← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Σωτήρης Αθηνής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7138/14, 25/8/2015

Δημοκρατία ν. Σωτήρης Αθηνής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7138/14, 25/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2015:19 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7138/14 Δημοκρατία ν

  1. Ανδρέας Αλεξάνδρου
  2. Σωτήρης Αθηνής Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 25 Αυγούστου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Δημητρίου. Για τους Κατηγορούμενους: Ο κ. Ε. Πουργουρίδης. Κατηγορούμενοι: Παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 3 και 4 αντιμετωπίζουν (από κοινού), τις κατηγορίες της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 1), της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Α΄ (δηλαδή, 2 κιλών και 594 γραμμαρίων κοκαΐνης), κατά παράβαση των άρθρων 4

(1)(α) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 2), της κατοχής τής εν λόγω ποσότητας κοκαΐνης, κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 3) και της κατοχής του ελεγχόμενου αυτού φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 6
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 4). Θα αναφερόμαστε στους κατηγορούμενους 3 και 4, ως κατηγορούμενους, εκτός και αν η ξεχωριστή αναφορά σε καθένα από αυτούς ήθελεν κριθεί προσφορότερη για τους σκοπούς της παρούσας ετυμηγορίας. Οι πρώην κατηγορούμενοι 1 (Χρήστος Κωτσάκης [«Ο Χρήστος Κωτσάκης»]) και 2 (Ρένος Ζερταλής), παραδέχθηκαν (στις 30.5.14), τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν στο κατηγορητήριο και τους επιβλήθηκαν (στις 8.8.14), ποινές φυλάκισης 9 και 11 ετών αντιστοίχως. Στην εξέλιξη της υπόθεσης για τους εναπομείναντες κατηγορούμενους, ο πρώην κατηγορούμενος 2 (Ρένος Ζερταλής), κατέθεσε ως μάρτυς κατηγορίας εναντίον τους. Σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής οι κατηγορούμενοι, μαζί με τους Χρήστο Κωτσάκη και Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), μεταξύ των ημερομηνιών 1.3.14 και 19.4.14, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το κακούργημα της παράνομης εισαγωγής 2 κιλών και 594 γραμμαρίων κοκαΐνης, με την εισαγωγή αυτή να λαμβάνει χώραν (διά του Χρήστου Κωτσάκη) στις 19.4.14, μέσω του Αεροδρομίου Λάρνακας. Εμπνευστής και οργανωτής του παράνομου αυτού εγχειρήματος, ήταν ο κατηγορούμενος 4 (ο οποίος εξέτιε και εξακολουθεί να εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές), με μεσάζοντα και εκτελεστή τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος σε κάθε κρίσιμο χρόνο ενεργούσε [όπως και οι Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) και Χρήστος Κωτσάκης], υπό την καθοδήγηση, παρακίνηση, συμβουλή και βοήθεια του κατηγορούμενου 4. Θέση της Υπεράσπισης είναι πως τα όσα καταλογίζονται στους κατηγορούμενους είναι ανυπόστατα και επακολούθημα αθέμιτης συναλλαγής μεταξύ της Κατηγορούσας Αρχής και του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), που για δικούς του αλλότριους και κακόβουλους σκοπούς, αποφάσισε να ενοχοποιήσει τους κατηγορούμενους αδικαιολόγητα και άδικα. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο (βάσει του άρθρου 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9), σειρά γεγονότων που αφορούν σε διάφορες συνιστώσες του ανακριτικού έργου και της υπόθεσης γενικότερα (βλ. για παράδειγμα, Τεκμήρια 22Α, 25-29, 34-40, 42-44). Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο σύνολο της μαρτυρίας θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και κρίνοντας τα καθηκόντως ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικώς 8 μάρτυρες κατηγορίας, ενώ ο κατηγορούμενος 3, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε (όπως άλλωστε είχε κάθε δικαίωμα), να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου (δίχως να καλέσει μάρτυρες), ενώ ο κατηγορούμενος 4, να καταθέσει ενόρκως (χωρίς και αυτός να παρουσιάσει, ως είχε δικαίωμα, οποιουσδήποτε μάρτυρες). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων και του κατηγορούμενου 4 (όπως και η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3), αλλά και τα κατατεθέντα τεκμήρια και παραδεκτά γεγονότα, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό - έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό μας - χωρίς να απαιτείται εδώ (πέραν μιας σύντομης περίληψης και για πρακτικούς κυρίως λόγους), η επανάληψη του συνόλου του μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Εκείνο που καθηκόντως πράξαμε είναι να προσδιορίσουμε τα επίδικα θέματα, να τα συναρθρώσουμε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και να καταλήξουμε σε σαφή και σχετικά ευρήματα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Παραθέτουμε πρώτα τη σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας για να καταστεί πιο κατανοητό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης, κατά την οπτική της Κατηγορούσας Αρχής. Ακολουθεί η παράθεση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 3 και η σύνοψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 4, ώστε να γίνει καλύτερα αντιληπτή η εκδοχή και των δύο μέσα από το φακό της Υπεράσπισης. Όλες οι περικοπές από τα πρακτικά και τη γραπτή μαρτυρία (αλλά και το κείμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 3), αποτυπώνονται αυτούσια στην ετυμηγορία, χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Ο αστυφύλακας Λευτέρης Ελευθερίου (ΜΚ1), κατέθεσε ως ο επικεφαλής της ανακριτικής ομάδας που συστάθηκε για διερεύνηση της υπόθεσης. Αναφέρθηκε στο ανακριτικό έργο και στο χειρισμό διαφόρων τεκμηρίων που περισυνέλεξε συναφώς η Αστυνομία, ως τα Τεκμήρια 1-
  1. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), με αναφορά στο περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων προς την Αστυνομία, ως τα Έγγραφα Α και Β, διασαφήνισε την εμπλοκή του ιδίου και των κατηγορουμένων στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Ο αστυφύλακας Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΜΚ3), έδωσε μαρτυρία ως ειδικευμένος αστυνομικός φωτογράφος και ως μέλος της ανακριτικής ομάδας, με σημείο αναφοράς τη γραπτή κατάθεση-Έγγραφο Γ. Είπε για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 4, στις 3.5.14 (βλ. Τεκμήριο 30) και για την πληροφόρηση που δόθηκε στον τελευταίο περί των νομοθετικών του δικαιωμάτων, ως το Έντυπο Δικαιωμάτων Επικοινωνίας Κρατουμένων-Τεκμήριο
  2. Κατέθεσε και επεξήγησε τη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 32, τις οποίες έλαβε ο ίδιος. Ο Υποδιοικητής της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών («ΥΚΑΝ») Πανίκος Σταύρου (ΜΚ4), εξήγησε τα περί εμπλοκής του στη διερεύνηση της υπόθεσης, με ιδιαίτερη αναφορά σε σχετικές επαφές που είχε με τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), αμέσως μετά τη σύλληψη του τελευταίου στις 19.4.
  3. Η Άντρη Αντωνίου (ΜΚ5) - που προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή προς την Υπεράσπιση για σκοπούς αντεξέτασης - είπε για το δεσμό της με τον Χρήστο Κωτσάκη και για τον τρόπο της (τηλεφωνικής) μεταξύ τους επικοινωνίας (διά της χρήσης κινητού τηλεφώνου), με αναφορά σε συγκεκριμένους τηλεφωνικούς αριθμούς σε ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση χρόνους. Ο αστυφύλακας Χρίστος Στυλιανού (ΜΚ6), κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης εξηγώντας και διευκρινίζοντας πτυχές του ανακριτικού έργου στη βάση του περιεχομένου της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο Δ. Ο δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές Μάριος Πολυκάρπου (ΜΚ7), κατέθεσε αναφορικώς με το σύστημα απενεργοποίησης κινητών τηλεφώνων στις Κεντρικές Φυλακές. Ο αστυφύλακας Αχιλλέας Μιχαηλίδης (ΜΚ8), έδωσε μαρτυρία ως ειδικευμένος επί ζητημάτων κινητών τηλεφώνων στο Δικανικό Εργαστήριο Εξέτασης Ηλεκτρονικών Τεκμηρίων της Αστυνομίας. Κατέθεσε σε σχέση με το κινητό τηλέφωνο (Τεκμήριο 7) - που είχε βρεθεί από την Αστυνομία στην κατοχή του Χρήστου Κωτσάκη στις 19.4.14 (και περιγράφεται ως το αντικείμενο με αύξοντα αριθμό 30 στον Κατάλογο Τεκμηρίων-Τεκμήριο 1) - το οποίο και ενεργοποίησε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία (με συναίνεση της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης), παραθέτοντας όσα σχετικώς είναι που διαπίστωσε εν σχέσει με διάφορες τηλεφωνικές κλήσεις και μηνύματα μεταξύ 19.4.14 και 20.4.14, που εντόπισε στην εν λόγω συσκευή. Ο κατηγορούμενος 3, κατέθεσε την ανώμοτη του δήλωση σε γραπτή μορφή (βλ. Έγγραφο Ε), την οποία και ανέγνωσε κατά την ακροαματική διαδικασία προβαίνοντας συνάμα και σε κάποιες χειρόγραφες προσθήκες, τις οποίες επίσης διάβασε προς το Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος 3, είπε τα ακόλουθα στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο Ε (συμπτύσσουμε τις παραγράφους): «Ο Ζερταλής έπλασε αυτή την ιστορία εις βάρος του θείου μου και εμένα, διότι εκατάλαβε, πως ήμουν εγώ εκείνος ο οποίος είχα δώσει την πληροφορία για την άφιξη του Κωτσάκη, και των ναρκωτικών στην Κύπρο. Η απόλυτη αλήθεια για την εμπλοκή μου σε αυτή την υπόθεση είναι η ακόλουθη: Το καλοκαίρι 2013 είχα μείνει χωρίς δουλειά, και για να με βοηθήσει οικονομικά, ο θείος μου (Κατηγορούμενος 4) μου παραχώρησε το νυκτερινό κέντρο που είχε στην Λεμεσό, ούτως ώστε να το διαχειρίζομαι. Την εποχή εκείνη, μου έδωσε και τον αριθμό τηλεφώνου 00905428895122, λέγοντας μου πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος, θα μπορούσε να με προμηθεύει με πιο φτηνά ποτά και τσιγάρα για το μαχαζί. Όταν ανέλαβα το μαχαζί του άλλαξα όνομα από «Exodos Live» που ονομαζόταν προηγουμένως σε «Caramela Live». Κάλεσα τον πιο πάνω αριθμό και εσυστήθηκα στον άντρα που μου απάντησε ως «ο Αντρέας, ο αδελφότεκνος του Αθηνή». Του είπα ότι το τηλέφωνο του, μου το είχε δώσει ο θείος μου και πως θα ήθελα να συνεργαστούμε. Όταν τον ρώτησα για το δικό του όνομα, εκείνος μου απάντησε «Hassan». Παρά το ότι το συγκεκριμένο άτομο εμιλούσε κανονικά κυπριακά και η εντύπωση που σχημάτισα, ήταν ότι το όνομα που μου έδωσε, δεν ήταν το αληθινό του, εντούτοις εγώ δεν είχα λόγο να ψάξω το θέμα, ούτε με ενδιέφερε να το ψάξω. Του είπα ότι ανάλαβα την διαχείριση του κέντρου του θείου μου και πως θα ήθελα να συναντηθούμε για να συζητήσουμε ενδεχόμενη συνεργασία μας. Εκείνος με ερώτησε τι ώρα θα ήμουν στο μαχαζί και αφού του είπα την ώρα, μου απάντησε ότι θα ερχόταν εκείνος να με συναντήσει. Γι΄ αυτό το επέρασα κε εγό έτσι στο κινιτό μου. Τον άνθρωπο αυτό, τον έχω δει έκτοτε πολλές φορές και όχι μόνο μπορώ να τον αναγνωρίσω αλλά και μπορώ να τον περιγράψω λεπτομερώς. Πράγματι την ίδια μέρα, ήρθε στο μαχαζί μαζί με τον Ρένο Ζερταλή, τον οποίο εγώ εγνώρισα για πρώτη φορά την νύχτα εκείνη. Ο Ζερταλής μου συστήθηκε ως «φίλος του θείου μου» και μου είπε πως οι δυο τους, έκαμαν μαζί στην φυλακή. Οι 3 μας, συζητήσαμε για τις ανάγκες του μαχαζιού σε ποτά και τσιγάρα και ο Hassan μου είπε πως ήταν ο πιο φτηνός στην αγορά, διότι έφερνε τα ποτά και τα τσιγάρα που πουλούσε από τα κατεχόμενα. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το όνομα που μου έδωσε και τον αριθμό τηλεφώνου που χρησιμοποιούσε, μου δημιούργησαν την εντύπωση, πως πιθανότατα να επρόκειτο για άτομο Τουρκοκυπριακής καταγωγής. Το ίδιο βράδυ, του έβαλα την πρώτη μου παραγγελία και έκτοτε ξεκίνησε η συνεργασία μας. Αυτά που περιγράφω έγιναν τέλος Ιουνίου του
  4. Παρόλο που δεν μου είπαν κάτι σχετικό, εγώ εκατάλαβα από την συμπεριφορά τους πως οι δύο ήταν φίλοι και συνεργάτες. Επίσης να αναφέρο ο Ζερταλής αποκαλούσε τον Hassan «Μάστρο» γι΄ αυτό έτσι του εφώναζα και εγώ. Έκτοτε, με το πρόσωπο που προανέφερα, είχα συχνή τηλεφωνική επαφή, είτε για να με ρωτήσει εκείνος αν ήθελα κάτι να μου φέρει στο μαχαζί, είτε για να του πω εγώ, ότι χρειαζόμουν κάτι. Σε αρκετές περιπτώσεις που καλούσα τον Hassan και εκείνος δεν μου απαντούσε, καλούσα τον Ζερταλή και τον έψαχνα. Όλες μας οι συναλλαγές εγίνονταν με μετρητά, και σταδιακά είχε δημιουργηθεί ένα υπόλοιπο προς όφελος του, διότι δεν εκρατούσα πάντα όλα τα λεφτά που έπρεπε να τον πληρώσω, για το εμπόρευμα που μου επαρέδιδε. Η συνεργασία μας όμως, ήταν άριστη και σε μερικές περιπτώσεις, το άτομο αυτό ερχόταν με παρέα στο μαχαζί μου και διασκέδαζαν, χωρίς εγώ να τους χρεώνω. Κάποτε μαζί του ερχόταν και ο Ζερταλής, ο οποίος ήθελε να παρουσιάζεται, ως κάποιου είδους, βαρόνος της νύχτας. Ήταν άνθρωπος μεγαλόστομος και από την συμπεριφορά του, εύκολα καταλάβαινε κάποιος, ότι έκανε χρήση ναρκωτικών. Τόσο ο Ζερταλής όσο και ο Hassan εκρατούσαν πάντα μαζί τους αρκετά τηλέφωνα και ξέρω ότι εχρησιμοποιούσαν πέραν του ενός αριθμού κλήσης, κάποιοι από τους οποίους, ήταν ξένων χωρών. Λόγω της φύσης της δουλειάς μου, στο μαχαζί εδεχόμουν συχνά επισκέψεις και από την αστυνομία, κυρίως από μέλη του Ο.Π.Ε. Ανάμεσα τους ήταν ο ειδικός αστυφύλακας ο Γιώργος, με τον οποίο και σταδιακά συνδεθήκαμε φιλικά. Σε κάποιο στάδιο, ανταλλάξαμε αριθμούς κινητών τηλεφώνων και κατά καιρούς εμιλούσαμε για διάφορα θέματα. Ο αριθμός τηλεφώνου του Γιώργου ήταν ο
  5. Λόγω της σύνδεσης μας, κατά περιόδους έδινα προς τον Γιώργο διάφορες πληροφορίες που έρχονταν εις γνώση μου, γεγονός το οποίο είμαι βέβαιος, πως μπορεί να το επιβεβαιώσει ο κ. Δημητρίου, τόσο από τον ίδιο τον Γιώργο όσο και από τον προϊστάμενο του τον Αργύρη. Κουβέντα στην κουβέντα, εγώ έτυχε να πω του Γιώργου, πως ο θείος μου αισθανόταν, πως είχε αδικηθεί από τον πρώην Γενικό Εισαγγελέα, τον κ. Πέτρο Κληρίδη, ο οποίος, είχε προηγουμένως συναινέσει στο να μειωθεί η ποινή του συγκατηγορούμενου του θείου μου κατά 1/4, αλλά δεν έκαμε το ίδιο και για τον θείο μου. Ο Γιώργος, μου είπε πως η αστυνομία θα εμπορούσε να βοηθήσει τον θείο μου, προβαίνοντας σε θετικές για τον ίδιο συστάσεις προς την διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακών, νοουμένου, ότι ο θείος μου θα βοηθούσε την αστυνομία, δίνοντας κάποια σημαντική πληροφορία. Εγώ είπα τα πιο πάνω στην γυναίκα του θείου μου και την παρακάλεσα να του τα μεταφέρει. Λίγες μέρες μετά, η Άννα, η γυναίκα του θείου μου, μου είπε πως μίλησε με τον θείο μου, αλλά ο τελευταίος, δεν είχε οτιδήποτε υπόψη του. Επειδή εγώ αισθανόμουν υπόχρεος προς τον θείο μου και ήθελα να του ανταποδώσω την χάρη που μου είχε κάμει, εσκέφτηκα να δώσω εγώ κάποια σημαντική πληροφορία στην αστυνομία και με τον τρόπο αυτό, να τον βοηθήσω στο να αποφυλακιστεί νωρίτερα. Για τον σκοπό αυτό, στις 28/3/2014, ετηλεφώνησα στον δικηγόρο του θείου μου και διευθετήσαμε συνάντηση στο γραφείο του. Παρόντες στην συνάντηση ήταν ο Γιώργος, ο κ. Πουργουρίδης και εγώ. Στην παρουσία του κ. Πουργουρίδη, ο Γιώργος επανέλαβε τα όσα είχε πει και προς εμένα, και μετά αποχώρησε. Ο κ. Πουργουρίδης με συμβούλεψε ότι θα έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτικός με τις όποιες ενέργειες μου, διότι αν εγινόταν γνωστό ότι ενεργούσα ως πληροφοριοδότης της αστυνομίας, ενδεχομένως να είχα απρόβλεπτες συνέπειες. Πρόσθετα με συμβούλεψε όπως συζητήσω το θέμα προσωπικά με τον θείο μου. Έτσι στις 9/4/2014, έκλεισα ραντεβού και συναντήθηκα με τον θείο μου στις Κεντρικές Φυλακές. Κατά την συνάντηση μας, του είπα κάποια πράγματα που υποψιαζόμουν για τον Ζερταλή και εκείνος μου επιβεβαίωσε πως ήξερε, ότι ο Ζερταλής, ασχολείτο με κοκαΐνη. Ερώτησα τον θείο μου αν είχε ένσταση στο να μάθω περισσότερα και να δώσω σχετικές πληροφορίες στην αστυνομία και ο θείος μου, μου είπε πως δεν είχε ένσταση. Την ίδια μέρα ή την επόμενη, εγώ ετηλεφώνησα του Ζερταλή και τον ερώτησα αν ήξερε «κάποιο» που θα εμπορούσε να μου κανονίσει, «καμιά διακοσιά» γραμμάρια κοκαΐνης, για κάποιους δήθεν πελάτες του μαχαζιού μου. Ο Ζερταλής φάνηκε επιφυλακτικός στην αρχή και έτσι εγώ εχρησιμοποίησα το όνομα του θείου μου και του είπα ότι είχα συνάντηση μαζί του και πως ήταν ο θείος μου, που με είχε παραπέμψει κοντά του. Μετά από αυτό, ο Ζερταλής μου είπε να περιμένω λίγες μέρες και θα «έβλεπε» αν μπορούσε να με «βοηθήσει». Στο σημείο αυτό να προσθέσω, πως την Αγία εβδομάδα το μαχαζί μου ήταν κλειστό μέχρι το Σάββατο του Πάσχα. Εγώ συνέχισα να τηλεφωνώ του Ζερταλή, με πρόθεση να τον πείσω να «μου φέρει» την κοκαΐνη και να έδινα την πληροφορία στην αστυνομία. Σε κάποια από τις επικοινωνίες που είχαμε, ο Ζερταλής μου είπε ότι «θα κανόνιζε» το θέμα εντός των ημερών και στις 14/4/2014 μου ζήτησε να του στείλω €500 «για το θέμα που συζητήσαμε». Εγώ του είπα πως δεν εκρατούσε τόσα λεφτά την ώρα εκείνη και πως θα του τα έστελλα την επόμενη, αφού θα εισέπραττα το βράδυ από το μαχαζί. Πράγματι την επομένη μέρα 15/4/2014, πήγα σε γραφείο ταχυμεταφορών και του έστειλα τα €500 που μου είχε ζητήσει. Την επόμενη μέρα ξανατηλεφώνησα του Ζερταλή και εκείνος μου είπε να του δώσω περιθώριο 1-2 μέρες διότι «το πράμα» ερχόταν από το «εξωτερικό» και να μην ανησυχώ. Τα ίδια μου επανέλαβε και την επομένη καλώντας με ο ίδιος δύο φορές. Μεγάλη Παρασκευή, γύρω στις 14:45 ετηλεφώνησα εγώ του Ζερταλή, για να δω δήθεν τι εσυνέβαινε με την παραγγελία μου, και ο Ζερταλής μου είπε ότι ο άνθρωπος που θα έφερνε «το πράμα», είχε χάσει την πτήση του και πως έψαχναν να έβρουν ανοικτό ταξιδιωτικό γραφείο για να του κλείσουν άλλα εισιτήρια, αλλά όλα ήταν κλειστά λόγω της αργίας. Με ρώτησε αν ήξερα ή αν μπορούσα να έβρω το τηλέφωνο του ιδιοκτήτη του ταξιδιωτικού γραφείου Love Island, και να τον παρακαλέσω αν μπορούσε να ανοίξει, για να κλείσουν τα εισιτήρια που ήθελαν. Μου είπε επίσης ότι ο Hassan ήταν ήδη εκεί και πως επροσπαθούσε να έβρει το κινητό τηλέφωνο του ιδιοκτήτη. Εγώ βρήκα το τηλέφωνο του κ. Παπά και το οποίο έχει αριθμό κλήσης 99656333 και αφού του τηλεφώνησα, τον παρακάλεσα αν εμπορούσε να ανοίξει για κάτι πολύ επείγον. Την ίδια ώρα, επειδή ήμουν ήδη στον δρόμο, κατευθύνθηκα και εγώ προς το Love Island και τηλεφώνησα του Hassan, για να δω που ήταν. Πριν μου απαντήσει το τηλέφωνο, τον είδα που ήταν σταθμευμένος και πάρκαρα δίπλα του. Την ίδια ώρα με κάλεσε πίσω στο κινητό μου ο κ. Παπάς και μου είπε ότι είχε ήδη πάει στο κατάστημα του, οπόταν μαζί με τον Hassan πήγαμε στο γραφείο και εκλείσαμε τα εισιτήρια που ήθελαν. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά το όνομα «Χρίστος Κωτσάκης» και πως θα ερχόταν Κύπρο από το Κάιρο την επόμενη μέρα. Ο κ. Παπάς παρέδωσε στον Hassan ένα χαρτί με τα στοιχεία της πτήσης και του είπε πως το εισιτήριο θα εκδιδόταν στο αεροδρόμιο του Καΐρου. Μόλις τελειώσαμε και βγήκαμε έξω, ο Hassan μου είπε πως είχε αργήσει πολύ για μια δουλειά που είχε, και μου έδωσε $250 δολάρια Αμερικής, ζητώντας μου να πάω σε ένα κατάστημα αποστολής χρημάτων και να τα στείλω του Κωτσάκη. Επίσης μου είπε να στείλω τον κωδικό του Ζερταλή. Εγώ τότε κάλεσα στο κινητό του τηλέφωνο τον κ. Λουκαΐδη, ιδιοκτήτη καταστήματος της Western Union στην οδό Αρκαδίας και τον ρώτησα αν ήταν ανοικτός. Αφού μου απάντησε καταφατικά, κατευθύνθηκα προς το κατάστημα του. Μπήκα μέσα στο κατάστημα και η κοπέλα που ήταν εκεί, μου ζήτησε την ταυτότητα μου. Της είπα ότι δεν την είχα μαζί μου και εκείνη μου είπε πως χωρίς ταυτότητα δεν μπορούσε να με εξυπηρετήσει. Τότε σκέφτηκα να καλέσω τον ιδιοκτήτη του καταστήματος και να τον παρακαλέσω, εάν μπορούσε να μου βρει μια λύση. Πράγματι κάλεσα τον κ. Λουκαΐδη και αφού του είπα το πρόβλημα που είχε παρουσιαστεί, μου είπε να του δώσω την κοπέλα στο τηλέφωνο. Του την έδωσα, μίλησαν για λίγο και έκλεισαν. Στην συνέχεια η κοπέλα, μου είπε πως θα έκανε την συναλλαγή στο όνομα της και με τον δικό της αριθμό ταυτότητας. Αφού ολοκλήρωσε την συναλλαγή, η κοπέλα μου έδωσε ένα χαρτί με τον κωδικό και έφυγα. Καθ΄ οδόν προς το σπίτι μου, τηλεφώνησα πρώτα του κ. Παπά και των ευχαρίστησα για την εξυπηρέτηση και αμέσως μετά τηλεφώνησα του Ζερταλή. Την πρώτη φορά που τον εκάλεσα δεν μου απάντησε, ενώ την δεύτερη φορά, μου απάντησε και εγώ του έδωσα τον κωδικό της Western Union. Αυτό έγινε γύρω στις 5 το απόγευμα. Αργότερα το ίδιο βράδυ, επισκέφθηκα τον κουμπάρο μου και φίλο μου τον Λ.Λ. και του έδωσα όλες τις πληροφορίες που είχα συγκεντρώσει την ημέρα εκείνη, λέγοντας του πως επρόκειτο να γίνει εισαγωγή ναρκωτικών από το Κάιρο και ζητώντας του να μεταδώσει την πληροφορία στην ΥΚΑΝ. Το πιο πάνω πρόσωπο, είναι πληροφοριοδότης της ΥΚΑΝ και γι΄ αυτό δεν θέλω να πω το όνομα του δημόσια. Την επόμενη μέρα και συγκεκριμένα η ώρα 19:19 με έπιασε τηλέφωνο ο Ζερταλής και μου είπε ανήσυχος πως ο άνθρωπος του έπρεπε να ήταν ήδη στην Κύπρο αλλά δεν απαντούσε το τηλέφωνο του. Εγώ λόγω των όσων είχαν γίνει στις 18/4/2014, ένιωσα μέσα μου, πως ο Ζερταλής πιθανόν να υποψιάστηκε κάτι εις βάρος μου, και έτσι προσπάθησα να τον καθησυχάσω, λέγοντας του πως πιθανόν να είχε καθυστέρηση η πτήση. Σε περίπου μισή ώρα τηλεφώνησα εγώ του Ζερταλή και διαπίστωσα πως ήταν σε μια φάση παράνοιας. Με ρωτούσε σχεδόν απειλητικά να του πω αν είχα πει οτιδήποτε σε κάποιο ή «αν ήξερα» να του πω τους λόγους για τους οποίους δεν απαντούσε το τηλέφωνο του ο Κωτσάκης. Γύρω στις 9 παρά τέταρτο της ίδιας νύχτας, ξανατηλεφώνησα του Ζερταλή και διαπίστωσα πως αυτή την φορά, ήταν άλλος άνθρωπος. Μου είπε πως τελικά «όλα πήγαν καλά» και πως θα με έπιανε πίσω εκείνος. Ακούγοντας τον Ζερταλή να λέει πως όλα είχαν «πάει καλά» επέρασε από το μυαλό μου η σκέψη, πως ίσως ο κουμπάρος μου να μην είχε προλάβει να μεταδώσει την πληροφορία που του είχα δώσει, ή πως η αστυνομία δεν την είχε εκμεταλλευτεί και έτσι ξεκίνησα να έχω τηλεφωνικές επαφές με τον Ζερταλή, σε μια προσπάθεια να καταλάβω, το τι ακριβώς είχε συμβεί, με πρόσχημα πάντα, ότι ενδιαφερόμουν για την παραγγελία μου. Εν τέλει φάνηκε, πως ο Κωτσάκης είχε συλληφθεί και πως είχε συνεργαστεί με την αστυνομία, κάτι το οποίο εγώ δεν είχα τρόπο να γνωρίζω την ώρα εκείνη. Το εκατάλαβα όμως, αργότερα την ίδια νύχτα όταν ετηλεφώνησα του Ζερταλή τέσσερις φορές χωρίς να πάρω απάντηση. Ο ισχυρισμός του Ζερταλή ότι εγώ δήθεν θα «έστελλα» άτομο να παραλάβει την «βαλίτσα με τα ναρκωτικά» είναι ένα κατασκεύασμα του. Όχι μόνο δεν εμίλησα με οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον Ζερταλή την νύχτα εκείνη, αλλά και κυριότερα, εγώ δεν είχα σχέση με την βαλίτσα του. Το μόνο σχετικό που είχε λεχθεί σε μια από τις πιο πάνω συνομιλίες μας, ήταν πως ο Ζερταλής θα «κανόνιζε» την νύχτα εκείνη, να παραλάβω το «πράμα» που του είχα ζητήσει προηγουμένως και να του εκανόνιζα λεφτά. Επίσης ψεύτικος ήταν και ο ισχυρισμός του Ζερταλή πως δήθεν το 2012 μου είχε δώσει λεφτά για τον θείο μου. Κάτι τέτοιο ουδέποτε έγινε. Εξ΄ άλλου όπως έχω ήδη πει, εγώ το κέντρο του θείου μου το είχα αναλάβει τον Ιούλιο του 2013, γεγονός το οποίο μπορεί να επιβεβαιωθεί από όλα τα αρμόδια τμήματα που εξέδωσαν τις σχετικές άδειες λειτουργίας στο όνομα της συζύγου μου. Το 2012, εγώ εργαζόμουν με τον πατέρα μου στις οικοδομές, και δεν είχα σχέση με το κέντρο. Όταν συνελήφθηκα και καταχωρήθηκε εις βάρος μου αυτή η υπόθεση, ο δικηγόρος μου με συμβούλεψε πως θα έπρεπε να αποκαλύψω το γεγονός ότι ήμουν εγώ εκείνος που είχε δώσει την πληροφορία στην αστυνομία και εγώ του έδωσα την συγκατάθεση μου. Ο κ. Πουργουρίδης, ενημέρωσε σχετικά την δημόσια κατήγορο που χειριζόταν την υπόθεση τότε, και της εισηγήθηκε να παραδεχτώ την συμφωνία που είχα κάμει με τον Ζερταλή για να με προμηθεύσει με κοκαΐνη. Προφανώς, ενόψει της κατάθεσης που είχε ήδη δώσει ο Ζερταλής, αλλά και της προηγούμενης καταδίκης του θείου μου, η πρόταση του κ. Πουργουρίδη δεν έγινε αποδεκτή από την Νομική Υπηρεσία, με το αιτιολογικό πως θα ήταν καλύτερα «να αποφασίσει το Δικαστήριο». Μέχρι και σήμερα, δηλώνω πρόθυμος να παραδεχτώ το πιο πάνω γεγονός και να υποστώ τις όποιες συνέπειες μου επιβληθούν. Πέραν όμως τούτου, ουδέποτε στην ζωή μου είχα άλλη σχέση με ναρκωτικά οποιουδήποτε είδους ή την όποια σχέση με τον Χρήστο Κωτσάκη και το σχέδιο που είχε οργανώσει ο Ζερταλής με τους συνεργάτες του. Τέλος επιθυμώ να αναφέρω πως οι δύο αριθμοί τηλεφώνου που φαίνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 44 με χώρα την Αίγυπτο, ανήκαν σε άτομα εντελώς άσχετα με την υπόθεση αυτή και συγκεκριμένα σε συγγενείς της συζύγου μου, που τότε ζούσαν και εργάζονταν στην Αλεξάνδρεια. Αν κάποιος κοιτάξει τα τηλεπικοινωνιακά μου δεδομένα στην ολότητα τους, θα δει πως με τα πρόσωπα αυτά, είχα συχνά τηλεφωνικές επικοινωνίες, όπως και με άλλους συγγενείς μου, σε περιόδους εντελώς άσχετες με το ταξιδιωτικό ιστορικό του Κωτσάκη». Ο κατηγορούμενος 4, απέρριψε κατά την ένορκη του μαρτυρία όσα του καταγιγνώσκονται από την Κατηγορούσα Αρχή. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, υποστήριξε στην αγόρευση του πως οι επίδικες κατηγορίες αποδείχθηκαν εναντίον των κατηγορουμένων στον απαιτούμενο βαθμό, για λόγους που λεπτομερώς εξέθεσε με παραπομπή στη μαρτυρία. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορουμένων, επιχειρηματολόγησε πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις επίδικες κατηγορίες, προτάσσοντας προς θεμελίωση των ισχυρισμών του, κυρίως, την αναξιοπιστία του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2). Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών εκεί που θα εκτιμήσουμε πως τούτο χρειάζεται, δίχως φυσικά να έχουμε υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, 495), ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμασταν να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται του δικαστικού έργου (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Ιωάννου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και ακούσουμε με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας (και τον κατηγορούμενο 4 ασφαλώς). Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους - με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης - θέσαμε, μεταξύ άλλων, ως αξιολογικό δείκτη το διαδικαστικό στάδιο κατά το οποίο η μαρτυρία αυτή ανέκυψε, την πηγή και κύρος των γνώσεων τους (στο βαθμό που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας τους), την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις όποιες προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές δηλώσεις τους, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας από μέρους τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας πως κάτι τέτοιο πιθανόν να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797,1806), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Εξονυχίζοντας τη μαρτυρία, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας τού κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχετίσαμε τη μαρτυρία αυτή με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, 260-261, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη ασυζητητί), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Σε ό,τι αφορά στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3, αυτοϋπενθυμιστήκαμε πως το περιεχόμενο της δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία (Εφραιμίδου v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 134/13, ημ. 2.5.14), παρά το ότι συνεξετάζεται κατά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Κοφτερός v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 83, 84-85). Εντός των παραμέτρων αυτών, εντάξαμε και τα όσα λέχθηκαν στη Δρουσιώτης ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 110/12, ημ. 18.7.13, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Πασχαλίδη, Δ., συγκεφαλαίωσε τα πράγματα ως ακολούθως (τα οποία και συμπεριλάβαμε στην αυτοπροειδοποίηση μας): «Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη σχετική με το συγκεκριμένο θέμα νομολογία, μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Όπως ενδεικτικά λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Cambell
(1979)69 Cr. App. R. 221: "... μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ' ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση." Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στις υποθέσεις Anastasiades v. Republic
(1997)2 C.L.R. 97, Khadar and another v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Σημιανός ν. Δημοκρατίας και Σάββας Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και Σίφουνας ν. Αστυνομίας και Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 9». Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων - ασχέτως αν κάποιοι από αυτούς ήσαν ταυτοχρόνως και πραγματογνώμονες επί της πτυχής που κατέθεσαν - την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή (μη ξεχνώντας κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στη Volettos v The Republic
(1961)CLR 169, 180-182), για να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες αυτοί, εξέφραζαν πιστώς και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Σε σχέση με τους πραγματογνώμονες μάρτυρες, δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση τους, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και πάλι, ότι αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή ότι τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με τις προρρηθείσες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Εκτιμήσαμε με προσοχή και την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς των μαρτύρων σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές τους καταθέσεις προς την Αστυνομία, τα οποία επέλεξαν αντ΄ αυτού να παραθέσουν για πρώτη φορά, κατά τη μαρτυρία τους στη δίκη. Πράττοντας έτσι, γνωρίζαμε και την ευρύτερη νομική αρχή (απόρροια κοινής λογικής), ότι το γεγονός πως ένας μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία (ή σε άλλη γραπτή ή προφορική του δήλωση, οιασδήποτε μορφής), να αποτυπώσει όλα όσα είναι που γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει, δεν οδηγεί αναποδράστως σε απόρριψη της μαρτυρίας του, η οποία, όπως πάντα, επιβάλλεται να προσεγγίζεται στο σύνολο της με ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση. Έτσι λειτουργήσαμε και εμείς εδώ στην κάθε περίπτωση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί η ως άνω αρχή (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου v Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 14, 19). Εκεί όπου μάρτυρες προέβησαν σε αντιφατικές ή ανακόλουθες δηλώσεις (συγκριτικώς με προγενέστερες γραπτές τους καταθέσεις προς την Αστυνομία), ιχνηλατήσαμε τους λόγους που τους ώθησαν στη συζητούμενη επιλογή (ή κατάσταση), μη παραβλέποντας και την όποια ετοιμότητα των μαρτύρων αυτών να καταλήγουν σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (βλ. κατ' αναλογίαν, Τεβλετιάν και Άλλου v Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 512, 518-520). Σημειώνουμε (δίκην αυτοπροειδοποίησης), τρεις σημαντικές διαστάσεις που αφορούν στο ευρύτερο ζήτημα της αξιολόγησης των μαρτύρων. Η πρώτη διάσταση, σχετίζεται με το ότι ένας μάρτυς δεν μπορεί να ενισχύσει άλλον μάρτυρα όταν ο καθένας από αυτούς είναι ή μπορεί να θεωρηθεί πως είναι, συνεργός με τον κατηγορούμενο στη διάπραξη του ίδιου αδικήματος. Τούτο, προκύπτει - τηρουμένων των αναλογιών - από το σκεπτικό αποφάσεων όπως οι Makris Alias Petinos v The Police
(1961)CLR 330, 337, Demetriou v The Republic
(1961)CLR 309, 314-316, DPP v Kilbourne
(1973)1 All ER 440, 446-448, DPP v Hester
(1972)3 All ER 1056, 1077-1078 και R v Baskerville (1916-17) All ER Rep 38, 43-44. Η δεύτερη διάσταση, αφορά στην άκρα επιφυλακτικότητα με την οποία απαιτείται να προσεγγίζεται η μαρτυρία συνεργών μαρτύρων, ώστε να κριθεί - αναλόγως με το τι η μαρτυρία αυτή εκφράζει - εάν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για καταδίκη, δεδομένης της υπό αναφορά ιδιότητας των μαρτύρων αυτών (βλ. κατ' αναλογίαν, Petrosyan v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 90, 96-97, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 653-660, Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (Αρ 1)
(1999)2 ΑΑΔ 24, 33-41, Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης
(1993)2 ΑΑΔ 231, 247-249 και Zacharia v The Republic
(1962)CLR 52, 60-64). Η τρίτη διάσταση, άπτεται της αρχής ότι το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης/ομολογίας κατηγορούμενου - και τούτο ισχύει και στην περίπτωση των ανώμοτων δηλώσεων, όπως αυτή του κατηγορούμενου 3 (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Fourri and Others v The Republic
(1980)2 CLR 152) - συνιστά μαρτυρία (ή ανωμοτί δήλωση), μόνο εναντίον του και όχι εναντίον των συγκατηγορουμένων του (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αριστοφάνους v Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 450, R v Finch
(2007)1 Cr App R 439, R v Hayter
(2005)2 All ER 209, Καττής και Άλλου v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 262, Νεάρχου v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 38, Miliotis v The Police
(1971)2 CLR 292, R v Rhodes
(1959)44 Cr App R 23). Σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 4 - με τη μαρτυρία του οποίου ενασχολούμαστε λίγο πιο κάτω - οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής μάς δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί, δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν απεριφράστως χωρίς να κλονιστούν κατά την αντεξέταση. Η μαρτυρία τους, κρινόμενη στην ολότητα της - αλλά και μεμονωμένως - συνήδε πλήρως και με το περιεχόμενο της γραπτής και πραγματικής μαρτυρίας που αφορούσε στα λεχθέντα τους και ήταν λεπτομερής, συμπαγής και αταλάντευτη ως προς την ουσία που εξέφραζε. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες που μπορεί να παρατηρήθηκαν, καθόλου δεν επηρέασαν τη γενικότερη θετική εικόνα που προέκυπτε, με το γεγονός μάλιστα να αποτελεί και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων αλλά και των τελευταίων με την Κατηγορούσα Αρχή για το τι είναι που θα έλεγαν. Εκτός αυτού, γνωρίζουμε και ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και ότι κάποιες διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους φυσικά - είναι αναπόφευκτες (Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Πριν συνεχίσουμε με μια πιο λεπτομερή αιτιολόγηση της κατάληξης μας για την αξιοπιστία κάποιων εκ των μαρτύρων κατηγορίας - για τους οποίους θεωρούμε πως υπάρχει τέτοια εξειδικευμένη ανάγκη λόγω κάποιων ζητημάτων που επισημάνθηκαν στις αγορεύσεις ή αναδείχθηκαν κατά τη μαρτυρία, όπως των Πανίκου Σταύρου (ΜΚ4) και Μάριου Πολυκάρπου (ΜΚ7), αλλά πέρα και πάνω απ' όλα, του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), του οποίου η μαρτυρία αποτελεί για την Κατηγορούσα Αρχή το δεσμείν και λύειν της υπόθεσης (δίχως να υποβιβάζεται η αξία της μαρτυρίας των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας) - επισημαίνουμε δύο τινά. Πρώτο, ότι όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες-αστυνομικοί απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και δίχως να διακατέχονται από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων έδωσαν μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Fournaris and Another v The Republic
(1978)2 CLR 28, 36). Δεύτερο, ότι με βάση τα όσα δήλωσαν αναφορικώς με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία τους, δεχόμαστε ως πραγματογνώμονες για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσαν, τους Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (ΜΚ3) και Αχιλλέα Μιχαηλίδη (ΜΚ8). Οι μάρτυρες αυτοί ήσαν λεπτομερείς και συγκεκριμένοι, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις τους με τρόπο τεκμηριωμένο, διαυγή, πλήρη και κατανοητό, παρουσιάζοντας προσέτι με επάρκεια και ειλικρίνεια την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκαν για εξαγωγή των συμπερασμάτων τους, ενεργώντας σε πλήρη εναρμόνιση με τις επιταγές της νομολογίας όπως αυτές εκφράζονται, μεταξύ άλλων, στην Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-
  1. Επανερχόμαστε στη μαρτυρία του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2). Θα την αναλύσουμε αμέσως. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορουμένων, υποστήριξε λεπτομερώς ότι υπάρχει ισχυρή μαρτυρία ενώπιον μας που πλήττει την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Διαφωνούμε. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) - και προσθέτουμε σε αυτά που ήδη έχουμε αναφέρει σε σχέση με τη γενικότερη αξιοπιστία του (όπως και των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας) - δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ή επέδειξε συμπεριφορά τέτοια ώστε τούτη να μπορούσε αντικειμενικώς να μας οδηγήσει σε άλλους συνειρμούς και διαπιστώσεις. Για παράδειγμα, στην αντεξέταση του, προέκυψε μια φαινομενική ανακολουθία και αντίφαση μεταξύ της εκδοχής που παρέθεσε στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Α, πως μετά που παρέλαβε την αποσκευή με τα ναρκωτικά (και που δεν γνώριζε πως περιείχε ομοιώματα, διότι διεξαγόταν εκείνη τη στιγμή διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης), την πέταξε «.δίπλα στο χωράφι με σκοπό να την παραλάβει ο άλλος που θα ερχόταν να την πιάσει. Τότε επενέβηκε η Αστυνομία και με συνέλαβε». Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα και δη, τη γραπτή κατάθεση του Βαρνάβα Ζαβρού [ΜΚ5 στο κατηγορητήριο] (βλ. Τεκμήριο 34), ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), πέταξε στο έδαφος την αποσκευή μόλις ο Βαρνάβας Ζαβρός τού φώναξε («Αστυνομία σταμάτα»). Παρόμοια θέση, εξέφρασε και ο αστυφύλακας Σάββας Θεοδοσίου (ΜΚ4 στο κατηγορητήριο), του οποίου η γραπτή κατάθεση, επίσης εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός (βλ. Τεκμήριο 35). Μια κάπως διαφορετική περιγραφή, αναδύεται από την εξιστόρηση του αστυφύλακα Ανδρέα Ιακώβου (ΜΚ3 στο κατηγορητήριο), που λέγει στην (παραδεκτή) γραπτή του κατάθεση-Τεκμήριο 36, πως ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) «.πέταξε την αποσκευή στο έδαφος.» μόλις ο τελευταίος αντιλήφθηκε τα μέλη της ΥΚΑΝ. Στην αντεξέταση, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), προσπάθησε να εξηγήσει ότι έριξε την αποσκευή στο έδαφος, μετά που την παρέλαβε και πριν η Αστυνομία τον συλλάβει («. την στιγμή που την πέταξα με έπιασε η Αστυνομία»). Οι θέσεις αυτές του μάρτυρα, δεν ανέδειξαν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε διαφοροποίηση στα όσα ισχυρίστηκε. Σκοπός του ήταν (κατά την εκδοχή του), να αφήσει την αποσκευή σε σημείο του χωραφιού για να την παραλάβει ακολούθως απ΄εκεί κάποιο τρίτο πρόσωπο που θα ερχόταν από τη Λεμεσό για το σκοπό αυτό (μετά από οδηγίες του Κατηγορούμενου 3), με το οποίο πρόσωπο, ο μάρτυς είχε μιλήσει προκαταρκτικώς μέσω τηλεφώνου σε προγενέστερο στάδιο με την προοπτική τελικής συνεννόησης μεταξύ τους όταν θα το επέτρεπαν οι συνθήκες. Εάν συνέπεσε τη στιγμή που ο μάρτυς εναπόθετε την αποσκευή (ή στιγμές πριν την εναπόθεση της), να διενεργεί την έφοδο της η ΥΚΑΝ, τούτο δεν σημαίνει πως οι ισχυρισμοί που προώθησε είναι ψευδείς ή μειωμένης πειστικότητας. Ποτέ δεν αρνήθηκε ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), πως είχε πάρει στα χέρια την αποσκευή στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδιασμού διακίνησης ναρκωτικών όπου και διαδραμάτισε το δικό του (δευτερεύοντα) ρόλο. Τουναντίον, το παραδέχθηκε αυτό ρητώς στις γραπτές του καταθέσεις-Έγγραφα Α και Β, αλλά και στιγμές μετά τη σύλληψη του (και σε αυτό θα επανέλθουμε), στον Υποδιοικητή της ΥΚΑΝ Πανίκο Σταύρου (ΜΚ4). Η εκδοχή του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), για παραλαβή της αποσκευής από κάποιο τρίτο πρόσωπο, ποσώς θα αμβλυνόταν από απόψεως δυναμικής εάν ο ίδιος είχε, λόγου χάριν, πετάξει την αποσκευή ενστικτωδώς την ώρα της αστυνομικής εφόδου, καθότι θα μπορούσε πολύ εύκολα να ισχυριστεί κατοπινά ότι την αποσκευή σκόπευε, στιγμές μετά (και αν δεν συλλαμβανόταν επ΄ αυτοφώρω), να την τοποθετήσει σε σημείο του χωραφιού για να παραληφθεί ακολούθως από το τρίτο πρόσωπο, όπως θα προγραμματιζόταν τελεσιδίκως στο κατάλληλο στάδιο. Συζητήθηκε κατά την αντεξέταση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), το πότε ακριβώς είναι που ο τελευταίος έδωσε στον Χρήστο Κωτσάκη το σημείωμα με τον τουρκικό αριθμό κινητού τηλεφώνου +905428895122 (βλ. Τεκμήριο 24). Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα, πως τη σημείωση αυτή (στο πίσω μέρος του Τεκμηρίου 24), την είχε δώσει στον Χρήστο Κωτσάκη μαζί με τα τελικά αεροπορικά εισιτήρια προς Βραζιλία και ότι όταν κατέγραφε (με κόκκινο μελάνι) τα σχετικά στοιχεία, δεν γνώριζε πως έγραφε στο πίσω μέρος ηλεκτρονικού εισιτηρίου του Χρήστου Κωτσάκη προς Αθήνα. Είναι γεγονός πως ο μάρτυς δεν ήταν απολύτως κατατοπιστικός και καθαρός ως προς το πότε ακριβώς και υπό ποιες συνθήκες είναι που παρέδωσε προς τον Χρήστο Κωτσάκη το σημείωμα με τον τουρκικό αριθμό κινητού τηλεφώνου, όμως η αδυναμία του αυτή, δεν οφειλόταν (όπως είχαμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε ενόσω κατέθετε), σε οποιαδήποτε επιθυμία του να αποκρύψει την αλήθεια, εκτός μόνο στο ότι δεν μπορούσε απλώς να θυμηθεί την ακριβή συνέχεια και αλληλουχία των γεγονότων. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) επέμεινε, πως τον τουρκικό αριθμό κινητού τηλεφώνου τον είχε δώσει στον Χρήστο Κωτσάκη σε δύο περιπτώσεις χωρίς ποτέ ο μάρτυς να συνδυάζει χρονικώς την αναγραφή ή τη χορήγηση του τηλεφωνικού αυτού αριθμού στον Χρήστο Κωτσάκη με ό,τι είναι που αποτυπώνεται στην όψη τού υπό αναφορά Τεκμηρίου
  2. Η θέση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), παρέμεινε αναλλοίωτη στο ότι είχε δώσει προς τον Χρήστο Κωτσάκη τον υπό αναφορά τουρκικό αριθμό κινητού τηλεφώνου για να τον χρησιμοποιεί κατά τις επικοινωνίες που θα απαιτούνταν να γίνουν σε σχέση με την παράνομη εισαγωγή των επίδικων ναρκωτικών στην Κύπρο. Ούτε λοιπόν και από αυτή την έκφανση της μαρτυρίας του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), αναδύεται κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει τη σκέψη προς την κατεύθυνση της αναξιοπιστίας του μάρτυρα. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) - με τον ιδιότυπο τρόπο έκφρασης του - έδωσε με πειστικότητα, επαρκείς απαντήσεις σε ό,τι ερωτήθηκε και του υποβλήθηκε καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Το γεγονός πως δεν προχώρησε να δώσει τη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία (βλ. Έγγραφο Α), αμέσως μετά τη σύλληψη του, αν και σίγουρα αποτελεί (και αποτέλεσε), ένα από τους παράγοντες που συνεκτιμήθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, δεν θα μπορούσε εδώ να οδηγήσει σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας του και αυτό επειδή τούτος έδωσε ικανοποιητικές και αληθείς διευκρινίσεις εν σχέσει με τον τρόπο που επέλεξε να διαχειριστεί την κατάσταση υπό τις δοσμένες (για αυτόν) περιστάσεις κατά τους κρίσιμους χρόνους. Ούτε και ανέκυψε από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του - ή από τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων κατηγορίας (και ιδιαίτερα εκείνων που αποτελούσαν την ανακριτική ομάδα) - κάτι που να δημιουργεί, έστω, ψήγμα υποψίας ή υπόνοιας πως το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων-Έγγραφα Α και Β, απέρρευσε από αθέμιτη καθοδήγηση και υποβολές από μέρους των ανακριτικών αρχών. Μηδέ και ελέχθη κάτι που θα μπορούσε να διαπλάσει αμφιβολίες πως οι γραπτές καταθέσεις του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), δεν ήσαν εθελούσιες ή ακριβείς σε ό,τι τούτες περιγράφουν. Επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2) και στη βάση ότι τούτος (καθώς παραπονέθηκε ο κατηγορούμενος 3 στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο Ε) «. έπλασε αυτή την ιστορία εις βάρος του θείου μου και εμένα, διότι εκατάλαβε, πως ήμουν εγώ εκείνος ο οποίος είχα δώσει την πληροφορία για την άφιξη του Κωτσάκη, και των ναρκωτικών στην Κύπρο». Αναρωτιέται κατ΄ ακολουθίαν όμως κανείς, με ποιο τρόπο είναι που εντάσσει στο συζητούμενο αυτό πεδίο ο κατηγορούμενος 3 (και κατά προέκταση η Υπεράσπιση), τα περί κατασκευασμένης ουσιαστικά μαρτυρίας και εκδοχής του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), αφού είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 3 που ενέπλεξε τον τελευταίο στα πράγματα, ως λέγει και παραδέχεται στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο Ε, ο κατηγορούμενος
  3. Πολύ παραστατικά περιγράφει τον προβληματισμό ο κ. Δημητρίου στην τελική προφορική του αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου, την οποία και παραθέτουμε, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, χωρίς να χρειάζεται να προσθέσουμε κάτι περισσότερο: «Περαιτέρω και αναφέρομαι πάντα στην αξιοπιστία του Ρένου Ζερταλή, παραπονιέται η Υπεράσπιση ότι ήταν ένα κατασκεύασμα του μάρτυρα κατηγορίας
  4. Παρουσιάζοντας την υπόθεση της η Υπεράσπιση για πρώτη φορά θα έλεγα μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 και την ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου 4, προκύπτει αβίαστα από τις θέσεις των κατηγορουμένων και ειδικότερα του τρίτου κατηγορούμενου ότι ναι, είχε μια επαφή με τον Ρένο Ζερταλή ο τρίτος κατηγορούμενος για τους λόγους τους οποίους εξηγά στην ανώμοτη του δήλωση, εμπλέκοντας ο τρίτος και τον τέταρτο κατηγορούμενο, για να τύχει ο τέταρτος κατηγορούμενος μιας εύνοιας, να πει πληροφορίες στην ΥΚΑΝ για να τύχει εύνοιας σε ενδεχόμενο αίτημα αποφυλάκισης του ο τέταρτος κατηγορούμενος. Κατά συνέπεια, γιατί παραπονιέται η Υπεράσπιση ότι είναι κατασκεύασμα του Ρένου Ζερταλή; Αφού έχουμε τη θέση του τρίτου κατηγορούμενου ότι πλησίασε τον Ζερταλή για τους λόγους τους οποίους εξηγά, είχε συνάντηση ο τρίτος κατηγορούμενος στις Κεντρικές Φυλακές, του ανάφερε λέει του τέταρτου κατηγορούμενου ότι ο Ρένος Ζερταλής ενδέχεται να μεταφέρει ναρκωτικές ουσίες κατά τρόπο ώστε ο τρίτος να τον καταδώσει στην Αστυνομία και να τύχει της εύνοιας αυτής ο τέταρτος κατηγορούμενος. Δεν είναι ξένα γεγονότα και γιατί παραπονιέται η Υπεράσπιση για τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε ο τρίτος με τον Ρένο Ζερταλή; Αφού ο ίδιος ο τρίτος κατηγορούμενος λέει «μπλόκαρα τον Ζερταλή γι΄ αυτούς τους λόγους, εν γνώση μάλιστα και του τέταρτου κατηγορούμενου». Αυτά τα αναφέρω όχι γιατί υιοθετούμε τη θέση της Υπεράσπισης, απλώς για να αποδείξουμε ότι δεν ήταν κατασκευή του Ρένου Ζερταλή το σύνολο της μαρτυρίας του αλλά ήταν μια μαρτυρία ειλικρινής και πλήρης θα έλεγα». Κατά συνέπεια, ούτε και από αυτής της απόψεως θα ήταν δυνατόν να επέλθουν ρήγματα στο ευσταθές και συνεπές της μαρτυρίας και εκδοχής του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2). Οι ανακριτικές αρχές διερεύνησαν ικανοποιητικώς τους ισχυρισμούς του μάρτυρα, στην έκταση που έκριναν πως τούτο έπρεπε να γίνει ώστε να αποφανθούν περί του βάσιμου ή του αβάσιμου των θέσεων που τούτος εξέφρασε. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), δεν είπε ψέματα και δεν μείωσε την εμπλοκή του σε ό,τι είναι που περιγράφει και αποδίδει στους κατηγορούμενους και στον Χρήστο Κωτσάκη. Από πουθενά δεν θα μπορούσε να συναχθεί ευλόγως ένα τέτοιο συμπέρασμα. Επιδιώχθηκε να διαβρωθεί η αξιοπιστία του μάρτυρα και σε σχέση με αναφορά στην οποία προέβη στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Α, πως συναντιόταν με τον κατηγορούμενο 4 στην οικία του τελευταίου στη Λεμεσό (μερικούς μήνες πριν από τον εγκλεισμό του υπό αναφορά κατηγορούμενου στις Κεντρικές Φυλακές). Κέντρισμα για την υπερασπιστική αυτή προσπάθεια, αποτέλεσε δήλωση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2) κατά την αντεξέταση (όταν ο μάρτυς κλήθηκε να περιγράψει την οικία του κατηγορούμενου 4), πως υπήρχε στην οικία κάποια καμαρωτή πόρτα. Η Υπεράσπιση υπέβαλε πως η αναφορά αυτή του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), είναι ψευδής. Μάλιστα, κατά την κυρίως εξέταση του κατηγορούμενου 4, κατατέθηκε από τον τελευταίο σειρά φωτογραφιών (ως τα Τεκμήρια 55-59) - που δεν τέθηκαν ενώπιον του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2) για σχολιασμό ενόσω κατέθετε - με στόχο να καταδειχθεί πως δεν υπήρξε καμαρωτή πόρτα στο εξωτερικό της οικίας του κατηγορούμενου
  5. Το ζήτημα όμως είναι ότι ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) - και ορθώς είναι που παρατηρήθηκε το γεγονός από τον κ. Δημητρίου κατά τις αγορεύσεις - ποτέ δεν ανέφερε πως η καμαρωτή πόρτα περί της οποίας μίλησε ο μάρτυς βρισκόταν στο εξωτερικό της οικίας. Απεναντίας, από το περιεχόμενο της τοποθέτησης του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), συνάγεται με ασφάλεια πως η περιγραφή του αφορούσε στο εσωτερικό της οικίας, μια και ο μάρτυς είχε δηλώσει συναφώς, ότι «. μετά το χωράφι βλέποντας το σπίτι στη δεξιά πλευρά, είναι το γκαράζ, η πόρτα ήταν σκουρόχρωμη, μπαίνοντας μέσα ήταν το γραφείο του Αθηνή, ήταν στα αριστερά και για να μπεις μέσα στο σπίτι η πόρτα ήταν καμαρωτή». Επομένως, δεν βλέπουμε πώς θα μπορούσε η πτυχή αυτή της μαρτυρίας του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), να ερμηνευθεί με τον τρόπο που πρότεινε η Υπεράσπιση, πόσω δε μάλλον να συντείνει στην αποδόμηση της αξιοπιστίας του. Έγινε λόγος από την Υπεράσπιση για τη φερόμενη κατοχή και χρήση του κινητού τηλεφώνου με αριθμό κλήσης
  6. Θέση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ήταν πως επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο 4, μέσω του αριθμού αυτού (που ας υποδειχθεί), βρέθηκε καταγραμμένος σε μισοσχισμένο κομμάτι χαρτί (βλ. Τεκμήριο 17), που εντοπίστηκε από την Αστυνομία στην κατοχή του κατηγορούμενου 4 (στις 3.5.14). Η Υπεράσπιση υπέβαλε, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι τοποθετήσεις του μάρτυρα εδράζονταν επί εικασιών (και ανεπιβεβαίωτων αναφορών πως ο κατηγορούμενος 4 κατείχε και χρησιμοποιούσε κινητό τηλέφωνο εντός των Κεντρικών Φυλακών (με το συγκεκριμένο αριθμό κλήσης), κάτι που εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να ευσταθεί λόγω της ύπαρξης εκεί εγκαταστάσεων απενεργοποίησης κινητών τηλεφώνων. Μολοντούτο, το γεγονός ότι στις Κεντρικές Φυλακές υπάρχει εγκατεστημένο σύστημα απενεργοποίησης κινητών τηλεφώνων, δεν ακυρώνει εκ προοιμίου και εξ ορισμού την πιθανότητα χρήσης (και κατά λογική συνέπεια κατοχής) κινητών τηλεφώνων στο εν λόγω ίδρυμα και σαφής επί του σημείου ήταν η μαρτυρία του Μάριου Πολυκάρπου (ΜΚ7), για να μην αναφερθούμε και στο περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 26.3.15, από το Τμήμα Φυλακών-Τεκμήριο 66 (την οποία μάλιστα κατέθεσε ο κατηγορούμενος 4, κατά την κυρίως εξέταση του), όπου δηλώνεται πως (στις Κεντρικές Φυλακές) «. δεν υπάρχει ολοκληρωμένο σύστημα απενεργοποίησης κινητών τηλεφώνων και συνεπώς είναι δυνατή η παράνομη χρήση κινητού τηλεφώνου». Υπενθυμίζεται, για ό,τι αξίζει (επί του ζητήματος της κατοχής κινητών τηλεφώνων στις Κεντρικές Φυλακές), πως (κατά παραδεκτό γεγονός), στις 16.3.13, σε έρευνα που είχε διενεργηθεί στο κελί του κατηγορούμενου 4, ανευρέθηκε στην κατοχή του τελευταίου ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA και μια κάρτα κινητού τηλεφώνου «. τουρκικής μάρκας tel sim .», με αποτέλεσμα τούτος να κατηγορηθεί ενώπιον του Διευθυντή του Τμήματος Φυλακών/Πειθαρχικού Συμβουλίου (ως το Κατηγορητήριο- Τεκμήριο 48). Εν πάση περιπτώσει, η θέση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ότι επικοινωνούσε πράγματι με τον κατηγορούμενο 4 στον υπό αναφορά τούρκικο αριθμό κινητού τηλεφώνου, υπήρξε σταθερά σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, με αυτά που υπέδειξε ο κ. Πουργουρίδης στην αγόρευση του, να μην μπορούν να οδηγήσουν αντικειμενικώς σε άλλη απόληξη. Συνυφασμένο με το ζήτημα του τουρκικού αριθμού κινητού τηλεφώνου είναι και το γεγονός πως η θέση της Υπεράσπισης ότι ο αριθμός αυτός ανήκε σε κάποιον «Hasan» (που μπορούσε να προμηθεύει τον κατηγορούμενο 4 με φθηνά ποτά και καπνικά προϊόντα από τα κατεχόμενα) και ότι, ο υπό αναφορά «Hasan», είχε μαζί με τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) επαφές με τον κατηγορούμενο 3 στο υποστατικό του τελευταίου στη Λεμεσό, δεν τέθηκε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) κατά την αντεξέταση έτσι ώστε να μπορεί να τοποθετηθεί συναφώς. Δεν μπορεί πάντως παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), μηδέποτε παραδέχθηκε κατά τη μαρτυρία του πως είχε οποιονδήποτε συνεργάτη κατά τη διάπραξη των επίδικων εγκλημάτων, πέραν του Χρίστου Κωτσάκη και των κατηγορουμένων. Καταλήγοντας στα περί αξιοπιστίας του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ζυγίσαμε και τα όσα προβλήθηκαν ή ανέκυψαν ως δεικτικά του φερόμενα κακού του χαρακτήρα (όπως η παράνομη χρήση και προμήθεια ναρκωτικών ουσιών από τρίτο και οι προηγούμενες συναφείς του καταδίκες), δίχως να διαγνώσουμε - κατόπιν των απαιτούμενων αυτοπροειδοποιήσεων - οποιοδήποτε λόγο που θα μπορούσε να επηρεάσει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα στην παρούσα διαδικασία, ως εξ΄ αυτού του λόγου και μόνο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v McLeod
(1994)3 All ER 254). Περαιτέρω, δεν παραβλέψαμε ούτε για μια στιγμή το ότι ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), κατέθεσε ως συνεργός των κατηγορουμένων. Τούτο αποτελεί αναμφιβόλως (και το θίξαμε ήδη), λόγο για το Δικαστήριο να είναι πάρα πολύ προσεκτικό κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και να αυτοπροειδοποιείται καταλλήλως ως προς τις επιδράσεις αποδοχής της. Αυτή όμως η περίσταση, δεν κατατάσσει άνευ ετέρου τη μαρτυρία του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ως αναξιόπιστη. Όπως και δεν τη σταχυολογεί και ως απαρεγκλίτως αναξιόπιστη μόνο και μόνο επειδή κατέθεσε ως προστατευόμενος μάρτυς. Έχει τη δική του σημασία να σημειωθεί τώρα (έστω και παρεμπιπτόντως), πως το γεγονός ότι ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), θα κατέθετε ως προστατευόμενος μάρτυς, το γνώριζαν εγκαίρως τόσο οι κατηγορούμενοι όσο και το Δικαστήριο, από προηγούμενες σαφείς τοποθετήσεις της Κατηγορούσας Αρχής ως προς τούτο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v Chan Wai-Keung
(1995)1 HKLR 123). Τίποτε απολύτως δεν παράγεται από τη μαρτυρία, ικανό να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενθάρρυνσης από μέρους της Αστυνομίας προς τον μάρτυρα να πει οτιδήποτε άλλο εκτός από την αλήθεια που ο ίδιος γνώριζε. Τούτο είναι το κριτήριο και όχι το γεγονός ότι ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), κατέθεσε ως προστατευόμενος μάρτυς δυνάμει των διατάξεων του Περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου 95(Ι)/01. Ό,τι είναι μεμπτό και απαράδεκτο - όπως υπέδειξε το Εφετείο στην κατ' αναλογίαν σχετική, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων v Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 652 (μια και τούτη αποφασίστηκε πριν από τη θέσπιση του Περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου 95(Ι)/01) - είναι η παρότρυνση με υποσχέσεις και ανταλλάγματα προς μάρτυρες (όπως ο Ρένος Ζερταλής [ΜΚ2]), να πουν οτιδήποτε άλλο εκτός από την αλήθεια, ή να παραποιήσουν τη μαρτυρία τους προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπιμοτήτων. Δεν διαπιστώσαμε την παροχή οιουδήποτε αθέμιτου ανταλλάγματος ή υπόσχεσης προς τον μάρτυρα προκειμένου να μην πει την αλήθεια, πέραν του γεγονότος ασφαλώς ότι αυτός εντάχθηκε (προφανώς μετά από απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας), στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων και συνεργατών της δικαιοσύνης, ως ορίζει το περί ου ο λόγος νομοθέτημα. Παραμένει αξιοπερίεργο - και το εκφράζουμε με κάθε ταπεινότητα και σεβασμό προς τις εισηγήσεις του δικηγόρου των κατηγορουμένων - για ποιο λόγο είναι που ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), θα αποφάσιζε να εμπλέξει κακοβούλως τους κατηγορούμενους (ιδίως τον κατηγορούμενο 4, που εξέτιε ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές), σε μια υπόθεση στην οποία οι κατηγορούμενοι δεν είχαν, υποτίθεται, καμιά απολύτως σχέση. Βεβαίως, γνωρίζουμε ότι εντοπίζονται περιπτώσεις στη νομολογία (βλ. για παράδειγμα, Ιακωβίδης και Άλλος v Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110), όπου ένας μάρτυς μηχανεύεται σενάρια με στόχο να εμπλέξει τρίτα αθώα άτομα, αποσκοπώντας είτε στην απαλλαγή του ιδίου από αυτά που του καταλογίζονται είτε στην αποκόμιση αθέμιτου ιδίου οφέλους. Εδώ όμως, θα πρέπει να ασχοληθούμε με την κατάσταση πραγμάτων ως έχει παρουσιαστεί στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας και όχι να μελετήσουμε το θέμα από θεωρητικής απόψεως, όσο ενδιαφέρον και να έχει τούτο. Έτσι πράξαμε. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), προέβη σε σαφείς αναφορές ως προς το ρόλο που διαδραμάτισε ο ίδιος και οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση (όπως και ο Χρήστος Κωτσάκης), κατανέμοντας στον καθένα από αυτούς (και στον εαυτό του) τα αναλογούντα, τη στιγμή μάλιστα που εύκολα θα μπορούσε να τους καταγνώσει και πολύ περισσότερα εάν πράγματι ενεργούσε κακόπιστα και κατευθυνόμενα από την Αστυνομία (κυρίως εναντίον του κατηγορούμενου 4, σε ό,τι αφορά, φερ΄ ειπείν, στην ανταμοιβή που είχε συμφωνηθεί για την εξεύρεση του μεταφορέα της κοκαΐνης από τη Βραζιλία στην Κύπρο αλλά και σε σχέση με τις υπόλοιπες λεπτομέρειες που συνέθεσαν τις διαβουλεύσεις τους), μεριμνώντας με αυτό τον τρόπο, να ενισχύσει έτι περισσότερον την πιθανότητα καταδίκης τους. Δεν το έπραξε όμως. Αντιθέτως, περιορίστηκε να αναφέρει αυτά που πραγματικώς συνέβηκαν, όπως τούτος τα βίωσε και εισέπραξε πρωτογενώς. Απορρίπτουμε όλες τις εισηγήσεις του δικηγόρου Υπεράσπισης περί αναξιοπιστίας του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2). Η διαπίστωση μας περί αξιοπιστίας του Ρένου Ζερταλή (MK2), ακριβώς επειδή η μαρτυρία του αφορά σε μαρτυρία συνεργού, δεν μπορεί να οδηγήσει από τώρα σε εύρημα ή συμπέρασμα καταδίκης ή ενδεχόμενο καταδίκης (βλ. κατ' αναλογίαν, Kondratjev v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 78/12, ημ. 19.7.13). Κάθε άλλο. Η δέουσα αποτίμηση της μαρτυρίας του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), για ό,τι τελικώς εδώ ενδιαφέρει, θα αναπτυχθεί στο ενδεδειγμένο στάδιο. Σε ό,τι αφορά στον Πανίκο Σταύρου (ΜΚ4), θεωρούμε πρέπον να αποτυπώσουμε πως μελετήσαμε τη μαρτυρία του με την απαιτούμενη προσοχή και περίσκεψη δεδομένου ότι, ενώ γνώριζε σημαντικές πτυχές της υπόθεσης και για την εμπλοκή των κατηγορουμένων 3 και 4 (αμέσως μετά τη σύλληψη του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), με βάση τα όσα ο τελευταίος του είχε εκμυστηρευθεί αμέσως μετά τη σύλληψη του), δεν θεώρησε πρακτικό και σωστό να καταγράψει αυτά που ειπώθηκαν σχετικώς (αλλά και τα όσα επιπρόσθετα αντιλήφθηκε επιτόπου κατά την εν λόγω σύλληψη), σε γραπτή κατάθεση, ή έστω υπό μορφή σημειώματος σε κάποιο ημερολόγιο ενεργείας. Τούτη η απουσία καταγραφής, καίτοι δεν μας απέτρεψε από το να αυτοπροειδοποιηθούμε πρεπόντως, δεν ήταν αναγκαστικό να συμβεί (εκτός από ίσως επιθυμητό). Όπως και να ΄χει, η παράλειψη αυτή δεν μπορεί από μόνη της και στην απουσία άλλων δεικτών και παραμέτρων, να καθορίσει και κατατάξει τη μαρτυρία του Πανίκου Σταύρου (ΜΚ4), ως αναξιόπιστη ή κατασκευασμένη, μια και ο μάρτυς εξήγησε και διευκρίνισε αρκούντως την επιλογή του να λειτουργήσει με τον τρόπο που περιέγραψε. Δήλωσε, πως το σκεπτικό πίσω από την υπό ανάλυση απόφαση του, περιστράφηκε γύρω από το ότι αποτέλεσε, από την πρώτη στιγμή, πρόθεση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), να δώσει κατάθεση προς την Αστυνομία αλλά και το ότι την επομένη μέρα, μετά τη διαδικασία προσωποκράτησης του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), μίλησε με τον δικηγόρο του μάρτυρα ο οποίος τον πληροφόρησε πως ο πελάτης του τού είχε δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με την υπόθεση, τις οποίες (ο Ρένος Ζερταλής [ΜΚ2]), θα παρέθετε ακολούθως σε γραπτή κατάθεση προς τους ανακριτές, όπως και έγινε (βλ. Έγγραφα Α και Β). Αναφορικώς με τη μαρτυρία του Μάριου Πολυκάρπου (ΜΚ7) - και ευστόχως επισήμανε την πτυχή αυτή κατά την αγόρευση του ο κ. Δημητρίου - ο μάρτυς, ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση (όταν κλήθηκε να παράσχει λεπτομέρειες για το σύστημα απενεργοποίησης κινητών τηλεφώνων στις Κεντρικές Φυλακές), είναι γεγονός πως επέδειξε μια εμφανή διστακτικότητα (και ενίοτε απροθυμία), στο να εκφραστεί επί ζητημάτων που αφορούσαν στη λειτουργία του συστήματος αυτού, δηλαδή σε σχέση με τα σημεία εγκατάστασης του, τις όποιες χρησιμοποιούμενες συχνότητες, την εμβέλεια του και σε άλλα τινά. Αυτό, το έπραξε ο μάρτυς όχι μόνο λόγω έλλειψης από μέρους του εξειδικευμένης τεχνικής γνώσης (και που γι΄ αυτό τον λόγο δεν επιθυμούσε να επεκταθεί), αλλά και της εμφανούς του ανησυχίας (καθώς καταλάβαμε από τον τρόπο που κατέθετε στο εδώλιο του μάρτυρα), να μην αποκαλύψει ευαίσθητες πληροφορίες για θέματα ασφαλείας των Κεντρικών Φυλακών και σίγουρα όχι επειδή εκδήλωσε οποιαδήποτε διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου και των κατηγορουμένων. Υποσημειώνουμε, πως η δήλωση του Μάριου Πολυκάρπου (ΜΚ7), περί ύπαρξης πραγματικού ενδεχομένου χρήσης κινητών τηλεφώνων στις Κεντρικές Φυλακές (από κατάδικους και υπόδικους), εκπορεύθηκε από το απαύγασμα της εικοσαετούς σχεδόν εμπειρίας και τριβής του ως δεσμοφύλακα στο εν λόγω ίδρυμα και όχι από οποιαδήποτε ακαδημαϊκή ή τεχνική πραγματογνωμοσύνη που κατείχε, έλλειψη όμως που δεν εμποδίζει την αποδοχή της θέσης του ως βαρύνουσας για το τι είναι που εκφράζει (και έτσι είναι που τη δεχθήκαμε και αξιολογήσαμε, προβαίνοντας σε ανάλογα ευρήματα). Έχοντας εντρυφήσει επί γενικότερου και ειδικότερου επιπέδου στο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων κατηγορίας, προχωρούμε αμέσως να πράξουμε το ίδιο σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 και την ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου
  1. Αρχίζουμε με την ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 (Έγγραφο Ε), στην ουσία της, αναδεικνύει προδήλως μια έντονη προσπάθεια του να απομακρύνει τον κατηγορούμενο 4, από οτιδήποτε θα μπορούσε δυνητικώς να τον εμπλέξει σε αυτά που κατηγορείται. Επιλέγει ο κατηγορούμενος 3, την ένταξη στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο Ε, πολλών ισχυρισμών του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ξεδιπλώνοντας εκεί ένα ευρύτερο σενάριο που έχει ως υπόβαθρο την παραδοχή (του κατηγορούμενου 3), πως μηχανεύτηκε, στην ουσία, την ιδιωτική παγίδευση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), για σοβαρά αδικήματα που αφορούν σε ναρκωτικά, με σκοπό να τον καταδώσει αργότερα στις αρμόδιες αστυνομικές και διωκτικές αρχές και να αποκομίσει συνακόλουθα οφέλη υπέρ του κατηγορούμενου 4, βοηθώντας τον τοιουτοτρόπως να αποφυλακιστεί ενωρίτερα. Πρόκειται περί μιας παραδοχής του κατηγορούμενου 3, που προκαλεί έγνοια σε σχέση με την έκταση της αποφασιστικότητας του να εμπλακεί σε μια τέτοια διαδικασία παγίδευσης ενός τρίτου προσώπου (που σε τίποτε δεν του είχε φταίξει πέραν ίσως από το ότι «.ήθελε να παρουσιάζεται, ως κάποιου είδους, βαρόνος της νύχτας. Ήταν άνθρωπος μεγαλόστομος και από τη συμπεριφορά του, εύκολα καταλάβαινε κάποιος, ότι έκανε χρήση ναρκωτικών»), έχοντας μάλιστα λάβει προηγουμένως (ο κατηγορούμενος 3) και συμβουλή από τον κ. Πουργουρίδη, πως «. θα έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτικός με τις όποιες ενέργειες μου, διότι αν εγινόταν γνωστό ότι ενεργούσα ως πληροφοριοδότης της αστυνομίας, ενδεχομένως να είχα απρόβλεπτες συνέπειες». Συμπεραίνεται - και τούτο ως μικρή παρένθεση - πως ο κατηγορούμενος 3, δεν θα πρέπει να είχε πληροφορήσει τον δικηγόρο του πως ήταν ήδη πληροφοριοδότης της Αστυνομίας (κυρίως του ΟΠΕ), όπως σχετικώς αναφέρει στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο Ε. Ανεξαρτήτως τούτου, οι σχεδιασμοί του κατηγορούμενου 3, ως τους έχουμε περιγράψει, παραπέμπουν και στην απουσία κάθε ηθικής αναστολής και φραγμού χάριν προσωπικού οφέλους και ήταν, τωόντι, προσωπικό το όφελος που θα αποκόμιζε ο κατηγορούμενος 3, εάν όλα εκτυλίσσονταν όπως τα επιδίωκε, διότι εκείνος που θα απολάμβανε τα όσα θετικά θα παράγονταν από την πράξη του αυτή, ήταν ο συγγενής του (κατηγορούμενος 4), τον οποίον τόσο πολύ εκτιμούσε ο κατηγορούμενος
  2. Τούτη όμως η γενική τοποθέτηση επί του περιεχομένου των ανωμοτί δηλώσεων του κατηγορούμενου 3, μόλον που έχει τη δική της σημασία, δεν υπέχει την ίδια βαρύτητα που έχουν οι αντιφάσεις και ανακολουθίες που παρατηρούνται μεταξύ των δηλώσεων του αυτών και του περιεχομένου της γραπτής ανακριτικής του κατάθεσης προς την Αστυνομία (στις 3.5.14), ως το Τεκμήριο
  3. Είπε εκεί, πως δεν γνώριζε τον Χρήστο Κωτσάκη. Μολαταύτα, παρέλειψε να σημειώσει ότι ήξερε «.το όνομα «Χρίστος Κωτσάκης» και πως θα ερχόταν Κύπρο από το Κάιρο την επόμενη μέρα» (ως υπέδειξε στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο Ε). Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος 3, διάλεξε να απαντήσει τη σχετική Ερώτηση 10 στην ανακριτική κατάθεση-Τεκμήριο 27, όφειλε (ή αναμενόταν λογικώς), πως θα πληροφορούσε τους ανακριτές για τη γνώση που είχε, αν μη τι άλλο, του ονόματος «Χρήστος Κωτσάκης», όπως πολύ βολικά επέλεξε να ισχυριστεί, ως είπαμε, στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο Ε, επιδιώκοντας με αυτό τον τρόπο να ξεχωρίσει τη γνώση που είχε για το όνομα «Χρήστος Κωτσάκης» από την όποια γνώση είχε περί του προσώπου που το όνομα αυτό περιγράφει και δηλώνει. Δεν το έπραξε όμως, και τούτο, προφανώς, για να αποστασιοποιηθεί από τον μεταφορέα των επίδικων ναρκωτικών, στην εισαγωγή των οποίων (όπως του λέχθηκε εν είδει ανακριτικής προειδοποίησης), υπήρχε εύλογη υποψία από μέρους της Αστυνομίας πως ενεχόταν (μεταξύ άλλων κακουργημάτων). Πάντως, η αντίφαση και ανακολουθία αυτή, φαντάζει ως ήσσονος σημασίας συγκρινόμενη με την περιπλέον επισήμανση του κατηγορούμενου 3 στην ανακριτική κατάθεση-Τεκμήριο 27, όταν ρωτήθηκε στο πλαίσιο της Ερώτησης 11, πώς και (εφόσον δεν γνώριζε τον Χρήστο Κωτσάκη), είχε «.στείλει λεφτά μέσω εταιρείας μεταφοράς χρημάτων, ενώ αυτός βρισκόταν στη Βραζιλία.», με τον εν λόγω κατηγορούμενο να απαντά πως όχι μόνο δε γνώριζε τον Χρήστο Κωτσάκη αλλά και πως ούτε είχε στείλει λεφτά στον τελευταίο. Η θέση αυτή του κατηγορούμενου 3, συγκρούεται με το παραδεκτό γεγονός που δηλώθηκε και εγκρίθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 11.3.15, ότι «.η αναφορά του που γίνεται στο Τεκμήριο 29 στα γράμματα EG είναι Αίγυπτος καθώς επίσης και ότι ο πραγματικός αποστολέας χρημάτων προς τον κύριο Κωτσάκη στις 18/4/14 ενόσω ήταν στην Αίγυπτο ήταν ο κατηγορούμενος τρία και όχι η Αγγέλα Γιάννου που αναφέρεται στο Τεκμήριο 29.», κατά τρόπο που κατατάσσει την εκδοχή του στην ανώμοτη δήλωση-Έγγραφο Ε, ως αναξιόπιστη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γεωργίου άλλως Παφίτης ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444, 452). Δεν νομίζουμε πως χρειάζεται να επεκταθούμε περισσότερο στο ιδιοτελές και αυτοεξυπηρετικό περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 3, στην οποία ποσώς σκοπεύουμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα, εκτός στο βαθμό που περιέχει δηλώσεις του εναντίον του συμφέροντος του. Απορρίπτουμε το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου 3 (βλ. Έγγραφο Ε). Ερχόμαστε στη μαρτυρία του κατηγορούμενου 4. Ο κατηγορούμενος 4, μας προξένησε αρνητική εντύπωση. Ήταν ασαφής, αμφίλογος, αντιφατικός και ανακόλουθος κατά τη μαρτυρία του. Οι απαντήσεις του (όπως θα αναλύσουμε αμέσως πιο κάτω), χαρακτηρίζονταν κατά κανόνα (ακόμη και κατά την κυρίως εξέταση), από διστακτικότητα και μια διακριτή προσπάθεια απομάκρυνσης από οτιδήποτε θα μπορούσε να καταταχθεί ως βλαπτικό για την εκδοχή και συμφέροντα που προωθούσε. Είχε αναφέρει, πως δεν εμπιστευόταν κανένα στις Κεντρικές Φυλακές και οπωσδήποτε ούτε και τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), με τον οποίον δεν είχε αναπτύξει κάποια ιδιαίτερη σχέση. Υπογράμμισε επί αυτής της πτυχής (ο κατηγορούμενος 4), πως δεν «.μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη με τα άτομα στη φυλακή, δεν ξέρεις τι είναι ο καθένας. Απλά κάναμε μια γνωριμία όπως με όλους τους φυλακισμένους, τίποτε άλλο». Παρά ταύτα, κατέγραψε χωρίς πολλά τον αριθμό τηλεφώνου
(00905428895122), που του είχε δώσει ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) ενώ βρίσκονταν και οι δύο στις Κεντρικές Φυλακές, με τον τελευταίο να του λέγει πως ήταν ο αριθμός τηλεφώνου κάποιου φίλου του που εμπορευόταν τσιγάρα και ποτά από τα κατεχόμενα και πως εάν το επιθυμούσε (ο κατηγορούμενος 4), ο φίλος αυτός θα μπορούσε να προμηθεύει το κέντρο του τελευταίου (τη διαχείριση του οποίου ο κατηγορούμενος 4, είχε παραχωρήσει ακολούθως στον κατηγορούμενο 3), με φθηνά ποτά και τσιγάρα. Η εκδοχή αυτή του κατηγορούμενου 4 - εκτός του ότι δεν τέθηκε με σαφήνεια προς τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), για να τη σχολιάσει κατά την αντεξέταση - στερείται και πειστικότητας. Αντιστοίχως όμοια, ήταν και η εικόνα που εξέπεμψε ο κατηγορούμενος 4, ενώ καταπιανόταν με το συζητούμενο στη μαρτυρία του αφού ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύθηκε το ζήτημα του επίδοξου προμηθευτή (όσο φθηνά και να πουλούσε τούτος), δεν συνάδει με τη γενικότερη προσοχή που ο κατηγορούμενος 4, άφησε να νοηθεί πως τον χαρακτήριζε σε ό,τι αφορά στις κινήσεις και συναναστροφές του. Θα ανέμενε κανείς λογικώς, πως ο κατηγορούμενος 4, θα διερευνούσε ή θα προσπαθούσε να εξασφαλίσει πληροφορίες σε σχέση με το όνομα, την ταυτότητα και το ποιόν του άγνωστου αυτού προσώπου, τοσούτω μάλλον όταν τον τουρκικό αριθμό κινητού τηλεφώνου του τον είχε δώσει ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), τον οποίον ο κατηγορούμενος 4 (κατά τεκμήριο), δεν εμπιστευόταν. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος 4, ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του ότι ο Μάριος Τενίζης δεν τον είχε επισκεφθεί ποτέ στην οικία του στη Λεμεσό, τουλάχιστον όχι εν γνώσει του (κατηγορούμενου 4). Η επιφύλαξη αυτή του κατηγορούμενου 4, να είχε επισκεφθεί την οικία του ο Μάριος Τενίζης δίχως να το γνωρίζει (ο κατηγορούμενος 4), απαλείφθηκε κατά την αντεξέταση όταν ο κατηγορούμενος 4, δήλωσε εμφαντικώς και απολύτως πλέον, πως «.σε καμιά περίπτωση δεν ήρθε ούτε ο Ζερταλής, αλλά ούτε και ο Ντενίσης» (εννοείται ο Μάριος Τενίζης), στην οικία του (κατηγορούμενου 4), στη Λεμεσό. Η μερική έστω διαφοροποίηση αυτή στην ένταση της άρνησης του κατηγορούμενου 4, αναφορικώς με τις μεταβάσεις του Μάριου Τενίζη στην οικία του, έχει τη βαρύτητα της εάν αναλογιστεί κανείς και την προσπάθεια που κατέβαλε ο κατηγορούμενος 4, να καταρρίψει τη θέση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ότι ο τελευταίος τον επισκεπτόταν στην οικία του στη Λεμεσό μαζί με τον Μάριο Τενίζη για να τους πουλήσει ναρκωτικά, επιχειρώντας έτσι (ο κατηγορούμενος 4), να προσθέσει ένα ακόμη στοιχείο που, είτε από μόνο του είτε μαζί με άλλα, θα μπορούσε στο τέλος να οδηγήσει σε συμπέρασμα αναξιοπιστίας του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2). Κατά παρέκβαση, επισημαίνουμε (αναφορικώς με κάποια μνεία του κατηγορούμενου 4 στην κυρίως εξέταση σε έγγραφο τιτλοφορούμενο Συμπληρωματική Κατάθεση Χρίστου Κωτσάκη, ως το Τεκμήριο 63) - σύμφωνα με το οποίο ο Χρήστος Κωτσάκης ισχυρίζεται (για τον κατηγορούμενο 4), πως «.άκουσα τη φωνή του στο δικαστήριο όταν μιλούσε με το δικηγόρο του και η φωνή του δεν είναι η ίδια με του ατόμου που μου μιλούσε στο τηλέφωνο. Μάλιστα σε μια εκ των περιπτώσεων που με έπαιρνε τηλέφωνο αυτός ο άγνωστος άντρας άκουσα από πίσω τη φωνή του Ρένου να μιλά, την οποία γνωρίζω πολύ καλά» - ότι τούτο δεν υπέχει οποιασδήποτε βαρύτητας καθότι ο φερόμενος ως συντάκτης του (Χρήστος Κωτσάκης), δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία και να αντεξεταστεί επ΄ αυτού (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τουμαζή ν Dixit, ΠΕ 274/10, ημ. 5.5.15, R v Tahery (Νo 2)
(2013)EWCA Crim 1053). Απορρίπτουμε τη μαρτυρία και εκδοχή του κατηγορούμενου 4, ως αναξιόπιστη. Το ότι απορρίψαμε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 3 και τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 4, δεν συνιστά στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας εναντίον τους, μήτε και είναι ενισχυτικό της εκδοχής τής Κατηγορούσας Αρχής, που συνεχίζει να έχει το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των επίδικων εγκλημάτων εναντίον ενός εκάστου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269). Διαγράψαμε από το μυαλό, την παραδοχή του κατηγορούμενου 4 (εναντίον του συμφέροντος του), περί ύπαρξης προηγούμενης καταδίκης του σε υπόθεση ναρκωτικών, ως στοιχείου που θα μπορούσε να αποδείξει ή να καταδείξει οιαδήποτε ροπή του στην τέλεση παρόμοιας φύσης αδικημάτων (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v P
(1991)3 All ER 337), ή ως τείνουσα να αποδείξει ή καταδείξει την ύπαρξη από μέρους του συγκεκριμένης πρόθεσης γι' αυτό (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v Bond (1904-7) All ER Rep 24) - μια και ουδόλως θα μπορούσε να αμβλυνθεί ένεκα τούτου το τεκμήριο αθωότητας που τον περιβάλλει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v X
(2012)EWCA Crim 2276) - ή ως γεγονός που θα μπορούσε να μολύνει εδώ τη γενικότερη αξιοπιστία του ως μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, R v McLeod
(1994)3 All ER 254, Liatsos v The Police
(1968)2 CLR 15, 21-23). Την ίδια γραμμή ακολουθήσαμε (τηρουμένων των αναλογιών) και σε σχέση με κάποιες αναφορές στη μαρτυρία που φαίνεται να εμπλέκουν τον κατηγορούμενο 4, στη διάπραξη άλλων ποινικών αδικημάτων σχετιζόμενων με ναρκωτικά και τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στο κατηγορητήριο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v Stirland
(1945)30 Cr App R 40). Θεωρούμε κατάλληλο το στάδιο να υπομνήσουμε τα περί της μεγίστης αναγκαιότητας για προσεκτική εκτίμηση της μαρτυρίας του συνεργού Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2). Αυτοϋπενθυμιστήκαμε και αυτοκαθοδηγηθήκαμε πως η διεργασία απόφανσης περί της αξιοπιστίας των συνεργών-μαρτύρων πρέπει να γίνεται με την αναγκαία και ύψιστη επιφύλαξη, περίσκεψη και προσοχή και πως μάρτυρες όπως ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), θεωρούνται κατά τεκμήριο ως σπιλωμένοι (βλ. V Gattie και M Krishnamachariar, Wills´ Principles of Circumstantial Evidence, Butterworth & Co, 7η Έκδ., 1937, σελ. 29), με τη μαρτυρία τους να υπόκειται σε επηρεασμό από τη σχέση τους με το έγκλημα, με επακόλουθο να είναι επίφοβο για το Δικαστήριο να βασίζεται επί αυτής και να καταδικάζει δίχως ενισχυτική μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Petrosyan v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 90, 96-97, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 653-660, Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (Αρ 1)
(1999)2 ΑΑΔ 24, 33-41, Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης
(1993)2 ΑΑΔ 231, 247-249 και Zacharia v The Republic
(1962)CLR 52, 60-64). Αναζητήσαμε ενισχυτική μαρτυρία εκείνης του συνεργού Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), έχοντας πάντοτε κατά νουν τα όσα προγενεστέρως αναφέραμε και αναπτύξαμε ως προς τον τρόπο αντίκρισης τέτοιας μαρτυρίας. Εν προκειμένω και αφού ξεψαχνίσαμε την ενώπιον μας αξιόπιστη μαρτυρία, καταλήξαμε πως καμιά εκδήλωση της δεν πληροί τις αυστηρές νομολογιακές προϋποθέσεις για κατάταξη της ως ενισχυτικής. Τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που κατατέθηκαν στη δίκη (βλ. Τεκμήρια 20-23) - εκτός όπου αποτέλεσαν κοινό έδαφος και επεξηγήθηκαν κατά τη μαρτυρία - δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν εδώ σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα, ενόψει απουσίας ικανής και εξειδικευμένης μαρτυρίας που να τα εξηγεί και αποσαφηνίζει. Το προκύπτον ερώτημα είναι εάν, δεδομένης της απουσίας ενισχυτικής μαρτυρίας, είμαστε διατεθειμένοι να βασιστούμε στη μαρτυρία του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ώστε να καταλήξουμε στα ευρήματα μας (βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 657-658, Ιωάννου v Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 14, 19-20). Αφού εξετάσαμε το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2) - χωρίς υποβιβασμό της σημασίας των υπολοίπων αξιόπιστων μαρτύρων - και έχοντας αδιαλείπτως στη σκέψη τις συζητούμενες αρχές και αυτοπροειδοποιήσεις, αξιολογώντας ατομικώς και συνολικώς τη μαρτυρία του σε αντιπαραβολή εκείνης των άλλων αξιόπιστων μαρτύρων και του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού και σημειώνοντας την πολύ καλή εντύπωση που μας δημιούργησε κατά τη μαρτυρία του (και προπαντός τη δύναμη και εμβέλεια της), καταλήξαμε πως μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή χωρίς ενίσχυση, με απόλυτη ασφάλεια. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία και εκδοχή του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ως αξιόπιστη. Το ανακριτικό έργο υπήρξε κατά βάσιν ικανοποιητικό και αντικειμενικό και το γεγονός πως, ενδεχομένως, θα μπορούσε να ήταν ακόμη πιο εκτενές και λεπτομερές, δεν το καθιστά ανεπαρκές ή επιφανειακό (ως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των κατηγορουμένων στη γραπτή του αγόρευση), με τις όποιες παραλείψεις παρατηρήθηκαν, να μην επηρέασαν καθοιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη διερεύνηση και δίκαιη δίκη. Η πρόσθετη και πλατύτερη άποψη που εξέφρασε ο κ. Πουργουρίδης στη γραπτή του αγόρευση «.πως τις έρευνες της αστυνομίας, τις είχε μολύνει ή τις κατεύθυνε, το κακό παρελθόν του Κατηγορούμενου 4, και όχι το καθήκον προς εξεύρεση της αλήθειας.», παρέμεινε σε επίπεδο εικασίας και μετέωρη δίχως ποτέ (έτσι κι αλλιώς), η θέση αυτή να τεθεί με την απαραίτητη σαφήνεια προς τους μάρτυρες-αστυνομικούς ανακριτές, ώστε οι τελευταίοι να δυνηθούν να τοποθετηθούν καταλλήλως κατά τη μαρτυρία τους, εάν έτσι επιθυμούσαν. Προτού προχωρήσουμε με τη διατύπωση των επιπρόσθετων τελικών μας ευρημάτων, κρίνουμε κατάλληλο το στάδιο να καταγράψουμε σε σχέση με την κατοχή ναρκωτικών πως τούτη προϋποθέτει φυσικό έλεγχο ή φύλαξη των ναρκωτικών (από ένα πρόσωπο), γνώση από το συγκεκριμένο πρόσωπο ότι έχει τα ναρκωτικά υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του και γνώση για τη φύση των ναρκωτικών αυτών ως τέτοιων (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφόρου v Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 250, 254-255). Στην R v McNamara
(1988)87 Cr App R 246, υπεδείχθη ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να στοιχειοθετείται τόσο το φυσικό στοιχείο όσο και το νοητικό στοιχείο της κατοχής των ναρκωτικών. Κατά το άρθρο 2
(3)του Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, πρόσωπο θεωρείται ότι έχει στην κατοχή του αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο του, μολονότι τα αντικείμενα αυτά βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Η νομολογία εξήγησε και επεξέτεινε τη νομοθετική τούτη πρόβλεψη, καθιστώντας εφικτή την κατοχή ναρκωτικών και από πρόσωπα που δεν έχουν φυσική κατοχή των ναρκωτικών (βλ. κατ' αναλογίαν, Κούκος ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 64, 76-78). Αποτυπώνουμε αυτολεξεί τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (που αφορούν στην εν γένει αποδεικτική μέθοδο και σε άλλες συναφείς παραμέτρους που εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση) και οι οποίες θα αποτελέσουν μέρος του θεμελίου των ευρημάτων που ακολουθούν: «32.-
(1)Το παρόν άρθρον εφαρμόζεται εις αδικήματα βάσει των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόμου, ήτοι των άρθρων 5
(2)και
(3), 6
(2)και
(3), 7
(2)και 10.
(2)Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου
(3)κατωτέρω εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, αποτελεί υπεράσπισιν διά τον κατηγορούμενον η απόδειξις ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ούτε λόγον να υποψιασθή την ύπαρξιν οιουδήποτε γεγονότος προβαλλομένου υπό της κατηγορίας όπερ η κατηγορία δέον να αποδείξη ίνα καταδικασθή ούτος διά το εν τω κατηγορητηρίω αδίκημα.
(3)Εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος διά το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, ίνα καταδικασθή ο κατηγορούμενος δέον όπως η κατηγορία αποδείξη ότι ουσία τις ή προϊόν τι σχετιζόμενον με το προσαπτόμενον αδίκημα ήτο το ελεγχόμενον φάρμακον όπερ η κατηγορία ισχυρίζεται και αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ουσία ή προϊόν ήτο τω όντι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον - (α) ο κατηγορούμενος δεν απαλλάσσεται του αδικήματος λόγω μόνον ότι ούτος αποδεικνύει ότι δεν εγνώριζεν ή υποπτεύετο ούτε είχε λόγον να υποπτευθή ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο το ειδικώς αναφερόμενον φάρμακον περί ου ο ισχυρισμός αλλά ούτος (β) απαλλάσσεται του αδικήματος - (i)εάν αποδείξη ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ή λόγον να υποπτεύηται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον∙ ή (ii)εάν αποδείξη ότι επίστευε, ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον, ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής ώστε, εάν τούτο ήτο πράγματι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής, ούτος δεν θα διέπραττε κατά τον ουσιώδη χρόνον αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.
(4)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει δυσμενώς οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να προβάλη πρόσωπον τι κατηγορούμενον δι' αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται». Εγκύπτουμε επί του θέματος της αυτουργίας, δοσμένου ότι όλες οι επίδικες κατηγορίες (εκτός της κατηγορίας 1, που αφορά σε συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος), εμπερικλείουν (όπως και η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής), αναφορά στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο οριοθετεί νομοθετικώς τις παραμέτρους κρίσης τής εγκληματικής συμπεριφοράς που καταγιγνώσκεται στους κατηγορούμενους. Παραθέτουμε αυτούσιο το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, για σκοπούς ευχερέστερης παρακολούθησης του σκεπτικού μας και των εναπομεινάντων ευρημάτων: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά στο ποινικό αδίκημα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος· (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. Δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, παρότι που εν πολλοίς είναι σαφές και αυτονόητο ως προς τις στοχεύσεις του, έτυχε ερμηνείας και ανάλυσης σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων, η Πουτζιουρής και Άλλος ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309, 358-369 (στην οποία το Εφετείο, διά του Πογιατζή, Δ., προέβη σε εντρύφηση επί των προνοιών του εν λόγω άρθρου σε συσχετισμό και με τις ιστορικές δικαιϊκές του καταβολές), η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Binnington και Άλλου
(2008)2 ΑΑΔ 108, 121-123 και η Iacovou and Others v The Republic
(1976)2 CLR 114, 125. Το άρθρο αυτό, δεν δημιουργεί αφ΄ εαυτού αδίκημα, παρά μόνο καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσης του (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9, 16) και ορίζει ως ποινικώς υπεύθυνους για το διαπραχθέν αδίκημα - εκτός από τους φυσικούς αυτουργούς - και κάθε έναν συνεργό ο οποίος συνδράμει ή ενθαρρύνει τη διάπραξη του αδικήματος ή συμβουλεύει και παροτρύνει άλλον να το διαπράξει (βλ. κατ' αναλογίαν, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 ΑΑΔ 137, 143). Αναπτύσσουμε τα έτερα ευρήματα και αποφάνσεις μας επί των επίδικων θεμάτων, λέγοντας ευθύς εξ αρχής ότι εύρημα μας αποτελεί και το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας (όπως το συνοψίσαμε ανωτέρω), καθώς και τα παραδεκτά γεγονότα που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο της δίκης. Βρίσκουμε πως ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) - περιστασιακός χρήστης κοκαΐνης για 16 τόσα έτη - είχε γνωρίσει τον κατηγορούμενο 4 (Σωτήρη Αθηνή), μέσω κάποιου κοινού τους φίλου (του Μάριου Τενίζη). Ο τελευταίος, γνώριζε τον κατηγορούμενο 4 και συνόδευε τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), κατά τις επισκέψεις τους στην οικία (του κατηγορούμενου 4) στη Λεμεσό (μέχρι που ο τελευταίος φυλακίστηκε), για να προμηθεύονται ναρκωτικά επί σκοπώ προσωπικής χρήσης. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), δεν γνώριζε τους αριθμούς τηλεφώνου του κατηγορούμενου 4, επειδή οι σχετικές συνεννοήσεις διενεργούνταν από τον Μάριο Τενίζη που διευθετούσε τα ραντεβού με τον (για χρόνια φίλο του), κατηγορούμενο
  1. Από τον καιρό που φυλακίστηκε ο κατηγορούμενος 4, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) δεν τον συνάντησε ξανά, μέχρι τον Ιανουάριο 2012, οπόταν και ο μάρτυς καταδικάστηκε σε υπόθεση ναρκωτικών και μεταφέρθηκε και αυτός στις Κεντρικές Φυλακές (μέχρι τον Απρίλιο 2012). Εκεί, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), άρχισε να έχει διάφορες επαφές με τον κατηγορούμενο 4, στα μαγειρεία και στους διαδρόμους του ιδρύματος. Στις Κεντρικές Φυλακές, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) γνώρισε και τον πρώην κατηγορούμενο 1 στην παρούσα υπόθεση (Χρήστο Κωτσάκη). Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), συνδέθηκε φιλικώς με τον Χρήστο Κωτσάκη (που ήταν επίσης έγκλειστος), με αποτέλεσμα λίγες μέρες πριν αποφυλακιστεί ο μάρτυς, ο Χρήστος Κωτσάκης να τού ζητήσει να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του, λέγοντας του πως όταν θα αποφυλακιζόταν θα του επέστρεφε τα λεφτά που θα ξόδευε για το σκοπό αυτό. Από τον Απρίλιο 2012, που αποφυλακίστηκε ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2012, ο τελευταίος επισκέφθηκε την σύζυγο-συμβία του Χρήστου Κωτσάκη (την Gaby ή άλλως Γαβριέλα), γύρω στις οκτώ φορές και την ενίσχυε παίρνοντας σε αυτήν τρόφιμα, ή κάποιες φορές λεφτά, για να μπορεί να πληρώνει το ενοίκιο, το λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, τους γιατρούς και άλλα σχετικά έξοδα. Από το Σεπτέμβριο 2012, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), σταμάτησε να επισκέπτεται την οικία του Χρήστου Κωτσάκη μια και είχε δημιουργηθεί κάποια παρεξήγηση μεταξύ των δύο ανδρών που προέκυψε από το γεγονός πως ο Χρήστος Κωτσάκης είχε ζητήσει από τον μάρτυρα χρήματα για να μπορέσει η σύζυγος του να πάρει το μωρό στο γιατρό. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), έδωσε τα λεφτά στην σύζυγο του Χρήστου Κωτσάκη, με παρεπόμενο ο τελευταίος να του τηλεφωνήσει την ίδια μέρα και να του εκφράσει παράπονο πως τα λεφτά θα έπρεπε να τα έδινε στον ίδιο και όχι απευθείας στην Γαβριέλα. Η σχέση μεταξύ του μάρτυρα και του Χρήστου Κωτσάκη κλονίστηκε και δεν αποκαταστάθηκε ούτε μετά την αποφυλάκιση του τελευταίου. Τον Αύγουστο 2012, επισκέφθηκε τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), ένας φίλος του (ο Μιχαλάκης Σαββίδης), ο οποίος απεβίωσε στις 4.6.13, με αιτία θανάτου τη λήψη ναρκωτικών ουσιών (βλ. Τεκμήρια 46, 46Α, 46Β). Ο Μιχαλάκης Σαββίδης, ζήτησε από τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), να τον δανείσει με ποσό €2.
  2. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), επειδή τον είχε δανείσει και άλλες φορές στο παρελθόν για διάφορους λόγους που αποδείχθηκαν αναληθείς, είχε ρωτήσει τον Μιχαλάκη Σαββίδη γιατί είναι που χρειαζόταν τα λεφτά και εκείνος του είπε πως τα ήθελε για να τα δώσει στον κατηγορούμενο
  3. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), εξακολουθούσε να μην πιστεύει τον Μιχαλάκη Σαββίδη και έτσι ο τελευταίος τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 4, για να μιλήσει μαζί του σχετικά με το όλο ζήτημα ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2). Πράγματι, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), μίλησε με τον κατηγορούμενο 4, ο οποίος και του επιβεβαίωσε πως χρειαζόταν τα λεφτά για κάποιο σκοπό που όμως δεν του προσδιόρισε. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), ανέφερε στον κατηγορούμενο 4, πως ήθελε λίγο χρόνο για να βρει τα λεφτά, με τον κατηγορούμενο 4 να του λέγει πως θα του τα επέστρεφε εντός ενός μηνός. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), όταν βρήκε τα λεφτά, δεν τα έδινε στον Μιχαλάκη Σαββίδη επειδή εξακολουθούσε να μην τον εμπιστεύεται. Τότε, ο Μιχαλάκης Σαββίδης τού έδωσε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου 3 (Ανδρέα Αλεξάνδρου ή άλλως Ανδρέα Αθηνή), που ήταν συγγενής (αδελφότεκνος) του κατηγορούμενου
  4. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), καταχώρισε τον αριθμό κλήσης του κατηγορούμενου 3
(99185658), σε ένα από τα πολλά κινητά τηλέφωνα που είχε και χρησιμοποιούσε, υιοθετώντας τα διακριτικά «ΑΑ» (βλ. φωτογραφία 9 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 32), ως συντομογραφία για το όνομα «Ανδρέας Αθηνής» (που είναι, επαναλαμβάνουμε, το ίδιο πρόσωπο με τον Ανδρέα Αλεξάνδρου-κατηγορούμενο 3). Αφού ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), μίλησε με τον κατηγορούμενο 3, συμφώνησαν μεταξύ τους και συναντήθηκαν στη Λεμεσό όπου ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), έδωσε τα λεφτά (€2.500) στον κατηγορούμενο
  1. Μετά από αυτό, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), δεν ξαναμίλησε με τον κατηγορούμενο 3, εκτός σε μια περίπτωση (τηλεφωνικώς) για να τον ρωτήσει για το πότε είναι που θα αποπλήρωνε το ποσό των €2.500, που του είχε δώσει προηγουμένως, με τον κατηγορούμενο 3 να τον διαβεβαιώνει πως θα τον εξοφλούσε. Την επόμενη φορά που ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 3, ήταν περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2012, όταν ο μάρτυς επισκέφθηκε μαζί με τον Μιχαλάκη Σαββίδη το κέντρο διασκέδασης του κατηγορούμενου 3 στη Λεμεσό, με την επωνυμία «Καραμέλα» («το κέντρο Καραμέλα»). Εκείνο το βράδυ, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), ρώτησε και πάλι τον κατηγορούμενο 3 για τα λεφτά που του είχε δώσει. Αυτός του επανέλαβε πως δεν θα έπρεπε να ανησυχεί επειδή θα τον ξεχρέωνε. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), μιλούσε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 4 (στον τούρκικο αριθμό κινητού τηλεφώνου 00905428895122), που ο μάρτυς είχε αποθηκεύσει στη μνήμη του κινητού του τηλεφώνου όταν ο κατηγορούμενος 4 τού είχε τηλεφωνήσει σε κάποια στιγμή. Η αποθήκευση του τηλεφωνικού αυτού αριθμού (βλ. φωτογραφία 11 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 32), έγινε κάτω από το όνομα «ΜΑΣΤΡΟΣ» (εννοώντας τον Σωτήρη Αθηνή) και αυτό επειδή έτσι είναι που αποκαλούσαν τον κατηγορούμενο 4 όταν βρίσκονταν στις Κεντρικές Φυλακές. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) γνώριζε - στη βάση πληροφόρησης που έτυχε από τον κατηγορούμενο 3 - ότι αν δεν απαντούσε στην τηλεφωνική κλήση ο κατηγορούμενος 4 (στον αριθμό κινητού τηλεφώνου 00905428895122), τότε η τηλεφωνική αυτή κλήση θα μεταβιβαζόταν στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου 3, που είχε και αυτός καταχωρισμένο τον εν λόγω αριθμό στο κινητό του τηλέφωνο, κάτω από την αναφορά «Hasan» (βλ. φωτογραφία 10 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 32). Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), μιλούσε με τον κατηγορούμενο 3, στον αριθμό κλήσης
  2. Περί τις αρχές Μαρτίου 2014, ο κατηγορούμενος 4 τηλεφώνησε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και του ζήτησε να τον βοηθήσει για μια δουλειά που ήθελε να κάνει. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), τον ρώτησε για τις λεπτομέρειες της δουλειάς αυτής. Ο κατηγορούμενος 4, του είπε πως τον ήθελε να του εξεύρει ένα άτομο για να μεταβεί στο εξωτερικό με σκοπό να εισαγάγει κοκαΐνη στην Κύπρο για λογαριασμό του (κατηγορούμενου 4) και πως η αμοιβή του ατόμου αυτού (για το εν λόγω εγχείρημα), θα ήταν ποσό ύψους €5.000, πλέον €2.000, για τα έξοδα του ταξιδιού (συν τα αεροπορικά εισιτήρια). Ως αντάλλαγμα για τη μεσολάβηση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ο κατηγορούμενος 4 υποσχέθηκε στον τελευταίο, δικαίωμα σε ένα μικρό μέρος των ναρκωτικών, κάτι όμως που ο μάρτυς ουδέποτε διεκδίκησε. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), δεσμεύθηκε προς τον κατηγορούμενο 4, πως θα προσπαθούσε να του βρει το άτομο που θα εκτελούσε την αποστολή. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), σκέφτηκε να προτείνει στον κατηγορούμενο 4, τον Χρήστο Κωτσάκη (που στο μεταξύ είχε αποφυλακιστεί) και από τον οποίον ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), απαιτούσε επανειλημμένως την επιστροφή των λεφτών που είχε πληρώσει στην οικογένεια του για όσο καιρό ο Χρήστος Κωτσάκης ήταν φυλακισμένος (γύρω στα €1.500), σκεπτόμενος (ο Ρένος Ζερταλής [ΜΚ2]), πως αυτός ήταν και ο μόνος τρόπος για να πάρει πίσω τα λεφτά του από τον Χρήστο Κωτσάκη. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Χρήστο Κωτσάκη και του εξήγησε την προτεινόμενη αποστολή και τη χρηματική αντιπαροχή που τη συνόδευε, δίχως όμως σε εκείνο το στάδιο να του αποκαλύπτει την ταυτότητα του κατηγορουμένου
  3. Ο Χρήστος Κωτσάκης ζήτησε λίγο χρόνο για να σκεφτεί την πρόταση και δύο-τρεις μέρες μετά, του τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο
(99058517)και του είπε πως ήταν σύμφωνος να αναλάβει. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 4 και τον ενημέρωσε για τις εξελίξεις. Ο κατηγορούμενος 4, έδωσε τότε οδηγίες στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), να έρθει σε επαφή με τον κατηγορούμενο 3 και να λάβει από αυτόν καθοδήγηση για το πώς είναι που θα εκτυλισσόταν η επιχείρηση, όπως και έγινε. Ως εκ της παράνομης αυτής συμφωνίας στο πλαίσιο εκτέλεσης του υπό αναφορά κοινού σχεδιασμού (μεταξύ των Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), Χρήστου Κωτσάκη και κατηγορουμένων) και με υφιστάμενη την κοινή μεταξύ τους συναντίληψη προς υλοποίηση της τελικής παράνομης στόχευσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Gour, The Penal Law of India, 11η Έκδ., 2004, Τόμ. 2, σελ. 1134), αλλά και με την απαραίτητη κατά το δίκαιο πρόθεση από έναν έκαστον εξ αυτών (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαζάρου και Άλλου v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633, 670, 671), συντελέστηκε (μεταξύ 1.3.14 και 19.4.14), το κακούργημα της συνωμοσίας από τους κατηγορούμενους 3 και 4, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως οι λεπτομέρειες αδικήματος στην αντίστοιχη κατηγορία
  1. Αυτά που ακολουθούν ως εύρημα, αφορούν (στο βαθμό που τούτο ισχύει), ενέργειες τόσο του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), όσο και των Χρήστου Κωτσάκη και κατηγορουμένων 3 και 4 και καθάπτονται (με την απαραίτητη πάντοτε πρόθεση από τον καθένα από αυτούς), του κακουργήματος της συνωμοσίας, αλλά (σε σχέση με τους κατηγορούμενους) και με τα υπόλοιπα αδικήματα στο κατηγορητήριο, βάσει των προνοιών του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δοσμένου ότι - όπως εξάγεται από το σύνολο των ευρημάτων μας - οι εγκληματικές ενέργειες που συνθέτουν τις υπόλοιπες κατηγορίες στο κατηγορητήριο γίνονταν με την παρακίνηση, συμβουλή, έγκριση και προαγωγή των Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2) και Χρήστου Κωτσάκη από τους κατηγορούμενους 3 και
  2. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο 3 (στον αριθμό κλήσης 99185658) και έλαβε οδηγίες να τον εφοδιάσει με το διαβατήριο τού Χρήστου Κωτσάκη ώστε (ο κατηγορούμενος 3), να μπορέσει να εκδώσει τα απαραίτητα αεροπορικά εισιτήρια στο όνομα του Χρήστου Κωτσάκη. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), μετέβη την ίδια μέρα στην οικία του Χρήστου Κωτσάκη (στην οδό Κεφαλονιάς 2, στην Ανθούπολη) και παρέλαβε από αυτόν το διαβατήριο, το οποίο και έδωσε ακολούθως στον κατηγορούμενο 3, σε συνάντηση που είχαν μεταξύ τους στη Λεμεσό, στο κέντρο Καραμέλα. Την επομένη, ο κατηγορούμενος 3 τηλεφώνησε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και συμφώνησαν μεταξύ τους να συναντηθούν στο εν λόγω κέντρο. Κατά τη συνάντηση, ο κατηγορούμενος 3, παρέδωσε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) το διαβατήριο του Χρήστου Κωτσάκη μαζί με τα αεροπορικά εισιτήρια. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος 3 έδωσε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), ένα σημείωμα επί του οποίου αναγραφόταν το αεροπορικό δρομολόγιο που θα ακολουθούσε ο Χρήστος Κωτσάκης και ένα ποσό ύψους €1.500 σε μετρητά, για να τα δώσει στον τελευταίο για τους σκοπούς του ταξιδιού. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), συναντήθηκε στην οικία του την ίδια μέρα με τον Χρήστο Κωτσάκη (στην οδό Αναξαγόρου 5, στη Λακατάμεια) και του έδωσε τα εισιτήρια και το διαβατήριο. Ο Χρήστος Κωτσάκης διαπίστωσε τότε (ως είπε), πως το διαβατήριο του ήταν ληγμένο. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 και του ανέφερε το γεγονός, με τον τελευταίο να του δίνει οδηγίες να επιστρέψει τα αεροπορικά εισιτήρια (στον κατηγορούμενο 3). Όπερ και εγένετο. Μετά από αυτό, ο κατηγορούμενος 3 έδωσε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), αεροπορικά εισιτήρια στο όνομα του Χρήστου Κωτσάκη, ώστε ο τελευταίος να μπορέσει να μεταβεί στην Ελλάδα για να ανανεώσει το διαβατήριο του. Μετά από τρεις περίπου μέρες και ενώ ο Χρήστος Κωτσάκης βρισκόταν στην Ελλάδα (όπως ισχυρίστηκε), ο τελευταίος τηλεφώνησε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και του είπε πως για να ανανεωθεί το διαβατήριο του χρειάζονταν μερικές μέρες και ότι θα μπορούσε, αντ΄ αυτού, να το ανανεώσει στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Κύπρο. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 και τον πληροφόρησε για τα καθέκαστα. Ο τελευταίος έδωσε οδηγίες στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), να πει στον Χρήστο Κωτσάκη πως θα έπρεπε να επιστρέψει στην Κύπρο και να ανανεώσει το διαβατήριο του στην Πρεσβεία της Ελλάδας. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), έδωσε στον Χρήστο Κωτσάκη τις σχετικές οδηγίες και μετά από δύο περίπου μέρες, τούτος (όπως είπε στον Ρένο Ζερταλή [ΜΚ2]), επέστρεψε στην Κύπρο. Σε κάποια στιγμή, ο Χρήστος Κωτσάκης τηλεφώνησε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και του είπε πως για να ανανεωθεί το διαβατήριο χρειάζονταν 30 μέρες. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 και τον ενημέρωσε σχετικώς. Ο κατηγορούμενος 3 έδωσε οδηγίες στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), να πει στον Χρήστο Κωτσάκη να επιστρέψει στην Ελλάδα και να ανανεώσει το διαβατήριο του εκεί, διότι (όπως τους είχε διαβεβαιώσει ο τελευταίος), εάν μετέβαινε στην Ελλάδα θα μπορούσε να ανανεώσει το διαβατήριο του εντός πέντε ημερών. Επειδή τα έξοδα του ταξιδιού προς την Ελλάδα θα τα επωμιζόταν ο Χρήστος Κωτσάκης, ο τελευταίος πρότεινε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), να του δανείσει €700, με την προϋπόθεση πως όταν (ο Χρήστος Κωτσάκης) θα εισέπραττε το ποσό των €5.000 (ως αμοιβή για τη μεταφορά των ναρκωτικών στην Κύπρο), θα του επέστρεφε το ποσό των €
  3. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), συναίνεσε. Μετά πάροδο μιας περίπου εβδομάδας, ο Χρήστος Κωτσάκης τηλεφώνησε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και διευθέτησαν συνάντηση έξω από την οικία του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2). Εκεί, ο Χρήστος Κωτσάκης έδειξε προς τον μάρτυρα το ανανεωμένο του διαβατήριο. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 3 και του είπε πως ο Χρήστος Κωτσάκης ανανέωσε το διαβατήριο του και πως, αν έτσι επιθυμούσε (ο κατηγορούμενος 3), ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), ήταν πρόθυμος να του παραδώσει το διαβατήριο του Χρήστου Κωτσάκη στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 3, είπε προς τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), πως τούτο δεν θα χρειαζόταν να γίνει επειδή κατείχε ήδη τα στοιχεία του Χρήστου Κωτσάκη από την προηγούμενη φορά. Την επόμενη μέρα, ο κατηγορούμενος 3 τηλεφώνησε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και του έδωσε οδηγίες να μεταβεί στη Λεμεσό για να συναντηθούν στο κέντρο Καραμέλα. Έτσι και έγινε. Εκεί, ο κατηγορούμενος 3 έδωσε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) τα αεροπορικά εισιτήρια, με δρομολόγιο Λάρνακα - Λονδίνο - Βραζιλία (Σάο Πάολο) - Λονδίνο - Λάρνακα, με ημερομηνία επιστροφής τη 16.4.14 (βλ. Τεκμήριο 38). Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), αφού πήρε τα εισιτήρια, πήγε στην οικία του και τηλεφώνησε από εκεί στον Χρήστο Κωτσάκη ο οποίος μετέβη στην οικία του μάρτυρα και παρέλαβε τα αεροπορικά εισιτήρια καθώς και ποσό €2.
  4. Το ποσό αυτό, αποτελούσε το άθροισμα του ποσού των €1.500, που είχε δώσει στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) ο κατηγορούμενος 3 και ενός άλλου ποσού ύψους €500, που επίσης είχε δώσει στον μάρτυρα ο κατηγορούμενος 3 για το σκοπό αυτό, σε συνάντηση που είχαν μεταξύ τους (Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) και κατηγορούμενος 3) στην έξοδο του Κόρνου. Ο Χρήστος Κωτσάκης δεν αποδέχθηκε το ποσό των €2.000, με συνεπόμενο ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), να του δώσει (από την τσέπη του), ένα επιπρόσθετο ποσό €500, έχοντας πρώτα συνεννοηθεί σχετικώς με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος ανέλαβε να αποζημιώσει τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), με το ισόποσο. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), αυτή τη φορά έδωσε στον Χρήστο Κωτσάκη - μετά από οδηγίες του κατηγορούμενου 3 - τον τουρκικό αριθμό κινητού τηλεφώνου 00905428895122, για τις αναγκαίες συνεννοήσεις. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), είπε στον Χρήστο Κωτσάκη πως απ΄ εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να ξαναμιλήσουν μεταξύ τους στο τηλέφωνο και πως για ό,τι χρειαζόταν (ή επιθυμούσε), θα έπρεπε να επικοινωνεί με τον τούρκικο αριθμό κινητού τηλεφώνου που μόλις του είχε δώσει. Όντως, ο Χρήστος Κωτσάκης δεν μίλησε ξανά με τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), εκτός από μια φορά όταν ο Χρήστος Κωτσάκης βρισκόταν στην Αγγλία (όπως του είχε πει), με τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) να του επαναλαμβάνει πως δεν επιθυμούσε πλέον να έχουν μεταξύ τους οποιαδήποτε επικοινωνία. Στις 15.4.14 και ώρα 13:11, ο κατηγορούμενος 3 (δίνοντας ως τηλέφωνο επικοινωνίας τον αριθμό κινητού τηλεφώνου 99185658), απέστειλε προς τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), με την εταιρεία ταχυμεταφορών Gap Akis Express, ποσό €500 σε μετρητά στο όνομα του τελευταίου (δίνοντας ως τηλέφωνο επικοινωνίας του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), τον αριθμό κινητού τηλεφώνου 96747588). Τον κάλεσε να μεταβεί στα γραφεία της εν λόγω εταιρείας στην Έγκωμη για να παραλάβει τα λεφτά και ακολούθως να τα μεταφέρει στην σύζυγο του Χρήστου Κωτσάκη, όπως και έγινε. Στις 18.4.14 και ενόσω ο Χρήστος Κωτσάκης βρισκόταν στην Αίγυπτο, ο κατηγορούμενος 3, του απέστειλε μέσω της Western Union, χρηματικό έμβασμα ύψους €180.91, ως αναφέρεται στα Τεκμήρια 5 και
  5. Ο λόγος που αναφέρεται στο Τεκμήριο 29 το όνομα της Αγγέλας Γιάννου ως αποστολέα είναι διότι τούτη εργάζεται ως υπάλληλος σε γραφείο της Western Union. Στις 18.4.14, την επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος 3 και της ζήτησε να στείλει λεφτά στον Χρήστο Κωτσάκη στην Αίγυπτο, δεν είχε όμως μαζί του το δελτίο ταυτότητας του, με αποτέλεσμα η Αγγέλα Γιάννου να του πει πως δεν μπορούσε να αποστείλει τα χρήματα. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος 3, επικοινώνησε με τον ιδιοκτήτη του γραφείου της Western Union και του εξήγησε τις περιστάσεις, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να δώσει οδηγίες στην Αγγέλα Γιάννου να αποστείλει στον Χρήστο Κωτσάκη (κατ΄ εξαίρεσιν), τα χρήματα στο δικό της όνομα, προς όφελος και εκ μέρους του κατηγορούμενου
  6. Το βράδυ της 19.4.14 (στις 20:47:17), ο κατηγορούμενος 3 τηλεφώνησε (από το κινητό τηλέφωνο 99185658), στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) - σε ένα από τα πολλά κινητά τηλέφωνα που κατείχε ο τελευταίος
(99694749)- ρωτώντας τον εάν είχε νέα περί του Χρήστου Κωτσάκη επειδή, κανονικώς εχόντων των πραγμάτων, ο τελευταίος θα έπρεπε να είχε ήδη φθάσει στην Κύπρο (μια και για λόγους άγνωστους στον Ρένο Ζερταλή [ΜΚ2], ο Χρήστος Κωτσάκης είχε τροποποιήσει την προκαθορισμένη ημερομηνία επιστροφής του από 16.4.14 σε 19.4.14, μέσω Καΐρου [βλ. Τεκμήριο 37]). Για την αλλαγή αυτή του δρομολογίου και της ημερομηνίας άφιξης του Χρήστου Κωτσάκη, είχε πληροφορήσει σχετικώς τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), ο κατηγορούμενος 3. Ο τελευταίος, παρακάλεσε τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), να επικοινωνήσει με την σύζυγο του Χρήστου Κωτσάκη και να την ρωτήσει εάν είχε νέα του και για το αν ο σύζυγος της έφθασε στην Κύπρο. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), τηλεφώνησε στην σύζυγο του Χρήστου Κωτσάκη ρωτώντας την τα σχετικά, με αυτήν όμως να του λέει πως δεν γνώριζε πού ήταν ο Χρήστος Κωτσάκης γιατί το τηλέφωνο του ήταν κλειστό. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 3 και του μετέφερε την πληροφόρηση. Μετά από λίγο, ο κατηγορούμενος 3 τηλεφώνησε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και του είπε πως ο Χρήστος Κωτσάκης είχε επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο 4, τον οποίον και πληροφόρησε πως είχε φθάσει στην Κύπρο. Παρενθέτουμε, πως τη δήλωση αυτή του κατηγορούμενου 3 προς τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) σε σχέση με το περιεχόμενο της φερόμενης συνομιλίας μεταξύ Χρήστου Κωτσάκη και κατηγορούμενου 4 - και τούτο ισχύει σε κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση με την οποία ενασχολούμαστε στην παρούσα - δεν την αποδεχθήκαμε για την αλήθεια του περιεχομένου της αλλά ως επεξηγηματική της προκύψασας κατάστασης σκέψης του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2) και των επέκεινα συναρτώμενων με τα επίδικα θέματα ενεργειών του (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v Davis
(1998)Crim LR 659, Ratten v R
(1971)3 All ER 801, Subramaniam v Public Prosecutor
(1956)1 WLR 965). Ξαναγυρίζουμε στη σειρά των γεγονότων για να πούμε πως ο κατηγορούμενος 3, έδωσε τότε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και ένα αριθμό κινητού τηλεφώνου με αριθμό κλήσης 99118145, πληροφορώντας τον πως ήταν ο αριθμός κινητού τηλεφώνου του Χρήστου Κωτσάκη και ότι ο μάρτυς θα έπρεπε να τηλεφωνήσει στον Χρήστο Κωτσάκη και να τον ρωτήσει αν όλα ήσαν καλά αλλά και για να μεριμνήσει να του δοθούν τα λεφτά της αμοιβής. Πράγματι, ο Χρήστος Κωτσάκης αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας από το Κάιρο την 19.4.14 και ώρα 19:05 (βλ. Τεκμήριο 37). Περί η ώρα 19:30, ο Χρήστος Κωτσάκης αφού παρέλαβε μια μεγάλη ταξιδιωτική αποσκευή από τον ιμάντα παραλαβής αποσκευών, κατευθύνθηκε προς την έξοδο με τη σήμανση «ΟΥΔΕΝ ΠΡΟΣ ΔΗΛΩΣΗ», η οποία ελέγχεται από το Τελωνείο. Με υπόδειξη μελών της ΥΚΑΝ, ο Χρήστος Κωτσάκης ανακόπηκε από Τελωνειακούς Λειτουργούς για έλεγχο. Κατά την έρευνα που διενεργήθηκε στην αποσκευή του, βρέθηκαν κρυμμένες σε ειδικώς διαμορφωμένη σχισμή στο εσωτερικό της αποσκευής, δύο νάιλον συσκευασίες περιτυλιγμένες με λαδόκολλες οι οποίες περιείχαν την επίδικη κοκαΐνη. Τόσο η αποσκευή όσο και τα ναρκωτικά κατασχέθηκαν ως τεκμήρια και ο Χρήστος Κωτσάκης συνελήφθηκε για τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης εισαγωγής και παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Α΄. Συγκατατέθηκε να συμμετάσχει σε διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης των ναρκωτικών. Για τη διεξαγωγή της ελεγχόμενης παράδοσης, είχαν ακολουθηθεί και ικανοποιηθεί όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και διαδικασίες βάσει του Περί Καταστολής του Εγκλήματος (Ελεγχόμενη Παράδοση και Άλλες Ειδικές Διατάξεις) Νόμου 3(Ι)/95 (βλ. Τεκμήριο 42 [1]-[2]), με τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να ειδοποιείται προσηκόντως περί της απόφασης για ελεγχόμενη παράδοση, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 6
(3)του υπό αναφορά νομοθετήματος. Κατά τη διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης, ο αστυφύλακας Ανδρέας Ιακώβου (ΜΚ3 στο κατηγορητήριο), έχοντας ενημερωθεί σχετικώς από τον υπεύθυνο της αποστολής Υπαστυνόμο Μάριο Παπαευριβιάδη, ανέλαβε να μεταφέρει τον Χρήστο Κωτσάκη μαζί με την αποσκευή του στη Λευκωσία όπου και θα επιχειρείτο η παράδοση των ναρκωτικών στον παραλήπτη. Ο αστυφύλακας Ανδρέας Ιακώβου μαζί με τον αστυφύλακα Σάββα Θεοδοσίου (ΜΚ4 στο κατηγορητήριο), εισήλθαν σε υπηρεσιακό όχημα μαζί με τον Χρήστο Κωτσάκη και την αποσκευή του (εντός της οποίας τοποθετήθηκαν προηγουμένως ομοιώματα ναρκωτικών, σε αντικατάσταση της εντοπισθείσας κοκαΐνης). Οδηγός, ήταν ο αστυφύλακας Ανδρέας Ιακώβου. Κατά τη διαδρομή προς Λευκωσία, ο Χρήστος Κωτσάκης - χρησιμοποιώντας τηλέφωνο με κάρτα κινητής τηλεφωνίας (με αριθμό κλήσης 99118145), την οποία είχε αγοράσει από περίπτερο στο Αεροδρόμιο Λάρνακας τη συνοδεία του αστυφύλακα Σάββα Θεοδοσίου (βλ. Τεκμήριο 6) - επικοινώνησε τηλεφωνικώς με κάποιο πρόσωπο (στον αριθμό κλήσης 00905428895122) και του ανέφερε ότι όλα πήγαν καλά και πως βρίσκεται στη Λευκωσία. Μετά από αυτό, ο Χρήστος Κωτσάκης έκλεισε το τηλέφωνο και είπε στους δύο αστυφύλακες (εντός του υπηρεσιακού οχήματος), πως το άγνωστο πρόσωπο θα επικοινωνούσε μαζί του σε λίγο. Μετέβησαν στην οδό Αντιστάσεως στα Λατσιά, με σκοπό ο Χρήστος Κωτσάκης να παραλάβει το ιδιωτικό του όχημα (με αριθμούς εγγραφής ΕΧΝ173). Αφού ο Χρήστος Κωτσάκης κατέβηκε από το υπηρεσιακό όχημα μαζί με τον αστυφύλακα Σάββα Θεοδοσίου και πήρε την αποσκευή με τα ομοιώματα των ναρκωτικών, την τοποθέτησε στο χώρο αποσκευών του οχήματος του, παραλαμβάνοντας προηγουμένως τα κλειδιά από την φιλενάδα του με την οποία είχε συνεννοηθεί τηλεφωνικώς από πριν. Ο αστυφύλακας Ανδρέας Ιακώβου αποχώρησε από το μέρος και ο αστυφύλακας Σάββας Θεοδοσίου (μαζί με τον Χρήστο Κωτσάκη), εισήλθαν στο όχημα του τελευταίου. Ξεκίνησαν για το σημείο παράδοσης των ναρκωτικών - όπως τους το απεκάλυψε ο Χρήστος Κωτσάκης (και το οποίο ήταν το Πολυδύναμο Κέντρο Λακατάμειας στη Λευκωσία) - με οδηγό τον Χρήστο Κωτσάκη και συνοδηγό τον αστυφύλακα Σάββα Θεοδοσίου. Στην πορεία, ο Χρήστος Κωτσάκης δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), στον αριθμό κλήσης
  1. Ο Χρήστος Κωτσάκης απάντησε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), ότι όλα ήσαν καλά και πως για να τους δώσει την αποσκευή με τα ναρκωτικά ήθελε να πληρωθεί με ολόκληρο το συμφωνηθέν ποσό των €5.
  2. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), του είπε πως θα του τηλεφωνούσε λίγο αργότερα και έκλεισαν το τηλέφωνο. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), ενημέρωσε για την εξέλιξη αυτή τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος του είπε να μεταβεί στη Λεμεσό για να πάρει το ποσό των €1.000, και να το δώσει στον Χρήστο Κωτσάκη. Ας μη ξεχνούμε - και το παρεμβάλλουμε ως υπενθύμιση - πως ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), δεν γνώριζε από πριν ότι ο Χρήστος Κωτσάκης θα αφικνείτο στην Κύπρο από το Κάιρο στις 19.4.14, επειδή κανένας δεν τον είχε πληροφορήσει περί τούτου εγκαίρως. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) και ο κατηγορούμενος 3, συμφώνησαν να συναντηθούν στη Χοιροκοιτία διότι ο μάρτυς δεν ήθελε να μεταβεί στη Λεμεσό. Εκεί (σε προκαθορισμένο χώρο), ο κατηγορούμενος 3 έδωσε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), το ποσό των €1.000, για να τα δώσει στον Χρήστο Κωτσάκη. Ο κατηγορούμενος 3, είπε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), πως θα έστελνε κάποιο άτομο από τη Λεμεσό στη Λευκωσία για να παραλάβει την αποσκευή με τα ναρκωτικά. Στη συνέχεια, ο Χρήστος Κωτσάκης δέχθηκε τηλεφώνημα από άγνωστο πρόσωπο (από τον αριθμό τηλεφώνου 00905428895122). Το πρόσωπο αυτό τού είπε πως θα τον πλήρωναν μόνο με ποσό €1.000 και όχι με το σύνολο της αμοιβής που είχαν συμφωνήσει και πως το υπόλοιπο θα του καταβαλλόταν την επομένη, όταν θα τους παρέδιδε τα ναρκωτικά. Ο Χρήστος Κωτσάκης δεν δέχθηκε. Το άγνωστο πρόσωπο επέμενε γιατί, όπως του είπε, ήθελε πρώτα να ελέγξει την ποιότητα των ναρκωτικών. Τερμάτισαν τη συνομιλία, με το άγνωστο πρόσωπο να λέγει στον Χρήστο Κωτσάκη πως θα του τηλεφωνούσε σε λίγο. Ακολούθως, ο Χρήστος Κωτσάκης δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), στον αριθμό κλήσης
  3. Είπε στον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), πως θα δεχόταν το ποσό των €1.000, αρκεί η αποσκευή με τα ναρκωτικά να παραδιδόταν το ίδιο βράδυ διότι αν την έπαιρνε στην οικία του θα την ερευνούσε η σύζυγος του και θα του δημιουργούνταν αυτονόητα προβλήματα. Στην εξέλιξη των πραγμάτων, ο αστυφύλακας Σάββας Θεοδοσίου μαζί με τον Χρήστο Κωτσάκη κατέφθασαν στο Πολυδύναμο Κέντρο Λακατάμειας. Ο Χρήστος Κωτσάκης επικοινώνησε με τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και του ανέφερε ότι βρίσκονταν εκεί. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), τον πληροφόρησε πως η παράδοση των ναρκωτικών δεν θα γινόταν εκεί (όπως είχε σχεδιαστεί αρχικώς), αλλά σε καραβάνι κοντά στην οικία του μάρτυρα. Ο Χρήστος Κωτσάκης τού ανέφερε πως δεν μπορούσε να μεταβεί στο συγκεκριμένο σημείο επειδή είχε χαλάσει το αυτοκίνητο του και δεν ξεκινούσε, ωστόσο ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), επέμενε να γίνει η παράδοση κατά τον τρόπο που του είχε πει, καλώντας τον να ειδοποιήσει ταξί αν χρειαζόταν για να τον μεταφέρει. Η επιμονή του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), για παράδοση της αποσκευής με τα ναρκωτικά στην περιοχή του καραβανιού, οφειλόταν στο ότι το πρόσωπο που θα παραλάμβανε τα ναρκωτικά (εκ μέρους των κατηγορουμένων 3 και 4), δεν γνώριζε πώς να φθάσει στο Πολυδύναμο Κέντρο Υγείας στη Λακατάμεια. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), θα συνεννοείτο με το πρόσωπο αυτό τηλεφωνικώς και θα το καθοδηγούσε προς τη συγκεκριμένη περιοχή του καραβανιού, που ήταν και εύκολα προσβάσιμη. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), είπε στον Χρήστο Κωτσάκη πως θα πήγαινε να βρει τον τελευταίο εκεί που βρισκόταν στο Πολυδύναμο Κέντρο Λακατάμειας. Ο αστυφύλακας Σάββας Θεοδοσίου, έχοντας πληροφορηθεί από τον Χρήστο Κωτσάκη για το περιεχόμενο της συνομιλίας του με τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και την επικείμενη άφιξη του στο χώρο, εξήλθε του οχήματος και κρύφτηκε σε κοντινό σημείο, έχοντας συνεχώς οπτική επαφή με τον Χρήστο Κωτσάκη και το όχημα. Εντός ολίγων λεπτών, κατέφθασε στο μέρος ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) με το όχημα KVD852, σταματώντας δίπλα από το όχημα του Χρήστου Κωτσάκη. Όταν το όχημα KVD852 αναχώρησε, ο Σάββας Θεοδοσίου ρώτησε τον Χρήστο Κωτσάκη ποιο ήταν το άτομο με το οποίο είχε μιλήσει. Του ανέφερε πως ήταν ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2) και πως ο τελευταίος τού είπε να χρησιμοποιήσει ταξί για να μεταβεί στο καραβάνι ώστε να γίνει εκεί η παράδοση των ναρκωτικών. Μετέπειτα, έφθασε στο χώρο και ο αστυφύλακας Ανδρέας Ιακώβου, ο οποίος παρέλαβε τον Χρήστο Κωτσάκη με την αποσκευή του και αποχώρησαν από το μέρος για να κατευθυνθούν προς το σημείο παράδοσης των ναρκωτικών. Το ίδιο, έπραξαν και οι αστυφύλακες Σάββας Θεοδοσίου και Βαρνάβας Ζαβρός (ΜΚ5 στο κατηγορητήριο). Εν τω μεταξύ, ο αστυφύλακας Ανδρέας Ιακώβου μαζί με τον Χρήστο Κωτσάκη, έφθασαν στην οδό Ισοκράτους στη Λακατάμεια. Ο αστυφύλακας Ανδρέας Ιακώβου σταμάτησε το όχημα και ο Χρήστος Κωτσάκης επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), ο οποίος του είπε να κατευθυνθεί προς το χώρο που ήταν σταθμευμένος επί της ιδίας οδού, σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από εκεί που βρίσκονταν οι δύο άντρες. Ταυτοχρόνως, τους αναβόσβησε και τα φώτα. Ξεκίνησαν και πήγαν δίπλα από το όχημα KVD
  4. Εκεί στεκόταν ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), ο οποίος πλησίασε το παράθυρο του συνοδηγού και έδωσε στον Χρήστο Κωτσάκη (σε σχέση με την επίδικη εισαγωγή και διακίνηση κοκαΐνης), δέσμη από χαρτονομίσματα (συμποσούμενα σε €1.000), λέγοντας του «Έλα τα λεφτά σου». Ακολούθως, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), πήγε στο πίσω μέρος του υπηρεσιακού οχήματος για να παραλάβει την αποσκευή. Ο αστυφύλακας Ανδρέας Ιακώβου κατέβηκε από το όχημα και άνοιξε το χώρο αποσκευών, με τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) να παραλαμβάνει την αποσκευή - χωρίς να γνωρίζει περί των ομοιωμάτων και νομιζόμενος πως περιεχόταν εκεί η επίδικη κοκαΐνη - και να αρχίσει να κατευθύνεται προς το όχημα του, με σκοπό να εναποθέσει την αποσκευή στο έδαφος (σε κάποιο σημείο), για να την παραλάβει αργότερα (και μετά από τηλεφωνική συνεννόηση μαζί του), το άτομο που θα κατέφθανε για το σκοπό αυτό εκ μέρους των κατηγορουμένων. Ο αστυφύλακας Ανδρέας Ιακώβου ενημέρωσε αμέσως τους συναδέλφους του που καραδοκούσαν στην περιοχή, πως ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), είχε παραλάβει την αποσκευή. Διέταξε έφοδο και αυθωρί κατέφθασαν στο μέρος τα υπό αναφορά μέλη της ΥΚΑΝ. Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), πέταξε την αποσκευή στο έδαφος και ακολούθησε η σύλληψη του για τα αυτόφωρα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Α΄ και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξης Α΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Όταν του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης και του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο από τον Βαρνάβα Ζαβρό, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), απάντησε «έσιεσα πάνω μου». Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), ανέφερε επιτόπου πως ήθελε να μιλήσει προσωπικώς με τον Υποδιοικητή της ΥΚΑΝ Πανίκο Σταύρου (ΜΚ4), κάτι που έγινε αμέσως. Όταν ο Πανίκος Σταύρου (ΜΚ4), ρώτησε τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), τι είναι εκείνο που ήθελε να του πει, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), του δήλωσε πως πίσω από την υπόθεση των ναρκωτικών που αποκαλύφθηκε τη στιγμή εκείνη, ήσαν οι κατηγορούμενοι 3 και 4, δηλαδή (όπως είπε ο μάρτυς στον Πανίκο Σταύρου [ΜΚ4]) «. ο Αθηνής ο γέρος που είναι στις φυλακές και ο αδελφότεκνος του Ανδρέας». Ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), του εξήγησε πέρα από αυτό και συνοπτικώς τι είναι που είχε συμβεί για να οδηγηθούν τα πράγματα μέχρι εκεί. Στις 19.4.14 και ώρα 23:35, κατά την έρευνα που έγινε στον Χρήστο Κωτσάκη, τούτος παρέδωσε το ποσό των €1.000, που είχε παραλάβει λίγο προηγουμένως από τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2) και επί των οποίων δεν ανιχνεύθηκε γενετικό υλικό. Οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας το οποίο στις 20.4.14, διέταξε την κράτηση τους για περίοδο οκτώ ημερών. Στις 27.4.14 και περί ώρα 02:45, άγνωστοι έριξαν χειροβομβίδα στην οικία του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2). Η χειροβομβίδα εξερράγη, με αποτέλεσμα το θρυμματισμό γυαλιών της κατοικίας στην οποία, τη στιγμή εκείνη, βρίσκονταν η σύζυγος του μάρτυρα και η θυγατέρα του, με την περόνη ασφαλείας της χειροβομβίδας να ανευρίσκεται στην αυλή της κατοικίας. Στις 28.4.14, οι δύο ύποπτοι οδηγήθηκαν άλλη μια φορά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και ανανεώθηκε η προσωποκράτηση τους για περίοδο οκτώ ημερών. Στο μεσοδιάστημα, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), ανέφερε στους ανακριτές πως δεν επιθυμούσε να πει οτιδήποτε σε σχέση με την υπόθεση και ότι ήθελε ακόμη λίγο χρόνο για να σκεφτεί. Την ίδια μέρα (28.4.14), λήφθηκε από τον Ρένο Ζερταλή (ΜΚ2), ανακριτική κατάθεση, μετά το πέρας της οποίας ο τελευταίος δεν την υπέγραψε αναφέροντας πως ήθελε να μιλήσει με τον δικηγόρο του για κάποια θέματα που τον απασχολούσαν. Την 1.5.14, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), διάβασε πάλι τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της, την υπέγραψε. Στις 30.4.14, ο δικηγόρος του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), ειδοποίησε τους ανακριτές πως ο πελάτης του ήταν έτοιμος να μιλήσει. Ακολούθησε η γραπτή κατάθεση του Ρένου Ζερταλή (ΜΚ2), προς τους ανακριτές (ως το Έγγραφο Α). Οι κατηγορούμενοι συνελήφθησαν στις 3.5.14, δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης και αμέσως μετά τη σύλληψη τους, τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα που είχαν με βάση το νόμο. Λήφθηκε από τους κατηγορούμενους ανακριτική κατάθεση την ίδια μέρα, ως τα Τεκμήρια 26 (για τον κατηγορούμενο 4) και 27 (για τον κατηγορούμενο 3). Στις 6.5.14, ο Ρένος Ζερταλής (ΜΚ2), ανακρίθηκε γραπτώς, ως η ανακριτική κατάθεση-Έγγραφο Β. Καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους και με γνώση των νομολογιακών αρχών και νομοθετικών προνοιών που παραθέσαμε ανωτέρω (ιδιαίτερα εκείνων του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154), ένας έκαστος των κατηγορουμένων - ο μεν κατηγορούμενος 4, ως ο ιθύνων νους και εμπνευστής του παράνομου επίδικου εγχειρήματος, ο δε κατηγορούμενος 3, ως ο εκτελεστής και συντονιστής των πραγμάτων (δεδομένης της ελευθερίας κινήσεων που είχε μια και δεν ήταν έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές όπως ο κατηγορούμενος 4) - εισήγαγε στην Κύπρο παρανόμως την επίδικη ποσότητα των 2 κιλών και 594 γραμμαρίων κοκαΐνης, κατέχοντας την παρανόμως με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα, με δοσμένο και το ότι (η ποσότητα αυτή των ναρκωτικών Τάξης Α΄), ξεπερνά σε κάθε περίπτωση (και κατά πολύ), την ποσότητα των 10 γραμμαρίων που προβλέπεται στο άρθρο 30Α του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, ως δημιουργούσα τεκμήριο κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Όλα όσα προαναφέραμε και με εμπεδωμένο το περιεχόμενο των άρθρων 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και 30Α και 32 του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, μας οδηγούν αντικειμενικώς στην κατάληξη πως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε εναντίον των κατηγορουμένων και στο απαιτούμενο αποδεικτικό επίπεδο, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της παράνομης εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια των επίδικων ναρκωτικών, ως αντιστοίχως περιγράφεται στις κατηγορίες 1-4 επί του κατηγορητηρίου. Με άλλα λόγια, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως οι κατηγορούμενοι μεταξύ των ημερομηνιών 1.3.14 και 19.4.14, συνωμότησαν με τον τρόπο που αποφανθήκαμε, να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή την παράνομη εισαγωγή στην Κύπρο 2 κιλών και 594 γραμμαρίων κοκαΐνης (βλ. Κατηγορία 1) και ότι στις 19.4.14 στο Αεροδρόμιο Λάρνακας εισήγαγαν την υπό αναφορά ποσότητα κοκαΐνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (βλ. Κατηγορία 2), κατέχοντας την παρανόμως (βλ. Κατηγορία 3), με σκοπό την παράνομη προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα (βλ. Κατηγορία 4). Εν κατακλείδι. Ο κατηγορούμενος 3 (Ανδρέας Αλεξάνδρου), καταδικάζεται στην κάθε μια από τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4, ως το κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος 4 (Σωτήρης Αθηνής), καταδικάζεται στην κάθε μια από τις κατηγορίες 1, 2, 3 και 4, ως το κατηγορητήριο. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.