοιχο, ως προαναφέρθηκε, τρόπο, σε ιδιωτική περιουσία. Το ζήτημα, είναι, σε κάθε περίπτωση, κατά πόσο, αν και εκτός δρόμου, ή εκτός άλλου δημόσιου χώρου, ο έλεγχος ζητήθηκε όπως διενεργηθεί ή διενεργήθηκε, κατά τη πορεία ενεργειών που επακολούθησαν, επαρκώς, πλησίον του χρόνου οπόταν είχε εντοπιστεί / παρακολουθηθεί η οδήγηση στον δρόμο. 15. Το ίδιο ακριβώς ζήτημα, έτυχε εξέτασης από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Sason v Taverner
(1970)1 All ER
  1. Σε εκείνη την υπόθεση, ο αστυνομικός, έχοντας λογική υποψία, ότι, ο οδηγός, είχε διαπράξει τροχαίο αδίκημα, καταδίωξε το όχημα μέχρι το χώρο στάθμευσης της οικίας του Κατηγορουμένου και υπέβαλε αυτόν σε έλεγχο εκπνοής, αφότου αυτός είχε απενεργοποιήσει την μηχανή και τα φώτα πορείας του οχήματος του και είχε εξέλθει από αυτό. Κρίθηκε, από το αγγλικό Εφετείο, ότι, βάσει των γεγονότων της υπόθεσης, ολόκληρη η αλληλουχία των γεγονότων, ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη, ώστε να μπορούσε να κριθεί, ότι, σχημάτιζε, ένα ενιαίο περιστατικό οδήγησης.
  2. Οι δύο αυτές αποφάσεις, στις Jones και Sason, επιδοκιμάστηκαν από την Δικαστική Βουλή των Λόρδων, στην υπόθεση Sakhuja, στην οποία έχω προαναφερθεί. Σε αυτήν, αποφασίστηκε ότι, για όσο υπάρχει υποψία, ότι, ο οδηγός, έχει στο σώμα του αλκοόλη και ότι, αυτή προέκυψε, ενόσω αυτός οδηγούσε ή αποπειράτο να οδηγήσει, η απαίτηση υποβολής του σε σχετικό έλεγχο, πράγματι, μπορεί να του υποβληθεί και μετά αφότου ο οδηγός παύσει να θεωρείται, ότι, «οδηγεί» ή «αποπειράται να οδηγήσει», νοουμένου, ότι, υπάρχει, μία συνεχής «αλυσίδα» γεγονότων, από την στιγμή που προέκυψε η αρχική υποψία, μέχρι και την στιγμή, οπόταν και θα υποβληθεί στον οδηγό, η απαίτηση για έλεγχο.
  3. Το τι, συνεπώς, είναι, αποφασιστικής σημασίας στην υπό κρίση περίπτωση, είναι τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, προς απόδειξη της δεύτερης (2ης) κατηγορίας. Τα οποία, ως προανέφερα, στο στάδιο αυτό, δεν κρίνονται σε βάθος, αλλά, απλά εντοπίζονται εάν έχουν παρουσιαστεί, προς στοιχειοθέτηση του σχετικού ισχυρισμού της Κατηγορούσας Αρχής. Στοιχείο που, δικαιολογεί, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, στο να κληθεί ο Κατηγορούμενος να παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Εν προκειμένω, σημειώνω, ότι, από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, αναφορικά με την δεύτερη (2η) κατηγορία, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα, κατά τους ισχυρισμούς της γεγονότα: Η μαρτυρία του ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή: - Την 18/11/2012 και ώρα 01:30 π. μ., ενώ, εν ώρα καθήκοντος, βρισκόταν για έλεγχο αλκοόλης στην Οδό Σταδίου στην Λάρνακα μαζί με τους Α/Αστ. 2828 Ο. Πέτρου (ο ΜΚ2 σε αυτή την υπόθεση) και Αστ. 2434, αντιλήφθηκαν μηχανοκίνητο όχημα, ο οδηγός του οποίου, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία τους στον δρόμο, εισήλθε - σε σχέση με την θέση όπου βρίσκονταν την δεδομένη εκείνη στιγμή επί της Οδού Αδώνυδος - στην Οδό Σωπάτρου Πάφιου, με σκοπό, όπως υπολόγισαν, την αποφυγή του ελέγχου. - Η εν λόγω Οδός Σωπάτρου Πάφιου, είναι, ανέφερε, ο μάρτυρας, αδιέξοδος. Αμέσως, ο ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή, μαζί με τον ΜΚ2, Α/Αστ. 2828 Ο. Πέτρου, κατευθύνθηκαν προς την εν λόγω Οδό Σωπάτρου Πάφιου, οπόταν εκεί, αντιλήφθηκαν τα φώτα πορείας του οχήματος που είχε ενωρίτερα παρατηρηθεί, σε χώρο στάθμευσης πολυκατοικίας, όπου και έκανε επαναστροφή. Παρέμειναν, υποστήριξε στην διασταύρωση των Οδών Αδώνυδος και Σωπάτρου Πάφιου, αναμένοντας το εν λόγω όχημα να φθάσει προς το μέρος τους, ώστε να ανακοπεί για σκοπούς ελέγχου του οδηγού του. - Το όχημα τους προσέγγισε με χαμηλή ταχύτητα και όταν οι μεταξύ τους απόσταση έφτασε να είναι περί τα 50 μ., ο οδηγός του, έσβησε τα φώτα πορείας του, ενώ αυτό ήταν σε κίνηση. Όταν πλέον η μεταξύ τους απόσταση είχε φτάσει στα 20 μ., περίπου, ο ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή, έκανε, κανονικά, σήμα στον οδηγό του εν λόγω οχήματος. Ο οδηγός όμως του οχήματος, μόλις αντιλήφθηκε την εκεί παρουσία τους και ότι πλησίαζαν προς το μέρος του, ακινητοποίησε το όχημα στην μέση του δρόμου. Τότε είχαν δει για πρώτη φορά τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος (ήτοι KVK021), ενώ, ο ΜΚ2, Α/Αστ. 2828 Ο. Πέτρου, αναγνώρισε ως τον οδηγό του, τον Κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως. - Πλησιάζοντας, τότε, τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή, παρατήρησε, ότι, αυτός, προσπαθούσε, με γρήγορες κινήσεις, να αφαιρέσει την ζώνη ασφαλείας του, ώστε να εξέλθει του οχήματος. Έφτασαν κοντά του, ανέφερε ο ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή, όταν ο Κατηγορούμενος, είχε καταφέρει να εξέλθει το οχήματος και προσπαθούσε, χρησιμοποιώντας τηλεχειριστήριο, να το κλειδώσει. Είχαν τότε χαιρετήσει τον Κατηγορούμενο, αλλά αυτός αγνόησε την εκεί παρουσία τους και επιχείρησε να απομακρυνθεί από κοντά τους, πεζός. - Ο ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή, είχε επεξηγήσει στον Κατηγορούμενο, τον λόγο για την εκεί παρουσία τους, ότι δηλαδή, διενεργούσαν ελέγχους σε οδηγούς για τυχόν κατανάλωση αλκοόλης και ο Κατηγορούμενος, του είπε «Εγώ δεν οδηγώ, είμαι έξω από το αυτοκίνητο μου». Συνομιλώντας με τον Κατηγορούμενο, ο ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή, αντιλήφθηκε, ότι, η εκπνοή του Κατηγορουμένου, μύριζε αλκοόλη, γεγονός που του δημιούργησε την υποψία, ότι, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια ολκοόλ. Ζήτησε, ως εκ τούτου, από τον Κατηγορούμενο, να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης, στην συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου αλκοόλης που είχε μαζί του, αφού πρώτα επέστησε στον Κατηγορούμενο την προσοχή του στον Νόμο. Ότι, δηλαδή, τυχόν άρνηση του, θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα. Ο Κατηγορούμενος ανταποκρίθηκε λέγοντάς του «Εγώ δεν σου φυσώ γιατί εν οδηγώ τωρά, οδήγουν προηγουμένως». Εν συνεχεία, ο ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή, πληροφόρησε εκ νέου τον Κατηγορούμενο για τις συνέπειες που η εν λόγω άρνηση του ενείχε, αλλά ο Κατηγορούμενος συνέχισε να αρνείται να του δώσει δείγμα εκπνοής, λέγοντας του «Όι εν φυσώ». Τα προαναφερόμενα, ισχυριζόμενα από πλευράς ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή, γεγονότα, επιβεβαιώθηκαν και από τον ΜΚ2, Α/Αστ. 2828 Ο. Πέτρου, κατά την δική του μαρτυρία.
  4. Έχοντας υπόψη όλα όσα έχουν προαναφερθεί κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής του ζητήματος της υπό εξέταση κατηγορίας, σε ότι αφορά τα συστατικά της στοιχεία, βρίσκω ότι, τα προαναφερόμενα γεγονότα, δικαιολογούν ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Ειδικότερα σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου, ότι, δεν έχει αποδειχθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, το συστατικό στοιχείο της οδήγησης, με παραπομπή στην προαναφερόμενη νομολογία, βρίσκω, ότι, η όλη αλληλουχία των προαναφερόμενων γεγονότων, είναι τόσο στενά συνδεδεμένη, που εάν τελικώς γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, μπορεί να εξαχθεί από αυτήν, ότι, σχηματίζει, ένα ενιαίο περιστατικό οδήγησης. Με αναφορά, βεβαίως, στον χρόνο όταν ο Κατηγορούμενος είχε, ως είναι ο σχετικός ισχυρισμός του ΜΚ1, Λοχ. 4759, Κακουρή, κληθεί να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση και αρνήθηκε, χωρίς εύλογο λόγο».
  5. Συνεπώς, έχοντας υπόψη όλα όσα έχουν προαναφερθεί κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής του ζητήματος της υπό εξέταση κατηγορίας, σε ότι αφορά τα συστατικά της στοιχεία, κατά το εκ πρώτης όψεως στάδιο της υπόθεσης και έχοντας, ως προαναφέρθηκα, αποδεχθεί ότι η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 είναι αξιόπιστη και ανταποκρίνεται στην αλήθεια, δεν έχω καμία λογική αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα που του προσάπτεται με την δεύτερη (2η) κατηγορία. Τα Εγερθέντα Ζητήματα σε Σχέση με την Δεύτερη (2η) Κατηγορία
  6. Ο Κατηγορούμενος, έκανε μία έντονη προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο, ότι, στην απουσία εύλογης υπόνοιας από πλευράς των ΜΚ1 και ΜΚ2 - που να είχε διαμορφωθεί ενόσω αυτός οδηγούσε το όχημα του επί της Οδού Αδώνυδος - ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, ή ότι είχε διαπράξει κάποιο τροχαίο οδικό αδίκημα, και επειδή, όταν τελικώς στην Οδό Σωπάτρου Πάφιου - που ο ΜΚ1 του ζήτησε να δώσει δείγμα εκπνοής - αυτός δεν οδηγούσε, αλλά ήταν πεζός, δεν υπέχει ποινικής ευθύνης, βάσει, είτε του εδαφίου
(1)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, είτε του εδαφίου
(2)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, επειδή αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής. 25. Διαφωνώ με την θέση αυτή, καθότι πιστεύω ότι ο Κατηγορούμενος, βάσει των γεγονότων της υπόθεσης αυτής, και ως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, είναι, χωρίς αμφιβολία, ένοχος για την διάπραξη του αδικήματος, τόσο ως αυτό προδιαγράφεται από το εδάφιο
(1)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, όσο και ως αυτό προδιαγράφεται από το εδάφιο
(2)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/
  1. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και η αλληλουχία τους, με οδηγούν κατ' αρχήν στο συμπέρασμα, ότι, τόσο ο ΜΚ1, όσο και ο ΜΚ2, είχαν διαμορφώσει λογικά την υποψία ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Ο κρίσιμος, κατά την άποψη μου χρόνος, ήταν ο χρόνος που οι ΜΚ 1 και ΜΚ2, παρατήρησαν το όχημα του Κατηγορουμένου, να εισέρχεται από την Οδό Αδώνυδος, στην Οδό Σωπάτρου Πάφιου. Είχε τότε, για πρώτη φορά, εγερθεί η υποψία στους αστυφύλακες, ότι ο οδηγός του συγκεκριμένου οχήματος, οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Υποψία εύλογη υπό τις περιστάσεις, για τους ακόλουθους λόγους. Ήταν, - γεγονός κοινώς παραδεκτό -, ξημερώματα Κυριακής (18/11/2012), περί η ώρα 01:30 π. μ., σε ημέρα δηλαδή (αποτελεί συνέχεια του Σαββατόβραδου), τόπο (σε κεντρικό σημείο της πόλης της Λάρνακας) και ώρα, που οι πιθανότητες εντοπισμού οδηγών να οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλης ήταν επαυξημένες. Ως μάλιστα είχε αναφερθεί και από τους ΜΚ1 και ΜΚ2, στο συγκεκριμένο σημείο, η αστυνομία, διενεργεί τακτικά ελέγχους και είναι σύνηθες το φαινόμενο, οδηγοί, να επιχειρούν να αποφύγουν τον σχετικό αστυνομικό έλεγχο, παρεκκλίνοντας της πορείας τους από την Οδό Αδώνυδος προς την Οδό Σταδίου, στρίβοντας, μεταξύ άλλων και στην αδιέξοδο οδό, της Σωπάτρου Πάφιου. Από εκείνη την στιγμή, η όλη αλληλουχία των γεγονότων, μέχρι και την χρονική στιγμή που ο ΜΚ1, ζήτησε δείγμα εκπνοής από τον Κατηγορούμενο, - αφότου μάλιστα είχε επιβεβαιωθεί η υποψία του ότι ο Κατηγορούμενος πιθανόν να οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, επειδή μύρισε έντονα σε αυτόν αλκοόλη[xix] όταν τον προσέγγισε και ανέκοψε για έλεγχο -, δικαιολογούσε ο ΜΚ1 να βασιστεί στην αρχική του υπόνοια και να ζητήσει να υποβάλει τον Κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο εκπνοής για να διαπιστωθεί αν είχε καταναλώσει αλκοόλη.
  2. Στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση στην σελίδα 153, όπου με αναφορά στην υπόθεση Hay v Shepherd
(1974)RTR 64, αναφέρονται σχετικά με το ζήτημα αυτό και τα εξής: «Even though the facts of a vehicle's behavior do not amount to a traffic offence and are insufficient to give a constable reasonable cause to suspect the consumption of alcohol, the constable may have his suspicion of alcohol confirmed, and provided the confirmation of this suspicion of alcohol is sufficiently proximate so as to have occurred while the defendant was still "driving or attempting to drive" it will be held that the constable had reasonable cause to suspect the driver of having alcohol and his requirement for a breath test will be held to be valid. Thus where a constable may not have had reasonable cause to suspect alcohol from the manner of the defendant's driving (circling a roundabout very slowly early in the morning and turning hesitantly into a turning already passed) the constable's initial suspicion was confirmed when the constable smelt alcohol on stopping him (Hay v Shepherd
(1974)RTR 64) when it could still be said that he was "driving or attempting to drive" In Mulcaster v Wheatstone
(1979)Crim LR 728 the defendant's brakes squealed at a junction when he stopped abruptly to allow a vehicle to pass in front of him. This attracted the attention of a police officer. When the defendant wound down his window the officer smelt alcohol and on being asked the defendant said he had drunk alcohol. The justices acceded to a submission of no case to answer in that the manner of the defendant's driving could not have given rise to a reasonable cause of suspicion of alcohol. The justices were directed to proceed with the case: the request for a breath test was lawful; the constable's suspicion had been sustained by the events of smelling alcohol while the defendant was still driving, applying Hay v Shepherd above»[xx].
  1. Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί, ότι, δεν έχω πεισθεί - ως διαφαίνεται από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου στην οποία έχω προαναφερθεί - ότι, ο Κατηγορούμενος, είχε φθάσει στο τέλος της διαδρομής του και στον προορισμό του. Βρίσκω συναφώς, ότι, ο Κατηγορούμενος, είχε ακινητοποιήσει το όχημα του, πριν ολοκληρώσει την διαδρομή[7] του προς τον τελικό προορισμό του, και μάλιστα επειδή σκοπός του ήταν η αποφυγή του ελέγχου του από την αστυνομία. Συγκεκριμένα, είχε φέρει σε στάση το όχημα του, μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυφυλάκων, ΜΚ1 και ΜΚ2, στον δρόμο[8] και εξήλθε από αυτό, βιαστικά, για να αποφύγει την ανακοπή του οχήματος του από αυτούς, ενόσω εξακολουθούσε πράγματι να το οδηγεί. Αυτά τα γεγονότα, - και επαναλαμβάνω -, η αλληλουχία τους, δεικνύουν ότι, όταν είχε ζητηθεί στον Κατηγορούμενο από τον ΜΚ1 να δώσει δείγμα εκπνοής, αυτός εξακολουθούσε να οδηγεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 6 του Νόμου 174/
  2. Συνεπώς, βάσιμα και νόμιμα ο ΜΚ1 είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση για να διαπιστωθεί αν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης, και παράνομα αυτός αρνήθηκε να του παράσχει. Καθοδηγήθηκα για την κατάληξη μου αυτή, από τα κριτήρια που τέθηκαν προς διαπίστωση του στοιχείου της «οδήγησης», από το Αγγλικό Εφετείο, στην απόφαση του στην υπόθεση Edkins v Knowls
(1973)RTR 257, αναφορά στα οποία έκαμα ενωρίτερα και από τα οποία καθοδηγήθηκα όταν αποφάσισα να καλέσω τον Κατηγορούμενο σε απολογία.
  1. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να γίνει αναφορά και στην διαφορά που έχει ο δικός μας περί Οδικής Ασφάλειας Νόμος του 1986, Νόμος 174/86, - ο οποίος με το Μέρος ΙΙ του, ρυθμίζει τα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης -, από τα κρατούντα στο Ηνωμένο Βασίλειο, βάσει της σχετικής ως προ το ζήτημα αυτό, Road Traffic Act - ως είχε αρχικά θεσπιστεί και έχει τελικά διαμορφωθεί -. Το σχετικό Άρθρο 6 του Road Traffic Act[xxi] του Ηνωμένου Βασιλείου, προνοεί, ότι: «
  2. Power to administer preliminary tests
(1)If any of subsections
(2)to
(5)applies a constable may require a person to co-operate with any one or more preliminary tests administered to the person by that constable or another constable.
(2)This subsection applies if a constable reasonably suspects that the person— (
  1. a)is driving, is attempting to drive or is in charge of a motor vehicle on a road or other public place, and (
  2. b)has alcohol or a drug in his body or is under the influence of a drug.
(3)This subsection applies if a constable reasonably suspects that the person— (
  1. a)has been driving, attempting to drive or in charge of a motor vehicle on a road or other public place while having alcohol or a drug in his body or while unfit to drive because of a drug, and (
  2. b)still has alcohol or a drug in his body or is still under the influence of a drug.
(4)This subsection applies if a constable reasonably suspects that the person— (
  1. a)is or has been driving, attempting to drive or in charge of a motor vehicle on a road or other public place, and (
  2. b)has committed a traffic offence while the vehicle was in motion.
(5)This subsection applies if— (
  1. a)an accident occurs owing to the presence of a motor vehicle on a road or other public place, and (
  2. b)a constable reasonably believes that the person was driving, attempting to drive or in charge of the vehicle at the time of the accident.
(6)A person commits an offence if without reasonable excuse he fails to co-operate with a preliminary test in pursuance of a requirement imposed under this section.
(7)A constable may administer a preliminary test by virtue of any of subsections
(2)to
(4)only if he is in uniform.
(8)In this section— (
  1. a)a reference to a preliminary test is to any of the tests described in sections 6A to 6C, and (
  2. b)"traffic offence" means an offence under— (
  3. i)a provision of Part II of the Public Passenger Vehicles Act 1981 (c. 14), (
  4. ii)a provision of the Road Traffic Regulation Act 1984 (c. 27), (iii) a provision of the Road Traffic Offenders Act 1988 (c. 53) other than a provision of Part III, or (
  5. iv)a provision of this Act other than a provision of Part V.]». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 30. Ως εκ τούτου, είναι ξεκάθαρο ότι, κατά το αγγλικό δίκαιο, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ο αστυφύλακας να έχει εύλογη υποψία, την οποία να έχει διαμορφώσει κατά την διάρκεια της οδήγησης ενός οχήματος από τον οδηγό του[9], ώστε να νομιμοποιείται να υποβάλει οδηγό σε προκαταρκτικό έλεγχο εκπνοής για εντοπισμό τυχόν αλκοόλης στο σώμα του. - Παρόμοιες είναι οι πρόνοιες του εδαφίου
(1)του Άρθρου 6 του δικού μας Νόμου 174/1986 -. Αποκλείοντας έτσι τους, από πλευράς αστυνομίας, τυχαίους ελέγχους οδηγών - χωρίς δηλαδή την ύπαρξη εύλογης υπόνοιας - προς διαπίστωση του σχετικού αδικήματος, της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Στο δικό μας δίκαιο, η εισαγωγή του εδαφίου
(2)του Άρθρου 6 του δικού μας Νόμου 174/1986, σε αντίθεση με τα όσα επί του προκείμενου ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, επιτρέπεται σε αστυφύλακες, να προβαίνουν σε τέτοιους τυχαίους ελέγχους[10]. Ως εκ τούτου, η αναφορά μου στην αγγλική νομολογία και οι προαναφερόμενες παραπομπές μου στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences ανωτέρω, έγιναν, για τον περιορισμένο σκοπό και μόνον, της εξέτασης του στοιχείου της «οδήγησης» - κοινό ως προκύπτει συστατικό στοιχείο με το σχετικό Άρθρο της αγγλικής νομοθεσίας - και για το πώς αυτό μπορεί να ερμηνευθεί, αφού, γραμματική ερμηνεία του όρου - κατά την φυσική έννοια της λέξης - θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα και θα καταστρατηγούσε τον σκοπό που ο νομοθέτης είχε, προφανώς, όταν νομοθετούσε για το υπό αναφορά ζήτημα. Καταλήγω, ότι, τα όσα έχουν προαναφερθεί και το σκεπτικό μου στο να αποφασίσω αυτή την πτυχή της υπόθεσης, έγινε, έχοντας αυτό το δεδομένο υπόψη. 31. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου, εξέτασε πότε από τα γεγονότα πρέπει να θεωρείται ότι ενυπάρχει το στοιχείο της «οδήγησης» ή της «απόπειρας οδήγησης», σε δύο υποθέσεις. Η πρώτη ήταν η υπόθεση Pinner v Everett
(1969)3 All ER 257[11]. Η δεύτερη, ήταν η υπόθεση Sakhuja v Allen
(1972)2 All ER 311, από την οποία - προκύπτει - ότι, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου, υιοθέτησε τον δικαστικό λόγο της Pinner v Everett ανωτέρω, ότι η εύλογη υπόνοια του αστυφύλακα, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πρέπει να έχει προκύψει ενόσω ο κατηγορούμενος «οδηγούσε» ή «αποπειράτο να οδηγήσει». Παρά και την απόφαση στην υπόθεση Sakhuja v Allen ανωτέρω, και των επεξηγήσεων που είχαν δοθεί σε αυτή, η ερμηνεία των όρων «οδηγούσε» ή «αποπειράτο να οδηγήσει» συνέχισε να απασχολεί τα αγγλικά δικαστήρια, μέχρις ότου μεγάλος αριθμός εφέσεων, που είχαν ως αντικείμενο τους στην συζήτηση του θέματος αυτού, αναθεωρήθηκαν από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Edkins v Knowls
(1973)RTR
  1. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για απόφαση του Αγγλικού Εφετείου και όχι της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, ως εκφράζεται και από τους συγγραφείς του συγγράμματος Wilkinson's Road Traffic Offences ανωτέρω, στην σελίδα 156, το γεγονός ότι αυτή εκδικάστηκε από πενταμελές Εφετείο, ότι σε αυτή, εκτός από τους εκπροσώπους των διαδίκων, μέρος στην διαδικασία έλαβε και ο Treasury Solicitor ως amicus ciriae, ότι σε αυτή αναθεωρήθηκε μεγάλος αριθμός αποφάσεων στις οποίες το ζήτημα είχε μέχρι τότε απασχολήσει και ότι η απόφαση του Δικαστή Griffiths, ήταν η ομόφωνη απόφαση του σώματος, θεωρείται ότι το σκεπτικό της, είναι και το καταληκτικό επί του ζητήματος[xxii]. Το Αγγλικό Εφετείο, εξετάζοντας το ζήτημα, κατέληξε ότι, κριτήρια για τον καθορισμό του συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αποτελούν τα κριτήρια, στα οποία αναφορά έγινε, τόσο και στην απόφαση μου να καλέσω τον κατηγορούμενο σε απολογία, όσο και ενωρίτερα στην απόφαση μου αυτή. Αναφέρω αυτά, καθότι, ο Κατηγορούμενος, έκαμε αναφορά σε αριθμός αγγλικών αποφάσεων της περιόδου πριν την έκδοση της απόφασης από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Edkins v Knowls ανωτέρω, το έτος 1973, γεγονός το οποίο έχω λάβει σαφώς υπόψη μου.
  2. Τώρα, σε ότι αφορά την εισήγηση του Κατηγορούμενου, ότι, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι, ο αστυνομικός που ζητά δείγμα εκπνοής, πρέπει να είναι ένστολος και ότι, τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι, διέπραξε το αδίκημα, είναι, βρίσκω, ανεδαφικός. Ως ανέλυσα ενωρίτερα, το Άρθρο 6 του Νόμου 174/1986, δεν καθορίζει ως συστατικό του, ότι, ο αστυνομικός που ζητά το δείγμα εκπνοής για σκοπούς ελέγχου διάπραξης του υπό αναφορά αδικήματος από οδηγό μηχανοκίνητου οχήματος, πρέπει να είναι ένστολος. Αναφέρεται απλά σε «αστυνομικό». Όρος που ερμηνεύεται από το Άρθρο 2 του Νόμου 174/1986 ότι σημαίνει «κάθε μέλος της Αστυνομίας». Εν προκειμένω, οι ΜΚ1 και ΜΚ2, κατά την κυρίως εξέταση τους, ανέφεραν στο Δικαστήριο, ότι είχαν ενημερώσει τον Κατηγορούμενο, όταν τον προσέγγισαν, για τον λόγο της εκεί παρουσίας τους, - δηλαδή, την διενέργεια ελέγχων οδηγών προς διαπίστωση εάν οδηγούσαν υπό την επήρεια αλκοόλης - και αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Είχαν μάλιστα αναφέρει και οι δύο, εισαγωγικά της μαρτυρίας τους, ότι, την ώρα του επίδικου συμβάντος, ήταν σε καθήκον. Ως εκ τούτου, ακόμη και στην περίπτωση που το εν λόγω στοιχείο (ότι ο αστυνομικός πρέπει να είναι ένστολος), αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ως η εισήγηση του κατηγορουμένου, - που δεν την υιοθετώ -, τα προαναφερόμενα στοιχεία της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2, που δεν αμφισβητήθηκαν, μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε σχετικό συμπέρασμα, ακόμη και εάν το στοιχείο αυτό δεν κατατέθηκε ρητά από τους μάρτυρες[xxiii]. Σημειώνω εδώ, καταληκτικά ως προς το ζήτημα αυτό, την διαφορά του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, ως έχει προαναφερθεί, με το αντίστοιχο της αγγλικής νομοθεσίας, επειδή εξ όσων αντιλαμβάνομαι, ο Κατηγορούμενος είναι, έχοντας υπόψη την αγγλική νομολογία επί του ζητήματος, που προέβηκε στην σχετική εισήγηση του προς το Δικαστήριο. Το Άρθρο 6
(7)του αγγλικού Road Traffic Act, ως έχει προαναφερθεί, προνοεί ότι, «A constable may administer a preliminary test by virtue of any of subsections
(2)to
(4)only if he is in uniform» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Πρόνοια, που σαφώς, δεν εμπεριέχεται στο Άρθρο 6 του Νόμου 174/
  1. Ούτε και μπορεί να γίνει αντιληπτό, πως είναι δυνατόν, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος μέσα από την αντεξέταση των ΜΚ1 και ΜΚ2, δεν φαίνεται να αμφισβητούσε ότι αυτοί ήταν αστυνομικοί, ή εν πάση περιπτώσει ότι δεν μπορούσαν εύκολα να αναγνωριστούν ως αστυνομικοί, ή ότι, η άρνηση του να δώσει δείγμα εκπνοής, ήταν συνεπεία μίας τέτοιας αμφισβήτησης ή αμφιβολίας, να προβάλλει αυτό τον ισχυρισμό και να αναμένει μάλιστα και την αθώωση του βασιζόμενος σε αυτόν. Όταν μάλιστα, κατά την δική του μαρτυρία, ήταν απόλυτος, ότι, αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών που διενεργούσαν ελέγχους - πιθανότατα οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης - και είχε για αυτό τον λόγο επιλέξει να παρεκκλίνει της πορείας του, για να τους αποφύγει. [Ε - Β] Η ΤΡΙΤΗ (3η) ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
  2. Σε ότι αφορά το αδίκημα που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην τρίτη (3η) Κατηγορία, στην απόφαση μου ημερομηνίας 31/03/2015, είχα αναφέρει τα ακόλουθα: «
  3. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 50
(10)(i) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ. Δ. Π. 66/1984 (στο εξής καλούμενοι οι «Κανονισμοί»): «
  1. Τηρουμένων των διατάξεων των Κανονισμών 51, 52 και 53 ., ουδείς θέλει προκαλέσει, ανεχθεί ή επιτρέψει την χρήσιν μηχανοκινήτου οχήματος εφ' οιασδήποτε οδού, ουδέ οδηγήσει ή αναλάβει την ευθύνην ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος ότε τούτο χρησιμοποιείται εφ' οιασδήποτε οδού, εκτός εάν τηρηθώσιν αι ακόλουθοι διατάξεις: .................................
  2. Παν όχημα μηχανοκίνητον ή μη δέον όπως είναι εφωδιασμένον διά δύο ή πλειόνων φανών ούτω κατεσκευασμένων και τοποθετημένων επί του οχήματος ώστε να εκπέμωσι φώς κατά τας κάτωθι διατάξεις: ................................. (ι) παν μηχανοκίνητον όχημα δέον όπως έχη ανημμένους τους φανούς, κατά το διάστημα μεταξύ ημισείας ώρας μετά την δύσιν του ηλίου και ημισείας ώρας προ της ανατολής του ήλιου, ώστε να εκπέμπουν φως κατά τας ανωτέρω διατάξεις.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  3. Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 72 των Κανονισμών: «Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή οιονδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάμει οιουδήποτε των παρόντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις ποινή φυλακίσεως μέχρις ενός έτους ή εις χρηματικήν ποινήν μέχρι χιλίων λιρών ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας».
  4. Στην περίπτωση του Κανονισμού 50
(10)(i) των Κανονισμών, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες Κανονισμού 72 του ίδιου, προκύπτει, ότι, διαπράττεται, αδίκημα, όταν: (α) πρόσωπο προκαλέσει, ανεχθεί ή επιτρέψει, την χρήση μηχανοκίνητου οχήματος, ή οδηγήσει ή αναλάβει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος όταν αυτό χρησιμοποιείται, (β) σε οποιαδήποτε οδό, (γ) χωρίς να έχει αναμμένους του φανούς με τους οποίους πρέπει να είναι εφοδιασμένο βάσει των Κανονισμών, (δ) κατά το διάστημα μεταξύ της περιόδου μισής ώρας μετά την δύση του ηλίου και μισής ώρας πριν της ανατολής του ήλιου, ώστε να εκπέμπουν φως.
  1. Έχοντας υπόψη τα συστατικά στοιχεία της υπό εξέταση κατηγορίας, ως έχουν μόλις προαναφερθεί, βρίσκω ότι, τα προαναφερόμενα γεγονότα (ως έχουν εκτεθεί κατά την εξέταση της Δεύτερης (2ης) Κατηγορίας, δικαιολογούν ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία, καθότι, εάν τελικώς, αυτά, γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο, στοιχειοθετούν την διάπραξη του εις αυτήν καταγραμμένου αδικήματος. Σύμφωνα με την μαρτυρία αυτή, ο Κατηγορούμενος, φαίνεται να είχε προκαλέσει, το μηχανοκίνητο όχημα ΚVK021, να οδηγηθεί, επί της οδού Σωπάτρου Πάφιου, σε ώρα, μεταξύ της περιόδου, μισής ώρας μετά την δύση του ηλίου και μισής ώρας πριν της ανατολής του ήλιου, ήτοι περί η ώρα 1:30 π. μ., χωρίς οι φανοί του να εκπέμπουν φως.
  2. Εν προκειμένω, δεν αποδέχομαι την εισήγηση του Κατηγορουμένου, ότι, οι λεπτομέρειες που έχουν παρατεθεί στο Κατηγορητήριο προς στοιχειοθέτηση της κατηγορίας αυτής, δημιουργούν την οποιαδήποτε ασάφεια εν σχέση με το αδίκημα το οποίο αυτός είχε να αντιμετωπίσει, ή και ότι με βάση αυτές, αυτός είχε να αντιμετωπίσει δύο διαζευκτικά αδικήματα. Ήτοι, (α) της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς φανούς για την εκπομπή φωτός και (β) της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς οι φανοί του να εκπέμπουν φως, όταν λόγω της ώρας, θα έπρεπε να εκπέμπουν. Κατά την άποψη μου, η αναφορά στις λεπτομέρειες του αδικήματος, σε, «χωρίς φώτα πορείας», συνδυαζόμενη με την προγενέστερα παρατιθέμενη, επίσης στις λεπτομέρειες, αναφορά, «κατά το διάστημα μισής ώρας μετά την δύση του ηλίου και μισής ώρας πριν την ανατολή του ηλίου, δηλαδή η ώρα 01:30», προσδιορίζουν με ακρίβεια την καταλογιζόμενη στον Κατηγορούμενο, παράνομη πράξη. Ήτοι, η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς οι φανοί του να εκπέμπουν φως, όταν λόγω της ώρας, θα έπρεπε, φως, να εκπέμπεται. Εξάλλου, το αδίκημα, βρίσκω, ότι, έχει καθοριστεί βάσει της ορολογίας που προσδιορίζουν οι Κανονισμοί. Βρίσκω συναφώς, μεγάλη διαφορά, μεταξύ της ορολογίας που χρησιμοποιείται από τους Κανονισμούς, ήτοι σε «φανούς» για την εκπομπή φωτός και στην αναφορά «φως πορείας» που εκτίθεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ώστε να μπορούσα να αποδεχθώ, ότι, υπάρχει ασάφεια στην προκείμενη περίπτωση, ως προς το ποιά από τις δύο προαναφερόμενες, πιθανές, ως η εισήγηση του Κατηγορουμένου, κατηγορίες, αυτός είχε να αντιμετωπίσει και άρα κατάχρηση της διαδικασίας.».
  3. Συνεπώς, αποδεχόμενος την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 και απορρίπτοντας την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο και σε αυτή την κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [Ζ]. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  4. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, καταλήγω, ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, έχει πετύχει να αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία την ενοχή του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες με αριθμό 2 και 3 ως εμφαίνονται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής, στις οποίες κρίνεται ένοχος. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Judges Rules - που θεσπίστηκαν αρχικά το 1912 (και τροποποιήθηκαν τα έτη 1918, και 1964), ως κανόνες πρακτικής σε σχέση με την λήψη καταθέσεων, από υπόπτους και μετέπειτα κατηγορουμένους, ώστε να περιοριστεί το φαινόμενο υιοθέτησης από πλευράς αστυνομίας, πρακτικών, ανεπίτρεπτων, που θα είχαν το αποτέλεσμα της αθέλητης ομολογίας. Το Άρθρο 8 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ενσωματώνει τους Δικαστικούς Κανόνες στην Κυπριακή νομοθεσία, προβλέποντας ότι αυτοί ισχύουν και εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο ως και στην Αγγλία. [2] Στο εισαγωγικό τους μέρος, ως ήταν και η εισήγηση του Κατηγορουμένου. [3] Όταν μάλιστα στους μάρτυρες κατηγορίας, είχε, κατά την αντεξέταση τους, υποβάλει την αντίθετη θέση. Ότι δηλαδή, αν πρόθεση του Κατηγορουμένου ήταν η αποφυγή του ελέγχου, αυτός θα παρέκλινε της πορείας του κάνοντας στροφή σε άλλη πάροδο, άλλη από αυτή της οδού Σωππάτρου Πάφιου που είναι αδιέξοδος. Δέστε ως προς τούτο την σχετική υποβολή του Κατηγορουμένου προς τον ΜΚ
  5. Αντίφαση με την μαρτυρία που έδωσε ο Κατηγορούμενος προς υπεράσπιση του, είναι και υποβολή του και πάλι προς τον ΜΚ1, ότι δεν μπορούσε αυτός να είναι σίγουρος ότι ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί την παρουσία τους στον δρόμο και ότι αυτός ήταν ο λόγος που παρέκλινε της πορείας του. Ανακόλουθη ήταν και η θέση που ο Κατηγορούμενος υπέβαλε στον ΜΚ1, ότι αυτός είχε συλλάβει τον Κατηγορούμενο και μετά του είχε ζητήσει να τον υποβάλει σε έλεγχο αλκοόλης, ισχυρισμό που δεν υποστήριξε εν συνεχεία όταν ενόρκως έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο. [4] Αυτό ανέφερε στην μαρτυρία του, ή εν πάση περιπτώσει αυτό εξάγεται από αυτή. [5] Έχει ως χαρακτηριστικά ανέφερε, ως δικηγόρος, δικάσει ίσως τις περισσότερες υποθέσεις που αφορούν αδικήματα σχετιζόμενα με την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης. [6] Evidential burden. Σχετική, εν προκειμένω, είναι η αγγλική υπόθεση R v Gill
(1963)47 Cr. App R 166 (δέστε ειδικότερα στην σελίδα 172). [7] Η διαδρομή του περιελάμβανε και την Οδό Σταδίου. Ο δε τελικός προορισμός του, ποιος ήταν, δεν έχω ικανοποιηθεί από την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, ότι ήταν αυτός που ισχυρίστηκε, - σε σχέση με τον οποίο ο Κατηγορούμενος έφερε το αποδεικτικό βάρος και απέτυχε να τον αποσείσει -. [8] Χωρίς να είχε περάσει αξιόλογος χρόνος αφότου οι ΜΚ1 και ΜΚ2 σχημάτισαν την υποψία, ως προαναφέρθηκα, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Από την μαρτυρία φαίνεται ότι πέρασε πολύ σύντομος χρόνος, όσος χρειαζόταν, αφότου είχαν παρατηρήσει τον Κατηγορούμενο στην οδό Αδώνυδος, να παρεκκλίνει της πορείας του και να εισέρχεται στην οδό Σωπάτρου Πάφιου, για να τον απαντήσουν στην οδό Σωπάτρου Πάφιου. [9] Με εξαίρεση όταν πρόκειται για την διερεύνηση τροχαίου δυστυχήματος, όπου το στοιχείο μεταβάλλεται σε λογικό πιστεύω του αστυφύλακα. [10] Random checks. [11] Ο δικαστικός λόγος της οποίας δεν ήταν απόλυτα σαφής και υιοθετήθηκε (ως οι αρχές που τέθηκαν σε αυτή είχαν ερμηνευθεί), μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις R v Price
(1968)3 All ER 814, Cambell v Tormey
(1969)All ER 961 και Stevens v Thorborrow
(1969)3 All ER
  1. [i] Δυνάμει και της Κ. Δ. Π. 51/1990, ως έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 13/03/
  2. [ii] Δέστε, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [iii] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [iv] Προκύπτει ως κοινό συστατικό στοιχείο και για τις τρείς περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(1)υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, δυνάμει του εδαφίου
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [v] Προκύπτει ως κοινό συστατικό στοιχείο και για τις τρείς περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(1)υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, δυνάμει του εδαφίου
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [vi] Προκύπτει ως κοινό συστατικό στοιχείο και για τις τρείς περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(1)υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, δυνάμει του εδαφίου
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [vii] Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)(α) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [viii] Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)(β) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. Χωρίς, κατ' ανάγκην, αυτή η περίσταση, να είναι αναγκαίο να συντρέχει σωρευτικά με την ύπαρξη στο σώμα του προσώπου αυτού, οποιαδήποτε ποσότητας αλκοόλης, ως προνοείται από το εδάφιο
(1)(α) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [ix] Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)(α) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [x] Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)(γ) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. Εναλλακτικά, ως προκύπτει, της περίπτωσης που ρυθμίζει το εδάφιο
(1)(α) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986 και αφορά/ούν τον χρόνο της διάπραξης τροχαίου αδικήματος. [xi] Προκύπτει ως κοινό συστατικό στοιχείο για τις περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(1)υποπαραγράφους (α) και (γ) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, δυνάμει του εδαφίου
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. Δεν αποτελεί όμως συστατικό στοιχείο, για την περίπτωση διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(1)υποπαράγραφος (β) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, δυνάμει του εδαφίου
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [xii] Προκύπτει, δυνάμει των προνοιών του εδαφίου
(4)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, ως κοινό συστατικό στοιχείο και για τις τρείς περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(1)υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, δυνάμει του εδαφίου
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [xiii] Προκύπτει, δυνάμει των προνοιών του εδαφίου
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, ως κοινό συστατικό στοιχείο και για τις τρείς περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(1)υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [xiv] Προκύπτει, δυνάμει των προνοιών του εδαφίου
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, ως κοινό συστατικό στοιχείο και για τις τρείς περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(1)υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [xv] Προκύπτει, δυνάμει των προνοιών του εδαφίου
(4)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, ως κοινό συστατικό στοιχείο και για τις τρείς περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος, ως καταγράφεται στο εδάφιο
(1)υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986, δυνάμει του εδαφίου
(5)του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986. [xvi] Σε κάθε, περίπτωση, τα γεγονότα που έχουν παρουσιαστεί στην προκείμενη περίπτωση, βάσει και του δικαστικού λόγου στην Ποινική Έφεση υπ' αρ. 110/2011, Γενικός Εισαγγελέας ν Παύλου Αραμπίδη, απόφαση ημερομηνίας 01/11/2013, οδηγούν, αβίαστα, στο συμπέρασμα, ότι, και το στοιχείο αυτό, για σκοπούς αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας και μόνο, κρινόμενα τα γεγονότα που το αφορούν, αντικειμενικά και μόνον, σικαιολογούν να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία. Σε ότι αφορά την ερμηνεία του όρου «αποφεύγω», όπως αυτό χρησιμοποιείται στο Άρθρο 7
(4)του Νόμου 174/1986, - όρος που χρησιμοποιείται και στο Άρθρο 6 του Νόμου 174/1986, που αφορά εδώ, κατά τρόπον, που, βρίσκω, ότι τα αναφερόμενα του Εφετείου στην υπόθεση Αραμπίδη ανωτέρω, βρίσκουν εφαρμογή, κατ' αναλογίαν και σε ότι αφορά τις πρόνοιες του Άρθρου 6 του Νόμου 174/1986 -, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, σε αυτήν, ότι, έχει την έννοια «του προσπαθώ να μην κάνω κάτι» ή «να ξεφύγω από κάτι», παρά το γεγονός, ότι, την ίδια στιγμή, παρουσιάζομαι να μην αρνούμαι να πράξω αυτό που μου έχει ζητηθεί να πράξω, καθότι τέτοια συμπεριφορά θα ισοδυναμούσε με άρνηση. [xvii] «Drink/Driving Offences». [xviii] «A person driving or attempting to drive». [xix] Δέστε σχετικά τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση στην σελίδα 161. [xx] Δέστε κατ' αναλογίαν τα αναφερόμενα στις αγγλικές αποφάσεις R v Evans (Terence)
(1974)RTR 232 και R v Moore
(1970)Crim LR 650. Έχοντας σε κάθε περίπτωση υπόψη την αγγλική υπόθεση Williams v Jones
(1972)RTR
  1. Αναφορά στις οποίες γίνεται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση στις σελίδες 156 και
  2. [xxi] Στην αρχική του μορφή, πριν τις νομοθετικές πράξεις που οδήγησαν στο, ως σήμερα υφίσταται, Road Traffic Act, το Άρθρο 6, είχε ως ακολούθως: «6 Breath tests.
(1)Where a constable in uniform has reasonable cause to suspect— (
  1. a)that a person driving or attempting to drive or in charge of a motor vehicle on a road or other public place has alcohol in his body or has committed a traffic offence whilst the vehicle was in motion, or (
  2. b)that a person has been driving or attempting to drive or been in charge of a motor vehicle on a road or other public place with alcohol in his body and that that person still has alcohol in his body, or (
  3. c)that a person has been driving or attempting to drive or been in charge of a motor vehicle on a road or other public place and has committed a traffic offence whilst the vehicle was in motion, he may, subject to section 9 of this Act, require him to provide a specimen of breath for a breath test.
(2)If an accident occurs owing to the presence of a motor vehicle on a road or other public place, a constable may, subject to section 9 of this Act, require any person who he has reasonable cause to believe was driving or attempting to drive or in charge of the vehicle at the time of the accident to provide a specimen of breath for a breath test.
(3)A person may be required under subsection
(1)or subsection
(2)above to provide a specimen either at or near the place where the requirement is made or, if the requirement is made under subsection
(2)above and the constable making the requirement thinks fit, at a police station specified by the constable.
(4)A person who, without reasonable excuse, fails to provide a specimen of breath when required to do so in pursuance of this section is guilty of an offence.
(5)A constable may arrest a person without warrant if— (
  1. a)as a result of a breath test he has reasonable cause to suspect that the proportion of alcohol in that person's breath or blood exceeds the prescribed limit, or (
  2. b)that person has failed to provide a specimen of breath for a breath test when required to do so in pursuance of this section and the constable has reasonable cause to suspect that he has alcohol in his body, but a person shall not be arrested by virtue of this subsection when he is at a hospital as a patient.
(6)A constable may, for the purpose of requiring a person to provide a specimen of breath under subsection
(2)above in a case where he has reasonable cause to suspect that the accident involved injury to another person or of arresting him in such a case under subsection
(5)above, enter (if need be by force) any place where that person is or where the constable, with reasonable cause, suspects him to be.
(7)Subsection
(6)above does not extend to Scotland, and nothing in that subsection shall affect any rule of law in Scotland concerning the right of a constable to enter any premises for any purpose.
(8)In this section "traffic offence" means an offence under— (
  1. a)any provision of Part II of the [1981 c. 14.] Public Passenger Vehicles Act 1981, (
  2. b)any provision of the [1984 c. 27.] Road Traffic Regulation Act 1984, (
  3. c)any provision of the [1988 c. 53.] Road Traffic Offenders Act 1988 except Part III, or (
  4. d)any provision of this Act except Part V.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xxii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα στο The Criminal Law Review, Issue 5, 2008 σελ. 344. [xxiii] Δέστε σχετικά την αγγλική υπόθεση Cooper v Rowlands
(1971)R.T.R. 291, αναφορά στην οποία γίνεται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 10η έκδοση στην σελίδα 153. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.