ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ALEXANDRA HERNANDEZ NORDAHL, Υπόθεση υπ' αρ.: 3111/2014, 2/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 3111/2014 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή - εναντίον - ALEXANDRA HERNANDEZ NORDAHL Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 02/09/2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη Για την Κατηγορούμενη: κ. Γ. Λουκαΐδης και κα Μ. Χειμωνίδου Κατηγορούμενη Παρούσα ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Α]. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Στην υπόθεση αυτή, η Κατηγορούμενη, τελικώς, αφού κλήθηκε σε απολογία, αντιμετώπισε την ακόλουθη κατηγορία, ως αυτή παρουσιάζεται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης: «Οδήγηση καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή υπερβαίνει το καθορισθέν όριο κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου αρ. 174 του 1986 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 24
(1)/06 και άρθρο 20Α του Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 30
(1)/2000 και 80
(1)/2000 και του Περί Εξώδικων Ρυθμίσεων Αδικημάτων του 1997 με αριθμό 47
(1)/1997 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 90
(1)/2012 και 99
(1)/2012 και Κ. Δ. Π. 51/90 και Νόμος 33
(1)του 2000 και Νόμος 80
(1)/2000». [Β]. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, οι ακόλουθοι δύο μάρτυρες: i. Ο Λοχ. 1790, κ. Α. Ανδρέου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), και ii. Ο Αστ. 2329, κ. Ν. Πολυκάρπου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»).
- Από πλευράς Υπεράσπισης, επιλέχθηκε η ένορκη κατάθεση από την ίδια την Κατηγορούμενη και δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει, ο οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας.
- Προχωρώ να συνοψίσω, την εκατέρωθεν, των μερών, εκδοχή, σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης και να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία. [Γ]. ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ [Γ - Α]. ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ως αυτές εμφαίνονται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής, η Κατηγορούμενη, την 11/01/2014, στην Οδό Ζήνωνος Κιτιέως στην Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚSY561, καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή της υπερέβαινε το καθορισμένο όριο των 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής, δηλαδή η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή της ήταν 103 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής.
- Η Κατηγορούσα Αρχή, με την μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων. i. Την 10/01/2014 και περί η ώρα 23:50, ο ΜΚ1 ανέλαβε καθήκον για έλεγχο τροχαίας στην Λάρνακα. Την 11/01/2014 και περί η ώρα 04:30, στην Οδό Ζήνωνος Κιτιέως στην Λάρνακα, είχε ανακόψει για έλεγχο, το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚSY561, το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορουμένη. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας του με την Κατηγορουμένη, ο ΜΚ1 είχε διαπιστώσει ότι αυτή μύριζε έντονα οινόπνευμα και είχε κόκκινα μάτια και πρόσωπο. ii. Ο ΜΚ1, είχε τότε ζητήσει από την Κατηγορουμένη, να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση, αφού προηγουμένως της είχε επιστήσει την προσοχή της στον νόμο και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή της να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής, πιθανόν να συνιστά ποινικό αδίκημα και αυτήν υποκείμενη σε σύλληψη. Στην απαίτηση του ΜΚ1, η Κατηγορουμένη είχε απαντήσει, ότι, είχε πιεί μερικά ποτά και εν συνεχεία, του είχε δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση. iii. Ο ΜΚ1, είχε υποβάλει την Κατηγορούμενη στην σχετική εξέταση, χρησιμοποιώντας την μηχανή εξέτασης με αριθμό 40315 και είχε λάβει ένδειξη 103 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής της Κατηγορουμένης, αντί του νομίμου ορίου των 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Ο ΜΚ1, είχε τότε αμέσως πληροφορήσει την Κατηγορουμένη ότι ήταν υπό σύλληψη, λόγω του αποτελέσματος της προκαταρκτικής εξέτασης. Επιπρόσθετα, είχε επιστήσει την προσοχή της Κατηγορουμένης στον νόμο, καθώς επίσης την είχε πληροφορήσει για τα της υποχρέωσης της να του δώσει δύο τελικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή της να δώσει δύο ικανοποιητικά τέτοια δείγματα εκπνοής, πιθανόν να συνιστούσε ποινικό αδίκημα. Η Κατηγορούμενη, του είχε τότε αναφέρει, ότι, νόμιζε ότι ήταν σε κατάσταση που της επέτρεπε να οδηγήσει. iv. Είκοσι λεπτά αργότερα και χωρίς να είχε καταναλώσει η Κατηγορουμένη οτιδήποτε, ο ΜΚ1 την είχε υποβάλει σε τελική εξέταση, - βάσει δείγματος εκπνοής, για να ελεγχθεί η, ως είχε διαφανεί από την προκαταρκτική εξέταση, κατανάλωση αλκοόλης - στην κινητή συσκευή τελικής εξέτασης με αριθμό 80-000366, που ήταν εγκατεστημένη στο αστυνομικό υπηρεσιακό όχημα με αριθμούς εγγραφής KUM
- Η πρώτη ένδειξη, ήταν 104 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής της Κατηγορουμένης, αντί του νομίμου ορίου των 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Η δεύτερη ένδειξη, ήταν 103 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής της Κατηγορουμένης, αντί του νομίμου ορίου των 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. v. Εν όψει του αποτελέσματος της τελικής εξέτασης, ο ΜΚ1, είχε επιστήσει την προσοχή της Κατηγορουμένης στο νόμο, πληροφορώντας την ότι, η πράξη οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, πέραν του επιτρεπόμενου από τον νόμο ορίου, είναι ποινικό αδίκημα και ότι ήταν υπό σύλληψη. Η Κατηγορουμένη, του είχε τότε απαντήσει, «εντάξει». Ακολούθως, ο ΜΚ1, είχε πληροφορήσει την Κατηγορουμένη ότι είχε δικαίωμα τηλεφωνικής επικοινωνίας, με οποιοδήποτε συγγενικό ή φιλικό της πρόσωπο, ή το δικηγόρο της, καθώς επίσης, ότι είχε δικαίωμα, αν επιθυμούσε, να τύχει ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η Κατηγορούμενη, είχε τότε απαντήσει στον ΜΚ1, ότι ήταν εντάξει. vi. Στην συνέχεια, περί η ώρα 05:20, ο ΜΚ1, είχε, κατόπιν αδείας, μεταφέρει την Κατηγορουμένη και το όχημα της στον αστυνομικό σταθμό της τροχαίας Λάρνακας και αφού η Κατηγορουμένη παρέλαβε από αυτό, όλα τα προσωπικά και πολύτιμα της αντικείμενα, είχε κλειδώσει το όχημα της Κατηγορουμένης και είχε παραδώσει τα κλειδιά του, όπως και την ίδια την Κατηγορουμένη, στον αστυφύλακα που θα εξέταζε περαιτέρω την υπόθεση. vii. Ο ΜΚ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντίγραφα πιστοποιήσεων της αρμόδιας αρχής πιστοποίησης, ήτοι του Διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών, αναφορικά με την συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης με αριθμό 40315 και την συσκευή τελικής εξέτασης με αριθμό 80-00366, Τεκμήρια ΑΑ2 και ΑΑ3 αντίστοιχα. Περαιτέρω, ο ΜΚ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο και πρωτότυπο του αποτελέσματος της ανάλυσης του δείγματος εκπνοής της Κατηγορουμένης της τελικής εξέτασης, Τεκμήριο ΑΑ4, που του είχε δώσει και αυτόματα εκδώσει η συσκευή τελικής εξέτασης και επεξήγησε τις εκεί καταχωρήσεις και αναγραφόμενα. Το Τεκμήριο ΑΑ4, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, είναι ένα εκ των τριών που εκδίδει η εν λόγω συσκευή τελικής εξέτασης και ήταν αυτό που είχε τοποθετηθεί στον φάκελο της υπόθεσης στο αρχείο της αστυνομίας. Είχε δε υπογραφεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης του, τόσο από την Κατηγορουμένη, όσο και από τον ίδιο. Σε ότι αφορά τα άλλα δύο ταυτόσημα έντυπα αποτελέσματα, το ένα, είχε δοθεί στην Κατηγορουμένη το πρωινό της 11/01/2014 και το άλλο, είχε τοποθετηθεί στο μητρώο που τηρείται από την αρμόδια υπηρεσία του κράτους, αναφορικά με την συγκεκριμένη συσκευή ελέγχου. viii. Για τα της κανονικής λειτουργίας των συσκευών ελέγχου, πέραν της μαρτυρίας του ΜΚ1 που δόθηκε αναφορικά με τους ελέγχους στους οποίους είχε προβεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε ότι αφορούσε το θέμα αυτό, από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, προσφέρθηκε στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του ΜΚ
- Ο ΜΚ2, μαρτύρησε ότι, είναι το υπεύθυνο πρόσωπο για την συντήρηση των συσκευών ελέγχου που χρησιμοποιεί η αστυνομία για έλεγχο της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης και ότι κέκτηται σχετικής εμπειρογνωμοσύνης. Μαρτύρησε περαιτέρω, ως προς τον τρόπο λειτουργίας των δύο συγκεκριμένων συσκευών, χρήση των οποίων είχε κάμει ο ΜΚ1 στην προκείμενη περίπτωση και ότι αυτές, κατά τον τελευταίο έλεγχο της λειτουργίας τους, την 30/11/2013 και 30/12/2013 αντίστοιχα, δεν αντιμετώπιζαν οποιαδήποτε λειτουργικά προβλήματα. Ο ΜΚ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του και τα τεχνικά μητρώα τεχνικού ελέγχου συσκευών αλκοτέστ που τηρεί το Τμήμα του, Τεκμήρια ΝΠ1 και ΝΠ2 αντίστοιχα, στα οποία παρουσιάζονται οι προαναφερόμενες καταχωρήσεις. [Γ - Β]. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ
- Η Κατηγορούμενη, με την ένορκη μαρτυρία που έθεσε υπόψη μου, υποστήριξε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων.: i. Δεν είναι ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος. Χρησιμοποιεί όμως όχημα μάρκας Mazda, χρώματος πράσινου, ιδιοκτησία της μητέρας της, με αριθμούς εγγραφής ΕΑΒ
- Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της, η Κατηγορούμενη, παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του εν λόγω οχήματος (Τεκμήριο Κ1). ii. Δεν γνωρίζει κανένα πρόσωπο που ονομάζεται Magid Sheikhattar, από Μιχαλάκη Καραολή 17, Λιβάδια, της Επαρχίας Λάρνακας. iii. Την 11/01/2014 αποδέχεται ότι την είχε ανακόψει η αστυνομία για έλεγχο αλκοόλης και ότι είχε υποβληθεί σε σχετικούς ελέγχους, αλλά αυτή δεν οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚSY561, αλλά το όχημα της μητέρας της με αριθμούς εγγραφής ΕΑΒ
- Πριν ανακοπεί για έλεγχο από την αστυνομία, είχε έξοδο με φίλους της σε μπαρ στην περιοχή Μακένζυ. Αποδέχεται ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ, - ως χαρακτηρίστηκα ανέφερε, «είχε πιεί δύο ποτήρια κρασί» -, αλλά, εκείνο το βράδυ. ήταν, υποστήριξε, σε θέση να οδηγήσει. Περαιτέρω, υποστήριξε και την άποψη, ότι, αν η αναλογία της αλκοόλης στην εκπνοή της ήταν τόσο υψηλή, αυτή δεν θα μπορούσε να περπατήσει, πόσο μάλλον να οδηγήσει. Στην βάση αυτής της λογικής, αμφισβητεί την σχετική ένδειξη, την υπέρβαση που της καταλογίζεται και την από μέρους της διάπραξη του σχετικού αδικήματος.
- Σημειώνονται τέλος, τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία δηλώθηκαν από τους διαδίκους, ως παραδεκτά. Ότι δηλαδή, εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος μάρκας Nissan, με αριθμούς εγγραφής KSY561, είναι κάποιος Magid Sheikhattar, από Μιχαλάκη Καραολή 17, Λιβάδια, της Επαρχίας Λάρνακας. [Δ]. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενος από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και η ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η ευλογοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεσαν στο Δικαστήριο, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[i]
- Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[ii].
- Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας, έγινε έχοντας υπόψη, όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε, τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για τον Κατηγορούμενο, αλλά και όλες τις εισηγήσεις του Κατηγορουμένου.
- Όλοι οι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, χωρίς να εντοπίζω στην μαρτυρία τους στοιχεία, τα οποία θα με οδηγούσαν να κρίνω ότι, δεν αποκάλυψαν πλήρως στο Δικαστήριο, τα όσα γεγονότα πραγματικά βίωσαν ή και γνωρίζουν ή και αφορούν αυτή την υπόθεση. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία τους, στην ολότητα της και βασίζομαι σε αυτήν για να εξάξω τα συμπεράσματα μου.
- Η μαρτυρία της Κατηγορούμενης, ουσιαστικά, επιβεβαιώνει τα όσα ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Ότι δηλαδή, οδήγησε μηχανοκίνητο όχημα εκείνο το πρωινό στον συγκεκριμένο δημόσιο δρόμο, ότι είχε ανακοπεί για έλεγχο από την αστυνομία και είχε υποβληθεί σε έλεγχο αλκοόλης, καθώς επίσης και ότι είχε, ενωρίτερα εκείνο το βράδυ, καταναλώσει αλκοόλ. Δεν έχω εντοπίσει κάτι στην μαρτυρία της Κατηγορουμένης, που θα με οδηγούσε να την κρίνω αναξιόπιστη. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία της, στην ολότητα της και βασίζομαι σε αυτήν για να εξάξω τα συμπεράσματα μου. [Ε]. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
- Σχετικές με τα του υπό εξέταση αδικήματος, είναι οι πρόνοιες του Μέρους ΙΙ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμοι του 1986 και του 2000, Νόμος 174/1986, ως αυτές είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του αδικήματος που καταλογίζεται στην Κατηγορουμένη.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Νόμου 174/1986: «
- Πας όστις οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχων καταναλώσει τοσαύτην ποσότητα αλκοόλης υφ' οιανδήποτε μορφήν, ώστε η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοήν ή το αίμα αυτού να υπερβαίνη το καθορισθέν όριον, είναι ένοχος αδικήματος.».
- Το δε ερμηνευτικό Άρθρο 2
(1)του Νόμου 174/1986, ορίζει, ως καθορισθέν όριο αλκοόλης, ανάλογα με την περίπτωση: «(α) 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου (microgrammes) αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου (millilitres) εκπνοής· ή (β) 50 χιλιοστά του γραμμαρίου (milligrammes) αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου (millilitres) αίματος·». 17. Το Άρθρο 5Α του Νόμου 174/1986, καθορίζει τα πρότυπα για τις συσκευές ανίχνευσης αλκοόλης στην εκπνοή, ως ακολούθως: «
(1)Ο Υπουργός, με διάταγμα του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίζει τα πρότυπα τα οποία πρέπει να πληρούν οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης.
(2)Ο Υπουργός δύναται να εκδίδει διατάγματα με τα οποία προστίθενται, ακυρώνονται ή τροποποιούνται πρότυπα για τις συσκευές ανίχνευσης ή προσδιορισμού αλκοόλης στην εκπνοή.
(3)Η πιστοποίηση ότι οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης πληρούν τα πρότυπα τα οποία έχουν καθοριστεί από τον Υπουργό, γίνεται από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης.
(4)Η χρήση κάθε συσκευής προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης γίνεται μόνο αν έχει εκδοθεί γι' αυτήν πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης.». 18. Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, το ερμηνευτικό Άρθρο 2
(1)του Νόμου 174/1986, ορίζει, ως αρμόδια αρχή πιστοποίησης, το Διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών ή εκπρόσωπο του. Για δε σε ότι αφορά τον όρο «πρότυπα», ο νομοθέτης, με το ίδιο Άρθρο του Νόμου αυτού, παραπέμπει στην έννοια που αποδίδεται σε αυτόν, στους περί Κυπριακών Προτύπων και Ελέγχου Ποιότητος Νόμους. 19. Το Άρθρο 6 του Νόμου 174/1986, ορίζει για τα της εξέτασης δείγματος εκπνοής προσώπου, με συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης. Σύμφωνα με αυτό: «
(1)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι- (α) πρόσωπον το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει ή (β) πρόσωπον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου καθ' ον χρόνον είχεν εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης και ότι το τοιούτο πρόσωπον εξακολουθεί να έχη εις το σώμα αυτού αλκοόλην ή (γ) πρόσωπον το οποίον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου είχε διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκετο εν κινήσει δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν.
(2)Ανεξαρτήτως της υπάρξεως της εις το εδάφιον
(1)αναφερομένης ευλόγου υποψίας, αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρ' οιουδήποτε προσώπου το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν.
(3)Εις ην περίπτωσιν επισυμβεί τροχαίον ατύχημα, λόγω της παρουσίας οιουδήποτε οχήματος επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, αστυνομικός δύναται να ζητήση παρ' οιουδήποτε προσώπου διά το οποίον έχει εύλογον αιτίαν να πιστεύη ότι ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση το όχημα κατά τον χρόνον του ατυχήματος, όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9.
(4)Δύναται να ζητηθή παρά προσώπου όπως παράσχη, δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2)ή
(3)δείγμα εκπνοής, είτε εις τον τόπον ένθα τούτο εζητήθη ή εάν τούτο δεν είναι δυνατόν, εις τον πλησιέστερον αστυνομικόν σταθμόν.
(5)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον δυνάμει του εδαφίου
(4)καθοριζόμενον αστυνομικόν σταθμόν ή αρνείται ή αποφεύγει καθ' οιονδήποτε τρόπον να παράσχη δείγμα εκπνοής, όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.
(6)Αστυνομικός δύναται να συλλάβη οιονδήποτε πρόσωπον άνευ δικαστικού εντάλματος εάν το πρόσωπον τούτο αρνείται ή αποφεύγη δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη το ζητηθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δείγμα εκπνοής και ο αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι υπάρχει αλκοόλη εις το σώμα του προσώπου αυτού, αλλ' ουδείς συλλαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου εάν ούτος ευρίσκεται εις νοσοκομείον τυγχάνων ιατρικής περιθάλψεως.». 20. Ακολούθως, με το Άρθρο 7 του Νόμου 174/1986, ο νομοθέτης ορίζει για τα της εξέτασης δείγματος εκπνοής προσώπου, με συσκευή τελικής εξέτασης. Σύμφωνα με αυτό: «
(1)Προς τον σκοπόν διερευνήσεως κατά πόσον οιονδήποτε πρόσωπον, εις δείγμα εκπνοής του οποίου εγένετο προκαταρκτική εξέτασις, έχει διαπράξει αδίκημα κατά παράβασιν των διατάξεων του άρθρου 5, οιοσδήποτε αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου ως και των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου τούτου όπως παράσχη δύο δείγματα εκπνοής διά τελικήν εξέτασιν μετά παρέλευσιν δέκα τουλάχιστον λεπτών της ώρας από της χρονικής στιγμής κατά την οποίαν είχε παρασχεθή το δείγμα εκπνοής διά την προκαταρκτικήν εξέτασιν: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, εάν το πρόσωπον παρά του οποίου ζητείται η παραχώρησις δείγματος εκπνοής διά τελικήν εξέτασιν έχει υποστή οιονδήποτε τραυματισμόν, η τοιαύτη παραχώρησις δείγματος εκπνοής δύναται να πραγματοποιηθή μόνον τη συγκαταθέσει ιατρού: Νοείται περαιτέρω ότι, εάν η παραχώρησις δείγματος εκπνοής δεν ενδείκνυται δι' ιατρικούς λόγους, τούτο δε πιστοποιείται υπό ιατρού, οιοσδήποτε αστυνομικός ενεργών δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)δύναται να ζητήση όπως, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, το πρόσωπον παράσχει δείγμα αίματος δι' εργαστηριακήν ανάλυσιν.
(2)Η παραχώρησις δείγματος εκπνοής, συμφώνως προς τας διατάξεις του εδαφίου
(1), δέον όπως γίνεται εις τον πλησιέστερον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός.
(3)Εάν κατά την τελικήν εξέτασιν των δύο δειγμάτων εκπνοής των παραχωρηθέντων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου προκύψωσι διάφοροι ενδείξεις περί της ποσότητος αλκοόλης εις την παραχωρηθείσαν εκπνοήν, λαμβάνεται υπ' όψιν διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου η χαμηλοτέρα ένδειξις.
(4)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργειαν τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι' οιουδήποτε τρόπου να παράσχη δείγμα εκπνοής όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος.
(5)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνομικός ζητεί παρ' οιουδήποτε προσώπου όπως παράσχη δείγμα εκπνοής δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ούτος υποχρεούται όπως επιστήση την προσοχήν του τοιούτου προσώπου ότι η άρνησις ή αποφυγή παραχωρήσεως του ζητηθέντος δείγματος δυνατόν να συνιστά ποινικόν αδίκημα.».
- Για τα της απόδειξης της ποσότητας αλκοόλης στην εκπνοή ή το αίμα κατηγορούμενου προσώπου, ο νομοθέτης, έχει επίσης προβεί σε ειδική ρύθμιση με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 10 του Νόμου 174/
- Το εν λόγω Άρθρο του Νόμου, προνοεί τα ακόλουθα: «10.-
(1)Διά σκοπούς αποδείξεως αναφορικώς προς την ποσότητα αλκοόλης ήτις περιείχετο εις την εκπνοήν ή το αίμα προσώπου το οποίον κατηγορείται διά παράβασιν των διατάξεων του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου, θα λαμβάνεται υπ' όψιν η ποσότης αλκοόλης ήτις περιείχετο εις το δείγμα εκπνοής ή αίματος, το παρασχεθέν υπ' αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου θα θεωρήται δε, διά σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου, ότι η ποσότης αλκοόλης ήτις περιείχετο εις την εκπνοήν ή το αίμα του κατηγορουμένου κατά τον χρόνον καθ' ον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση δεν ήτο μικροτέρα της ποσότητος αλκοόλης ήτις περιείχετο εις το υπ' αυτού παρασχεθέν δείγμα εκπνοής ή αίματος.
(2)Αι διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται εάν ο κατηγορούμενος αποδείξη- (α) ότι είχε καταναλώσει οινοπνευματώδες ποτόν εις χρόνον μεταγενέστερον του χρόνου κατά τον οποίον έπαυσε να οδηγή ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα εν όσω τούτο ευρίσκετο επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου και προτού παρασχεθή το δείγμα εκπνοής ή αίματος, και (β) ότι εάν δεν έπραττε ούτω, το ποσοστόν αλκοόλης εις την εκπνοήν ή το αίμα αυτού δεν θα υπερέβαινε το καθορισθέν όριον.
(3)Αποδεικτικόν της ποσότητος αλκοόλης ήτις περιέχεται εις δείγμα εκπνοής ή αίματος εις ποινικήν διαδικασίαν δι' αδίκημα διαπραχθέν κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αποτελεί- (α) το έντυπον αποτέλεσμα το παραγόμενον αυτομάτως υπό της συσκευής διά της οποίας διενεργείται η τελική εξέτασις δείγματος εκπνοής, συνοδευόμενον υπό πιστοποιήσεως, γενομένης είτε επ' αυτού τούτου του εντύπου αποτελέσματος είτε άλλως και υπογραφομένης υπό αστυνομικού, διά της οποίας πιστοποιείται ότι το τοιούτον έντυπον αποτέλεσμα είναι σχετικόν προς το δείγμα εκπνοής το παρασχεθέν υπό του κατηγορουμένου κατά την ημερομηνίαν και ώραν την αναγραφομένην επ' αυτού ή (β) πιστοποιητικόν υπογραφόμενον υπό οιουδήποτε χημικού υπηρετούντος εις το Γενικόν Χημείον του Κράτους αναφορικώς προς το ποσοστόν αλκοόλης ήτις ανευρέθη κατά την εργαστηριακήν ανάλυσιν εις το δείγμα αίματος το καθοριζόμενον εις το πιστοποιητικόν.
(4)Παν έγγραφον το οποίον αποτελεί το έντυπον αποτέλεσμα ή το πιστοποιητικόν ή αμφότερα το έντυπον αποτέλεσμα και το πιστοποιητικόν, τα αναφερόμενα εις την παράγραφον (α) του εδαφίου
(3), είναι αποδεκτόν υπό του Δικαστηρίου ως αποδεικτικόν στοιχείον εκ μέρους της κατηγορούσης αρχής, της προσωπικής παρουσίας του εξετάσαντος το δείγμα εκπνοής και υπογράψαντος τα εν τω παρόντι εδαφίω έγγραφα αστυνομικού ενώπιον του Δικαστηρίου μη ούσης αναγκαίας, εκτός εάν το Δικαστήριον ήθελεν άλλως διατάξει: Νοείται ότι το Δικαστήριον δύναται να αρνηθή όπως αποδεχθή ως αποδεικτικόν στοιχείον οιονδήποτε πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον παρουσιαζόμενον ως πιστοποιητικόν, εφ' όσον ο κατηγορούμενος ήθελεν επιδώσει, τρεις τουλάχιστον ημέρας προ της ημερομηνίας εκδικάσεως της υποθέσεως ή εντός τοιαύτης προθεσμίας οίαν το Δικαστήριον ήθελεν εις ειδικάς περιπτώσεις επιτρέψει, προς το Δικαστήριον και την κατηγορούσαν αρχήν ειδοποίησιν διά της οποίας θα εζητείτο η προσωπική ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσία του προσώπου το οποίον υπέγραψεν ή φέρεται ως υπογράψαν το πιστοποιητικόν ή άλλο έγγραφον.
(5)Στις περιπτώσεις έντυπων αποτελεσμάτων που παράγονται αυτόματα μετά την 1η Ιανουαρίου του 2000 από συσκευές που έχουν εισαχθεί και λειτουργούν πριν από την 1η Ιανουαρίου του 1999, το έτος της ημερομηνίας που αναγράφεται στα έντυπα αυτά διαβάζεται ωσάν οι δύο πρώτοι αριθμοί του έτους ήταν 20 (δηλαδή 2000) αντί 19 (δηλαδή 1900) που δυνατόν οι συσκευές αυτές να αναγράφουν.». 22. Τέλος, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 11 του Νόμου 174/1986: «
(1)Οποιοσδήποτε διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ακόλουθες ποινές: (α) Σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει το καθορισμένο στο νόμο όριο αλλά είναι μικρότερη των 36μ g/100ml ή των 82mg/100ml αντίστοιχα, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000). (β) σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην αναπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 35μ g/100ml ή τα 80mg/100ml αντίστοιχα, αλλά είναι μικρότερη των 56μ g/100ml ή των 127mg/100ml αντίστοιχα, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές· (γ) σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 55μ g/100ml ή τα 125mg/100ml αντίστοιχα, αλλά είναι μικρότερη των 71μ g/100ml ή των 161mg/100ml αντίστοιχα, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή σε στέρηση της ικανότητας του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές· (δ) σε περίπτωση που η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα υπερβαίνει τα 70μ g/100ml ή τα 159mg/100ml αντίστοιχα, σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο, ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές.
(2)Οποιοσδήποτε διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(5)του άρθρου 6 ή του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε όλες ή οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ποινές.». [Ζ]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ 23. Κατ' αρχήν, ξεκινώ την εξέταση της κατηγορίας που η Κατηγορημένη αντιμετωπίζει σε αυτή την υπόθεση, με την διαπίστωση ότι, παρά τις πρόνοιες του Άρθρου 10
(4)του Νόμου 174/1986 και το γεγονός ότι, καμία σχετική ειδοποίηση δεν εξεδόθη σχετικά, από πλευράς υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, στο Δικαστήριο, - εκτός του έντυπου αποτελέσματος που είχε εκδώσει αυτόματα η τελική συσκευή με την οποία, δείγματα εκπνοής της Κατηγορουμένης, είχαν υποβληθεί σε έλεγχο για εντοπισμό αλκοόλης, Τεκμήριο ΑΑ4 -, παρουσιάστηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και ο ΜΚ1, που είναι το πρόσωπο που είχε υποβάλει την Κατηγορουμένη σε σχετική εξέταση και είχε υπογράψει και το Τεκμήριο ΑΑ4. 24. Συναφώς, παρατηρώ, ότι, ο ΜΚ1, έδωσε στο Δικαστήριο μαρτυρία για κάθε ουσιαστική πτυχή των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση αυτή, αποσείοντας με τον τρόπο αυτό, το νομικό βάρος απόδειξης που η Κατηγορούσα Αρχή είχε στους ώμους της. Και συγκεκριμένα,
(1)σε ότι αφορούσε, την ορθότητα και κανονικότητα της λειτουργίας των συσκευών ελέγχου εκπνοής για εντοπισμό αλκοόλης, - προκαταρκτικής και τελικής -, που χρησιμοποιήθηκαν σε ότι αφορούσε την περίπτωση ελέγχου της Κατηγορουμένης την 11/01/2014,
(2)τα περιστατικά που οδήγησαν στο να υποβληθεί στους σχετικούς ελέγχους η Κατηγορουμένη, η οποία την 11/01/2014 είχε ανακοπεί να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε δημόσιο δρόμο,
(3)το πως είχαν διενεργηθεί αυτοί οι έλεγχοι, προκαταρκτικά και τελικά και
(4)ότι τα αποτελέσματα στις συσκευές ελέγχου εκπνοής για εντοπισμό αλκοόλης, - προκαταρκτικής και τελικής -, στην περίπτωση της Κατηγορουμένης, το πρωινό της 11/01/2014, υπερέβαιναν το επιτρεπόμενο από τον νόμο όριο των 22 εκατομμυριοστών του γραμμαρίου αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Μαρτυρία, που στοιχειοθετεί την διάπραξη αδικήματος, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 5 του Νόμου 174/
- Αξιοσημείωτο είναι, εν προκειμένω, ότι η μαρτυρία του ΜΚ1, παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, αφού δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, σε καμία ουσιαστική της πτυχή και δη ως προς τα προαναφερόμενα. Η δε Κατηγορουμένη, είχε το αποδεικτικό βάρος να αποδείξει γεγονότα που θα της παρείχαν τις διαθέσιμες από το Άρθρο 10
(2)του Νόμου 174/1986 υπερασπίσεις, αλλά δεν το απέσεισε. Κατ' ακρίβεια, η Κατηγορούμενη δεν ισχυρίστηκε καθόλου γεγονότα που θα της παρείχαν μία από τις εν λόγω υπερασπίσεις, ώστε να παρίστατο ανάγκη, αποδεικτικά, η Κατηγορούσα Αρχή να αντέκρουε τέτοια γεγονότα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
- Συνεπώς, το εάν οι σχετικές ενδείξεις ή τα οποιαδήποτε καταγραμμένα στο Τεκμήριο ΑΑ4, είναι δυσανάγνωστες/α, στην προκείμενη περίπτωση, λόγω της αναντίλεκτης μαρτυρίας από πλευράς ΜΚ1 επί του προκείμενου, δεν έχει καμία απολύτως σημασία.
- Τα ίδια ισχύουν, σε ότι αφορά το ζήτημα, κατά πόσο, οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης που είχαν χρησιμοποιηθεί στην υπό εξέταση περίπτωση, είχαν πιστοποιηθεί από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 5Α
(4)του Νόμου 174/1986. Προς απόδειξη του αναγκαίου αυτού στοιχείου για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είχαν παρουσιαστεί από τον ΜΚ1 τα Τεκμήρια ΑΑ2 και ΑΑ3, που είναι αντίγραφα σχετικών πιστοποιήσεων της αρμόδιας αρχής πιστοποίησης, ήτοι του Διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Τα έγγραφα αυτά, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, χωρίς να εγερθεί ένσταση από πλευράς υπεράσπισης και με την κατάθεση τους, το τι αυτά περιλαμβάνουν, αποτελεί μαρτυρία. Και μάλιστα, αναντίλεκτη, αφού η υπεράσπιση της Κατηγορουμένης, δεν αμφισβήτησε αυτά, ή και το τι αυτά παρουσιάζουν. Ως εκ τούτου, το ζήτημα της χρησιμοποίησης των συγκεκριμένων συσκευών ελέγχου εκπνοής, ως ο Νόμος 174/1986 ορίζει, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 5Α
(4), έχει δεόντως αποδειχθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, με την μαρτυρία του ΜΚ1 και δεν μπορεί, όψιμα πλέον, η Κατηγορούμενη, δια της τελικής αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης της, να εγείρει ζήτημα δεκτότητας της εν λόγω μαρτυρίας.
- Το δε γεγονός που τα εν λόγω Τεκμήρια ΑΑ2 και ΑΑ3 αποδεικνύουν, ήτοι, ότι, οι δύο συσκευές ανίχνευσης αλκοόλης στην εκπνοή, που χρησιμοποιήθηκαν στην περίπτωση του ελέγχου της Κατηγορουμένης την 11/01/2014, συνάδουν με ένα από τα πρότυπα που αναφέρονται στα σχετικά υπουργικά διατάγματα που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας πριν την διάπραξη του ισχυριζόμενου από πλευράς Κατηγορουμένης αδικήματος, ικανοποιεί σαφώς τις προσταγές του Άρθρου 5Α του Νόμου 174/
- Σημειώνεται επίσης εδώ, ότι, η εν λόγω πράξη διοίκησης, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, παρά την ομολογουμένως έντονη, αλλά σαφέστατα, αδικαιολόγητη επιθυμία του συνηγόρου υπεράσπισης της Κατηγορουμένης. Είναι πράξη, η οποία, από την στιγμή που δεν έχει προσβληθεί με τον οποιοδήποτε τρόπο και εξακολουθεί να είναι έγκυρη, είναι προς όλους τους διοικούμενους αυτού του κράτους, δεσμευτική.
- Τα ίδια παρατηρούνται και σε σχέση με τα όσα ο συνήγορος υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, προσπάθησε να καταστήσει ως επίδικα, δια της αντεξέτασης του ΜΚ2, χωρίς να έχει προγενέστερα η πλευρά της Κατηγορουμένης διερευνήσει τα ζητήματα αυτά, κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, του οποίου η μαρτυρία, ήταν άμεση σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Η οποία μαρτυρία, επαναλαμβάνω, παρέμεινε αναντίλεκτη. Και αναφέρομαι ειδικότερα, στα της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, κατά την τελική του αγόρευση, ότι, μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ2, εντοπίζεται μία ουσιαστική παράλειψη στον τρόπο διενέργειας του τελικού ελέγχου στο δείγμα εκπνοής της Κατηγορουμένης, από τον ΜΚ
- Ότι, δηλαδή, ο ΜΚ1, δεν ανέφερε κατά πόσο είχε τοποθετήσει καινούριο επιστόμιο στην τελική συσκευή, πριν λάβει τα σχετικά δείγματα εκπνοής από την Κατηγορουμένη. Γεγονός, που σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης, μπορεί να οδηγήσει σε αλλοίωση της ένδειξης που η τελική συσκευή δίνει σε κάθε περίπτωση. Και αυτό, παρατηρώ, είναι ένα γεγονός σε σχέση με το οποίο η Κατηγορουμένη είχε το αποδεικτικό βάρος. Σαφέστατα, με τον τρόπο που έτυχε χειρισμού η υπόθεση της Κατηγορουμένης, το εν λόγω γεγονός, δεν κατέστη επίδικο από πλευράς της, ώστε η Κατηγορούσα Αρχή, να είχε την υποχρέωση να το αντικρούσει, ώστε να αποσείσει το νομικό βάρος απόδειξης των γεγονότων που αφορούν τα συστατικά στοιχεία του υπό συζήτηση αδικήματος, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Τα οποία γεγονότα, έχουν, ως έχει προαναφερθεί, δεόντως και στον απαιτούμενο βαθμό, αποδειχθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής με την μαρτυρία του ΜΚ
- Τώρα σε ότι αφορά την εισήγηση της υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, ότι, δεν έχει αποδειχθεί ότι η τελική συσκευή στην οποία έκαμε αναφορά στην μαρτυρία του ο ΜΚ1, ότι είχε χρησιμοποιηθεί για σκοπούς του ελέγχου της Κατηγορουμένης, είναι η ίδια με αυτή που το Τεκμήριο ΑΑ3 πιστοποιεί ότι πληροί τα πρότυπα που καθορίζει η νομοθεσία, επειδή οι αριθμοί αναφοράς τους, - ως αναφέρθηκε από τον ΜΚ1 και καταγράφεται στο Τεκμήριο ΑΑ3 αντίστοιχα -, δεν είναι οι ίδιοι. Εν προκειμένω, ο ΜΚ1 στην κατάθεση του αναφέρθηκε σε συσκευή τελικής εξέτασης με αριθμό 80-000366, ενώ το Τεκμήριο ΑΑ3, αναφέρεται σε συσκευή τελικής εξέτασης με αύξων αριθμό 80-
- Δεν υιοθετώ την εισήγηση αυτή. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών αναφορών, έγκειται σε ένα μηδενικό, το οποίο, στην προκείμενη περίπτωση που αφορά αριθμό καταγραφής κατά αύξων αριθμό, έχει ουδέτερη σημασία. Θα μπορούσε για παράδειγμα ο αύξων αριθμός να είχε καταγραφεί στην προκείμενη περίπτωση και κατά τον ακόλουθο τρόπο «80-366», χωρίς να μεταβάλλεται ο αύξων αριθμός. Συνεπώς, πρόκειται για τις ίδιες συσκευές.
- Κλείνω, εξετάζοντας την εισήγηση της υπεράσπισης της Κατηγορουμένης, ότι, αυτή, το πρωινό της 11/01/2014, δεν οδηγούσε το όχημα, οι αριθμοί εγγραφής του οποίου αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος που της προσάπτεται, αλλά όχημα με άλλους αριθμούς εγγραφής. Η εισήγηση της υπεράσπισης, είναι, ότι, αυτό το γεγονός, πρέπει να οδηγήσει σε αθώωση της Κατηγορουμένης. Δεν την υιοθετώ. Από την στιγμή που η Κατηγορούμενη, παραδέχεται την πράξη οδήγησης σε δημόσιο δρόμο, που είναι ένα εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται, δεν έχει ουσιαστική σημασία το ποιοι επακριβώς ήταν οι αριθμοί εγγραφής του. Αυτοί, θα μπορούσαν να είχαν εντελώς παραλειφθεί από τις λεπτομέρειες του αδικήματος[iii]. Συνεπώς, δεν βρίσκω ουσιαστική ελαττωματικότητα στο Κατηγορητήριο, ή, η Κατηγορούμενη να έχει παραπλανηθεί ή επηρεαστεί δυσμενώς στην υπεράσπιση της, λόγω της εν λόγω λανθασμένης, ως είναι η εισήγηση της, αναφοράς στους αριθμούς εγγραφής του οχήματος[iv]. Η προκείμενη περίπτωση, αντιμετωπίζεται δικονομικά, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, σύμφωνα με το οποίο, καταδίκη της Κατηγορουμένης είναι, στην προκείμενη περίπτωση, επιτρεπτή, στην βάση της κατηγορίας ως έχει στο κατηγορητήριο, χωρίς να παρίσταται ανάγκη τροποποίησης του, από την στιγμή που, μεταξύ και των άλλων γεγονότων που αποδεικνύουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, έχει επαρκώς θεμελιωθεί, προς ικανοποίηση μου, η πράξη οδήγησης από πλευράς Κατηγορουμένης μηχανοκίνητου οχήματος σε δημόσιο δρόμο. Γεγονός που, εντασσόμενο στο σύνολο της ενώπιον μου προσαχθείσας μαρτυρίας, δικαιολογεί ως έχω προαναφέρει, την καταδίκη της Κατηγορουμένης, χωρίς να έχει σημασία αν έχουν επακριβώς αποδειχθεί οι αριθμοί εγγραφής του οχήματος που οδηγούσε. 32. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, καταλήγω, ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, έχει πετύχει να αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία την ενοχή της Κατηγορουμένης στην κατηγορία που αντιμετώπισε με το κατηγορητήριο της υπόθεσης αυτής, στην οποία κρίνεται ένοχη. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Δέστε, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Παπακόκκινου κ.α. ν Σμιρλή κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, C + A Pelecanos Associates Ltd v Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273 και Χ. Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). [ii] Δέστε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ.
- [iii] Δέστε σχετικά τις πρόνοιες του Άρθρου 39(ζ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- [iv] Δέστε σχετικά τις πρόνοιες του Άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και δη την τελική επιφύλαξη του, που αναφέρει: «Νοείται ότι κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού.». Παραπομπή γίνεται και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Fatma Mehmet v The Police
(1970)2 C.L.R. 62, Ανδρέας Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 Μαρκίδης ν Διευθυντής Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598 και Παφίτης ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2012, ημερομηνίας 29/11/2013 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο