← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ, Υπόθεση υπ' αρ.: 1674/2013, 9/7/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ, Υπόθεση υπ' αρ.: 1674/2013, 9/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 1674/2013 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσας Αρχής - εναντίον - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 09/07/2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπανικολάου Κατηγορούμενος Παρών ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΟΙΝΗΣ 1. Στην υπόθεση αυτή, ο Κατηγορούμενος, τελικώς, κρίθηκε ένοχος, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, στις κατηγορίες με αριθμό 2 και 3, ως εμφαίνονται στο κατηγορητήριο της υπόθεσης. Ήτοι: 2. 2η Κατηγορία: Άρνηση παροχής δείγματος εκπνοής σε αστυνομικό, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 5, 6 (

(1),
(2),
(4),
(5)), 8 και 11 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Νόμος 174/1986[i] και του Άρθρου 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/1972, ως αυτός έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 33(I)/2000, 80(Ι)/2000 και 109(Ι)/2012 και Κ. Δ. Π. 51/1990. 3. 3η Κατηγορία: Οδήγηση οχήματος άνευ φώτων κατά παράβαση των Κανονισμών 50
(10)(α)(i) και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ. Δ. Π. 66/1984 και του Άρθρου 19 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
  1. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα σε σχέση με τις προαναφερόμενες κατηγορίες στις οποίες κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος, καταγράφονται στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Στο βαθμό που, παραπομπή σε αυτά, θα κριθεί αναγκαία για σκοπούς επεξήγησης του σκεπτικού του Δικαστηρίου αναφορικά με τα της ποινής, τέτοια, γίνεται στη συνέχεια της απόφασης μου, στο κατάλληλο στάδιο.
  2. Ο Κατηγορούμενος, είναι, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, λευκού ποινικού μητρώου.
  3. Ο ίδιος, αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του, αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών περιστάσεων, σε σχέση με την ποινή που θα του επιβληθεί. Σε γενικές γραμμές, - με αναφορά, στην σοβαρότερη, - εκ των δύο αδικημάτων στα οποία βρέθηκε ένοχος -, κατηγορία, αυτή της δεύτερης κατηγορίας - υποστήριξε, ότι:
(1)δεν υπάρχει μαρτυρία ή εύρημα του Δικαστηρίου, ότι είχε στο σώμα του αλκοόλη που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο, από τον Νόμο, όριο·
(2)η άρνηση του να δώσει δείγμα εκπνοής, ήταν απόρροια της προσωπικής του νομικής άποψης ως προς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, που τελικώς, κρίθηκε λανθασμένη από το Δικαστήριο. Συνεπώς, υποστήριξε, δεν παραβίασε εν γνώσει του τον Νόμο, αλλά η διάπραξη του αδικήματος ήταν αποτέλεσμα νομικής άποψης, επί ενός νεοφανούς, ζητήματος. - χωρίς δηλαδή προηγούμενο στην δική μας έννομη τάξη, από το οποίο θα μπορούσε κάποιος να αντλήσει καθοδήγηση -,
(3)από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων, έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια, γεγονός που καθιστά άνευ αντικειμένου το όποιο στοιχείο αποτροπής θα μπορούσε να ενέχει η ποινή που θα του επιβληθεί.
  1. Αναφορικά με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε οτιδήποτε.
  2. Αξιολόγησα, κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μου, στο στάδιο των αγορεύσεων.
  3. Η επιβολή ποινής, είναι ένα πολύ λεπτό έργο που επιτελείται από το Δικαστήριο, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη, δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται να δοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στη ποινή[ii]. Σε κάθε όμως περίπτωση, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Σύμφωνα με την νομολογία, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους, επιβάλλει, την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει, η αυστηρή τιμωρία του, για την προστασία της κοινωνίας[iii].
  4. Η σοβαρότητα του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο νόμο ποινές. Το Άρθρο 11
(2)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, Νόμος 174/1986, προβλέπει όλες ή οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες ποινές. Ποινή φυλακίσεως μη υπερβαίνουσα τα δύο έτη, ή χρηματική ποινή μέχρι €5.000, ή στέρηση της ικανότητας καταδικασθέντα να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Νόμος 86/1972, στην προκείμενη περίπτωση[1], το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει από 1 έως 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου, αναλόγως πάντοτε των περιστάσεων της υπόθεσης. 11. Τα τροχαία αδικήματα και ειδικότερα αυτά που αφορούν την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, που αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες πρόκλησης τροχαίων δυστυχημάτων - αρκετά από τα οποία, δυστυχώς, είναι θανατηφόρα -, έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Ως αναφέρθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Ανδρέας Μενελάου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, «Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας».
  1. Αναμφίβολα, το αδίκημα της, άνευ ευλόγου αιτίας, άρνησης ή αποφυγής, καθ' οιονδήποτε τρόπον, παροχής δείγματος εκπνοής, για προκαταρκτικό έλεγχο προς διαπίστωση, ανίχνευση ή προσδιορισμό αλκοόλης στο σώμα οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος, αποτελεί σοβαρό αδίκημα και αυτό προκύπτει, όχι μόνο από την νομοθετικώς ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, ως έχει προαναφερθεί, αλλά και από το γεγονός, ότι, σκοπός της εισαγωγής του Άρθρου 6 στον Νόμο 174/1986, ήταν, προφανώς, για να καταστήσει αποτελεσματικές τις υπόλοιπες πρόνοιες του Μέρους ΙΙ του Νόμου 174/1986, που σκοπούν στην καταστολή, δια ελέγχου ή/και της τιμωρίας, της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης[2].
  2. Αφετηρία στα της επιβολής ποινής στο αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αποτελεί, στην προκείμενη περίπτωση, το γεγονός, ότι, ο Κατηγορούμενος, - που μέχρι τέλους, είχε διατηρήσει στάση αμφισβήτησης της ενοχής του σε αυτή -, φαίνεται να διέπραξε το αδίκημα για πρώτη φορά.
  3. Ακολούθως, εξετάζοντας την σοβαρότητα του αδικήματος, έχοντας ως κριτήριο, τα στοιχεία της υπαιτιότητας ή ζημιάς, που διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση, εντοπίζω τα εξής από τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου.
  4. Πρώτον, ο Κατηγορούμενος, εσκεμμένα αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής στον ΜΚ1, όταν αυτό, εύλογα και νόμιμα του είχε ζητηθεί. Αν, για σκοπούς ανάπτυξης του σκεπτικού πίσω από την απόφαση μου για την ποινή, επιχειρούσα να κατηγοριοποιήσω τις περιπτώσεις διάπραξης του αδικήματος, έχοντας ως βάση το προαναφερόμενο κριτήριο, των στοιχείων της υπαιτιότητας ή και ζημιάς - και τη μέγιστη από τον Νόμο προβλεπόμενη ποινή -, θα έλεγα ότι, τρείς είναι οι βασικές κατηγορίες. Η κατηγορία των περιπτώσεων, όπου, ο Κατηγορούμενος, αρνήθηκε τον έλεγχο όταν του ζητήθηκε, με ειλικρίνεια και για κάποιο εύλογο λόγο, ως αυτός καθορίζεται από το Άρθρο 8
(1)του Νόμου 174/1986, αλλά λόγω μη τήρησης των προνοιών του εδαφίου
(2)του ιδίου Άρθρου, τεκμαίρεται ότι διέπραξε το αδίκημα. Η κατηγορία των περιπτώσεων όπου ο Κατηγορούμενος, εσκεμμένα αρνήθηκε ή παρέλειψε να παράσχει δείγμα εκπνοής - στην οποία βρίσκω ότι εμπίπτει η υπό κρίση περίπτωση -. Και τέλος, η κατηγορία των περιπτώσεων όπου ο Κατηγορούμενος, εσκεμμένα αρνήθηκε ή παρέλειψε να παράσχει δείγμα εκπνοής, στην παρουσία όμως, εμφανών στοιχείων σοβαρής απομείωσης της ικανότητας του για οδήγηση.
  1. Δεύτερον, δεν έχω βρει γεγονότα που να καταδεικνύουν απαράδεκτο επίπεδο οδήγησης από πλευράς Κατηγορουμένου, ή προφανούς κατάστασης μέθης, ή οποιοδήποτε άλλο γεγονός που θα αποτελούσε παράγοντα για να κριθεί ως επαυξημένη η υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου στην προκείμενη περίπτωση. Όπως, για παράδειγμα, θα ήταν, η περίπτωση ενός επαγγελματία οδηγού, εν ώρα εργασίας, που αρνείται ή παραλείπει να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτικό έλεγχο. Ενώ, είναι επίσης γεγονός, ότι, δεν υπάρχουν, στην προκείμενη περίπτωση, στοιχεία που να υποδεικνύουν βλάβη, μεγάλου βαθμού. Όπως, για παράδειγμα θα ήταν, ο Κατηγορούμενος να είχε εμπλακεί σε δυστύχημα. Καμία τέτοια βλάβη δεν εντοπίζεται από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Παράλληλα, βρίσκω, ότι, δεν εντοπίζεται και το οποιοδήποτε γεγονός, που θα μπορούσε να επενεργήσει, ως ένδειξη, χαμηλότερου βαθμού υπαιτιότητας του Κατηγορουμένου στην προκείμενη περίπτωση. Όπως θα ήταν, για παράδειγμα, η περίπτωση όπου, ο Κατηγορούμενος, γνήσια αλλά αποτυχημένα προσπάθησε να παράσχει δείγμα εκπνοής για σκοπούς προκαταρκτικής εξέτασης. Σίγουρα, η θέση του Κατηγορουμένου, ότι, διέπραξε το αδίκημα, γιατί είχε διαφορετική άποψη για το τι σχετικά προνοεί ο Νόμος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο που μετριάζει την υπαιτιότητα του σε αυτή την περίπτωση, από την στιγμή που το εύρημα του Δικαστηρίου, είναι ότι εσκεμμένα αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής στον ΜΚ1, όταν αυτό, εύλογα και νόμιμα του είχε ζητηθεί.
  2. Έχοντας τα προαναφερόμενα υπόψη μου, καθώς επίσης, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, στα εξήντα του χρόνια[3] και το γεγονός ότι, καθ' όλο τον πρότερο βίο του, παρουσιάζεται να ήταν πρόσωπο ιδιαίτερα ευσυνείδητο και εργατικό[4], έχω αποφασίσει, εν όψει και του στοιχείου της αποτροπής που προέχει, λόγω της συχνότητας στην διάπραξη του υπό συζήτηση αδικήματος και ότι η διάπραξης του, καταστρατηγεί τις πρόνοιες του Νόμου που σχετίζονται με την διάπραξη του αδικήματος της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, ότι η αρμόζουσα, στην προκείμενη περίπτωση, ποινή - που δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να μειωθεί, γιατί ο Κατηγορούμενος με την στάση του, απεμπόλησε το ευεργέτημα της άμεσης παραδοχής -, είναι μεν αυτή του προστίμου - αποκλείοντας δηλαδή την ποινή φυλάκισης ή στέρησης του δικαιώματος του Κατηγορουμένου της οδήγησης, λόγω της απουσίας εκείνων (ή και εκείνων) των στοιχείων υπαιτιότητας ή βλάβης που θα με οδηγούσαν να επιλέξω αυτές ή και αυτές τις ποινές -, το ύψος του οποίου, καθορίζεται στα €1.400, ώστε να αντανακλά σε όλους τους επιβαρυντικούς και ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν.
  3. Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 20Α του Νόμου 86/1972, στην προκείμενη περίπτωση, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο 3 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου - έχοντας υπόψη και τις πρόνοιες του εδαφίου
(6)του εν λόγω Άρθρου 20Α του Νόμου 86/1972 - και το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος εσκεμμένα αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής στον ΜΚ1, όταν αυτό, εύλογα και νόμιμα του είχε ζητηθεί. 19. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984, Κ. Δ. Π. 66/1984, το Δικαστήριο, εν όψει του ευρήματος του ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, ως αυτό προδιαγράφεται από τον Κανονισμό 50
(10)(i) των προαναφερόμενων Κανονισμών, μπορεί να επιβάλει στον Κατηγορούμενο, ποινή φυλακίσεως μη υπερβαίνουσα το ένα έτος, ή χρηματική ποινή μέχρι €1.708[5], ή και τις δύο αυτές ποινές. Τα γεγονότα, σε ότι αφορά το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, ως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, δικαιολογούν, η ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, να είναι αυτή της ποινής προστίμου. Δεν υπάρχουν τέτοια επιβαρυντικά στοιχεία, που θα δικαιολογούσαν το είδος της ποινής να είναι διαφορετικό. Λαμβανομένου υπόψη, ότι,
(1)η Οδός Σωπάτρου Πάφιου, στην οποία διαπράχθηκε το αδίκημα, είναι αδιέξοδος οδός με επαρκή οδικό φωτισμό, ότι την 01:30 π. μ που διαπράχθηκε το αδίκημα δεν υπήρξε καμία κίνηση στον δρόμο και το ότι, η απόσταση που κινήθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου χωρίς φώτα πορείας, ήταν, - αντικειμενικά κρινόμενη -, μικρή και μέχρις ότου αυτός φέρει το όχημα του σε στάση, και
(2)όλες τις περιστάσεις του που δικαιολογούν, ως προαναφέρθηκε, μετριασμό της ποινής του, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο, ποινή προστίμου €200 - που δεν μπορεί στην προκείμενη περίπτωση να μειωθεί, γιατί ο Κατηγορούμενος, με την στάση του, απεμπόλησε το ευεργέτημα της άμεσης παραδοχής -.
  1. Τώρα, σε ότι αφορά τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής, €150, βάσει της διακριτικής ευχέρειας που μου παρέχεται από το Άρθρο 168[iv] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κρίνω ότι αυτά, επιπρόσθετα των προαναφερόμενων ποινών που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο, θα βαρύνουν αυτόν και σχετική προς τούτου διαταγή του Δικαστηρίου εκδίδεται. Με την συλλογή του προαναφερόμενου ποσού, αυτό, να καταβληθεί στο δημόσιο ταμείο[v].
  2. Ως προς το ζήτημα αυτό, παραπομπή γίνεται και στους περί Ποινικής Δικονομίας Κανονισμούς 53 Vol. II 321 και ειδικότερα στους Κανονισμούς 20 έως 23, και το Παράρτημα Δ αυτών και ειδικότερα στην Κατηγορία 5 αυτού. Καθώς επίσης και στην Εγκύκλιο με αριθμό 1693 του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας, που, ως έχω πληροφορηθεί από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής - και δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο - έχει υποβληθεί προς τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου προς τον σκοπό αυτό. Αντίγραφο του οποίου παραδόθηκε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου για την υπόθεση.
  3. Κατάληξη επί ποινής: Κατηγορία Ποινή 2η Κατηγορία €1.400 3η Κατηγορία €200 Έξοδα Κατηγορούσας Αρχής €150 (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δυνάμει των προνοιών του εδαφίου
(2)(5Α) του υπό αναφορά Άρθρου 20Α. [2] Ειδικότερα, του Άρθρου 5 του Νόμου 174/1986. [3] Ως ο ίδιος ανέφερε για την ηλικία του, σε κάποιο σημείο της ακροαματικής διαδικασίας. [4] Αν και σε σχέση με αυτά τα στοιχεία, δεν έγινε αναφορά από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, το Δικαστήριο λαμβάνει προς τούτα, δικαστική γνώση, αφού πρόκειται για πρόσωπο που, λόγω του επαγγέλματος του, έχει καθημερινή επαφή με το Δικαστήριο. [5] Το ισόποσο των £1.000, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 9 του περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμος του 2007, Νόμος 33(I)/2007 και της σχετικής Γνωστοποίησης του Υπουργού Οικονομικών, βάσει των προνοιών του Άρθρου 9
(1)αυτού, ημερομηνίας 17/07/2007, Κ. Δ. Π. 312/
  1. [i] Δυνάμει και της Κ. Δ. Π. 51/1990, ως έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 13/03/
  2. [ii] Σχετική εν προκειμένω, είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Φιλίππου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.245. [iii] Δέστε σχετικά τις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Χρίστου Μιχαήλ ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 130/2013, ημερομηνίας 16/05/2014, Γενικός Εισαγγελέας ν Κωνσταντίνου Κουκκίδη Ποινική Έφεση 98/2012, ημερομηνίας 19/02/2013, Γενικός Εισαγγελέας ν Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.331 και Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. [iv] «
  2. Όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει αυτό να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή η οποία δύναται να επιβληθεί σε αυτό και σε περίπτωση δημοσίων διώξεων τα έξοδα αυτά, όταν εισπραχθούν, καταβάλλονται στις δημόσιες προσόδους». [v] Δέστε σχετικά, τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση στις σελίδες 366 έως
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.