← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7931/12, 16/1/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 7931/12, 16/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7931/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16.01.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κα Α. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις κατηγορίες κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς κατά παράβαση των άρθρων 255, 264 και 20 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 336, 339 και 20 του Κεφ.154 (τρίτη κατηγορία) και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Κεφ.154 (τέταρτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 31.01.08 και 08.02.08 μαζί με τον Ανδρέα Χαραλάμπους έκλεψαν την επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας με αριθμό 08-020103 που είχε σταλεί ταχυδρομικώς στον Mohsen Fares στην οδό Θεόδωρου Πέτρου αρ.11 στην Χλώρακα. Περαιτέρω, στις 08.02.08 στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων στην Πάφο ο κατηγορούμενος μαζί με το πιο πάνω πρόσωπο, εν γνώσει τους και δολίως έθεσαν σε κυκλοφορία την προαναφερόμενη επιταγή που ήταν πλαστογραφημένη και αφορούσε το ποσό των €1.485,25 και παρουσιάζοντας την ως γνήσια στον Κώστα Μιχαήλ, υπάλληλο του νυκτερινού κέντρου με την ονομασία 'Σταθμός', απέσπασαν από το εν λόγω άτομο με ψεύτικες παραστάσεις και με σκοπό καταδολίευσης το ποσό των €540,

  1. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, έχουν ως εξής: Στις 19.02.08 προσήλθε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου ο Mohsen Fares (Μ1), ο οποίος κατάγγειλε ότι την 07.02.08 προέβηκε σε γραπτή καταγγελία στο Γραφείο Ευημερίας με την οποία δήλωνε πως ο ίδιος δεν παρέλαβε την επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας με αριθμό 20103 για το ποσό των €1.485,25 με δικαιούχο τον ίδιο η οποία στάλθηκε ταχυδρομικώς στην διεύθυνση του στην οδό Θεοδώρου Πέτρου 11 στην Χλώρακα. Εκεί τον ενημέρωσαν ότι η πιο πάνω επιταγή είχε αποσταλεί την 31.01.
  2. Ακόμη ο Μ1 ανάφερε ότι την 18.02.08 δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Κώστα Μιχαήλ (Μ3), υπάλληλο του νυχτερινού κέντρου με την ονομασία 'ΣΤΑΘΜΟΣ' που βρίσκεται στην λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων στην Κάτω Πάφο, ο οποίος του ανάφερε ότι η πιο πάνω επιταγή κυκλοφόρησε στο πιο πάνω κέντρο από πελάτη για εξόφληση λογαριασμού. Ακολούθως ο Μ1 μετέβηκε στο γραφείο Ευημερίας στην Πάφο όπου ανάφερε το πιο πάνω γεγονός στην Δώρα Ζάγγουλου, λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας (Μ4). Στις 19.02.08 λήφθηκε κατάθεση από τον Μ3, ο οποίος ανάφερε ότι αρχές Φεβρουαρίου 2008 επισκέφθηκαν το πιο πάνω νυχτερινό κέντρο δύο άτομα, ένα εκ των οποίων ήταν ο κατηγορούμενος. Αφού δημιούργησαν λογαριασμό αξίας €300 μετέβηκε στο ταμείο ο κατηγορούμενος ο οποίος του έδωσε για εξόφληση του λογαριασμού την επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 08-20103 για το ποσό των €1.485,25 με δικαιούχο τον Mohsen Fares λέγοντας ότι είναι κάποιου υπαλλήλου του φίλου του, του Ανδρέα Χαραλάμπους, που ήταν το άλλο άτομο που τον συνόδευε. Ο Χαραλάμπους τότε πλαστογράφησε την επίδικη επιταγή θέτοντας την υπογραφή του δικαιούχου στο πίσω μέρος αυτής και ο Μ3 τους έδωσε σε μετρητά το ποσό των €240,00 λέγοντας τους ότι το υπόλοιπο ποσό θα τους το έδινε όταν θα εξαργύρωνε την επιταγή. Ο κατηγορούμενος μαζί με τον Χαραλάμπους έδωσαν την επιταγή στον Μ3 παρουσιάζοντας του την ως γνήσια και δική του Χαραλάμπους ενώ στην πραγματικότητα δικαιούχος ήταν ο Mohsen Fares και στο πίσω μέρος της επιταγής υπήρχε πλαστογραφημένη υπογραφή του δικαιούχου αυτής. Την ίδια μέρα και ώρα 12:15 στην Κάτω Πάφο ο αστυφύλακας 2411 Κ. Τιττώνης (Μ8) παρέλαβε από τον Μ3 την πρωτότυπη πιο πάνω επιταγή με διεύθυνση αποστολής οδός Θεόδωρου Πέτρου αρ.11, Τ.Κ. 8220 Χλώρακα, η οποία είναι η διεύθυνση διαμονής του κατηγορουμένου. Μεταξύ των ημερομηνιών 31.01.08 και 08.02.08 ο κατηγορούμενος έκλεψε την εν λόγω επιταγή που είχε αποσταλεί ταχυδρομικώς στη διεύθυνση του και προοριζόταν να βρεθεί στην κατοχή του αποστολέα Mohsen Fares που ήταν ο δικαιούχος της. Περαιτέρω στις 19.02.08 λήφθηκε κατάθεση από τον Ζήνων Κωστή (Μ2), ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου 'ΣΤΑΘΜΟΣ', ο οποίος ανάφερε ότι περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2008 μετέβηκε στο υποκατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στην οδός Λήδας στην Κάτω Πάφο για να καταθέσει την πιο πάνω επιταγή όπου του ανάφεραν ότι η πληρωμή της επιταγής ανακλήθηκε από τον εκδότη. Επίσης ο Μ2 ανάφερε ότι την επόμενη μέρα τον επισκέφθηκε στο γραφείο ο κατηγορούμενος, ο οποίος του ανάφερε ότι τις επόμενες μέρες θα του έδιδε πίσω το χρηματικό ποσό των €540,00 και θα έπαιρνε πίσω την εν λόγω επιταγή. Την ίδια μέρα και ώρα 14:30 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου η αστυφύλακας 3411 Π. Γιαννακάρη (Μ6) με την βοήθεια της διερμηνέα Κάτιας Αλ Σειχ (Μ5) πήρε δέκα δείγματα γραφής-υπογραφής του Μ1 κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης. Στη συνέχεια αφού η εν λόγω αστυφύλακας συσκεύασε και σφράγισε τα πιο πάνω δείγματα σε χακί φάκελο και έδωσε τα διακριτικά ΓΓ1, η ώρα 18:30 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου τα παρέδωσε στον Μ
  3. Την 21.02.08 και ώρα 08:30 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου ο Μ8 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Χαραλάμπους και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε "Eντάξει". Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 08:35 και 09:07 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου ο Μ8 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Χαραλάμπους αφού πρώτα του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στον νόμο. Στην κατάθεση του, μεταξύ άλλων, ο Χαραλάμπους ανάφερε ότι αφού με τον κατηγορούμενο επισκέφθηκαν το καμπαρέ με την ονομασία 'ΣΤΑΘΜΟΣ' και δημιούργησαν χρέος €300,00 ο κατηγορούμενος του έδωσε την εν λόγω επιταγή υπογραμμένη στην θέση του δικαιούχου και αφού αυτός την υπέγραψε και στο πίσω μέρος αυτής σημείωσε τον αριθμό τηλεφώνου του 99759596, την έδωσαν στον Μ3, ο οποίος τους έδωσε πίσω το χρηματικό ποσό των €240,
  4. Tην 23.02.08 και ώρα 07:50 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου ο Μ8 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο και αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε "Παραδέχομαι". Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 08:00 και 08:22 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου ο Μ8 κατέγραψε θεληματική κατάθεση του κατηγορούμενου αφού του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στον νόμο. Στην θεληματική του κατάθεση ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι θα μεριμνούσε η εν λόγω επιταγή να βρεθεί στην κατοχή του δικαιούχου. Επίσης ανάφερε ότι αρχές Φεβρουαρίου 2008 επισκέφθηκε μαζί με τον Χαραλάμπους το καμπαρέ με την ονομασία 'ΣΤΑΘΜΟΣ' και αφού μαζί με τον Χαραλάμπους δημιούργησαν χρέος €300,00 έδωσε την πιο πάνω επιταγή στον Χαραλάμπους αφού του ανάφερε ότι η εν λόγω επιταγή πήγε κατά λάθος στην διεύθυνση του, για να την δώσει στον Μ
  5. Το δε ποσό που τους έδωσε ο Μ3 το μοίρασαν μεταξύ τους. Ακόμη ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι είχε επικοινωνήσει τόσο με τον Μ3 όσο και τον Μ2 στους οποίους είπε ότι θα τους επέστρεφε τα χρήματα τους. Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας και συγκεκριμένα μεταξύ των ωρών 08:42 και 08:50 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Πάφου ο Μ8 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε "Παραδέχομαι και απολογούμαι". Ολοκληρώνοντας το ιστορικό των γεγονότων ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Χαραλάμπους ήταν κατηγορούμενοι στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 15734/
  6. Το Δικαστήριο επέβαλε ποινές στον Χαραλάμπους για τα αδικήματα της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο εναντίον του είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης και επειδή υπήρχε αδυναμία εντοπισμού του και εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης έτσι ώστε να οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου αναστάληκε στις 19.01.
  7. Ακολούθως εναντίον του κατηγορουμένου καταχωρήθηκε εκ νέου η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 3655/11 αλλά παρόλο ότι το κατηγορητήριο του επιδόθηκε στις 20.09.11 ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο. Εκδόθηκε και στην υπόθεση αυτή ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου αλλά επειδή ούτε και εκεί μπορούσε να εντοπιστεί και να εκτελεστεί το ένταλμα σύλληψης έτσι ώστε να οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου και πάλι αναστάληκε, αυτή τη φορά στις 20.01.
  8. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 21.05.12 καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Καταλήγοντας, ο κύριος Συμεού ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Παράλληλα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την κατάσχεση όλων των τεκμηρίων της υπόθεσης. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 55 ετών, νυμφευμένος, πατέρας μίας θυγατέρας ηλικίας 8 ετών από το δεύτερο γάμο του και 3 ενήλικων υιών ηλικίας 21, 30 και 32 ετών αντίστοιχα από τον πρώτο γάμο του. Ο κατηγορούμενος είναι άνεργος και λήπτης δημοσίου βοηθήματος ενώ η νυν σύζυγος του είναι ψυχικά ασθενής. Ο κατηγορούμενος διαμένει με την οικογένεια του σε κατοικία 3 υπνοδωματίων και λοιπών βοηθητικών χώρων με τον εξοπλισμό και την επίπλωση της οικίας να καλύπτουν τις ανάγκες της οικογένειας. Τα μηνιαία εισοδήματα του κατηγορουμένου ανέρχονται σε €822,00 που είναι δημόσιο βοήθημα καθώς και σε €39,58 που είναι επίδομα τέκνου. Δεν σημειώνεται να υπάρχει κινητή ή ακίνητη περιουσία εις το όνομα του κατηγορουμένου ενώ αναφέρονται χρέη ύψους €25.000,00 περίπου στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο κατηγορούμενος είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας του και ανάφερε ότι μεγάλωσε φτωχικά. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας εργάστηκε για 8 χρόνια στις οικοδομές ως υπάλληλος. Από το 1986 μέχρι το 2009 εργάστηκε ως αυτοεργοδοτούμενος οικοδόμος σαν καλουψιής. Το 1997 με 1998 εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα κήρυξης του σε πτώχευση λόγω απλήρωτων χρεών. Τα χρέη που δημιούργησε ο κατηγορούμενος ήταν η αιτία δημιουργίας προβλημάτων στη σχέση του με την πρώτη σύζυγο του την οποία νυμφεύτηκε το έτος 1982 και με την οποία απέκτησε 3 παιδιά. Το έτος 2005 νυμφεύτηκε τη δεύτερη σύζυγο του με την οποία απέκτησε ένα παιδί. Η δεύτερη σύζυγος του πάσχει από κατάθλιψη και άγχος και είναι ανίκανη για εργασία ενώ το ανήλικο παιδί τους πάσχει από ήπια ψυχοκινητική καθυστέρηση. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος απολογείται για την αξιόποινη συμπεριφορά του και επισήμανε στο Δικαστήριο πως είναι λευκού ποινικού μητρώου. Αναφερόμενη στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων η εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι την επόμενη ημέρα ο κατηγορούμενος μαζί με τον Χαραλάμπους επικοινώνησαν με τον Κώστα Μιχαήλ για να τους επιστρέψει την επιταγή και την ίδια στιγμή να του πληρώσουν αυτοί το υπόλοιπο ποσό, πλην όμως ήταν αργά με την πληρωμή αυτής της επιταγής να είχε ανακληθεί από το νόμιμο δικαιούχο της. Ερχόμενη στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, η κυρία Κωνσταντίνου αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας πρόσθεσε ότι για τη διαμονή του πελάτη της με την οικογένεια του στην προαναφερόμενη οικία του καταβάλλεται μηνιαίως ενοίκιο ύψους €350,
  9. Η σύζυγος του κατηγορουμένου είναι άνεργη και πάσχει από θυροειδή, χρόνια κατάθλιψη και άγχος. Επίσης είναι υπέρβαρη καθώς και ανίκανη για εργασία ενώ παρακολουθείται από το Δρ. Βερεσιέ κάθε 3 μήνες. Όπως η εν λόγω συνήγορος ακόμη είπε, η σύζυγος του κατηγορουμένου είναι ανίκανη να φροντίζει το παιδί τους που αντιμετωπίζει μαθησιακά προβλήματα και ακολουθεί θεραπευτική λογοθεραπεία με αποτέλεσμα τη φροντίδα του παιδιού να έχει αναλάβει ο κατηγορούμενος. Καταλήγοντας, η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του να την αναστείλει καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων φαίνεται, κατ' αρχήν, από τις προβλεπόμενες στη σχετική νομοθεσία ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχει το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστογραφημένης τραπεζιτικής επιταγής το οποίο επισύρει, με βάση τη συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 336 και 339 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 14 ετών. Όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς η διάπραξη του τιμωρείται, δυνάμει του άρθρου 264 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 7 ετών. Όποιος δε κριθεί ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη. Τα πιο πάνω από μόνα τους δείχνουν ότι πρόκειται για πολύ σοβαρά αδικήματα ενώ ταυτόχρονα είναι ενδεικτικά της πρόθεσης του νομοθέτη να τα κατατάξει στην ομάδα των σοβαρών αδικημάτων. Η κλοπή υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς εντάσσεται στην μεγάλη κατηγορία του αδικήματος της κλοπής, η διάπραξη του οποίου σήμερα παρουσιάζει ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα που λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας των κλοπών καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Gheorghe και άλλοι v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 18/20013, 19/2013 και 20/2013, ημερομηνίας 23.12.13). Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται επιπλέον στο γεγονός ότι πρόκειται για αδίκημα που ενέχει στοιχεία θρασύτητας και ανηθικότητας από το άτομο που το διαπράττει ενώ παράλληλα η διάπραξη του φανερώνει ασέβεια και κατάφωρη καταπάτηση των συνταγματικών δικαιωμάτων κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Γι' αυτό άλλωστε ο νομοθέτης προνόησε ώστε ειδικά η διάπραξη του να επισύρει ποινή μεγαλύτερη από αυτή που γενικά προβλέπεται για το αδίκημα της κλοπής αλλά και από άλλα είδη κλοπών που η ποινή τους καθορίζεται συγκεκριμένα μέσα από το Κεφ.154. Επίσης, το υπό κρίση είναι αδίκημα που η διάπραξη του προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα επιφέρουν ρήξη στον κοινωνικό ιστό και ταυτόχρονα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη διαβρώνοντας συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 και Bezanidis και άλλος v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 57/2013 και 58/2013, ημερομηνίας 05.12.13). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση κλοπών και άλλων ομοειδών αδικημάτων στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Βέβαια για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς ευτυχώς λόγω της ανάπτυξης της τεχνολογίας και του εκσυγχρονισμού των μεθόδων συναλλαγών οι οποίες πλέον διεξάγονται μέσα σε ασφαλέστερο πλαίσιο, η διάπραξη του αδικήματος κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς έχει ευτυχώς σήμερα περιοριστεί, χωρίς αυτό να υποβαθμίζει το σοβαρό στοιχείο που χαρακτηρίζει τέτοια αξιόποινη πράξη. Προηγουμένως όμως θα έλεγα ότι τέτοια κρούσματα ανθούσαν με δυσμενείς συνέπειες τόσο για τον δικαιούχο όσο και για το πρόσωπο που πλήρωνε και απέστελλε την πληρωμή μέσω ταχυδρομείου. Η παρούσα υπόθεση είναι δυστυχώς μία από τις περιπτώσεις τέτοιων κρουσμάτων του παρελθόντος. Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επισημαίνει ότι για το αδίκημα της κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικής ποινής και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στο αδίκημα της κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Παρόλο που οι πιο πάνω υποθέσεις δεν αφορούν ειδικά το αδίκημα κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς, εντούτοις το σκεπτικό προσέγγισης τους εφαρμόζεται και στη δική μας περίπτωση. Τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστογραφημένων επιταγών και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις θεωρούνται σοβαρά επειδή ενέχουν το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης ατόμων καθώς και την υπονόμευση των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής." Σχετική ακόμη είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι και για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστογραφημένης τραπεζιτικής επιταγής καθώς και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις επιβάλλονται ποινές αποτρεπτικής φύσεως με την ποινή φυλάκισης να εμφανίζεται ως το μόνο ενδεδειγμένο είδος ποινής. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην υπόθεση Bhatti v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 9 μηνών και 5 μηνών αντίστοιχα σε πρόσωπο που διέπραξε τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου που ήταν διαβατήριο και της πλαστοπροσωπίας, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου. Παράλληλα, στην υπόθεση Mashvill v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 482 άτομο που διέπραξε το αδίκημα της απόπειρας απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους. Επίσης, στην υπόθεση Kyrill v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 479 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών σε άτομο που διέπραξε το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω στην υπόθεση Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540 άτομο που κρίθηκε ένοχο μετά από δική του παραδοχή σε κατηγορίες κλοπής υλικού διαβιβαζομένου ταχυδρομικώς, πλαστογραφίας τραπεζικής επιταγής, κυκλοφορίας πλαστογραφημένης τραπεζικής επιταγής και απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων για το ποσό των Λ.Κ.£384,75 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) καταδικάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο σε συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 14, 15, 15 και 12 μηνών αντίστοιχα, οι οποίες επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη ποινική υπόθεση με ιδίας φύσεως αδικήματα που αφορούσε χρηματικό ποσό Λ.Κ.£200,00 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) ενώ ενεργοποιήθηκε ποινή φυλάκισης 4 μηνών με αναστολή που στο παρελθόν είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο για παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Μπροστά στις δυσμενείς προσωπικές περιστάσεις του που ήταν το ότι γεννήθηκε εκτός γάμου και πέρασε τη μεγαλύτερη περίοδο της παιδικής και εφηβικής ηλικίας σε ιδρύματα, το ότι τέλεσε 3 γάμους από τους οποίους απέκτησε 4 παιδιά, το ότι επέδειξε επαγγελματική αστάθεια και πολύ συχνά στηριζόταν από το Ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων για να καλύψει τις δικές του ανάγκες και της οικογένειας του και το ότι πάσχει από ψυχολογικά προβλήματα και κατάθλιψη και παρακολουθείτο από ψυχίατρο, το Δικαστήριο επισήμανε τα εξής που βρίσκουν έρεισμα στη δική μας περίπτωση: "Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων αυτών έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο. Από την άλλη είναι καλά θεμελιωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας." Επιπλέον στην υπόθεση Χ'' Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104 νυμφευμένο άτομο ηλικίας 40 ετών και πατέρας ενός παιδιού που διέπραξε τα αδικήματα της κλοπής τραπεζιτικής επιταγής, κυκλοφορίας πλαστής επιταγής και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις ύψους Λ.Κ.£250,00 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) με μια προηγούμενη καταδίκη τιμωρήθηκε με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών στην κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και 12 μηνών στις υπόλοιπες κατηγορίες, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση, παρόλο ότι αντιμετώπισε δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία του, στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή του εξαιτίας της καταδίκης του. Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ. 101, όπου ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή σε 12 κατηγορίες πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης εμπορευμάτων και χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και κλοπής από τα γραμματοκιβώτια επιταγών ατόμων που λάμβαναν συντάξεις ή δημόσια βοηθήματα τις οποίες αφού πλαστογραφούσε τις χρησιμοποιούσε για να αγοράσει διάφορα εμπορεύματα αξίας Λ.Κ.£2.422,00 (ισοδύναμο σε €4.138,23), ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριος Αρτεμίδης υπέδειξε, μεταξύ άλλων, ότι αυτής της φύσεως αδικήματα και σε τέτοιους αριθμούς αντιμετωπίζονται με ποινές φυλάκισης μεταξύ 3 και 5 ετών όταν αυτά εκδικάζονται συνοπτικά. Επίσης, στην ίδια υπόθεση τονίστηκαν τα εξής: "Αδικήματα αυτής της φύσης, και επαναλαμβάνουμε κατά συρροή σε μικρό μάλιστα χρονικό διάστημα, δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με τον ανάλογο κολασμό. Άλλως πως το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται, με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας." Στην υπόθεση αυτή όπου λήφθηκαν υπόψη άλλες 21 παρόμοιας φύσεως υποθέσεις που εκκρεμούσαν σε βάρος του κατηγορουμένου και αφορούσαν ποσό Λ.Κ.£5.000,00 (ισοδύναμο σε €8.543,01), η ποινή φυλάκισης 10 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου αντικαταστάθηκαν με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 και 3 ετών αντίστοιχα. Επιπροσθέτως στην υπόθεση Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών και ενεργοποίηση 6 μηνών φυλάκισης από ανασταλείσες ποινές φυλάκισης 9 και 2 μηνών η οποία να εκτελεστεί μετά την συμπλήρωση των συντρέχουσων ποινών φυλάκισης 3 ετών σε άτομο ηλικίας 55 ετών που έκλεβε επιταγές που αποστέλλονταν ταχυδρομικώς σε δικαιούχους δημοσίου βοηθήματος και αφού τις πλαστογραφούσε υπογράφοντας το όνομα των δικαιούχων τις εξαργύρωνε εισπράττοντας το ποσό των επιταγών ύψους Λ.Κ.£1.585,54 (ισοδύναμο σε €2.709,06) με δύσκολα και προβληματικά παιδικά χρόνια, ανικανότητα για εργασία, σοβαρά οικονομικά προβλήματα, με δύο προηγούμενες καταδίκες και αφού λήφθηκαν υπόψη 3 υποθέσεις καθώς και μία μη καταχωρηθείσα υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Δεν παραγνωρίζω ότι οι προαναφερόμενες υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ. 101 και Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42 αφορούν συνδυασμένη και κατ' επανάληψη διάπραξη πολλών σοβαρών αδικημάτων σε αντίθεση με τη δική μας περίπτωση όπου τα αδικήματα που διαπράχτηκαν από τον κατηγορούμενο αφορούν μία περίπτωση επιταγής, με περισσότερα επιβαρυντικά στοιχεία από ότι στην παρούσα υπόθεση αλλά με παρόμοιες προσωπικές συνθήκες από ότι εδώ, πλην όμως το σκεπτικό σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την προσέγγιση τους καλύπτει και την παρούσα υπόθεση. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, την καθιστούν σοβαρή. Σαφώς και η κλοπή επιταγής που εκδόθηκε και αποστάληκε ταχυδρομικώς από το Γραφείο Ευημερίας και προφανώς αφορούσε κάποιο ωφέλημα ή δημόσιο βοήθημα που ο δικαιούχος της επιταγής δικαιούταν είναι γεγονός που δυσχεραίνει τη θέση του κατηγορουμένου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ασέβεια στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του δικαιούχου να χρησιμοποιήσει τη δική του επιταγή καταπατώντας το κατάφωρα. Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν ήταν ο δικαιούχος της επιταγής και ότι εκ παραδρομής και λανθασμένα από το Γραφείο Ευημερίας η επιταγή αποστάληκε ταχυδρομικώς στη δική του διεύθυνση αντίς στη διεύθυνση του δικαιούχου, εντούτοις επέλεξε να την οικειοποιηθεί αγνοώντας παντελώς την σπουδαιότητα που η εν λόγω επιταγή μπορούσε να έχει για τις οικονομικές ανάγκες του νόμιμου κατόχου της τη στιγμή που μπορούσε να αντιληφθεί ότι προερχόταν από μια υπηρεσία που μέρος της αποστολής της είναι η παροχή δημοσίων βοηθημάτων σε άτομα που τα χρειάζονται. Η ομολογουμένως καταδικαστέα ενέργεια του κατηγορουμένου να οικειοποιηθεί την εν λόγω επιταγή στέρησε από το δικαιούχο την εκμετάλλευση της σε μια περίοδο που η παγκόσμια οικονομική κρίση άρχισε να επηρεάζει δυσμενώς την Κύπρο επιφέροντας οδυνηρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες στους πολίτες του νησιού. Αυτά είναι επιβαρυντικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Η μετάβαση του κατηγορουμένου σε νυχτερινό κέντρο μαζί με φίλο του, που ήταν το πρόσωπο που πλαστογράφησε την επιταγή θέτοντας την υπογραφή του δικαιούχου στο πίσω μέρος της, η δημιουργία λογαριασμού €300,00 καθώς και η ενέργεια του να αποπληρώσει το εν λόγω χρέος που δημιούργησε μέσα από τη διασκέδαση του χρησιμοποιώντας την επίδικη επιταγή και παράλληλα να αποκομίσει τόσο όφελος σε είδος υπό τη μορφή διασκέδασης όσο και οικονομικό όφελος προσπαθώντας να εισπράξει σε μετρητά το υπόλοιπο ποσό που η εν λόγω επιταγή αναφέρει ως πληρωτέο, είναι ενδεικτικά ενός σχεδίου που σε συνεργασία με άλλο άτομο εφάρμοσε προκειμένου να εξαργυρώσει την επιταγή και να ωφεληθεί εις βάρος του δικαιούχου. Αυτό είναι στοιχείο που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου. Είναι γεγονός ότι αν η επιταγή δεν ανακαλείτο η παράνομη προσπάθεια του κατηγορουμένου θα οδηγούσε στην εξαργύρωση ολόκληρου του υπολοίπου πληρωτέου ποσού και όχι μόνο του ποσού €240,00 που ο κατηγορούμενος τελικά κατάφερε να αποσπάσει, πέραν βέβαια του οικονομικού οφέλους που απέκτησε με την εξόφληση του χρέους της διασκέδασης. Επιπλέον, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το ύψος του ποσού των €1.485,25 που αναγραφόταν στην επιταγή που κλάπηκε καθώς επίσης λαμβάνεται υπόψη το όφελος συνολικής αξίας €540,00 που τελικά ο κατηγορούμενος απέκτησε. Περαιτέρω, δεν μπορεί να αγνοηθεί η ταλαιπωρία και η ζημιά ύψους του ποσού της επίδικης επιταγής στα οποία ο κατηγορούμενος εξέθεσε τον δικαιούχο της εν λόγω επιταγής μέχρι τουλάχιστο να παραλάβει νέα επιταγή από το Γραφείο Ευημερίας. Επιπροσθέτως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, με την πράξη του προκάλεσε ταλαιπωρία στο Γραφείο Ευημερίας, καθώς επίσης προκάλεσε ταλαιπωρία και ζημιά στο εν λόγω νυκτερινό κέντρο ύψους €540,00. Απαρατήρητη δεν μπορεί να περάσει η μη επίδειξη έμπρακτης μεταμέλειας από μέρους του κατηγορούμενου Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και η ομολογία του στις ανακριτικές αρχές για τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Την απολογία του. (ε) Το ότι τόσο ο δικαιούχος της επιταγής όσο και ο ιδιοκτήτης του νυκτερινού κέντρου δηλώνουν ότι δεν διεκδικούν οποιοδήποτε ποσό και ότι δεν έχουν παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. (στ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα το ότι: · Είναι ηλικίας 55 ετών, νυμφευμένος, πατέρας μίας θυγατέρας ηλικίας 8 ετών από το δεύτερο γάμο του και 3 ενήλικων υιών ηλικίας 21, 30 και 32 ετών αντίστοιχα από τον πρώτο γάμο του. · Είναι άνεργος και λήπτης δημοσίου βοηθήματος ενώ η νυν σύζυγος του είναι ψυχικά ασθενής αφού πάσχει από κατάθλιψη και άγχος και είναι ανίκανη για εργασία, πέραν του γεγονότος ότι πάσχει από θυροειδή και είναι υπέρβαρη. · Τα μηνιαία εισοδήματα του κατηγορουμένου ανέρχονται σε €822,00 που είναι δημόσιο βοήθημα καθώς και σε €39,58 που είναι επίδομα τέκνου. Από αυτά πληρώνεται μηνιαίως ενοίκιο ύψους €350,00 για την ενοικιαζόμενη οικία στην οποία διαμένει αυτός και η οικογένεια του. · Δεν διαθέτει κινητή ή ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του. · Πέρασε φτωχικά παιδικά χρόνια. · Από το έτος 1997 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα όταν εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα κήρυξης του σε πτώχευση λόγω απλήρωτων χρεών και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, μεταξύ των οποίων χρέη ύψους €25.000,00 περίπου στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. · Τα χρέη που δημιούργησε ήταν η αιτία που τον οδήγησε σε διαζύγιο με την πρώτη σύζυγο του. · Το ανήλικο παιδί ηλικίας 8 ετών που απέκτησε με την δεύτερη σύζυγο του πάσχει από ήπια ψυχοκινητική καθυστέρηση και αντιμετωπίζει μαθησιακά προβλήματα ακολουθώντας θεραπευτική λογοθεραπεία. · Λόγω της κατάστασης της η δεύτερη σύζυγος του κατηγορουμένου δεν μπορεί από μόνη της να φροντίζει ικανοποιητικά τις ανάγκες του ανήλικου παιδιού της με αποτέλεσμα σημαντικό ρόλο φροντίδας του να έχει αναλάβει ο κατηγορούμενος. Ένας παράγοντας που η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να θεωρηθεί μετριαστικός ζήτημα στην επιμέτρηση της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούσα αρχή οδήγησε ενώπιον της δικαιοσύνης τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τον Χαραλάμπους ως συγκατηγορούμενους καταχωρώντας στο Δικαστήριο την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 15734/
  1. Μέσα από εκείνη την υπόθεση ο Χαραλάμπους κρίθηκε ένοχος για τα αδικήματα της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και το Δικαστήριο του επέβαλε ποινές φυλάκισης 6 μηνών, 6 μηνών και 4 μηνών αντίστοιχα, οι οποίες αναστάληκαν για περίοδο 3 ετών. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο αυτός φυγοδίκησε με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Επειδή υπήρχε αδυναμία εντοπισμού του και εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης για να οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου αναστάληκε στις 19.01.
  2. Ακολούθως εναντίον του κατηγορουμένου καταχωρήθηκε νέα ποινική υπόθεση με αριθμό 3655/11 αλλά παρόλο ότι το κατηγορητήριο του επιδόθηκε στις 20.09.11 ο κατηγορούμενος πάλι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς φυγοδικίας από μέρους του κατηγορουμένου εκδόθηκε και πάλι ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου αλλά επειδή ούτε και εκεί μπορούσε να εντοπιστεί και να εκτελεστεί το ένταλμα σύλληψης έτσι ώστε να οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου και πάλι αναστάληκε, αυτή τη φορά στις 20.01.
  3. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 21.05.12 καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Κάτω από αυτά τα δεδομένα ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να αξιώνει να του πιστωθεί ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης επειδή ο ίδιος κρίνεται αποκλειστικά υπεύθυνος για την διαρροή. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης αυτής ο εντοπισμός και η επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο κατέστη δυνατή στις 27.10.
  4. Η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 06.12.12, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος απουσίαζε με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Στις 15.12.13 εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης και ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, ως ήταν δικαίωμα του. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 19.06.13 και την ημέρα εκείνη ζητήθηκε αναβολή από μέρους της κατηγορούσας αρχής, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Στις 10.02.14 που η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση ο κατηγορούμενος απουσίαζε εκ νέου από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης που όμως παρέμεινε ανεκτέλεστο ένεκα δέσμευσης της συνηγόρου υπεράσπισης να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο στις 11.03.
  5. Εκείνη την ημέρα η παρούσα υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 10.09.
  6. Στις 10.09.14 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου που εγκρίθηκε. Νέα ημερομηνία ακρόασης ορίστηκε η 25η Νοεμβρίου 2014 και εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αλλαγή απάντησης, ως επίσης ήταν δικαίωμα του. Παράλληλα δόθηκαν οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας. Στις 11.12.14 δόθηκαν νέες οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 07.01.
  7. Εκείνη την ημέρα εκτέθηκαν τα γεγονότα αλλά προτού ολοκληρώσει την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε αναβολή για να ενισχύσει με την προσκόμιση ιατρικού εγγράφου επιχείρημα της σε ένα ζήτημα οικογενειακής περίστασης του κατηγορουμένου, αίτημα που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Στις 13.01.15 η αγόρευση για μετριασμό της ποινής ολοκληρώθηκε και σήμερα 16.01.15 το Δικαστήριο επιβάλλει ποινή στον κατηγορούμενο αναφορικά με την υπόθεση αυτή. Μέσα από την εξέταση του ιστορικού της πορείας της υπόθεσης από το δικαστηριακό φάκελο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είναι ο κύριος και ουσιαστικά υπεύθυνος για την απόρροια του χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να τον επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το συνολικό χρόνο των 7 ετών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τις συνθήκες διάπραξης τους και γενικότερα τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: Πρώτη κατηγορία - Ποινή φυλάκισης 15 μηνών Τρίτη κατηγορία - Ποινή φυλάκισης 18 μηνών Τέταρτη κατηγορία - Ποινή φυλάκισης 12 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  8. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Το Δικαστήριο δεν αγνοεί πως τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά και το κίνητρο διάπραξης τους ήταν το προσωπικό όφελος. Την ίδια στιγμή όμως δεν μπορεί να διαγραφούν τα 7 χρόνια περίπου που παρήλθαν από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, μια μεγάλη περίοδος που αναπόφευκτα συνδυάζεται από ουσιαστική μεταβολή των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του κατηγορουμένου. Ειδικότερα μέσα σε αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα διαγνώστηκε ότι το ανήλικο παιδί του πάσχει από ήπια ψυχοκινητική καθυστέρηση και αντιμετωπίζει μαθησιακά προβλήματα ακολουθώντας θεραπευτική λογοθεραπεία. Επίσης η σύζυγος του κρίθηκε ότι είναι ψυχικά ασθενής αφού πάσχει από κατάθλιψη και άγχος και ότι είναι ανίκανη για εργασία. Η κατάσταση της υγείας της συζύγου του επιδεινώθηκε τα τελευταία δύο χρόνια με αποτέλεσμα την ουσιαστική φροντίδα και καθημερινή ευθύνη του παιδιού να επωμίζεται ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Το ντύσιμο του παιδιού, η ετοιμασία πρωινού σ' αυτό, το μαγείρεμα στο σπίτι καθώς και η μεταφορά του παιδιού στο σχολείο και στον λογοθεραπευτή είναι μερικές από τις βασικές υποχρεώσεις που ο κατηγορούμενος ανέλαβε προσωπικά να διεκπεραιώνει καθημερινά προς όφελος του ανήλικου παιδιού χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε βοήθεια από οποιονδήποτε, εξαιτίας της κατάστασης της συζύγου του που την περιόρισε σε παθητικό ρόλο στην οικογένεια αλλά και επειδή δεν υπάρχει οποιοδήποτε συγγενικό και/ή φιλικό πρόσωπο που θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Τυχόν τερματισμός της υποχρέωσης του κατηγορουμένου στο να συνεχίσει να παρέχει καθημερινά ουσιαστική φροντίδα στο ανήλικο τέκνο του θα επηρεάσει δυσμενώς τη ζωή του παιδιού. Ουσιαστική μεταβολή όμως σημειώνεται και στις οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου αφού πλέον δεν εργάζεται και τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του συντηρούνται αποκλειστικά από δημόσιο βοήθημα και επίδομα τέκνου που λαμβάνουν. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και δεδομένα και κατόπιν βαθύτατου προβληματισμού, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης) (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς-Κυκλοφορία πλαστού εγγράφους- Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις/ Άρθρα 255, 264, 331, 332, 333, 336, 339, 20 και 297 και 298 του Κεφ.154/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.