← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΒΕΛ ΝΤΑΝΚΟ, Αρ. Υπόθεσης: 16080/11, 30/1/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΒΕΛ ΝΤΑΝΚΟ, Αρ. Υπόθεσης: 16080/11, 30/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16080/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΠΑΒΕΛ ΝΤΑΝΚΟ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30.01.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Δ. Σαββίδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια λειτουργίας κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ν.29/85 μετά των συναφών τροποποιήσεων, 3 κατηγορίες πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κεφ.144 μετά των συναφών τροποποιήσεων και 3 κατηγορίες χρήσης μεγαφώνων χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 187 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 13, 14 και 15). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι ενώ ήταν υπεύθυνος στο κέντρο αναψυχής με την ονομασία 'California Bar' που βρίσκεται στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Πάφο στις 04.06.11 και ώρα 02:00, 09.06.11 και ώρα 02:00 και 14.06.11 και ώρα 00:15 λειτουργούσε το εν λόγω κέντρο, στο οποίο πωλούσε λιανικώς οινοπνευματώδη ποτά και στο οποίο μετέδιδε μουσική μέσω μεγαφώνων χωρίς να διαθέτει τις απαιτούμενες και σχετικές άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Αναφορικά με τις κατηγορίες 7, 8, 9, 10, 11 και 12 η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον ειδικό αστυφύλακα 7053 Νίκο Μωυσή (ΜΚ1), αστυφύλακα 4850 Σάββα Στέλικο και αστυφύλακα 3353 Γενεθλή Μανίταρο (ΜΚ3). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε χωρίς όρκο κατάθεση χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Επιπλέον, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν 3 τεκμήρια. Ο ΜΚ1 προσκόμισε γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 05.06.11 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την οποία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο εν λόγω μάρτυρας κατάγγειλε τον κατηγορούμενο στις 04.06.11 και ώρα 00:20, υπεύθυνο του κέντρου αναψυχής με την ονομασία 'California Bar' που βρίσκεται στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Πάφο, για το ότι λειτουργούσε το υποστατικό χωρίς άδεια του διοικητικού συμβουλίου του Κ.Ο.Τ., πωλούσε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια πώλησης και μετέδιδε μουσική σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια. Όταν ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Θα βγουν από μέρα σε μέρα'. Ακολούθως ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Εντάξει'. Περαιτέρω σημειώνεται στο έγγραφο ότι κατά την ώρα της καταγγελίας υπήρχαν στο εν λόγω υποστατικό περίπου 40 άτομα τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά και συγκεκριμένα βότκα, ουίσκι, μπύρες και άλλα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως κατηγόρησε τον κατηγορούμενο στη βάση των προσωπικών στοιχείων που εξασφάλισε μέσα από το δελτίο πολιτικής ταυτότητας που του έδωσε όταν αυτός του τα ζήτησε. Στη συνέχεια απέρριψε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι εκείνο το βράδυ ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στο συγκεκριμένο κέντρο αναψυχής αναφέροντας κατηγορηματικά ότι ο κατηγορούμενος ήταν στο εν λόγω κέντρο τη νύχτα που τον κατάγγειλε παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον υπεύθυνο του υποστατικού. Σε ερώτηση εάν εκείνη τη νύχτα κατέγραψε το όνομα θαμώνα που διασκέδαζε στο εν λόγω κέντρο, ο ΜΚ1 απάντησε αρνητικά. Ακόμη σε ερώτηση εάν από το υποστατικό παραλήφθηκαν αλκοολούχα ποτά για να κατατεθούν στο Δικαστήριο, ο μάρτυρας απάντησε ξανά αρνητικά. Αναφερόμενος στο θέμα της μουσικής ο ΜΚ1 δήλωσε πως είδε τα μεγάφωνα από τα οποία μεταδιδόταν μουσική να βρίσκονται μέσα στο μπαρ του υποστατικού. Ο ΜΚ2 προσκόμισε γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 05.07.11 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την οποία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο εν λόγω μάρτυρας κατάγγειλε τον κατηγορούμενο στις 09.06.11 και ώρα 00:40, υπεύθυνο του κέντρου αναψυχής με την ονομασία 'California Bar' που βρίσκεται στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Πάφο, για το ότι λειτουργούσε το υποστατικό χωρίς άδεια του διοικητικού συμβουλίου του Κ.Ο.Τ., πωλούσε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια πώλησης και μετέδιδε μουσική σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια. Όταν ο ΜΚ2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Εν να τες φέρει ο Κωστής'. Ακολούθως ο ΜΚ2 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Μεν μας γράψετε'. Περαιτέρω σημειώνεται στο έγγραφο ότι κατά την ώρα της καταγγελίας υπήρχαν στο εν λόγω υποστατικό περίπου 25 άτομα τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά και συγκεκριμένα ουίσκι, κρασί και μπύρες. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2, μεταξύ άλλων, εξήγησε πως το άτομο με το όνομα 'Κωστής', το οποίο ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε, είναι το πρόσωπο στο οποίο ανήκε το υποστατικό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι ο 'Κωστής' ήταν ο πρώην ιδιοκτήτης του επιδίκου υποστατικού και κρατούσε τις άδειες, τις οποίες θα του έφερνε. Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο κατηγορούμενος του παρουσιάστηκε την ημέρα που αυτός μετέβηκε στο κέντρο ως υπεύθυνος του επιδίκου υποστατικού. Εκείνη τη στιγμή ο κατηγορούμενος βρισκόταν πίσω από το μπαρ. Όταν δε ο ΜΚ2 του ζήτησε την ταυτότητα του για να καταγράψει τα προσωπικά στοιχεία του ο κατηγορούμενος του έδωσε ελληνική ταυτότητα. Στρεφόμενος στο θέμα της μουσικής, ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως υπήρχαν 5 μεγάφωνα και από αυτά μεταδιδόταν μουσική σε υψηλό τόνο και γι' αυτό ερχόμενος στο επίδικο υποστατικό είπε στον DJ και χαμήλωσε τη μουσική. Σε ερώτηση εάν εκείνη τη νύχτα κατέγραψε το όνομα θαμώνα που διασκέδαζε στο εν λόγω κέντρο, ο ΜΚ2 απάντησε αρνητικά. Ακόμη σε ερώτηση εάν από το υποστατικό παραλήφθηκαν αλκοολούχα ποτά για να κατατεθούν στο Δικαστήριο, ο μάρτυρας απάντησε ξανά αρνητικά. Ο ΜΚ3 προσκόμισε γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 14.09.11 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την οποία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο εν λόγω μάρτυρας κατάγγειλε τον κατηγορούμενο στις 14.06.11 και ώρα 00:15, υπεύθυνο του κέντρου αναψυχής με την ονομασία 'California Bar' που βρίσκεται στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Πάφο, για το ότι λειτουργούσε το υποστατικό χωρίς άδεια του διοικητικού συμβουλίου του Κ.Ο.Τ., πωλούσε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια πώλησης και μετέδιδε μουσική σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια. Όταν ο ΜΚ3 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Τι να κάμω'. Ακολούθως ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Τι να σου πω'. Περαιτέρω σημειώνεται στο έγγραφο ότι κατά την ώρα της καταγγελίας υπήρχαν στο εν λόγω υποστατικό περίπου 30 άτομα τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική μέσω μεγαφώνων και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά και συγκεκριμένα βότκα, ουίσκι, μπύρες και άλλα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως στις 14.06.11 υπηρετούσε στο Τ.Α.Ε. Πάφου και με υπηρεσιακό όχημα μετέβηκε στο επίδικο υποστατικό όπου ο κατηγορούμενος του παρουσιάστηκε ως ο υπεύθυνος του χώρου. Εκείνη τη στιγμή ο κατηγορούμενος βρισκόταν πίσω από το μπαρ. Όταν ο ΜΚ3 του ζήτησε τα προσωπικά στοιχεία του ο κατηγορούμενος του έδωσε κυπριακή ταυτότητα. Ερχόμενος στο θέμα της μουσικής ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι έλεγξε και εντόπισε μεγάφωνα στο επίδικο υποστατικό από όπου μεταδιδόταν μουσική χωρίς όμως να θυμάται σε ποια σημεία του κέντρου βρίσκονταν. Επίσης σε ερώτηση εάν εκείνη τη νύχτα κατέγραψε το όνομα θαμώνα που διασκέδαζε στο εν λόγω κέντρο, ο ΜΚ3 απάντησε αρνητικά λέγοντας πως δεν υπήρχε λόγος για να το πράξει αφού τα άτομα αυτά δεν διέπραξαν κάποιο αδίκημα. Ακόμη σε ερώτηση εάν από το υποστατικό παραλήφθηκαν αλκοολούχα ποτά για να κατατεθούν στο Δικαστήριο, ο ΜΚ3 απάντησε ξανά αρνητικά λέγοντας όμως δεν συνηθίζεται να γίνεται αυτό σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε χωρίς όρκο δήλωση λέγοντας ότι εργάζεται στο αεροδρόμιο και με το επίδικο υποστατικό ουδεμία σχέση έχει. Στο κέντρο εκείνο εργάζεται ο αδελφός του ως DJ. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο ίδιος μετέβηκε μια φορά στο συγκεκριμένο υποστατικό και ενώ κατανάλωνε ποτά εμφανίστηκαν μέλη της αστυνομίας αναζητώντας τον υπεύθυνο. Τον ρώτησαν αν ήταν ο υπεύθυνος του υποστατικού και του είπε ότι ήταν πελάτης και ότι εκεί εργαζόταν ο αδελφός του, ο οποίος εκείνη τη στιγμή απουσίαζε. Τότε οι αστυνομικοί του ζήτησαν την ταυτότητα του και αυτός τους έδειξε την κυπριακή του ταυτότητα. Όπως ο κατηγορούμενος είπε, την ελληνική ταυτότητα του ουδέποτε έχει δώσει. Σε σχέση με το πιο πάνω περιστατικό ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι πλήρωσε πρόστιμο. Στο συγκεκριμένο υποστατικό δεν μετέβηκε επειδή εργάζεται νυχτερινές βάρδιες στο αεροδρόμιο. Ωστόσο κάθε 2 εβδομάδες με ένα μήνα μετά το περιστατικό παραλάμβανε κλήσεις στην οικία του χωρίς να γνωρίζει το λόγο και δίχως να είχε σχέση με το υποστατικό αυτό ή να βρισκόταν εκεί. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι οι μάρτυρες κατηγορίας δεν υπέπεσαν σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Συμεού ότι με γνώμονα πως η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου έχει πειστικό παρά αποδεικτικό χαρακτήρα και με δεδομένο ότι ουδείς έχει κληθεί ως μάρτυρας υπεράσπισης όλες οι θέσεις του κατηγορουμένου παρέμειναν χωρίς τεκμηρίωση. Με βάση το σκεπτικό αυτό η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι ελλείψει μαρτυρίας δεν στοιχειοθετείται το συστατικό στοιχείο της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών. Σύμφωνα με τον κύριο Σαββίδη η μαρτυρία που προσκομίστηκε περιορίζεται στο να καταδείξει κατανάλωση τέτοιων ποτών και όχι πώληση τους. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Σαββίδη ότι καμία μαρτυρία έχει προσαχθεί που να εντάσσει το επίδικο υποστατικό στην κατηγορία κέντρου αναψυχής κάτω από την έννοια που παρέχεται από τη σχετική νομοθεσία. Περαιτέρω, ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι οι μάρτυρες κατηγορίες δεν απαντούσαν με ευθύτητα και ειλικρίνεια αλλά ότι η μαρτυρίες τους χαρακτηρίζονται από στοιχείο προσχεδιασμού. Στη βάση αυτών ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο αθωώσει τον κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισμένα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν αστυνομικοί που κάθε ένας από αυτούς σε διαφορετική ημερομηνία ενώ ήταν επί καθήκον στην υπηρεσία του έλαβε οδηγίες σε ώρες εργασίας να επισκεφτεί το επίδικο υποστατικό και να ελέγξει μέσω του υπευθύνου που το διαχειριζόταν κατά πόσο είχε εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας ως κέντρο αναψυχής, άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών και άδεια μετάδοσης μουσικής από μεγάφωνα. Οι ενέργειες στις οποίες προβαίνουν σε τέτοιες περιπτώσεις αστυνομικοί που κάθε φορά βρίσκονται σε εντεταλμένη υπηρεσία προκειμένου να διεκπεραιώσουν τα καθήκοντα τους είναι οι ίδιες. Η ουσία είναι ο έλεγχος ύπαρξης των απαιτουμένων από τις σχετικές νομοθεσίες άδειες. Εξ' ου οι ερωτήσεις αλλά και η διαδικασία που ακολουθείται είναι τυποποιημένες. Είναι γι' αυτό το λόγο που οι γραπτές αναφορές των αστυνομικών περί ενεργειών και αποτελεσμάτων τους μέσα από τέτοιους ελέγχους, όπως τα Τεκμήρια 1, 2 και 3, είναι πανομοιότυπες. Ο ΜΚ1 ήταν ο επί καθήκον αστυνομικός που επισκέφτηκε το επίδικο υποστατικό στις 04.06.11 και ώρα 00:
  1. Ο εν λόγω μάρτυρας έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε με θετικότητα και αυθορμητισμό δίχως προσχεδιασμό και χωρίς τάση υπερβολής. Στις διάφορες τοποθετήσεις του ο μάρτυρας ήταν πάντοτε ευθύς, σαφής και συνεπής. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο ΜΚ1 ήταν ειλικρινής και ήλθε και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση και χωρίς να διακατέχεται από αλλότρια κίνητρα. Αυτό κατ' αρχήν φαίνεται από την επ' ακριβής καταγραφή στην γραπτή έκθεση γεγονότων των δηλώσεων που εισέπραττε από τον υπεύθυνο που διαχειριζόταν τη λειτουργία του επιδίκου υποστατικού καθώς και γενικότερα από τον τρόπο που απαντούσε αλλά και το περιεχόμενο της προφορικής μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του ισχυρίστηκε ότι εκείνη τη νύχτα δεν ήταν ο ίδιος στο επίδικο υποστατικό όταν παρουσιάστηκε ο ΜΚ1 αλλά ο δίδυμος αδελφός του που του ομοιάζει πολύ και ήταν αυτός ο υπεύθυνος του μαγαζιού, υπονοώντας ότι ο εν λόγω μάρτυρας συνομίλησε και κατάγγειλε λάθος άτομο ως κατά νόμο υπεύθυνο του υποστατικού. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή του κατηγορουμένου. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη κατάθεση του δεν ανάφερε ότι έχει δίδυμο αδελφό που του ομοιάζει πολύ. Ούτε στην χωρίς όρκο κατάθεση του ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι στις 04.06.11 και ώρα 00:20 που ο ΜΚ1 επισκέφτηκε το επίδικο υποστατικό ο αδελφός του εργαζόταν εκεί και ότι ήταν το άτομο που είχε συνομιλία με τον ΜΚ
  2. Ούτε στην ανώμοτη κατάθεση του ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ο αδελφός του είναι ο υπεύθυνος του συγκεκριμένου υποστατικού αλλά μόνο ότι απλά εργάζεται εκεί. Επιπλέον ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου καταρρίπτεται από το γεγονός ότι όταν ο ΜΚ1 εισήλθε στο υποστατικό ζήτησε τον υπεύθυνο του μέρους και από το πρόσωπο που παρουσιάστηκε ως υπεύθυνος ζήτησε δελτίο πολιτικής ταυτότητας. Συνεπώς η καταγγελία του κατηγορουμένου πραγματοποιήθηκε μετά που ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ως ο υπεύθυνος του επιδίκου υποστατικού και στη βάση των προσωπικών στοιχείων που λήφθηκαν από την ταυτότητα του και όχι από την φυσιογνωμία του όπως αρχικά επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος. Παράλληλα η καταγραφή των προσωπικών στοιχείων του κατηγορουμένου από το δελτίο ταυτότητας φανερώνει ότι ο ΜΚ1 δεν γνωριζόταν με τον κατηγορούμενο. Ωστόσο η μαρτυρία του μάρτυρα στο θέμα της μετάδοσης μουσικής από μεγάφωνα είναι γενική, αόριστη και ασαφής που δεν μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο ασφαλές εύρημα. Ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς τον αριθμό τέτοιων μεγαφώνων, τον τύπο, το σχήμα και το χρώμα αυτών καθώς και την ακριβής τοποθεσία τους. Χωρίς η αδυναμία αυτή να επηρεάζει την αξιοπιστία του μάρτυρα, το Δικαστήριο απλά δεν την λαμβάνει υπόψη. Παρόλα αυτά από τη μαρτυρία του μάρτυρα δέχομαι ότι θαμώνες στο υποστατικό εκείνη τη νύχτα διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη και εκφράζουσα την πραγματική όψη των γεγονότων που διαδραματίστηκαν, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί μέρος αυτής. Εξαίρεση βέβαια αποτελεί το κομμάτι της μαρτυρίας που αφορά τη μετάδοση μουσικής από τα μεγάφωνα. Ο ΜΚ2 ήταν ο επί καθήκον αστυνομικός που επισκέφτηκε το επίδικο υποστατικό στις 09.06.11 και ώρα 00:
  3. Ο μάρτυρας αυτός έκανε εξίσου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ως μάρτυρας ήταν απλός και ειλικρινής. Στις τοποθετήσεις του ήταν θετικός, σταθερός και χωρίς παλινδρομήσεις. Την ίδια στιγμή ο άμεσος και αυθόρμητος τρόπος που εκφραζόταν δείχνει άτομο που δεν προσχεδίαζε τις δηλώσεις του και ούτε υπερέβαλλε με αυτές. Η δε μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και σαφήνεια ενώ παράλληλα δεν περιέχει ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας με σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και εξιστόρησε κατά τρόπο παραστατικό τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν και ταυτόχρονα υπέπεσαν στην προσωπική αντίληψη του. Η ενέργεια του μάρτυρα να καταγράψει τα προσωπικά στοιχεία του κατηγορουμένου από το δελτίο πολιτικής ταυτότητας του δείχνει ότι ο κατηγορούμενος ήταν όντως παρών εκείνη τη νύχτα στο επίδικο περιστατικό και αφού πρώτα παρουσιάστηκε στον ΜΚ2 ως ο υπεύθυνος του χώρου. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην μαρτυρία του ο ΜΚ2 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του επέδειξε ελληνική ταυτότητα ενώ στη δική του μαρτυρία ο ΜΚ3 δήλωσε πως ο κατηγορούμενος του επέδειξε κυπριακή ταυτότητα. Εξετάζοντας όλη την προσαχθείσα μαρτυρία θεωρώ ότι το πιο πάνω δεν αποτελεί αντίφαση. Τα προσωπικά στοιχεία του κατόχου της ελληνικής ταυτότητας που αντλήθηκαν από τον ΜΚ2 προκύπτουν να είναι τα ίδια με αυτά που απεικονίζονται στην κυπριακή ταυτότητα που έλαβε ο ΜΚ3 και να ταυτίζονται με αυτά του κατηγορουμένου. Αυτό σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος είναι κάτοχος κυπριακής και ελληνικής ταυτότητας. Η κατάληξη αυτή φαίνεται να επαληθεύεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο όταν στην ανώμοτη κατάθεση του δηλώνει ευθέως ότι κατέχει ελληνική και κυπριακή ταυτότητα. Ωστόσο και να μην ίσχυαν τα πιο πάνω κάτι τέτοιο θα ήταν ήσσονος σημασίας και όχι ουσιώδης αντίφαση με αποτέλεσμα να μην επηρεαζόταν το υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας του ΜΚ
  4. Ωστόσο η μαρτυρία του μάρτυρα στο θέμα της μετάδοσης μουσικής από μεγάφωνα είναι γενική, αόριστη και ασαφής που δεν μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο ασφαλές εύρημα. Ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς τον τύπο, το σχήμα και το χρώμα αυτών των μεγαφώνων καθώς και την ακριβής τοποθεσία τους. Χωρίς η αδυναμία αυτή να επηρεάζει την αξιοπιστία του μάρτυρα, το Δικαστήριο απλά δεν την λαμβάνει υπόψη. Παρόλα αυτά από τη μαρτυρία του μάρτυρα δέχομαι ότι θαμώνες στο υποστατικό εκείνη τη νύχτα διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική. Κατά συνέπεια, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ2 στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη και εκφράζουσα την πραγματική όψη των γεγονότων που διαδραματίστηκαν, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί μέρος αυτής. Εξαίρεση βέβαια αποτελεί το κομμάτι της μαρτυρίας που αφορά τη μετάδοση μουσικής από τα μεγάφωνα. Ο ΜΚ3 ήταν ο επί καθήκον αστυνομικός που επισκέφτηκε το επίδικο υποστατικό στις 14.06.11 και ώρα 00:
  5. Η εντύπωση που ο εν λόγω μάρτυρας άφησε στο Δικαστήριο ήταν πολύ θετική. Ο αυθορμητισμός, η ειλικρίνεια και η φιλαλήθεια είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εικόνας που δημιούργησε ο ΜΚ3 με τη στάση και συμπεριφορά που επέδειξε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η δε μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια. Παράλληλα η μαρτυρία του ΜΚ3 είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις, γεγονός που διατήρησε αλώβητο μέχρι τέλους το ψηλό επίπεδο αξιοπιστίας της. Θεωρώ ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήλθε στο Δικαστήριο και περίγραψε με παραστατικό τρόπο τα γεγονότα που πραγματικά εκτυλίχτηκαν και ταυτόχρονα υπέπεσαν στην σφαίρα της προσωπικής γνώσης του. Ωστόσο η μαρτυρία του μάρτυρα στο θέμα της μετάδοσης μουσικής από μεγάφωνα είναι γενική, αόριστη και ασαφής που δεν μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο ασφαλές εύρημα. Ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς τον αριθμό τέτοιων μεγαφώνων, τον τύπο, το σχήμα και το χρώμα αυτών καθώς και την ακριβής τοποθεσία τους. Χωρίς η αδυναμία αυτή να επηρεάζει την αξιοπιστία του μάρτυρα, το Δικαστήριο απλά δεν την λαμβάνει υπόψη. Παρόλα αυτά από τη μαρτυρία του μάρτυρα δέχομαι ότι θαμώνες στο υποστατικό εκείνη τη νύχτα διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ3 στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη και εκφράζουσα την πραγματική όψη των γεγονότων που διαδραματίστηκαν, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 3 που αποτελεί μέρος αυτής. Εξαίρεση βέβαια αποτελεί το κομμάτι της μαρτυρίας που αφορά τη μετάδοση μουσικής από τα μεγάφωνα. Ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, προέβηκε σε χωρίς όρκο κατάθεση από την θέση στην οποίαν βρισκόταν, εξασκώντας έτσι το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 74
(1)(γ) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Είναι γνωστό ότι η παροχή χωρίς όρκο κατάθεσης δεν επενεργεί εις βάρος του κατηγορουμένου αλλά ούτε και εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του. Είναι αποσαφηνισμένο μέσα από τη νομολογία ότι η χωρίς όρκο δήλωση του κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, όπως έχει επίσης νομολογηθεί, η αξία που έχει μία τέτοια δήλωση είναι περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, R. v. Frost [1964] 64 Cr. App. R. 284, Σίφουνας v. Δημοκρατίας και Πέτρου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.91, Vrakas v. R
(1973)2 CLR 139, Θεμιστοκλέους v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR 200, Καντάρ v. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 132). Στην δε υπόθεση Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 τονίστηκε πως η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει την ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Το Δικαστήριο όμως έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη πριν καταλήξει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Έχοντας αξιολογήσει την χωρίς όρκο κατάθεση του κατηγορουμένου, κρίνω ότι αυτή είναι γενική και αόριστη χωρίς να περιέχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο με συγκεκριμένα στοιχεία και λεπτομέρειες. Πέραν αυτού υιοθετεί ένα σενάριο που από τη μία διαφοροποιεί τοποθετήσεις που ήδη είχε εκφράσει ενωρίτερα μέσω σχετικών υποβολών του συνηγόρου του και από την άλλη εισάγει για πρώτη φορά νέες θέσεις. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά ανάφερε ότι ο αδελφός του εργάζεται ως υπεύθυνος στο επίδικο υποστατικό αργότερα ελίχθηκε και δήλωσε πως εργάζεται εκεί ως DJ (το άτομο που ρυθμίζει τη μουσική). Η θέση του αυτή έρχεται επίσης σε αντίθεση με προηγούμενη τοποθέτηση του με την οποία αρνήθηκε ότι στο συγκεκριμένο κέντρο παρέχεται μουσική. Περαιτέρω, στην χωρίς όρκο κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρει απλώς ότι έχει αδελφό χωρίς να αναφέρει αν αυτός είναι δίδυμος και κατά πόσο του μοιάζει. Επίσης στην ανώμοτη δήλωση του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι κατέχει τόσο ελληνική όσο και κυπριακή ταυτότητα σε αντίθεση με τον αρχικό ισχυρισμό του ότι δεν διέθετε ελληνική ταυτότητα. Επιπλέον μέσα από την εκδοχή του ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι εκείνη τη νύχτα δεν βρισκόταν στο επίδικο υποστατικό επειδή εργαζόταν νυχτερινή βάρδια στο αεροδρόμιο. Ο εν λόγω ισχυρισμός του όμως παρέμεινε μετέωρος καθότι δεν υποστηρίζεται από κανένα στοιχείο και ούτε περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που θα τον καθιστούσε τουλάχιστο ένα ορατό αληθοφανή ενδεχόμενο. Ο κατηγορούμενος ακόμη μέσα από την χωρίς όρκο κατάθεση του επικαλείται για πρώτη φορά ένα περιστατικό που είχε στο παρελθόν στο υποστατικό εκείνο όπου, όπως ισχυρίζεται, εκεί έδωσε την κυπριακή ταυτότητα του όταν του ζητήθηκε από αστυνομικό και παρόλο ότι του είπε ότι ήταν πελάτης και όχι υπεύθυνος κατηγορήθηκε και πλήρωσε πρόστιμο. Παρόλο ότι πρόκειται για μια αόριστη και ασαφή αναφορά που δεν συνοδεύεται από στοιχεία και λεπτομέρειες που θα την καθιστούσαν αληθοφανή, εντούτοις δεν εξηγεί για ποιο λόγο δεν παραπονέθηκε στην αστυνομία για την εξέλιξη αυτή. Επίσης δεν εξηγεί για ποιο λόγο αβασάνιστα δέχτηκε και πλήρωσε το πρόστιμο χωρίς να εκθέσει στους αρμόδιους τη θέση του, όπως την έπραξε μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ο δε ισχυρισμός του ότι έκτοτε κατά καιρούς λαμβάνει κλήσεις από την αστυνομία για παράνομη λειτουργία κέντρων αναψυχής επειδή ήδη έχουν τα στοιχεία του από το προηγούμενο περιστατικό δεν στέκει στη λογική. Για ποιο λόγο κάποιος αστυνομικός να πράξει κάτι τέτοιο και να μην μεταβεί στο κέντρο αναψυχής και να εντοπίσει τον πραγματικό υπεύθυνο. Τέτοια ενέργεια όχι μόνο δεν θα αποφέρει οποιοδήποτε όφελος στον αστυνομικό που θα το επιχειρήσει αλλά αντίθετα θα διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθεί αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη. Τα πιο πάνω εκμηδενίζουν την όποια αξία της δήλωσης, η οποία παρεμπιπτόντως δεν ενισχύεται από οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορουμένου. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου περιλαμβανομένου των τεκμηρίων που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτή, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 04.06.11 και ώρα 00:20 ο ΜΚ1, επί καθήκον αστυνομικός, μετέβηκε στο υποστατικό με την ονομασία 'California Bar' που βρίσκεται στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Πάφο όπου εκεί διαπίστωσε ότι μεταδιδόταν μουσική από μεγάφωνα και πωλούνταν οινοπνευματώδη ποτά σε πελάτες. Αναζήτησε τον υπεύθυνο του υποστατικού και παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος ως τέτοιο πρόσωπο. Ο ΜΚ1 ζήτησε την ταυτότητα του και όταν ο κατηγορούμενος το έπραξε ο εν λόγω μάρτυρας κατέγραψε τα προσωπικά στοιχεία του κατηγορουμένου. Ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το ότι διέπραξε τα αδικήματα της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια του διοικητικού συμβουλίου του Κ.Ο.Τ., για το ότι πωλούσε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια πώλησης από την αρμόδια αρχή και για το ότι μετέδιδε μουσική σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Όταν ο ΜΚ1 του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε 'Θα βγουν από μέρα σε μέρα'. Ακολούθως ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί, πράγμα που έπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Εντάξει'. Κατά την ώρα της καταγγελίας υπήρχαν στο εν λόγω υποστατικό περίπου 40 άτομα τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά και συγκεκριμένα βότκα, ουίσκι, μπύρες και άλλα. Στις 09.06.11 και ώρα 00:40 ο ΜΚ2, επί καθήκον αστυνομικός, μετέβηκε στο προαναφερόμενο υποστατικό όπου εκεί διαπίστωσε ότι μεταδιδόταν μουσική από μεγάφωνα και πωλούνταν οινοπνευματώδη ποτά σε πελάτες. Εισερχόμενος στο υποστατικό εντόπισε 5 μεγάφωνα και ζήτησε από το άτομο που ρύθμιζε τη μετάδοση μουσικής (DJ) να χαμηλώσει την ένταση της μουσικής. Στη συνέχεια αναζήτησε τον υπεύθυνο του υποστατικού και παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος ως τέτοιο πρόσωπο, ο οποίος βρισκόταν πίσω από το μπαρ. Ο ΜΚ2 ζήτησε την ταυτότητα του και όταν ο κατηγορούμενος το έπραξε δίδοντας του ελληνική ταυτότητα που κατείχε ο εν λόγω μάρτυρας κατέγραψε τα προσωπικά στοιχεία του κατηγορουμένου. Ο ΜΚ2 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το ότι διέπραξε τα αδικήματα της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια του διοικητικού συμβουλίου του Κ.Ο.Τ., για το ότι πωλούσε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια πώλησης από την αρμόδια αρχή και για το ότι μετέδιδε μουσική σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Όταν ο ΜΚ2 του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε ''Εν να τες φέρει ο Κωστής'. Σε ερώτηση του ΜΚ2 ποιο ήταν αυτό το άτομο, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι ήταν ο πρώην ιδιοκτήτης του υποστατικού. Ακολούθως ο ΜΚ2 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί, πράγμα που έπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Μεν μας γράψετε'. Κατά την ώρα της καταγγελίας υπήρχαν στο εν λόγω υποστατικό περίπου 25 άτομα τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά και συγκεκριμένα ουίσκι, κρασί και μπύρες. Στις 14.06.11 και ώρα 00:15 ο ΜΚ3, επί καθήκον αστυνομικός, μετέβηκε στο υποστατικό με την ονομασία 'California Bar' που βρίσκεται στην οδό Αγίου Αντωνίου στην Πάφο όπου εκεί διαπίστωσε ότι μεταδιδόταν μουσική από μεγάφωνα και πωλούνταν οινοπνευματώδη ποτά σε πελάτες. Αναζήτησε τον υπεύθυνο του υποστατικού και παρουσιάστηκε ο κατηγορούμενος ως τέτοιο πρόσωπο. Ο ΜΚ3 ζήτησε την ταυτότητα του και όταν ο κατηγορούμενος το έπραξε δίδοντας του κυπριακή ταυτότητα που κατείχε ο εν λόγω μάρτυρας κατέγραψε τα προσωπικά στοιχεία του κατηγορουμένου. Ο ΜΚ3 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το ότι διέπραξε τα αδικήματα της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια του διοικητικού συμβουλίου του Κ.Ο.Τ., για το ότι πωλούσε οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια πώλησης από την αρμόδια αρχή και για το ότι μετέδιδε μουσική σε δημόσιο χώρο χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Όταν ο ΜΚ3 του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε 'Τι να κάμω'. Ακολούθως ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί, πράγμα που έπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε 'Τι να σου πω'. Κατά την ώρα της καταγγελίας υπήρχαν στο εν λόγω υποστατικό περίπου 30 άτομα τα οποία διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική και καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά και συγκεκριμένα βότκα, ουίσκι, μπύρες και άλλα. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Οι κατηγορίες 1, 4 και 13 αφορούν λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Το αδίκημα που περιέχεται στις κατηγορίες αυτές διέπεται από το άρθρο 18
(1)του Ν.29/85 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα εξής: "18.—
(1)Παν πρόσωπον το οποίον— (α) ......... (β) διατηρεί ή λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας˙ (γ) ....... (δ) ........ είναι ένοχον αδικήματος ." Μελέτη των πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
(1)Ο κατηγορούμενος να διατηρεί ή λειτουργεί 'κέντρο',
(2)χωρίς άδεια λειτουργίας. Το άρθρο 2 του Ν.29/85 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας καθορίζει πότε ένα υποστατικό εμπίπτει στην κατηγορία 'κέντρου αναψυχής'. Ειδικότερα: "κέντρον» σημαίνει κατάστημα— (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών˙ ή (β) ......... εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα:" Η δε άδεια λειτουργίας, με βάση τη συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 2 και 6 του Ν.29/85, σημαίνει την άδεια λειτουργίας κέντρου που εκδίδεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Κ.Ο.Τ.
(1999)2 Α.Α.Δ. 47 αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 18
(1)(β) του Νόμου 29/85 «δεν συναρτά την ποινική ευθύνη του παραβάτη με την ιδιοκτησία του κέντρου, αλλά με τις πράξεις λειτουργίας του, έννοια συνυφασμένη με τη συμμετοχή στη λειτουργία του κέντρου» (βλ. επίσης Κ.Ο.Τ. ν. Χάρη Βασιλείου & Σια Λτδ κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 399). Έτσι επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση στην οποία η καταδίκη δεν είχε στηριχθεί στη σχέση του εφεσείοντα με την ιδιοκτήτρια του κέντρου εταιρεία αλλά στο γεγονός της λειτουργίας του κέντρου από τον ίδιο. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ένα υποστατικό για να θεωρείται 'κέντρο αναψυχής' εν τη έννοια της κείμενης νομοθεσίας, η λειτουργία του οποίου είναι ένα από τα δύο βασικά συστατικά στοιχεία απόδειξης αδικήματος παράνομης λειτουργίας κέντρου αναψυχής, πρέπει να παρέχει επί πληρωμή φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα. Στην προκειμένη περίπτωση όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας δήλωσαν ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό υπήρχε κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Ωστόσο δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι αυτή η κατανάλωση των ποτών ή οποιονδήποτε ποτών συνοδευόταν με πληρωμή χρημάτων από τους θαμώνες του συγκεκριμένου υποστατικού. Ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε που να λέει ότι οινοπνευματώδη και/ή άλλα ποτά, φαγητά ή γλυκίσματα εκτίθονταν προς πώληση στο μπαρ ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο του εν λόγω υποστατικού. Ούτε ότι κάποιο πρόσωπο ετοίμαζε και διέθετε ποτά, φαγητά ή γλυκίσματα στο μπαρ ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο του συγκεκριμένου υποστατικού έναντι πληρωμής. Δεν υπάρχει ακόμη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι παραγγελίες των ποτών γίνονταν στη βάση τιμοκαταλόγου. Δεν υπάρχει ακόμη μαρτυρία ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό πωλούνταν φαγητά ή γλυκίσματα. Ούτε επίσης υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι διεξήχθησαν χρεώσεις, πληρωμές είτε σε μετρητά είτε επί πιστώσει από πελάτες καθώς επίσης έκδοση αποδείξεων πληρωμής προς τους θαμώνες από υπάλληλο του εν λόγω υποστατικού. Ούτε καν μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπήρχε ταμειακή μηχανή για τη διεξαγωγή συναλλαγών πώλησης ποτών, φαγητών ή γλυκισμάτων στο συγκεκριμένο υποστατικό. Οι κατηγορίες 2, 5 και 14 σχετίζονται με το αδίκημα της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Με το αδίκημα αυτό πραγματεύεται το άρθρο 3
(1)του Κεφ.144 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Ειδικότερα το άρθρο αυτό, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου, προνοεί τα ακόλουθα: "3.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου αυτού κανένα πρόσωπο δεν πωλεί ή προσφέρει προς πώληση ή επιτρέπει να πωλούνται ή να προσφέρονται προς πώληση ή κατέχει προς πώληση οποιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά παρά μόνο δυνάμει και σύμφωνα με— (α) άδεια προς πώληση οινοπνευματωδών ποτών λιανικώς σε τέτοια υποστατικά ή τόπο όπως δύναται να οριστεί σε αυτή για κατανάλωση εντός ή εκτός τέτοιων υποστατικών ή τόπου (η οποία στο Νόμο αυτό αναφέρεται ως "άδεια λιανικής πώλησης")· ή (β) ............." Εξέταση των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστούν αντιληπτό ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια απαιτείται μαρτυρία ότι όντως διεξάγονταν τέτοιες πωλήσεις χωρίς να υπάρχει εξασφαλισμένη άδεια για κάτι τέτοιο από την αρμόδια αρχή, η οποία σύμφωνα με το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.144 είναι ο Δήμος Πάφου. Με γνώμονα το προαναφερόμενο συμπέρασμα του Δικαστηρίου, τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον μου. Οι κατηγορίες 3, 6 και 15 αφορούν το αδίκημα της χρήσης μεγαφώνων χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Με το αδίκημα αυτό ασχολείται το άρθρο 187
(1)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο ρητά αναφέρει τα πιο κάτω: "187.—
(1)Κανένας δεν χρησιμοποιεί ή θέτει σε λειτουργία ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία τηλεβόα, μεγαφώνου, ενισχυτή ήχου ή άλλου οργάνου που αυτόματα, μηχανικά ή ηλεκτρικά ενισχύει ή μεταδίδει ενισχυμένο ήχο— (α) σε δημόσιο χώρο· ή (β) σε οποιοδήποτε άλλο χώρο με τέτοιο τρόπο ή κάτω από περιστάσεις ώστε ο ενισχυμένος ήχος με αυτό τον τρόπο, να προκαλεί οχληρία σε οποιοδήποτε δημόσιο ή άλλο χώρο, παρά μόνο δυνάμει άδειας που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή απo πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό, και σύμφωνα με τους τυχόν συνημμένους όρους σε τέτοια άδεια: ........................" Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω:
  1. Ο κατηγορούμενος να επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία μεγαφώνου ή τη χρήση άλλων οργάνων που ενισχύουν τον ήχο.
  2. αυτό να γίνεται σε δημόσιο χώρο και
  3. αυτό να γίνεται χωρίς άδεια που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή από πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό. Ο όρος 'δημόσιος χώρος' παρέχεται από το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 (άρθρο 4) όπου σημειώνεται ότι: "δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης, όπου κάθε φορά το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου, είτε χωρίς όρους, είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο ή χώρο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση". Στην υπόθεση Ευθυμιάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 ερμηνεύτηκε ο όρος 'δημόσιος χώρος' σε συνάρτηση με τον νομικό ορισμό που παρέχεται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 μέσα από την οποία ερμηνεία λέχθηκε ότι ένας τόπος μπορεί να αποτελεί δημόσιο χώρο παρά το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του έχει δικαίωμα να αποκλείσει την ελεύθερη είσοδο σε αυτόν μεμονωμένων ατόμων ή ακόμα ομάδων ατόμων. Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε ότι η μπυραρία αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση το συγκεκριμένο υποστατικό στο οποίο σύχναζαν θαμώνες που κατανάλωναν αλκοολούχα ποτά και διασκέδαζαν ακούγοντας μουσική εμπίπτει στον ορισμό 'δημόσιος χώρος' εν τη έννοια της κείμενης νομοθεσίας. Ωστόσο δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία και κατ' επέκταση εύρημα του Δικαστηρίου ότι η μουσική που ακουγόταν μεταδιδόταν από μεγάφωνα ή από οποιοδήποτε άλλο όργανο που ενισχύει τον ήχο. Εφόσον η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καταλήγω ότι αυτή απέτυχε να το πράξει. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιέχονται στις πιο πάνω κατηγορίες. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Υπό το φως των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έξοδα €190,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Λειτουργία κέντρου αναψυχής-Πώληση οινοπνευματωδών ποτών-Μετάδοση μουσικής από μεγάφωνα/Άρθρο 18
(1)Ν.29/85-Άρθρο 3
(1)Κεφ.144-Άρθρο 187
(1)Κεφ.154/ Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.