← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ALEXANDRA HERNANDEZ NORDAHL, Υπόθεση υπ' αρ.: 3111/2014, 2/9/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ALEXANDRA HERNANDEZ NORDAHL, Υπόθεση υπ' αρ.: 3111/2014, 2/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 3111/2014 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή - εναντίον - ALEXANDRA HERNANDEZ NORDAHL Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 02/09/2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για την Κατηγορούμενη: κ. Γ. Λουκαΐδης και κα Μ. Χειμωνίδου Κατηγορούμενη Παρούσα ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΟΙΝΗΣ 1. Στην υπόθεση αυτή, η Κατηγορούμενη, τελικώς, κρίθηκε ένοχη, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, στην κατηγορία που της προσήχθη από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας με κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης. Ήτοι: «Οδήγηση καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή υπερβαίνει το καθορισθέν όριο κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου αρ. 174 του 1986 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 24

(1)/06 και άρθρο 20Α του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 30
(1)/2000 και 80
(1)/2000 και του Περί Εξώδικων Ρυθμίσεων Αδικημάτων του 1997 με αριθμό 47
(1)/1997 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 90
(1)/2012 και 99
(1)/2012 και Κ. Δ. Π. 51/90 και Νόμος 33
(1)του 2000 και Νόμος 80
(1)/2000».
  1. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα σε σχέση με την προαναφερόμενη κατηγορία στην οποία κρίθηκε ένοχη η Κατηγορούμενη, καταγράφονται στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Στο βαθμό που, παραπομπή σε αυτά, θα κριθεί αναγκαία για σκοπούς επεξήγησης του σκεπτικού του Δικαστηρίου αναφορικά με τα της ποινής, τέτοια, γίνεται στη συνέχεια της απόφασης μου, στο κατάλληλο στάδιο.
  2. Η Κατηγορούμενη, είναι, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, λευκού ποινικού μητρώου. Η δε άδεια οδήγησης της, προστέθηκε, - για σκοπούς που αφορούν αυτή την διαδικασία -, είναι βεβαρημένη με 8 βαθμούς ποινής. Τα προαναφερόμενα, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένης.
  3. Ο συνήγορος υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, αγορεύοντας προς το Δικαστήριο, αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών περιστάσεων που αφορούν τα γεγονότα και τις περιβάλλουσες περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, που, κατά την εισήγηση του, μετριάζουν την ποινή που θα της επιβληθεί από το Δικαστήριο. Σε γενικές γραμμές, υποστήριξε, ότι: Οι ενδείξεις που δίδουν οι συσκευές ελέγχου αλκοόλης, χρήση των οποίων γίνεται από την αστυνομία στην Κύπρου, μπορούν σε κάθε περίπτωση να επηρεαστούν από διάφορους παράγοντες. Παράγοντες όπως, η διατροφή, ο χρόνος κατανάλωσης του αλκοόλ, το είδος και η καθαρότητα (π. χ. νοθευμένα ποτά) του αλκοόλ, το φύλο και ο σωματότροπος ενός κατηγορούμενου προσώπου, μπορεί σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, να συντείνουν στο να δοθεί αποτέλεσμα, δυσανάλογο της κατανάλωσης αλκοόλης από τον κατηγορούμενο. Τέτοια πρέπει να είναι και η εδώ εξεταζόμενη περίπτωση, από την στιγμή που από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο δεν κατέληξε σε εύρημα ότι η Κατηγορουμένη ήταν σε κατάσταση μέθης.
  4. Αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορημένης, ο συνήγορος υπεράσπισης της, επίστησε την προσοχή του Δικαστηρίου στο λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορουμένης και στο γεγονός ότι, πρόκειται για άτομο εξαίρετου χαρακτήρα, προερχόμενο από συγκροτημένη και καλή οικογένεια. Ενδεικτικό τούτου, σημείωσε ο συνήγορος της Κατηγορουμένης, είναι το γεγονός ότι, ο πατέρας της είναι δικηγόρος στο επάγγελμα και εργάζεται για το νομικό τμήμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Περαιτέρω, αναφέρθηκε, ότι, η Κατηγορούμενη, που κατοικεί με την μητέρα της στην Λάρνακα, βρίσκεται στο τελευταίο έτος της φοίτησης της σε πανεπιστήμιο που εδρεύει στην Λευκωσία. Συνεπώς, τονίστηκε, η άδεια οδήγησης της, της είναι απολύτως απαραίτητη για την μετάβαση της από και προς την Λευκωσία για εξυπηρέτηση των σπουδών της.
  5. Αξιολόγησα, κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μου, στο στάδιο των αγορεύσεων.
  6. Η επιβολή ποινής, είναι ένα πολύ λεπτό έργο που επιτελείται από το Δικαστήριο, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη, δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται να δοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στη ποινή[i]. Σε κάθε όμως περίπτωση, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Σύμφωνα με την νομολογία, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους, επιβάλλει, την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει, η αυστηρή τιμωρία του, για την προστασία της κοινωνίας[ii].
  7. Η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο η Κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη από το Δικαστήριο, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Το Άρθρο 11 του Νόμου 174/1986, προνοεί, σχετικά, τα εξής: «
(1)Οποιοσδήποτε διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ακόλουθες ποινές: (α) Σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει το καθορισμένο στο νόμο όριο αλλά είναι μικρότερη των 36μ g/100ml ή των 82mg/100ml αντίστοιχα, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000). (β) σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην αναπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 35μ g/100ml ή τα 80mg/100ml αντίστοιχα, αλλά είναι μικρότερη των 56μ g/100ml ή των 127mg/100ml αντίστοιχα, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές· (γ) σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 55μ g/100ml ή τα 125mg/100ml αντίστοιχα, αλλά είναι μικρότερη των 71μ g/100ml ή των 161mg/100ml αντίστοιχα, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή σε στέρηση της ικανότητας του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές· (δ) σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 70μ g/100ml ή τα 159mg/100ml αντίστοιχα, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο, ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές.
(2)Οποιοσδήποτε διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(5)του άρθρου 6 ή του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές.».
  1. Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Νόμος 86/1972, στην προκείμενη περίπτωση[1], το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει από 3 έως 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης της Κατηγορουμένης, αναλόγως πάντοτε των περιστάσεων της υπόθεσης.
  2. Τα τροχαία αδικήματα και ειδικότερα αυτά που αφορούν την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, που αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες πρόκλησης τροχαίων δυστυχημάτων - αρκετά από τα οποία, δυστυχώς, είναι θανατηφόρα -, έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται, τόσο του νομοθετικού πλαισίου δια του οποίου καθορίζονται οι ποινές (τόσο σε είδος, όσο και σε ύψος) για το υπό αναφορά αδίκημα, όσο και της επιλογής από τα Δικαστήρια των τιμωρητικών μέσων μέσα από αυτό, ανάλογα της περίπτωσης. Ως αναφέρθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Ανδρέας Μενελάου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εφαρμόζει τον νόμο και να καθηλώνει, μέσω της τιμωρίας, τέτοιες παράνομες συμπεριφορές, αντικοινωνικού χαρακτήρα. Αναφέρει συγκεκριμένα το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση του: «Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». 11. Αναμφίβολα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το αδίκημα της οδήγησης όταν η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή το αίμα του κατηγορουμένου υπερβαίνει το καθορισμένο από τον Νόμο 174/1986 όριο, αποτελεί ένα πάρα πολύ σοβαρό αδίκημα. Στην προκείμενη περίπτωση, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες έκαστης υποπαραγράφου του εδαφίου
(1)του προαναφερόμενου Άρθρου 11 του Νόμου 174/1986 και με αποκλειστικό γνώμονα το ύψος της υπέρβασης του νόμιμου ορίου αλκοόλης στην εκπνοή της Κατηγορουμένης, - ήτοι 103 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής της Κατηγορουμένης, αντί του νομίμου ορίου των 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής -, η ποινή που αντικειμενικά θα έπρεπε να επιβληθεί στην Κατηγορουμένη ένεκα καταδίκης κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, - χωρίς δηλαδή εξέταση των γεγονότων της υπόθεσης ή στοιχείων προς εξατομίκευση της ποινής προς το πρόσωπο της Κατηγορουμένης -, θα ήταν δεκαπέντε μήνες φυλάκιση, χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων ευρώ και στέρηση της ικανότητάς της να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών από της αποφυλακίσεως της.
  1. Έχοντας συνεπώς αξιολογήσει το αδίκημα, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο σύμφωνα με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, υπάρχουν στοιχεία που επιβαρύνουν ή και μετριάζουν την διάπραξη του αδικήματος από πλευράς της Κατηγορουμένης.
  2. Ξεκινώ, με την διαπίστωση των εξής παραγόντων, που κατά την άποψη μου, επιβαρύνουν στην προκείμενη περίπτωση την διάπραξη του αδικήματος από πλευράς της Κατηγορουμένης, έχοντας ως κριτήριο, τα στοιχεία της υπαιτιότητας ή ζημιάς, που διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση. Η Κατηγορούμενη, όταν ανακόπηκε για έλεγχο από την αστυνομία, είχε συνεπιβάτες της στο όχημα, άλλα τρία πρόσωπα, με τα οποία είχε βγει το βράδυ που είχε προηγηθεί, για διασκέδαση σε συγκεκριμένο νυκτερινό κέντρο. Παρά τούτο και πολύ πιο περισσότερο, παρά το γεγονός ότι, η Κατηγορουμένη, είχε οριστεί (πριν την έναρξη της εξόδου της με τα εν λόγω πρόσωπα) ως το πρόσωπο θα οδηγούσε όλους του υπόλοιπους πίσω στα σπίτια τους, συνειδητά κατανάλωσε αλκοόλ. Η δε πράξη οδήγησης από πλευράς της, αφού είχε πλέον καταναλώσει αλκοόλ, ήταν επίσης συνειδητή και δεν εντοπίζω να ήταν για μία σύντομη διαδρομή ή να είχε υποκινηθεί από οποιοδήποτε γνήσιο επείγον περιστατικό που την ανάγκασε προς αυτή την κατεύθυνση. Τέτοια γεγονότα, άλλωστε, δεν υποστηρίχτηκαν από πλευράς της.
  3. Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί, ότι, δεν διαπιστώνονται γεγονότα, που να καταδεικνύουν απαράδεκτο επίπεδο οδήγησης από πλευράς Κατηγορουμένης, ή προφανούς κατάστασης μέθης, ή οποιοδήποτε άλλο γεγονός που θα αποτελούσε παράγοντα για να επαυξηθεί περισσότερο η υπαιτιότητα της στην προκείμενη περίπτωση. Όπως, για παράδειγμα, θα ήταν, η περίπτωση ενός επαγγελματία οδηγού, εν ώρα εργασίας, που συλλαμβάνεται να οδηγεί όταν η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή το αίμα του υπερβαίνει το καθορισμένο από τον Νόμο 174/1986 όριο. Ενώ, είναι επίσης γεγονός, ότι, δεν υπάρχουν, στην προκείμενη περίπτωση, στοιχεία που να υποδεικνύουν βλάβη και μάλιστα μεγάλου βαθμού, λόγω της διάπραξης του αδικήματος από την Κατηγορούμενη. Όπως, για παράδειγμα θα ήταν, η Κατηγορούμενη να είχε εμπλακεί σε δυστύχημα και να είχε προκαλέσει βλάβη σε πρόσωπο ή πρόσωπα ή και σε περιουσία. Μετριαστικά της ποινής που θα επιβληθεί στην Κατηγορουμένη, είναι επίσης και τα ευρήματα μου, ότι η Κατηγορουμένη, είχε καταναλώσει μόνο δύο ποτήρια κρασί και μάλιστα αρκετή ώρα πριν να προβεί στην συγκεκριμένη πράξη οδήγησης.
  4. Σε ότι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης, σημειώνονται ως μετριαστικοί, οι ακόλουθοι παράγοντες. Το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορουμένης, που καταδεικνύει ότι, καθ' όλο τον πρότερο βίο της, ήταν πρόσωπο ευσυνείδητο, που τηρούσε τους νόμους αυτού του κράτους, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη, προέρχεται από μία συγκροτημένη και καλή οικογένεια, μέρος δηλαδή αυτών των οικογενειών, που κατά γενική ομολογία, αποτελούν και στηρίζουν το θεμέλιο της μέχρι στιγμής υγιούς κοινωνίας μας. Τώρα, σε ότι αφορά το νεαρό της ηλικίας της Κατηγορουμένης, στο οποίο, ορθά δεν έγινε αναφορά από πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης της, ως παράγοντα που πρέπει να προσμετρήσει προς μετριασμό της ποινής της, πρέπει εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί σε σχέση με αυτό, ότι, το υπό συζήτηση αδίκημα, είναι τόσο διαδεδομένο μεταξύ των προσώπων αυτής της ηλικίας (και ειδικότερα φοιτητών, όπως είναι και η Κατηγορουμένη), που αυτό, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει επιεικέστερη μεταχείριση της από απόψεως επιβολής ποινής.
  5. Έχοντας υπόψη μου τα γεγονότα στα οποία έχω καταλήξει για αυτή την υπόθεση και όλους του επιβαρυντικούς και μετριαστικούς παράγοντες που προκύπτουν βάσει αυτών, καθώς επίσης και τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης, ως όλα έχουν προαναφερθεί, έχω αποφασίσει, εν όψει και του στοιχείου της αποτροπής που προέχει λόγω της συχνότητας στην διάπραξη του υπό συζήτηση αδικήματος, ότι, η αρμόζουσα, στην προκείμενη περίπτωση, ποινή - που δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να μειωθεί, γιατί η Κατηγορουμένη, με την στάση της, απεμπόλησε το ευεργέτημα της άμεσης παραδοχής, από την άποψη της έμπρακτης προς το Δικαστήριο μεταμέλειας της -, είναι μεν αυτή του προστίμου και της στέρησης του δικαιώματος της να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα - αποκλείοντας δηλαδή την ποινή φυλάκισης, λόγω της απουσίας εκείνων (ή και εκείνων) των στοιχείων υπαιτιότητας ή βλάβης που θα με οδηγούσαν να επιλέξω αυτήν ή και αυτήν την ποινή -, το ύψος των οποίων καθορίζεται στα €2.000 χρηματική ποινή και 4 μήνες στέρηση του δικαιώματος της να αποκτήσει ή κατέχει οποιουδήποτε τύπου άδεια οδήγησης, ώστε να αντανακλά σε όλους τους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Η διαταγή του Δικαστηρίου σε ότι αφορά την στέρηση του δικαιώματος της Κατηγορουμένης να αποκτήσει ή κατέχει οποιουδήποτε τύπου άδεια οδήγησης, τίθεται αμέσως σε ισχύ.
  6. Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 20Α του Νόμου 86/1972, στην προκείμενη περίπτωση, επιβάλλω στην κατηγορούμενη 4 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης της - έχοντας υπόψη και τις πρόνοιες του εδαφίου
(6)του εν λόγω Άρθρου 20Α του Νόμου 86/1972 - και όλους του προαναφερόμενους επιβαρυντικούς, από απόψεως γεγονότων, παράγοντες στην περίπτωση της διάπραξης του αδικήματος από την Κατηγορουμένη. Και ειδικότερα, το γεγονός ότι, η Κατηγορούμενη, είχε συνεπιβάτες στο όχημα που γνώριζε εκ των προτέρων ότι βασίστηκαν σε αυτήν για την ασφαλή μεταφορά τους μετά την ολοκλήρωση της νυκτερινής τους εξόδου για διασκέδαση, και ότι παρ' αυτά, αυτή συνειδητά είχε καταναλώσει αλκοόλ. 18. Λόγω της ποινής που έχει αμέσως τώρα επιβληθεί στην Κατηγορουμένη και λόγω του ότι η άδεια οδήγησης της, βαρύνεται ήδη με οκτώ βαθμούς ποινής, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 20Α(
(7)και
(11)) του Νόμου 86/1972, οι συσσωρευμένοι βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης της Κατηγορουμένης, διαγράφονται.
  1. Τώρα, σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, €20, αναφορά στα οποία έχει γίνει από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς Κατηγορουμένης, βάσει της διακριτικής ευχέρειας που μου παρέχεται από το Άρθρο 168[iii] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κρίνω ότι αυτά, επιπρόσθετα των προαναφερόμενων ποινών που επιβλήθηκαν στην Κατηγορουμένη, θα βαρύνουν αυτήν και σχετική προς τούτου διαταγή του Δικαστηρίου εκδίδεται. Με την συλλογή του προαναφερόμενου ποσού, αυτό, να καταβληθεί στο δημόσιο ταμείο[iv].
  2. Κατάληξη επί ποινής: Κατηγορία Ποινή 1η Κατηγορία Α. €2.000, Β. Τέσσερεις
(4)μήνες στέρηση του δικαιώματος της Κατηγορουμένης να αποκτήσει ή κατέχει οποιουδήποτε τύπου άδεια οδήγησης, αρχής γενομένης της 02/09/2015, και Γ. Τέσσερεις
(4)βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης της Κατηγορουμένης. Οι συσσωρευμένοι βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης της Κατηγορουμένης, διαγράφονται. Έξοδα Κατηγορούσας Αρχής €20 (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δυνάμει των προνοιών του εδαφίου
(2).5.γ του υπό αναφορά Άρθρου 20Α. [i] Σχετική εν προκειμένω, είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.245. [ii] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Χρίστου Μιχαήλ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 130/2013, ημερομηνίας 16/05/2014, Γενικός Εισαγγελέας ν Κωνσταντίνου Κουκκίδη Ποινική Έφεση 98/2012, ημερομηνίας 19/02/2013, Γενικός Εισαγγελέας ν Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.331 και Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. [iii] «
  2. Όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει αυτό να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή η οποία δύναται να επιβληθεί σε αυτό και σε περίπτωση δημοσίων διώξεων τα έξοδα αυτά, όταν εισπραχθούν, καταβάλλονται στις δημόσιες προσόδους». [iv] Δέστε σχετικά, τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση στις σελίδες 366 έως
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.