ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. MILCHO GEORGIEV, Υπόθεση υπ' αρ.: 3995/2013, 27/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 3995/2013 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή - εναντίον - MILCHO GEORGIEV Κατηγορούμενος ---------- Ημερομηνία: 27/04/2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενος Παρών ---------- ΠΟΙΝΗ
- Ο Κατηγορούμενος, έχει αποδεχθεί ενοχή και ως εκ τούτου, έχει κριθεί ένοχος από το Δικαστήριο στην κατηγορία που του προσήχθη από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας, της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 [[i]] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, ως αυτή εμφαίνεται στο κατηγορητήριο αυτής της υπόθεσης.
- Τα γεγονότα που συνθέτουν αυτήν, ως έχουν εκτεθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο, έχουν ως ακολούθως. Πρόκειται, δε, αναμφίβολα, για περίπτωση διάπραξης, ενός σοβαρού, βάσει περιστάσεων, τροχαίου ποινικού αδικήματος. «Στις 19/01/2012 και περί ώρα 10:20, ο κατηγορούμενος είχε σταθμεύσει το βαν όχημα με αριθμούς εγγραφής KPY 379, στην αριστερή πλευρά της οδού Ιφιγένειας στη Λάρνακα με μέτωπο την οδό Αισχύλου, ως η πορεία Α στο σχεδιαγράφημα. Ο κατηγορούμενος εκκίνησε με όπισθεν ταχύτητα με σκοπό να εισέλθει στη λεωφόρο Θεσσαλονίκης και να κατευθυνθεί προς την οδό Γρίβα Διγενή. Διένυσε απόσταση 17 μέτρων όπου στην πορεία του με την όπισθεν προσέκρουσε την πεζή η οποία εκείνη την στιγμή περπατούσε στην αριστερή πλευρά της οδού Ιφιγένειας με πορεία την λεωφόρο Θεσσαλονίκης και σκοπό είχε να μεταβεί στην υπεραγορά Ορφανίδη express για να ψωνίσει. Το σημείο σύγκρουσης θύματος με το όχημα είναι αυτό που αναφέρεται ως Χ στο σχεδιαγράφημα, Β είναι η πορεία της πεζής. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκε η πεζή και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου υπέστη κατάγματα πλευρών, λεκάνης και κρατήθηκε αρχικά στο χειρουργικό τμήμα και εν συνεχεία λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης της εισήχθηκε στην εντατική μονάδα όπου απεβίωσε στις 04/03/2012, συνεπεία των τραυμάτων της, τα οποία προκλήθηκαν από το τροχαίο δυστύχημα. Ο Ανακριτής της υπόθεσης είχε επισκεφθεί την ίδια μέρα την πεζή στο Νοσοκομείο Λάρνακας όπου ήταν τραυματισμένη και αφού είχε τις αισθήσεις της, στη παρουσία του γιού της, ΜΚ1, όπου είχε ρωτηθεί για τις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος. Ανάφερε, ότι, καθώς περπατούσα κάτω και κοντά στο πεζοδρόμιο, έξω από την υπεραγορά με την ονομασία Ορφανίδης express, κτυπήθηκα από το βαν όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Στη κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, ανάφερε, ότι, είχε σταθμεύσει το όχημα του στην αριστερή πλευρά της οδού Ιφιγένειας με μέτωπο την οδό Αισχύλου και όταν κινήθηκε με πισινή ταχύτητα με σκοπό να εισέλθει στην λεωφόρο Θεσσαλονίκης, την στιγμή που έστριβε το όχημα του προς τα αριστερά, αισθάνθηκε ότι κάτι πάτησε με τον πισινό αριστερό τροχό του οχήματος του. Κοίταξε προς τα πίσω, αλλά δεν είδε οτιδήποτε, νομιζόμενος, ότι, ο τροχός του, βρήκε κάποια ανωμαλία στο δρόμο. Εκκίνησε προς τα εμπρός και αισθάνθηκε και πάλι ότι ο αριστερός τροχός του αυτοκινήτου πάτησε κάτι. Προχώρησε περίπου ένα μέτρο και τότε άκουσε δυνατή φωνή να έρχεται από πίσω και αμέσως σταμάτησε. Τότε είδε στο αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος του μία γριά να βρίσκεται ξαπλωμένη στην άσφαλτο. Έγινε έλεγχος ορατότητας καθώς και της αντίληψης της πεζής, θύματος, πριν τη σύγκρουση, με δύο ελέγχους, και διαπιστώθηκε από την πρώτη, όπου οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος, ότι η απόσταση που είχε καταμετρηθεί ήταν επτά μέτρα και στον δεύτερο όπου μάρτυρας ήταν ο α/φ, ΜΚ6, καταμετρήθηκε η ίδια απόσταση. Τα αίτια θανάτου σύμφωνα με ιατροδικαστική έκθεση ήταν, πνευμονία συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες εν ισχύ. Για την παρούσα υπόθεση, υπάρχουν €75 έξοδα.».
- Στην έκθεση που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας, μετά από σχετική έρευνα του αναφορικά με τον Κατηγορούμενο, ως είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο, γίνεται αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες. Τα περιεχόμενα στην εν λόγω έκθεση γεγονότα και στοιχεία, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, υιοθετήθηκαν ως ορθά και από πλευράς Κατηγορουμένου και ως εκ τούτου, λαμβάνω αυτήν υπόψη μου, στο σύνολο της, για σκοπούς επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο. Όπως εκεί καταγράφεται, ο Κατηγορούμενος, είναι σήμερα ηλικίας 51 ετών. Έχει καταγωγή από την Βουλγαρία και βρίσκεται στην Κύπρο, μαζί με την οικογένεια του, από το έτος
- Διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα μαζί με την σύζυγο του και την θυγατέρα της συζύγου του από προηγούμενο γάμο και τα τρία ανήλικα τέκνα της, οι οποίοι εξαρτώνται αποκλειστικά από τον ίδιο και την σύζυγο του. Είναι μηχανοτεχνίτης και στο παρόν στάδιο, από το έτος 2009, είναι ιδιωτικός υπάλληλος εταιρείας, στην οποία απασχολείται ως οδηγός / μεταφορέας / «πλασιέ». Το εισόδημα του, ανέρχεται στα €456 μηνιαίως - και μικτά με την σύζυγο του σε €906 μηνιαίως -, χωρίς οποιεσδήποτε αποταμιεύσεις ή χρέη. Από το εν λόγω εισόδημα, ποσό €250 διατίθεται προς κάλυψη του ενοικίου για την στέγαση του ιδίου και της οικογένειας του στο προαναφερόμενο διαμέρισμα, χώρος, που, ως αναφέρεται και στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, είναι, υπό τις περιστάσεις της οικογένειας αυτής, ανεπαρκής. Ο ίδιος, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Πάσχει από επιληψία και έχει προβλήματα καρδίας, για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Επίσης, έχει πρόβλημα με το δεξί του γόνατο, στο οποίο έκανε δύο εγχειρήσεις με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να περπατήσει. Η σύζυγος του, πάσχει από καρκίνο στο θυρεοειδή, όπου και χειρουργήθηκε πριν από τρία χρόνια. Πάσχει επίσης από οστεοπόρωση, αρθρίτιδα, ζάχαρη και χρήζει χειρουργικής επέμβασης και στις δύο παλάμες των χεριών της, λόγω τενοντίτιδας. Ο Κατηγορούμενος και η οικογένεια του, αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, λόγω χαμηλών εισοδημάτων, σε σχέση με τις μεγάλες, εν αντιθέσει, ανάγκες τους.
- Η σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Το Άρθρο 210 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμος, Κεφ.154, προβλέπει ποινή φυλακίσεως μη υπερβαίνουσα τα τέσσερα έτη, ή χρηματική ποινή μέχρι €4.271 [[ii]]. Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Νόμος 86/1972, στην προκείμενη περίπτωση ([1]), το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει από 5 έως 10 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου, αναλόγως πάντοτε των γεγονότων της υπόθεσης. Πρόσθετα, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 19(
(1)και
(2)) του ίδιου Νόμου 86/1972, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να αποστερήσει από τον καταδικασθέντα, το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδηγού, για οποιοδήποτε διάστημα ήθελε κρίνει ορθό υπό τις περιστάσεις.
- Η επιβολή ποινής, είναι ένα πολύ λεπτό έργο που επιτελείται από το Δικαστήριο, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη, δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται να δοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στη ποινή [[iii]]. Σε κάθε όμως περίπτωση, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους, επιβάλλει, την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει, η αυστηρή τιμωρία του, για την προστασία της κοινωνίας [[iv]].
- Στην υπόθεση Ανδρέας Μενελάου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας, κατά πόσο, η ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα, στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης, που είχε, μεταξύ άλλων, αντιμετωπίσει πρωτόδικα, σημείωσε τα ακόλουθα, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.». 7. Η νομική πτυχή και οι σχετικές, με το ζήτημα της επιβολής ποινής, παράμετροι, σε ότι αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 210 του Κεφ. 154, έχει πρόσφατα εξεταστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ποινική Έφεση Αρ. 195/2014, Μενέλαος Νικολάου ν Αστυνομία (απόφαση ημερομηνίας 20/03/2015). Με ανασκόπηση στην νομολογία, το Εφετείο, εν προκειμένω, ανέφερε στην απόφαση του, μεταξύ άλλων και τα εξής: «Επανειλημμένα έχει τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις και τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να μεριμνήσουν για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 232, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 460, Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού
(2009)2 ΑΑΔ 543). Στην Αγγλική υπόθεση R. V. Guilfoyle 57 Cr.App.R. 549 δόθηκαν κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις όπως αυτές της πρόκλησης θανάτου, δυνάμει του άρθρου 210. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 τονίστηκε ότι το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι. Στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562 έγινε ανάλυση της νομολογίας σε συνάρτηση με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους υποθέσεις. "Στην υπόθεση R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353, όπου παρατίθενται ενδεικτικά κάποιοι επιβαρυντικοί και κάποιοι ελαφρυντικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν κατά την επιβολή ποινής σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης οδήγησης. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες αναφέρονται, επί παραδείγματι, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 ΑΑΔ 331, σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπ' όψιν το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ' όψιν (Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 487, 491). Ακόμα, στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία έγινε αναφορά και στην υπόθεση R. v. Boswell, ανωτέρω, επαναλήφθηκε ότι τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν για τον καθορισμό της ποινής σε τέτοιες υποθέσεις, σχετίζονται μεταξύ άλλων, με την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων."».
- Στην Ποινική Έφεση Αρ. 198/2012, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Κωνσταντίνος Κουκκίδης (απόφαση ημερομηνίας 19/02/2013), ο έντιμος Δ. Α. Δ.[2], Μ. Νικολάτος, ανέφερε, ότι, η πρόκληση ατυχήματος από στιγμιαία αβλεψία, έχει την έννοια της πρόκλησης του, από μια μόνο λανθασμένη κίνηση της στιγμής [[v]]. Σε αντίθεση, βέβαια, πάντοτε, ως επισημάνθηκε στην εν λόγω απόφαση, με αλόγιστη οδική συμπεριφορά που διαρκεί χρονικά, ή, που, σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα, εκδηλώνεται σε φάσεις, με αλληλουχία περιστατικών, που καθιστά αυτήν, ένα ενιαίο περιστατικό.
- Ως εκ τούτου, το ζήτημα που και εδώ πρέπει να απασχολήσει, είναι κατά πόσο, από τα παραδεκτά γεγονότα αυτής της υπόθεσης, η πρόκληση του ατυχήματος που επέφερε τον θάνατο της αποβιωσάσης Αρετής Εμανουήλ, 84 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, όντως οφείλεται, - ως είναι και η σχετική εισήγηση από πλευράς Υπεράσπισης (ισχυρισμός που δεν έχει αμφισβητηθεί, πρέπει, έστω και παρενθετικά, να σημειωθεί, από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής) -, σε στιγμιαία αβλεψία. Δηλαδή, σε μία μόνο λανθασμένη κίνηση της στιγμής.
- Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, που αφορούσε, επίσης, δυστύχημα, με θύμα πεζό, - σε εκείνη την υπόθεση, το θύμα, ήταν μαθητής του γειτονικού (ως προς τον τόπο του δυστυχήματος) δημοτικού σχολείου, ηλικίας 10 ετών - ο έντιμος πρώην Π. Α. Δ., Γ. Πικής, ανακοινώνοντας την ομόφωνη απόφαση του Εφετείου, ανέφερε τα εξής, τα οποία βρίσκω απολύτως σχετικά και με την υπό συζήτηση, υπόθεση: «Η παράλειψή του να επισημάνει την παρουσία του θύματος στο δρόμο χωρίς να παρεμβάλλεται οποιοδήποτε εμπόδιο σε συσχετισμό με τον φωτισμό της περιοχής και την ορατότητα που απολάμβανε εύλογα οδήγησαν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα στο πλαίσιο της ολότητας των γεγονότων της υπόθεσης ότι ο εφεσείων διέπραξε το αδίκημα που προσδιορίζει το άρθρο
- Επισημαίνουμε όμως ότι η αμέλεια του δεν επιβαρύνετο με το στοιχείο της αδιαφορίας για την τύχη του θύματος, που είναι παράγοντας κεφαλαιώδους σημασίας για τον καθορισμό της ποινής. Πρόθεση του Εφεσείοντα ήταν να διασταυρώσει την οδό Νικοδήμου Μυλωνά ώστε να εισέλθει στην οδό Δοϊράνη, η οττοία βρίσκεται απέναντι και δεξιότερα από την οδό Δημόκριτου, πάροδο της Νικοδήμου Μυλωνά, απ' όπου εισήλθε στον κύριο δρόμο. Πριν προχωρήσει στον κύριο δρόμο σταμάτησε όπως είναι παραδεκτό· εισήλθε στον κύριο δρόμο, όταν η πορεία του ήταν απρόσκοπτη και προχώρησε, όπως κατέδειξε η μαρτυρία ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, με χαμηλή ταχύτητα. Η αμέλειά του δεν μπορεί να αποδοθεί είτε σε αδιαφορία είτε σε επικίνδυνη χρήση του δρόμου. Συναρτάται περισσότερο με στιγμιαία απροσεξία ή αβλεψία.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Στην βάση αυτού του σκεπτικού, το Εφετείο, έκρινε, ότι, η ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα / κατηγορούμενο, πρωτόδικα, ήταν έκδηλα υπερβολική και ανέτρεψε αυτήν, αποφυλακίζοντας τον, αφού αυτός είχε ήδη εκτίσει ποινή φυλάκισης δύο μηνών και μίας εβδομάδας. Εν παρόδω, μάλιστα, εκφράστηκε και η επιφύλαξη του Εφετείου, κατά πόσο, - παρά το γεγονός ότι η αμέλεια του εφεσείοντα / κατηγορουμένου ήταν μεγάλη και οι συνέπειες της τραγικές -, οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούσαν την επιβολή ποινή φυλάκισης. Ειδικότερα, εν όψει και των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα / κατηγορουμένου, που συνηγορούσαν για άκρα επιείκεια. Όπως διαπιστώνεται στην εν λόγω απόφαση του Εφετείου, τα γεγονότα, τα οποία συνέθεταν την αμέλεια του εφεσείοντα / κατηγορουμένου, δεν επιβαρύνονταν, με το στοιχείο της αδιαφορίας. Επρόκειτο για δημόσιο υπάλληλο, ετών, σχεδόν, 60, στα πρόθυρα δηλαδή της αφυπηρέτησης του, με λευκό ποινικό μητρώο, που είχε, λόγω του κακού που προκάλεσε, δοκιμάσει μεγάλη συντριβή και είχε, περάσει, εφιαλτικές μέρες.
- Στην προκείμενη περίπτωση, ως διαφαίνεται από τα παραδεκτά γεγονότα, ο Κατηγορούμενος, παρέλειψε να επισημάνει την παρουσία του θύματος στο δρόμο, χωρίς να παρεμβάλλεται οποιοδήποτε εμπόδιο σε συσχετισμό με την ορατότητα που απολάμβανε την δεδομένη στιγμή. Παραδεκτά καταγράφηκε, σχετικά, ότι απολάμβανε ορατότητας, 7 μ. Ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, μπροστά από το όχημα του, όσο και στην απέναντι πλευρά, υπήρχαν σε σειρά, σταθμευμένα οχήματα. Λόγω αυτής της κατάστασης, ο δρόμος στένευε και ήταν δύσκολο να προχωρήσει μπροστά. Τότε, αποφάσισε να κινήσει το όχημα του με την όπισθεν, επειδή πίσω του, και στις δύο πλευρές του δρόμου, δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, με σκοπό να εισέλθει, στην Λεωφόρο Θεσσαλονίκης. Κοίταξε προς τα πίσω, χρησιμοποιώντας τα πλαϊνά καθρεφτάκια του οχήματος και δεν πρόσεξε να βαδίζει οποιοδήποτε πρόσωπο. Τότε εκκίνησε το όχημα και κίνησε αυτό με την όπισθεν για μία απόσταση δεκαεπτά μέτρων και ενώ είχε, σε κάθε περίπτωση, την προαναφερόμενη ορατότητα. Πριν την συμβολή της Οδού Ιφηγενείας, - από όπου κινείτο -, με την Λεωφόρο Θεσσαλονίκης, από στιγμιαία αβλεψία, εισηγείται, έγινε το δυστύχημα. Δεν, είδε, ανέφερε, προηγουμένως την γιαγιά, η οποία, ως αναφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου, περπατούσε στην αριστερή πλευρά της οδού Ιφιγένειας με πορεία την λεωφόρο Θεσσαλονίκης και σκοπό είχε να μεταβεί στην υπεραγορά Ορφανίδη express για να ψωνίσει.
- Από τα προαναφερόμενα γεγονότα, δεν αποδέχομαι, ότι, η προκείμενη περίπτωση, εμπίπτει στην κατηγορία περιπτώσεων όπου, μπορεί να γίνει αποδεκτό, ότι, το δυστύχημα, προκλήθηκε από στιγμιαία αβλεψία. Ο Κατηγορούμενος, είχε απρόσκοπτη ορατότητα, ως αυτή διαπιστώνεται και καταγράφεται, όπισθεν του. Τόσο το σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου (στην αριστερή πλευρά της Οδού Ιφηγενείας) όχημα, με αριθμούς εγγραφής KLL216, όσο και το μηχάνημα συμπίεσης χαρτιού που βρισκόταν επί του ιδίου πεζοδρομίου, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό, ότι, έφραζαν με τον οποιονδήποτε τρόπο την σχετική ορατότητα που απολάμβανε από το όχημα του ο Κατηγορούμενος την δεδομένη στιγμή, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη (α) της πορείας, που είναι αποδεκτό ότι ακολούθησε πεζή, η αποβιώσασα (υπενθυμίζω ότι, είναι παραδεκτό, ότι περπατούσε στην αριστερή πλευρά της οδού Ιφιγένειας με πορεία την λεωφόρο Θεσσαλονίκης), (β) το γεγονός ότι, πίσω από το σημείο όπου βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα του Κατηγορουμένου, τόσο στην δεξιά, όσο και στην αριστερή πλευρά της οδού Ιφηγενείας, δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα τα όποια θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπόδιζαν, ολικά ή μερικά, την ορατότητα του Κατηγορουμένου από το όχημα του και (γ) τέλος, το σημείο της σύγκρουσης (Χ) ως έχει σημειωθεί και είναι παραδεκτό και από τον Κατηγορούμενο επί του σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος, εν σχέση με το σημείο από όπου ξεκίνησε την όπισθεν πορεία του.
- Ο Κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε, και έγινε αποδεκτό από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ότι, κινείτο με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Αυτό που με προβλημάτισε, είναι κατά πόσο, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κινήθηκε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, απολαμβάνοντας ορατότητας, μόλις επτά μέτρων, υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ως έχουν προαναφερθεί, μπορεί να γίνει αποδεκτό, ότι, προκάλεσε το δυστύχημα, από μια μόνο λανθασμένη κίνηση της στιγμής. Κατάληξη μου είναι, ότι, δεν είναι τέτοια η περίπτωση εδώ. Η περίπτωση εδώ, διαφοροποιείται από τις περιστάσεις της υπόθεσης Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ανωτέρω, γιατί, εκεί, η αμέλεια του Κατηγορουμένου, δεν επιβαρύνετο, παράλληλα, από την διάπραξη οποιασδήποτε άλλης τροχαίας παράβασης. Και εξηγώ. Ο Κατηγορούμενος, στην προκείμενη περίπτωση, οδήγησε το όχημα του, με πρόθεση πάντοτε, όπως, από την πάροδο της Οδού Ιφηγενείας, εισέλθει στον κύριο δρόμο της Λεωφόρου Θεσσαλονίκης, κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(1)(β) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 έως (Αρ. 2) του 2012 που προβλέπει, ότι: «Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να μην οδηγεί με την όπισθεν ταχύτητα το όχημα του από πάροδο σε κύριο δρόμο». Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος, οδήγησε το όχημα του προς τα πίσω, σε απόσταση 17 μ., που είναι απόσταση, πέραν του, σε κάθε περίπτωση, απαιτούμενου, για την ασφάλεια της τροχαίας που κινείται ή βρίσκεται στο δρόμο, κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(1)(β) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 έως (Αρ. 2) του 2012 που προβλέπει, ότι: «Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει μην οδηγεί το όχημα προς τα πίσω σε απόσταση ή για χρονικό διάστημα πέραν του απαιτούμενου για την ασφάλεια ή άνεση των προσώπων και επιβατών που ευρίσκονται στο όχημα και άλλης τροχαίας που κινείται ή βρίσκεται στο δρόμο». Επισημαίνω, εδώ, ότι, ο Κατηγορούμενος, στην προκείμενη περίπτωση, είχε οδηγήσει το όχημα του, ως προαναφέρθηκε, η ώρα 10:20 π. μ. σε γειτονικό της υπεραγοράς Ορφανίδης express, δρόμο, όπου ήταν λογικά αναμενόμενο, ότι πιθανόν να υπήρχε και άλλη τροχαία κίνηση στον δρόμο και ότι η πιθανότητα να προκύψει κίνδυνος από την πράξη του, ήταν λογικά προφανής. Η δε ορατότητα του, ήταν τέτοια, που δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι, στιγμιαία παράλειψη ορθής παρατήρησης του δρόμου από πλευράς του, είναι που οδήγησε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Είχε περιορισμένη ορατότητα, επτά μόλις μέτρων και κινήθηκε συνολικά σε απόσταση δεκαεπτά μέτρων και εντός κάποιου χρόνου. Δηλαδή, η πράξη του, δεν ήταν στιγμιαία. Είχε διάρκεια. Η αμέλειά του, βρίσκω ότι, αποδίδεται σε επικίνδυνη χρήση του δρόμου και δεν συναρτάται με στιγμιαία απροσεξία ή αβλεψία. 15. Στην Γεώργιος Α. Παμπακά κ. α. ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, που αφορούσε και πάλι δυστύχημα, με θύμα πεζό, το οποίο προκλήθηκε από το γεγονός - ως αυτό είχε αποδειχθεί προς ικανοποίηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου -, ότι, ένας εκ των δύο κατηγορούμενων / εφεσειόντων οδηγών: «(α) Εισήλθε στον κύριο δρόμο Λεμεσού - Πάφου με οπίσθια ταχύτητα από τον υπό κατασκευή δρόμο Αγ. Βαρβάρας και παρέλειψε να έχει επαρκή έλεγχο του εν λόγω κυρίου δρόμου, και/ή (β) Παρέλειψε να σταματήσει, ελέγξει και βεβαιωθεί ότι ήτο ασφαλές προτού εισέλθει στον εν λόγω κύριο δρόμο και/ή (γ) Ενώ το όχημα του βρισκόταν επί του παγκέτου εκτός του κυρίου δρόμου και ενώ αντιλήφθηκε σε κάποια απόσταση το πικ-απ NG 684 να προσεγγίζει από την κατεύθυνση της Πάφου, εντούτοις εσυνέχισε να κινείται και παρέλειψε να σταματήσει και να δώσει προτεραιότητα στο εν λόγω όχημα να περάσει με ασφάλεια. (δ) Οδηγούσε το εν λόγω φορτηγό αυτοκίνητο ΗΥ 104 με πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια εκείνων που νόμιμα εκινούντο ή δυνατόν να ευρίσκοντο επί του εν λόγω κυρίου δρόμου κατά τον ουσιώδη χρόνον.», η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο / εφεσείοντα, τρείς μήνες φυλάκισης και στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδηγού για περίοδο δεκαοχτώ μηνών, κρίθηκε από το Εφετείο, ότι, δεν χωρούσε επέμβασης του. 16. Εδώ, θα ήθελα να παρεμβάλω και να υπομνήσω απλά, τις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Πέτρου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 233 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Γεώργιου Χρίστου Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713, περισσότερο για να τονίσω την σημασία που ενέχουν τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, στην διάγνωση της υφής και έκτασης της αμέλειας, που είναι και ο καθοριστικός παράγοντας, καθορισμού του είδους της αρμόζουσας, σε κάθε περίπτωση, ποινής.
- Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας, αφενός, το σύνολο των γεγονότων, την σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ως την έχω προδιαγράψει και αφετέρου, τα ελαφρυντικά του Κατηγορουμένου, που εστιάζονται, στο λευκό του ποινικό μητρώο, την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές από την πρώτη στιγμή, την παραδοχή του, έστω και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, την μεταμέλεια και απολογία του, τις προσωπικές, οικογενειακές (και δη την κατάσταση της υγείας της συζύγου του και το γεγονός ότι από αυτούς εξαρτώνται άλλα τέσσερα άτομα, τρία εκ των οποίων είναι ανήλικα) και οικονομικές περιστάσεις και το γεγονός, ότι, καθ' όλο τον πρότερο βίο του, παρουσιάζεται να ήταν πρόσωπο ιδιαίτερα ευσυνείδητο, νομοταγές και εργατικό, έχω αποφασίσει, εν όψει και του στοιχείου της αποτροπής που προέχει, λόγω της συχνότητας στην διάπραξη του υπό συζήτηση αδικήματος, ότι η αρμόζουσα, στην προκείμενη περίπτωση, ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης, η έκταση της οποίας, καθορίζεται να είναι τρείς μήνες, ώστε να αντανακλά σε όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και της σχετικής διακριτικής ευχέρειας που μου παρέχεται δυνάμει αυτής, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο πέντε βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του.
- Εν όψει της προαναφερόμενης κατάληξης μου, θα εξετάσω, κατά πόσο, συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης, διέπεται από το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/72, το οποίο αναφέρει, ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή δεν εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, το Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω Άρθρου του Νόμου 95/72, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Η ποινή φυλάκισης με αναστολή, δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της [[vi]].
- Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως, έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από τις οποίες αντλώ καθοδήγηση, αναφορικά με το εάν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(2)του τροποποιητικού Νόμου 186(Ι)/03 [[vii]], στην προκείμενη περίπτωση.
- Στην περίπτωσή του Κατηγορουμένου, συντρέχουν, κρίνω, παράγοντες, οι οποίοι, μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Το βασικό ερώτημα που, πάντοτε, τίθεται, και το οποίο έχω θέσει προς καθοδήγηση μου, είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο αυτών των παραγόντων, αυτοί μπορούν, ή πρέπει, να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογείται να δοθεί στον Κατηγορούμενο, μια δεύτερη ευκαιρία [[viii]]. Προς αυτή την κατεύθυνση, λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη τα εξής: (α) Ότι, ο Κατηγορούμενος, είναι, ως εύκολα εντοπίζεται και από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ένας βιοπαλαιστής (με ένα βεβαρυμμένο ιατρικό ιστορικό, τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγος του), ο οποίος διέπραξε, ένα σοβαρό μεν ποινικό αδίκημα, αλλά χωρίς κάποιο κίνητρο και κατά την ώρα που εκτελούσε την εργασία του για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, για τον ίδιο και την οικογένεια του· (β) Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός, ότι, το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου είναι, στα 51 χρόνια της ηλικίας του, λευκό. Δηλαδή, δεν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής, μέσω της επιβαλλόμενης ποινής, από την επανάληψη διάπραξης παρόμοιας φύσεως αδικημάτων [[ix]]· και (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου, μετά τη διάπραξη του αδικήματος, όπως διαφαίνεται από το έντονο ενδιαφέρον που επέδειξε από την πρώτη στιγμή προς το θύμα της παράνομης πράξης του και το γεγονός ότι, δεν έχει εν τω μεταξύ, παρά την παρέλευση ενός αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία του δυστυχήματος, διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα, δείχνει, ότι, συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών του και μεταμελήθηκε πλήρως. Τέλος, λαμβάνω υπόψη και το γεγονός, ότι, καθ' όλο τον πρότερο βίο του, ο Κατηγορούμενος παρουσιάζεται να ήταν πρόσωπο ιδιαίτερα ευσυνείδητο, νομοταγές και εργατικό.
- Χωρίς να υποβιβάζω τη σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος, έχω αποφασίσει όπως ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, η οποία με βάση τον προαναφερθέντα Νόμο, αναστέλλεται, για περίοδο τριών χρόνων από σήμερα.
- Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω και γιατί, κρίνω, ότι, οι περιστάσεις της υπόθεσης, δικαιολογούν, όπως, η διακριτική ευχέρεια που μου παρέχεται δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 19
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 ασκηθεί προς την κατεύθυνση του να μην αποστερήσω στον Κατηγορούμενο το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει, οποιουδήποτε τύπου, άδεια οδήγησης, για οποιαδήποτε χρονική περίοδο. Ο λόγος, είναι, ακριβώς ο ίδιος, με τον λόγο που έχω αναφέρει κατά την εξέταση του κατά πόσο θα εξασκούσα την διακριτική μου ευχέρεια προς αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης του Κατηγορουμένου. Ισοζυγίζοντας το σύνολο των εν λόγω παραγόντων, έκρινα ότι, αυτοί μπορούσαν και έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογείτο να δοθεί στον Κατηγορούμενο, μια δεύτερη ευκαιρία. Κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσε, κρίνω, σε καμία περίπτωση να επιτευχθεί αποτελεσματικά, εάν αποστερούσα στον Κατηγορούμενο, ένα επαγγελματία οδηγό / μεταφορέα, το δικαίωμα του να κατέχει άδεια οδήγησης, αφού αυτό θα σήμαινε, απώλεια της εργασίας του, σε ένα οικονομικό γίγνεσθαι, πραγματικά δύσκολο, με τα υψηλότερα, στην ιστορία του τόπου μας, ποσοστά ανεργίας, που θα καθιστούσε την πιθανότητα εργοδότησης του, - στην ηλικία του και με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά του -, εξαιρετικά δύσκολη [[x]]. Παράλληλα, θα τολμούσα, να πω, ότι, αποστέρηση του δικαιώματος του Κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδήγησης, υπό αυτή την έννοια, δηλαδή την πραγματική, θα καταστρατηγούσε τον σκοπό της ίδιας της απόφασης μου να αναστείλω την ποινή φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Που είναι, ως έχω προαναφέρει, η παροχή σε αυτόν μίας δεύτερης ευκαιρίας. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δυνάμει των προνοιών του εδαφίου 2Α(2
(7)). [2] Ως ήταν τότε. [i] Το Άρθρο 210 του Κεφ. 154, έχει ως εξής: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.». [ii] Το ισόποσο των £2.500, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 9 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμος του 2007, Νόμος 33(I)/2007 και της σχετικής Γνωστοποίησης του Υπουργού Οικονομικών, βάσει των προνοιών του Άρθρου 9
(1)αυτού, ημερομηνίας 17/07/2007, Κ. Δ. Π. 312/2007. [iii] Σχετική εν προκειμένω, είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.245. [iv] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Χρίστου Μιχαήλ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 130/2013, ημερομηνίας 16/05/2014, Γενικός Εισαγγελέας ν Κωνσταντίνου Κουκκίδη Ποινική Έφεση 98/2012, ημερομηνίας 19/02/2013, Γενικός Εισαγγελέας ν Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.331 και Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57. [v] Δέστε επί του προκείμενου και την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Παπακώστα
(2009)2 Α.Α.Δ. 55. [vi] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας v Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ.373, Ποινική Έφεση Αρ. 195/2014, Μενέλαος Νικολάου ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 20/03/2015 και Ποινική Έφεση Αρ. 37/2015, Πέτρος Σαμπουκασίδης ν Αστυνομίας, απόφαση ημερομηνίας 08/04/2015. [vii] Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Σάββας Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39, Κώστα Χαραλάμπους Τραλαλάς ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 323, Χριστοφίδης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Γενικός Εισαγγελέας ν Οδυσσέα Κανάρη (Αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, Γενικός Εισαγγελέας ν Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Μαρία Ηλιάδη ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ.412, Κωνσταντίνου ν Αστυνομία
(2009)2ΑΑΔ 582 και Σκεύη Χριστοδούλου ν Αστυνομία
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, όπου αναλύθηκαν τα κριτήρια που εφαρμόζονται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, τονίστηκε ότι: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν από τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήταν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή.» [viii] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Σκεύη Χριστοδούλου ν Αστυνομία
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. [ix] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Σκεύη Χριστοδούλου ν Αστυνομία
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. [x] Χωρίς φυσικά, να παραγνωρίζω, νομολογία επί του ζητήματος, η οποία - τονίζω, βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων των εκεί εξεταζόμενων περιπτώσεων -, δείχνει, ότι, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι επαγγελματίας οδηγός και οι αναμενόμενες συνέπειες της αποστέρησης του δικαιώματος του να κατέχει άδεια οδήγησης στην εργοδότηση του, δεν είναι αποφασιστικός παράγοντας στην εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς αποστέρηση του, εάν η φύση και η έκταση της αμέλειας του το δικαιολογούν. Παραπέμπω ενδεικτικά στα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεώργιος Α. Παμπακά κ. α. ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο