← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Χ. Π., Αρ. Υπόθεσης: 2300/15, 5/8/2015

Δημοκρατία ν. Χ. Π., Αρ. Υπόθεσης: 2300/15, 5/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2015:18 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2300/15 Μεταξύ: Δημοκρατία ν Χ. Π. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 5 Αυγούστου, 2015. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Ά. Ματθαίου. Για τον Κατηγορούμενο: Η κ. Μ. Μικελλίδου. Κατηγορούμενος: Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στα εγκλήματα της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση των άρθρων 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και 4

(1)
(2)(ι) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/00 (βλ. κατηγορίες 3 και 4), της συμπεριφοράς με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/00 (βλ. κατηγορία 6) και της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 7). Τα γεγονότα που συνέθεσαν την ετυμηγορία ενοχής διατυπώνονται στο σκεπτικό που εκφωνήσαμε στις 24 Ιουλίου, 2015 («η ετυμηγορία»). Για ευκολία, παραθέτουμε περικοπή από τα τελικά μας ευρήματα δίχως τούτο να υποδηλώνει πως έχουμε παραγνωρίσει καθοιονδήποτε τρόπο τα όσα άλλα περιλαμβάνονται στην ετυμηγορία (συμπτύσσουμε τις παραγράφους): Η παραπονούμενη (γεννηθείσα την [ ].87), γνώρισε τον κατηγορούμενο (γεννηθέντα την [ ].76), μέσω τρίτου προσώπου, περί τον Νοέμβριο
  1. Η σχέση τους προχώρησε ταχέως, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να συμβιώνουν ως ανδρόγυνο στις 26.11.14, στην οικία του κατηγορούμενου στην οδό [ ] 3 στα Λειβάδια, η οποία κατέστη πλέον η οικογενειακή τους κατοικία, κατά τα προνοούμενα στο άρθρο 2 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(I)/
  2. Όταν γνώρισε τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη είχε ήδη μία θυγατέρα ηλικίας 7 ετών περίπου (η οποία διέμενε με την μητέρα της παραπονούμενης που ήταν και η κηδεμόνας του παιδιού λόγω της εξάρτησης τής παραπονούμενης από τα ναρκωτικά) και δούλευε τα βράδια σε μπυραρία. Όταν η παραπονούμενη άρχισε να διαμένει με τον κατηγορούμενο, σταμάτησε να δουλεύει κατόπιν επιθυμίας του τελευταίου ο οποίος ήθελε να την φροντίζει αποκλειστικώς. Η παραπονούμενη γνώριζε καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους πως ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών (crystal meth), όπως κα η ίδια. Τα ναρκωτικά αυτά, η παραπονούμενη τα εξασφάλιζε από τον κατηγορούμενο χωρίς να χρειάζεται να τον πληρώνει. Η σχέση τους άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς (τουλάχιστον όπως έβλεπε τα πράγματα η παραπονούμενη), η οποία ένιωθε ευτυχισμένη επειδή ο κατηγορούμενος τής συμπεριφερόταν πολύ καλά. Δυστυχώς όμως, τα προβλήματα στη σχέση τους δεν άργησαν να δημιουργηθούν. Περί το Δεκέμβριο 2014, ο κατηγορούμενος άρχισε να ζηλεύει την παραπονούμενη και να παραπονιέται πως χάνονταν από την οικογενειακή κατοικία διάφορα ρούχα και λεφτά, κατηγορώντας την πως τα έκλεβε και πως διατηρούσε ερωτική σχέση με άλλο άνδρα και ότι τον συναντούσε μετά που υπνώτιζε τον κατηγορούμενο στην οικογενειακή κατοικία (γεγονός αναληθές και εκπορευόμενο ίσως από τις επιδράσεις της χρήσης των ναρκωτικών/μεθαμφεταμινών στην οποία προέβαινε). Ο κατηγορούμενος άρχισε να γίνεται βίαιος προς την παραπονούμενη. Ξεκίνησε με το να την χαστουκίζει στο πρόσωπο, με τη βία να κορυφώνεται περί τα μέσα Ιανουαρίου 2015, οπόταν (όπως πολύ παραστατικά το έθεσε η παραπονούμενη στη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο ΣΤ), άρχισε το αληθινό «.το ξύλο.». Την άρπαζε από το κεφάλι και την κτυπούσε στο πάτωμα γρονθοκοπώντας την στα μάτια δίχως αυτή να μπορεί να αντιδράσει. Της έπαιρνε το κινητό τηλέφωνο για να μην μπορεί να επικοινωνεί με την οικογένεια της και την φοβέριζε προξενώντας της τρόμο και ανασφάλεια πως, εάν τον εγκατέλειπε, τα πράγματα για την ίδια και το παιδί της θα επιδεινώνονταν, με απρόβλεπτες συνέπειες. Γύρω στις 11.1.15 και ενώ το ζεύγος βρισκόταν στην οικογενειακή κατοικία, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παραπονούμενη γρονθοκοπώντας την στα πλευρά και ρίχνοντας την στο δάπεδο, καθήμενος πάνω της και αρπάζοντας την από το λαιμό. Ένεκα των κτυπημάτων του κατηγορούμενου (μέλους της οικογένειας) επί της παραπονούμενης (επίσης μέλους της οικογένειας), προκλήθηκε στην παραπονούμενη βαριά σωματική βλάβη (ως τούτη ορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154), δηλαδή, κατάγματα στην 1η, 7η, 8η και 9η αριστερή πλευρά, τα οποία διαπιστώθηκαν ιατρικώς στις 15.1.15 (βλ. Τεκμήριο 6) και στις 2.2.15 [βλ. Τεκμήριο 15] (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Christou v The Police
(1972)2 CLR 38, 40). Αυτή η βαριά σωματική βλάβη, προκλήθηκε με την απαιτούμενη πρόθεση από μέρους του κατηγορούμενου συμφώνως των προνοιών του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 4
(1)
(2)(ι) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(I)/00 (βλ. κατηγορία 3 . Στις 15.1.15, ο κατηγορούμενος κλείδωσε την παραπονούμενη στο δωμάτιο της οικογενειακής κατοικίας για να μην μπορεί να διαφύγει. Αίτιο της ενέργειας του αυτής ήταν το ότι ήθελε να συνευρεθεί σεξουαλικώς μαζί με την παραπονούμενη τη μέρα εκείνη, με την τελευταία να αντιτίθεται. Η παραπονούμενη (τραυματισμένη ούσα στο αριστερό πλευρό λόγω των κτυπημάτων που είχε δεχθεί από τον κατηγορούμενο περί την 11.1.15, ως έχουμε ήδη αποφανθεί με αναφορά στην κατηγορία 3 [βαριά σωματική βλάβη]), κατόρθωσε να αποδράσει από το δωμάτιο, πηδώντας από τη βεράντα και πατώντας πρώτα σε «.σημιντήρι» που βρισκόταν ενδιαμέσως της βεράντας και του καταστήματος κάτωθεν της οικογενειακής κατοικίας, δίχως να υποστεί οποιοδήποτε περαιτέρω τραυματισμό αφού η απόσταση από το σημείο που πήδηξε, μέχρι το έδαφος, το επέτρεπε. Τηλεφώνησε προς τον πατέρα της Σ. Σ. (ΜΚ12) και του είπε να έρθει να την παραλάβει από φούρνο της περιοχής. Όταν ήρθε ο πατέρας, η παραπονούμενη ήταν φοβισμένη, τρομοκρατημένη και αγχωμένη. Παραπονιόταν για πόνους στις πλευρές, με αποτέλεσμα ο Σ. Σ. (ΜΚ12) να την μεταφέρει στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου και διαπιστώθηκε πως είχε υποστεί τα προρρηθέντα κατάγματα (από τα κτυπήματα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο περί την 11.1.15). Η παραπονούμενη παρέμεινε στην οικία του πατέρα της για τρεις περίπου μέρες δίχως να καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία διότι τον αγαπούσε. Στη συνέχεια (γύρω στις 19.1.15), επέστρεψε στην οικογενειακή κατοικία, όχι μόνο για να πάρει τη δόση της (σε ναρκωτικά) αλλά και επειδή αγαπούσε τον κατηγορούμενο και παράλληλα τον φοβόταν μια και τούτος της τηλεφωνούσε συνεχώς και την ενοχλούσε απειλώντας την για τη ζωή της. Η παραπονούμενη τελούσε σαφώς υπό το κράτος σύγχυσης, μη γνωρίζοντας (όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση), «. ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος, αλλά αγαπούντον και είπα να του δώσω μια ευκαιρία ότι θα άλλαζε.». Συμφώνησαν μεταξύ τους να δώσουν ακόμη μία ευκαιρία στη σχέση τους. Εντός όμως των επόμενων λίγων ημερών, ο κατηγορούμενος άρχισε και πάλι να την κατηγορεί (παντελώς αβάσιμα), πως του έκλεβε τα ρούχα, αρχίζοντας και πάλι να την κτυπά. Το βράδυ της 2.2.15, ο κατηγορούμενος μετέφερε την παραπονούμενη με το αυτοκίνητο του από την οικογενειακή κατοικία, στην οικία του πατέρα της Σ. Σ. (ΜΚ12) στις Κόκκινες. Σαν έφθασαν εκεί και στην προσπάθεια της παραπονούμενης να εξέλθει του αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος την τράβηξε από το λαιμό για να την αποτρέψει από του να εξέλθει. Συγχρόνως, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο και ενώ τούτο κινείτο, η παραπονούμενη πετάχτηκε έξω από αυτό θέλοντας να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο. Επακόλουθο τούτου ήταν να κτυπήσει στο κεφάλι. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε αμέσως το αυτοκίνητο, κατευθύνθηκε προς το μέρος της παραπονούμενης, την πήρε στα χέρια και την μετέφερε στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, όπου και η τελευταία εγχειρίστηκε στο δεξί αυτί και της έγινε συρραφή στο κεφάλι. Κατά παρέκβαση, σημειώνουμε πως ο τραυματισμός της παραπονούμενης στο δεξί αυτί (και η συνακόλουθη εγχείριση), δεν συνδέθηκε επαρκώς με οποιαδήποτε συγκεκριμένη πράξη του κατηγορούμενου παρόλο που ο τελευταίος αρκετές φορές είναι που κτυπούσε την παραπονούμενη και στα δύο αυτιά. Η παραπονούμενη παρέμεινε κλινήρης στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας μέχρι την 7.2.15. Τη μέρα εκείνη, εξήλθε του νοσοκομείου μετά από δική της επιθυμία. Στις 12.2.15, μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης μαζί με τον πατέρα της και κατήγγειλε το περιστατικό. Δεν επιθυμούσε όμως την προσαγωγή του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο επειδή τον φοβόταν και διότι θεωρούσε πως τούτη είναι που έφταιγε επειδή πετάχτηκε από το αυτοκίνητο με τον τρόπο που εξηγήσαμε. Καθημερινώς και για μια περίπου εβδομάδα πριν από την 5.3.15, ο κατηγορούμενος κτυπούσε βίαια και παράνομα την παραπονούμενη σε διάφορα μέρη του σώματος της «. μέχρι αηδίας.» (όπως είπε η τελευταία κατά την αντεξέταση), δένοντας την μάλιστα κάποιες φορές (κάτι που ο κατηγορούμενος άρχισε να πράττει μετά την 15.1.15) και σε κολόνα που βρισκόταν σε διάδρομο της οικογενειακής κατοικίας (ακόμη και γυμνή) και χαστουκίζοντας την στο πρόσωπο ώσπου να αιμορραγήσει. Την έβαζε να αγκαλιάζει την κολόνα και ακολούθως της έδενε τα χέρια με χειροπέδες ώστε να μην μπορεί να διαφύγει και να περιορίζεται απλώς σε περιμετρικές κινήσεις (γύρω από την κολόνα), προσπαθώντας να αποφύγει (ματαίως) τα κτυπήματα του κατηγορούμενου (λέγοντας μας επί τούτω η παραπονούμενη εμφανώς ταραγμένη κατά την αντεξέταση, πως «Έπαιρνα αγκαλιά μια κολόνα τζιαι έμενε λίγος αέρας για να μπορέσω να κινούμε τα χέρια μου, να δίνω γύρους - γύρους της κολόνας για να μεν πλησιάζει να με.» και ότι «Με έδενε στην κολόνα όταν ξυπνούσε και δεν με έβρισκε δίπλα του στο κρεβάτι και άρχιζε θα εκνευρίζεται. Και γυμνή πάνω στην κολόνα με έχει δέσει και μου είπε πώς θα με αφήσει εκεί μέσα διμμένη χωρίς φαγητό, χωρίς ποτό, χωρίς να. χωρίς να με βρει κανείς και κάποια μέρα, κάποιος θα έψαχνε να με βρει και θα με έβρισκαν εκεί μέσα νεκρή»). Στις 5.3.15 και γύρω στις 08:00 και επειδή ήσαν τσακωμένοι μεταξύ τους - μόλις τα ξημερώματα της 5.3.15, ήταν που ο κατηγορούμενος προέταξε προς αυτήν το μαχαίρι (Τεκμήριο 4), απειλώντας την με παράνομη πράξη και προκαλώντας σε αυτήν (δικαιολογημένη και σίγουρα όχι εξωπραγματική ως εκ των συνθηκών που περιστοίχισαν το συμβάν), ανησυχία και τρόμο, λέγοντας της: «εν να σου κόψω και τα δύο τα αυτιά σου», κατά τρόπο αποδεικτικό των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, που αποτελεί το αντικείμενο της Κατηγορίας 7 (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νετζιήπ ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, 6) - η παραπονούμενη κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου, πήρε ένα ζεύγος χειροπέδων (που δεν εντοπίστηκαν ποτέ από τις ανακριτικές αρχές) και κλείδωσε με το ένα μέρος τους το δεξί της πόδι (όπως ξάπλωνε ανάσκελα στο κρεβάτι, με τον κατηγορούμενο να βρίσκεται στα δεξιά της) και με το άλλο μέρος των χειροπέδων κλείδωσε το δεξί πόδι του κατηγορούμενου (ενώ τούτος ξάπλωνε μπρούμυτα έχοντας την παραπονούμενη στα δεξιά του). Αφού κοιμήθηκαν για λίγη ώρα, ξύπνησαν γύρω στις 10:00, με τον κατηγορούμενο να ψάχνει ματαίως το κλειδί των χειροπέδων-Τεκμήριο 2, για να τις ξεκλειδώσει. Νόμισε πως το είχε κλέψει η παραπονούμενη, με συνεπόμενο να αρχίσει να την κτυπά με τα χέρια στο κεφάλι και στο υπόλοιπο σώμα και να την τραβά από τα μαλλιά γονατισμένος με το ένα πόδι πάνω στην κοιλιά της. Από τη βιαιοπραγία αυτή - αλλά και τα κτυπήματα που επέφερε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη καθ΄ όλη τη διάρκεια της αμέσως προηγούμενης εβδομάδας (χωρίς να μπορεί να διατυπωθεί εύρημα ως προς την ακριβή ημερομηνία πρόκλησης των προκυψάντων τραυματισμών εντός της συζητούμενης περιόδου μεταξύ 25.2.15 και 5.3.15) - η παραπονούμενη υπέστη βαριά σωματική βλάβη (ως ορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154), δηλαδή κατάγματα 6η και 10ης πλευράς (βλ. Τεκμήρια 5 και 16), τα οποία (κατάγματα), ήσαν διαφορετικά από εκείνα που είχε υποστεί η παραπονούμενη λόγω του ξυλοδαρμού της από τον κατηγορούμενο γύρω στις 11.1.15 (βλ. κατηγορία 3). Οι υπό αναφορά πράξεις του κατηγορούμενου και η πρόκληση των καταγμάτων (6ης και 10ης πλευράς) στην παραπονούμενη, έγιναν με την απαιτούμενη προς τούτο πρόθεση βάσει των προνοιών του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 4
(1)
(2)(ι) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(I)/00 (βλ. κατηγορία 4). Μετά που βρέθηκε το κλειδί-Τεκμήριο 2 από την παραπονούμενη (κάτω από το σημείο που ξάπλωνε ο κατηγορούμενος), τούτη, εντοπίζοντας σε απόσταση χειρός το μαχαίρι-Τεκμήριο 4 (με το οποίο ο κατηγορούμενος την είχε απειλήσει τα ξημερώματα της ίδιας μέρας), το άρπαξε και προτάσσοντας το προς τον κατηγορούμενο, τον κάλεσε επιτακτικώς τρεις με τέσσερεις φορές να της δώσει αμέσως το κλειδί-Τεκμήριο 2, για να μπορέσει να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες και να αποτμηθεί από αυτόν. Τελικώς, ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε μπροστά στην πολύ αποφασισμένη παραπονούμενη η οποία έπρεπε, ως έκρινε, να φύγει αμέσως από εκεί για να γλιτώσει από τα χειρότερα. Μόλις πήρε στα χέρια το κλειδί-Τεκμήριο 2, η παραπονούμενη ξεκλείδωσε τις χειροπέδες από το πόδι της και όπως ήταν ντυμένη με τη φόρμα, τις κάλτσες και μία μπλούζα (βλ. φωτογραφία 1 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 8), έτρεξε έξω από την οικογενειακή κατοικία κατορθώνοντας να δραπετεύσει (αυτός είναι ο δόκιμος όρος) και να καταφύγει στο κατάστημα «Art Collection», που βρισκόταν κάτω από την κατοικία, ζητώντας εκεί βοήθεια από το προσωπικό. Κάποια κοπέλα που βρισκόταν στο κατάστημα, τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Στο μεταξύ, την ώρα που η παραπονούμενη ήταν κρυμμένη στο κατάστημα (πίσω από κάποια ρούχα) πρόσεξε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται έξω από αυτό και να την γυρεύει, χωρίς όμως να την εντοπίζει. Είναι στο ίδιο κατάστημα που βρήκαν την παραπονούμενη λίγο αργότερα οι αστυφύλακες Α. Δ. (ΜΚ1) και Π. Ε. (ΜΚ11). Η παραπονούμενη ήταν σε κατάσταση πανικού και τραυματισμένη και ματωμένη στη μύτη, στο στόμα και στα χέρια, ενώ και τα δύο της αυτιά ήσαν φουσκωμένα από αιματώματα. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου και εγχειρίστηκε στο δεξί και αριστερό αυτί, παραμένοντας κλινήρης για μια εβδομάδα. Ως αποτέλεσμα της βίαιης συμπεριφοράς (σωματικής και λεκτικής) τού κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη μεταξύ 10.1.15 και 5.3.15 (ως την έχουμε ήδη καταγράψει και πλειστάκις περιγράφεται και από την παραπονούμενη στη μαρτυρία της), προκλήθηκε σε αυτήν ψυχική βλάβη (ασύνδετη από τον εθισμό της στα ναρκωτικά), συνιστάμενη από ποικίλα ψυχολογικά προβλήματα απορρέοντα από μία γενικευμένη αγχώδη διαταραχή με καταθλιπτικά στοιχεία και φοβίες που δημιουργήθηκαν στην παραπονούμενη για τη ζωή της και τη ζωή της οικογένειας της, κατά τρόπο ώστε (η ψυχική αυτή βλάβη), να εντάσσεται στα προνοούμενα στο άρθρο 3 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(I)/00, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορία 6 [συμπεριφορά με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας] (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v Ireland
(1997)4 All ER 225)..». Όλα τα αποσπάσματα από τα πρακτικά στα οποία παραπέμπουμε στην παρούσα, παρατίθενται αυτούσια χωρίς επέμβαση στη σύνταξη και στην ορθογραφία. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Η πρώτη προηγούμενη καταδίκη, αφορά στην Υπόθεση 3219/02 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας στην οποία επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο (στις 4.11.02), συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3½ ετών για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος και 3 ετών για το αδίκημα της κλοπής. Η ημερομηνία τέλεσης αμφότερων των κακουργημάτων ήταν η 5.8.
  1. Ο κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε την 14.10.04, κατόπιν προεδρικής χάριτος (υπό όρους), βάσει της οποίας αναστάληκε το υπόλοιπο της ποινής που έπρεπε να εκτίσει (δηλαδή, κατά 11 μήνες και 6 μέρες). Η δεύτερη προηγούμενη καταδίκη, αφορά στην Υπόθεση 427/05 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, όπου στις 10.11.05 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο συνολική ποινή 11 ετών για κατηγορίες που αφορούσαν σε καλλιέργεια, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄ (με τα αδικήματα να διαπράττονται στις 4.2.05). Επειδή ο κατηγορούμενος απολύθηκε συντομότερα από τις Κεντρικές Φυλακές (λόγω προεδρικής χάριτος) στο πλαίσιο της Υπόθεσης 3219/02 (που αφορά στην πρώτη προηγούμενη του καταδίκη ως έχουμε ήδη συζητήσει), μετά τον εγκλεισμό του για σκοπούς έκτισης της ποινής που του επιβλήθηκε στην Υπόθεση 427/05 (που αφορά στη δεύτερη του προηγούμενη καταδίκη), εξέτισε διαδοχικά με την ποινή στην Υπόθεση 427/05 και το υπόλοιπο της ποινής που του επιβλήθηκε στην Υπόθεση 3219/02 (δηλαδή, 11 μήνες και 6 μέρες). Ο κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε στις 18.11.11 (αντί στις 10.9.13), κατόπιν προεδρικής χάριτος και πάλι. Η κ. Μικελλίδου, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής - και καταθέτοντας γραπτώς την αγόρευση της, κάτι που ευκόλυνε πολύ στην απόλυτη κατανόηση των θέσεων της - αναφέρθηκε στις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, στα πολύ σοβαρά οικονομικά του προβλήματα, στο ότι δεν έχει κανένα στη ζωή που να τον στηρίζει οικονομικά και συναισθηματικά, στο λευκό του ποινικό μητρώο (υπό την έννοια ότι δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες συναφείς με τα αδικήματα στα οποία καταδικάστηκε εδώ), στην απουσία προσχεδιασμού, στην ηλικία του, στις επιπτώσεις που είχαν οι μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν σε νεαρή ηλικία, στην απουσία μόνιμων επιπλοκών στην παραπονούμενη λόγω των επιθέσεων που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο (σύμφωνα με την καταδικαστική απόφαση), στην ύπαρξη πρόκλησης από μέρους της παραπονούμενης, στις γενικότερες συνθήκες και γεγονότα που οδήγησαν τον κατηγορούμενο στην εγκληματική συμπεριφορά για την οποία καταδικάστηκε, στην εξάρτηση του από τα ναρκωτικά και στα παρεπόμενα της πιθανής φυλάκισης του στον ίδιο και στην οικογένεια του. Τέλος, η ευπαίδευτη δικηγόρος πρότεινε όπως αποτιμηθεί προς όφελος του κατηγορούμενου και το γεγονός πως η παραπονούμενη «. με τις πράξεις της δεν φρόντισε να προφυλάξει τον εαυτό της και ως εκ τούτου δεν είναι άμοιρη ευθυνών.» και ότι ο νόμος «. θα έπρεπε να καταγγέλλει και τα άτομα τα οποία δεν προστατεύουν ή/και δεν λαμβάνουν οιαδήποτε μέτρα προστασίας για τον εαυτό τους, και να τα τιμωρεί την στιγμή που τα ίδια άτομα εκθέτουν τον εαυτό τους και δεν τον προστατεύουν. Η παραπονούμενη όπως και άλλα άτομα Τουναντίον με την στάση και την συμπεριφορά τους και με δικαιολογία (της εξάρτησης από τα σκληρά ναρκωτικά) να θυματοποιούνται, να απεμπολούνται των ευθυνών και να κατηγορείτο ένα άτομο το οποίο ευθύνεται για την όλη κατάσταση. Το να επιστρέφει κάποιος στον τόπο του εγκλήματος και να παραμένει εκεί και να μην αντιδρά στην συμμετοχή και στην διάπραξη κάποιων αδικημάτων θεωρώ ότι έχει αρκετά μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Θεωρώ πως είναι ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας. Δεν μιλάμε για την περίπτωση ανήλικης ούτε για το ότι κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν αυτήν και την χρησιμοποιούσαν ρίχνοντας την στον κόσμο των ναρκωτικών ουσιών. Μιλάμε για ένα άτομο χρήστης σκληρών ναρκωτικών ουσιών με το συγκεκριμένο παρελθόν της που επέμενε σύμφωνα με τα δικά της λεγόμενα να επιστραφεί στον τόπο του εγκλήματος». Αναφορικώς με τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου - ως τούτες καταγράφονται στην Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας που ετοιμάστηκε για τους παρόντες σκοπούς - σημειώνουμε πως τούτος γεννήθηκε στο Βαρώσι στις [ ].76 και είναι ηλικίας 38 ετών. Κατάγεται από το Ριζοκάρπασο και προέρχεται από οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Η οικογένεια του βρισκόταν εγκλωβισμένη για περίοδο 2 περίπου ετών στο Ριζοκάρπασο λόγω της Τουρκικής Εισβολής του
  2. Ο πατέρας του (ηλικίας 79 ετών σήμερα), πάσχει από σοβαρά προβλήματα υγείας (ανίατη ασθένεια) εδώ και 26 έτη. Τα προβλήματα αυτά τον έχουν καταστήσει μονίμως ανίκανο για εργασία. Πριν ασθενήσει, εργαζόταν ως καλουψιής. Αρχικώς, λάμβανε σύνταξη ανικανότητας και ακολούθως, σύνταξη γήρατος. Η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί και τη φροντίδα του έχουν αναλάβει εκ περιτροπής οι δύο του θυγατέρες και αδελφές του κατηγορούμενου. Η μητέρα του τελευταίου (η οποία εργαζόταν στο γεωργικό τομέα), απεβίωσε το 2010 λόγω προβλημάτων υγείας. Ο κατηγορούμενος είναι ο μικρότερος σε σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Οι δύο του αδελφές (ηλικίας 51 και 49 ετών αντιστοίχως), είναι έγγαμες και ζουν με την οικογένεια τους στη Λάρνακα. Οι σχέσεις του με τα μέλη της οικογένειας του είναι μέτριες. Φοίτησε μέχρι τη Β΄ Τάξη Γυμνασίου, διακόπτοντας τη φοίτηση του για να ενταχθεί στο Σύστημα Μαθητείας, στον κλάδο χρυσοχοείας-αργυροχοείας. Με την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, ειδικεύτηκε για περίοδο τεσσάρων μηνών στο Κέντρο Παραγωγικότητας, στον κλάδο συγκολλητή-υδραυλικού. Ενάσκησε το επάγγελμα αυτό για τρία έτη. Το 1997, αρραβωνιάστηκε με Κύπρια, ένεκα όμως των προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στη σχέση τους, ο αρραβώνας διαλύθηκε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος μετέβηκε για σκοπούς εργασίας στην Κρήτη όπου και εργάστηκε ως μπάρμαν σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης για περίοδο δύο περίπου ετών. Από το 2011, λαμβάνει (ως άνεργος), μηνιαία οικονομική βοήθεια από το Ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων. Άρχισε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών από την ηλικία των 17 ετών. Το 2013, εντάχθηκε σε ανοικτό πρόγραμμα απεξάρτησης το οποίο ωστόσο δεν ολοκλήρωσε λόγω οικονομικών δυσχερειών. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του για την παρούσα υπόθεση, έχει συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών. Αξιολογήσαμε καθετί που τέθηκε ενώπιον μας στο στάδιο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, όπως και την προαναφερθείσα Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας, στην πλήρη έκταση της. Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων αναδεικνύεται με ενάργεια από τις ανώτατες προβλεπόμενες ποινές της (δεκαετούς φυλάκισης ή/και χρηματικής ποινής), για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, της (πενταετούς φυλάκισης ή/και χρηματικής ποινής), για το αδίκημα της συμπεριφοράς με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και της (τριετούς φυλάκισης) για το αδίκημα της απειλής. Τα αδικήματα τούτα κατατάσσονται ως σοβαρά λόγω και των ευρύτερων κοινωνικών και άλλων συνεπόμενων που επιφέρουν στον κοινωνικό ιστό, με την πρόσθετη επισήμανση, πως ως εγκλήματα βίας κατατάσσονται ως εξ αντικειμένου σοβαρά, με ανάλογη και την απαιτούμενη αντιμετώπιση των ενόχων από τα Δικαστήρια. Μάλιστα, η αύξηση που παρατηρείτο διαχρονικώς στα περιστατικά βίας στην οικογένεια, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικώς απαράδεκτου αυτού φαινομένου - και τούτο, θα πρέπει να πούμε, αποτέλεσε και ένα από τους λόγους συνομολόγησης της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας 2011 (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), την οποία, παρεμπιπτόντως, η Κύπρος υπέγραψε στις 16.6.15 - με τη θέσπιση (αρχικώς), του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων (Νόμου 47(I)/94) και ακολούθως, του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/
  3. Οι αυστηρές ποινές που προβλέπει το τελευταίο νομοθέτημα, καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμη πιο σοβαρά από άλλα ανάλογα ή αντίστοιχα εγκλήματα εναντίον του προσώπου (εκτός του κύκλου της οικογένειας), που τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα, Κεφ.
  4. Τούτο συμβαίνει για να εκφραστεί αποτελεσματικότερα η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια και για να εξυπηρετηθούν ευχερέστερα οι σκοποί της αποτροπής, σε κάθε περίπτωση βεβαίως, εντός του δικαστικού καθήκοντος για εξατομίκευση της ποινής ώστε η τιμωρία να αρμόζει όχι μόνο στο έγκλημα αλλά και στο άτομο του συγκεκριμένου δράστη και δίχως τούτο να οδηγεί είτε στην ουδετεροποίηση του νόμου είτε στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας ν Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 272, 275-276). Λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής (προς όφελος του κατηγορούμενου), τις δυστυχείς οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, την ηλικία του, το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο, τα μεγάλα οικονομικά του προβλήματα, τις προσπάθειες που έκανε στη ζωή του για να κατορθώσει επιτέλους να ορθοποδήσει οικονομικώς και συναισθηματικώς αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στο εγχείρημα του αυτό λόγω των πολυετών φυλακίσεων που του επιβλήθηκαν σε διάφορες περιπτώσεις (και ενώ ήταν ακόμη νεαρό πρόσωπο), την εξάρτηση του από τα ναρκωτικά και τις δυσχέρειες που θα αντιμετωπίσει ως εκ τούτης από τον τυχόν εγκλεισμό του στις Κεντρικές Φυλακές, τα παρεπόμενα της χρήσης ναρκωτικών στη γενικότερη του συμπεριφορά και τις περιπλέον γενικότερες επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιο και στην οικογένεια του (και ιδιαίτερα στον ασθενή πατέρα του). Αναφορικώς με τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου, τονίζουμε πως τούτες δεν υπέχουν συνάφειας με τα επίδικα αδικήματα. Το γεγονός όμως αυτό, δεν σημαίνει πως θα πρέπει να παραγνωριστούν παντελώς. Αντιθέτως, θα τις αποτιμήσουμε ως μια ένδειξη της ευρύτερης στάσης και σεβασμού τού κατηγορούμενου προς τους Νόμους της Πολιτείας (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Ματθαίου, άλλως Μαλέγκου
(1994)2 ΑΑΔ 1, 8-9) και ως στοιχείο που μειώνει, σε κάποιο βαθμό, τη δυνατότητα επίδειξης πλήρους επιείκειας προς το πρόσωπο του (βλ. M Wasik, Emmins On Sentencing, 4η εκδ., σελ. 91). Προσεγγίζοντας το ζήτημα των προηγούμενων καταδικών και έχοντας στο μυαλό κάποιες επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, 569-571 και στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138, 142-143), υπογραμμίζουμε πως, στον πολύ μικρό βαθμό που θα τις συνεκτιμήσουμε εδώ, σε καμιά περίπτωση δεν πέρασε από τη σκέψη μας ότι οι καταδίκες αυτές θα μπορούσαν ποτέ να προταχθούν κατά τρόπο ώστε να οδηγήσουν τον κατηγορούμενο να σχηματίσει την εντύπωση πως τιμωρείται δεύτερη φορά για τα ίδια, ή ότι τούτες υπολογίζονται ως επιβαρυντικό στοιχείο ώστε να απολήξουν σε επιβολή ποινής πέραν εκείνης που απαιτεί η σοβαρότητα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Κάθε άλλο. Εξηγήσαμε ήδη γιατί. Δίχως να ξεχνούμε στην πορεία, πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε στο παρελθόν καταδικάστηκε για οποιοδήποτε αδίκημα βίας (εντός ή εκτός οικογένειας) και ότι από την τελευταία απόλυση του (από τις Κεντρικές Φυλακές) στις 18.11.11, μέχρι την τέλεση των επίδικων αδικημάτων, μεσολάβησε περίοδος πέραν των τριών ετών, κάτι που επίσης συσταθμίζεται υπέρ του με όλα τα υπόλοιπα. Το γεγονός πως ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς προσχεδιασμό και προγραμματισμό (άνευ χρήσεως επιθετικού όπλου), αλλά και το ότι η παραπονούμενη δεν υπέστη (εξαιτίας των κτυπημάτων που δέχθηκε από αυτόν), οποιαδήποτε μόνιμη επιπλοκή, αποτιμάται δεόντως μια και ελαττώνεται συνεπακόλουθα η (εξακολουθούσα πάντως), σοβαρότητα των περιπτώσεων που εδώ απασχολούν. Σε ό,τι αφορά στα περί πρόκλησης του κατηγορούμενου από την παραπονούμενη, περιοριζόμαστε στο να παραπέμψουμε στην ετυμηγορία και στο σκεπτικό που τη συνοδεύει, υποσημειώνοντας συνάμα πως όλα όσα έθιξε η ευπαίδευτη συνήγορος, απαντώνται εκεί και πως καμιά πρόκληση (οιασδήποτε μορφής) υπήρξε από μέρους της παραπονούμενης κατά τους σχετιζόμενους με τα εγκλήματα χρόνους ώστε να δικαιολογεί εν προκειμένω διαφορετική δικαστική προσέγγιση στα πράγματα. Σε σχέση με τα περί ευθυνών της παραπονούμενης για την κατάσταση στην οποία τούτη περιέπεσε (ένεκα της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου), καθόλου δεν συμμεριζόμαστε τις απόψεις που προώθησε η κ. Μικελλίδου κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, ότι δηλαδή «.ο νόμος θα έπρεπε να καταγγέλλει και τα άτομα τα οποία δεν προστατεύουν ή/και δεν λαμβάνουν οιαδήποτε μέτρα προστασίας για τον εαυτό τους, και να τα τιμωρεί την στιγμή που τα ίδια άτομα εκθέτουν τον εαυτό τους και δεν τον προστατεύουν». Η άποψη αυτή της δικηγόρου (την οποία εκθέσαμε σε πλήρη έκταση πιο πάνω κατά τη σύνοψη των θέσεων της), αν και σεβαστή, παραγνωρίζει την ουσία των ευρημάτων που αποτυπώσαμε στην ετυμηγορία που δεν είναι άλλη από το γεγονός πως ένας από τους λόγους που η παραπονούμενη εξακολουθούσε να διαμένει με τον κατηγορούμενο παρά τη βίαιη και βάναυση του συμπεριφορά προς το πρόσωπο της (εκτός της αγάπης που ένιωθε γι΄ αυτόν και της ευάλωτης θέσης στην οποία βρισκόταν λόγω της εξάρτησης της από τα ναρκωτικά με τα οποία την προμήθευε ο κατηγορούμενος), ήταν και ο φόβος που ένιωθε πως εάν επέλεγε να τον εγκαταλείψει, θα κινδύνευε από αυτόν τόσο η ίδια όσο και το ανήλικο παιδί της. Όπως είπαμε σχετικώς στην ετυμηγορία: «Ποτέ δεν αποτέλεσε την ουσία της μαρτυρίας της παραπονούμενης το κατά πόσο μπορούσε ή δεν μπορούσε, ως ζήτημα πραγματικής δυνατότητας, να ξεφύγει μια και καλή από τον κατηγορούμενο. Ασφαλώς και μπορούσε. Το έπραξε εξάλλου αρκετές φορές. Τούτο, ακριβώς, ενδυναμώνει έτι περισσότερον τη θέση της πως ο λόγος για τον οποίο δεν ήθελε ή και δεν μπορούσε να παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα μακριά από τον κατηγορούμενο, ήταν ο φόβος που ένιωθε πως ο τελευταίος θα έβλαπτε την ίδια και την οικογένεια της (και ιδιαίτερα το παιδί της). Δεν ήταν όμως μόνο αυτός ο λόγος που την έφερνε ξανά και ξανά πίσω στον κατηγορούμενο. Ήταν και ο εθισμός της στα ναρκωτικά, με τον κατηγορούμενο να την προμηθεύει με αυτά αφειδώλευτα και δίχως χρηματική χρέωση. Ήταν και η αγάπη της για τον κατηγορούμενο - ένα ψήγμα της οποίας αποτυπώνεται σε μία από τις σελίδες επιστολής που του είχε αποστείλει γύρω στις 15.1.15 (βλ. Τεκμήριο 12) - αλλά και η ευγενής της προσδοκία πως τούτος θα μπορούσε σε κάποια στιγμή να βελτιώσει τη συμπεριφορά του έναντι της για να μπορέσει επιτέλους να στεριώσει η σχέση τους». Η παραπονούμενη ποσώς συναίνεσε ή ενεθάρρυνε τον κατηγορούμενο να βιαιοπραγεί εναντίον της. Ούτε και ποτέ συγκατάνευσε με οποιοδήποτε τρόπο στην απαράδεκτη και σκληρή συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της. Εν σχέσει με τη μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις - και προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση του τι ισχύει εδώ ως ζήτημα γεγονότων και έχοντας ταυτοχρόνως κατά νουν πως «. ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης .» (βλ. LCA Domiki Ltd v RKA Kikkos Developers Ltd και Άλλου, Ποιν. Έφ. 116/2011, ημ. 17.3.15) - καταγράφουμε (υπό τη διατυπωθείσα αίρεση), τη δικαστική προσέγγιση σε κάποιες παρομοίου τύπου υποθέσεις ώστε να δοθεί σαφέστερα το στίγμα της ποινολογικής διάθεσης και προσέγγισης στα συζητούμενα. Στην Hayes v R
(2003)WASCA 230, επικυρώθηκε από το Εφετείο της Δυτικής Αυστραλίας ποινή φυλάκισης 5 ετών που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως στον εφεσείοντα-κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή), για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης (με νομοθετικώς ανώτατη προβλεπόμενη ποινή την δεκαετή φυλάκιση). Ο εφεσείων-κατηγορούμενος, που βρισκόταν σε διάσταση με την παραπονούμενη, εισήλθε διά της βίας στην οικία της τελευταίας, την άρπαξε από τα μαλλιά, την πέταξε στον τοίχο, την έσπρωξε σε έπιπλο του σπιτιού και την χαστούκισε στο πρόσωπο. Ακολούθως, μετά που κατέληξαν και οι δύο στο υπνοδωμάτιο και συζήτησαν εντόνως μεταξύ τους, ο εφεσείων-κατηγορούμενος την έσπρωξε στο κρεβάτι, την έπιασε από τα μαλλιά και σε κάποια στιγμή την έσυρε στο δάπεδο πατώντας την στην κοιλιά, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει σοβαρό τραύμα το οποίο έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή της. Η παραπονούμενη σηκώθηκε και τότε ο κατηγορούμενος την άρπαξε από το λαιμό σφίγγοντας την με τα δύο του χέρια. Ήταν πολύ μεθυσμένος και ηλικίας 50 ετών, με τρεις προηγούμενες καταδίκες βίας εναντίον του ίδιου θύματος. Έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα τα οποία επιτείνονταν από τη λήψη αλκοόλ στην οποία προέβαινε. Απολογήθηκε και μεταμελήθηκε. Υποσχέθηκε να σταματήσει την κατανάλωση αλκοόλ και να συνεχίσει με τη ψυχολογική παρακολούθηση στην οποία υποβαλλόταν, έλαβε δε μέρος κατά τη διάρκεια της υποδικίας του και σε εξειδικευμένο πρόγραμμα για βελτίωση των σχέσεων του με τους ανθρώπους. Στην Dadswell v R
(2003)WASCA 212, το Εφετείο της Δυτικής Αυστραλίας επικύρωσε ποινή 7 ετών που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα-κατηγορούμενο (μετά από καθυστερημένη παραδοχή), για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης (με νομοθετικώς ανώτατη προβλεπόμενη ποινή την δεκαετή φυλάκιση). Ο εφεσείων-κατηγορούμενος είχε κτυπήσει με αγριότητα την (άγνωστη του) παραπονούμενη στο πρόσωπο και στο κεφάλι μέχρι που η τελευταία λιποθύμησε. Ως εκ της επίθεσης προκλήθηκαν σε αυτήν και ψυχολογικά κατάλοιπα. Ο κατηγορούμενος ήταν πολύ μεθυσμένος και είχε ενεργήσει χωρίς τη χρήση όπλου ή προσχεδιασμού. Στην Kontos v The Republic
(1965)2 CLR 115, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (με νομοθετικώς ανώτατη προβλεπόμενη ποινή την επταετή φυλάκιση). Δεν μπορεί να συναχθεί από το κείμενο της δημοσιευθείσας απόφασης, το κατά πόσο η καταδίκη προέκυψε μετά από παραδοχή ή ακροαματική διαδικασία. Ο κατηγορούμενος είχε κτυπήσει με μπαλτά την σύζυγο του στο κεφάλι και στον ώμο επειδή τον είχε θυμώσει. Ήταν ψυχολογικά ασταθής και βαρυνόταν με σειρά προηγούμενων καταδικών παρόμοιας φύσης για τις οποίες του είχαν επιβληθεί χρηματικές ποινές και ποινές φυλάκισης σύντομου χρόνου (κυμαινόμενες από 15 ημέρες μέχρι και 3 μήνες). Ιχνηλατώντας τις πιο πάνω νομολογιακές αυθεντίες - αλλά και εκείνες στις οποίες παρέπεμψε η κ. Μικελλίδου (βλ. Urgur v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 189, Πουλλαΐδης ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 427, Αχτάρ και Άλλων ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 83, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μάστρου
(2003)2 ΑΑΔ 166 και Θεοκλείτου και Άλλος ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 164) - αντιπαραβάλαμε τα όσα υφίστανται εδώ ως δοσμένα με τα όσα αξιολογήθηκαν ως μετριαστικά ή επιβαρυντικά στις εν λόγω υποθέσεις (όπως την ύπαρξη ή όχι παραδοχής και μεταμέλειας, τις συνθήκες διάπραξης των εγκλημάτων, το νομοθετικό πλαίσιο κρίσης τής επίδικης αξιόποινης συμπεριφοράς, τις όποιες προηγούμενες καταδίκες (καθώς και τον αριθμό και σχετικότητα τους με τα επίδικα εγκλήματα), το βαθμό κινδύνου στη ζωή των θυμάτων και την έκταση και είδος των τραυματισμών και βλαβών (με δεδομένο πάντοτε πως συνιστούν βαριά σωματική βλάβη), αλλά και τα όσα έτερα είναι που οφείλαμε να ζυγιάσουμε και ζυγιάσαμε στο πλαίσιο που αναλύουμε. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου υπήρξε παντελώς αδικαιολόγητη. Συμπεριφέρθηκε στην παραπονούμενη με τρόπο βάναυσο και κτηνώδη, επιφέροντας σε αυτήν επαναληπτικά κτυπήματα που της προκάλεσαν, στη μεν πρώτη περίπτωση επίθεσης (βλ. κατηγορία 3), κατάγματα στην 1η, 7η, 8η και 9η αριστερή πλευρά, στη δε δεύτερη περίπτωση (βλ. κατηγορία 4), κατάγματα στην 6η και 10η αριστερή πλευρά. Οι επιθέσεις του (με τον τρόπο που τις περιγράψαμε), σταχυολογούνται (χωρίς πολλά), στις σοβαρές του είδους, με επακόλουθο να απαιτείται εδώ (και να δικαιολογείται πλήρως κατά την ταπεινή μας άποψη), η αποτρεπτική του αντιμετώπιση - όσο και αν, κατά τα φαινόμενα, έχει διακοπεί η σχέση του με την παραπονούμενη - και η μετάδοση σαφών μηνυμάτων τόσο προς τον ίδιο όσο και προς όλους τους επίδοξους μιμητές του, πως τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές από την πολιτισμένη κοινωνία μια και καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου, ως τούτο κατοχυρώνεται στο Άρθρο 7.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Τόκκαλλου
(2001)2 ΑΑΔ 95, 98-99). Συνεκτιμώντας όσα συζητήσαμε πιο πάνω, κρίνουμε πως η μόνη ενδεικνυόμενη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αφεύκτως αυτή της φυλάκισης του κατηγορούμενου. Καθορίζοντας το είδος και ύψος της τιμωρίας, δεν λησμονήσαμε πως το νομοθετικώς ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ο κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, μια και η ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο έργο της επιμέτρησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ghafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Λεβέντης v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 636-637), χωρίς ποτέ βεβαίως να παραγκωνίζει την εμπεδωμένη αρχή πως (στο πλαίσιο που εξετάζεται), η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κουτσούδης v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 574, 578). Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 3 (βαριά σωματική βλάβη), ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στην κατηγορία 4 (βαριά σωματική βλάβη), ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στην κατηγορία 6 (ψυχική βλάβη), ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 7 (απειλή), ποινή φυλάκισης ενός έτους. Οι ποινές να συντρέχουν. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα έξοδα ύψους €200, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Το μαχαίρι-Τεκμήριο 4 και οι χειροπέδες-Τεκμήριο 3, να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.