← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΕΥΤΥΧΙΟΣ ΚΟΝΙΩΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 16245/11, 26/1/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΕΥΤΥΧΙΟΣ ΚΟΝΙΩΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 16245/11, 26/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16245/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΕΥΤΥΧΙΟΣ ΚΟΝΙΩΤΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26.01.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Ε. Μανώλη για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Ν. Μάντης (η κα Ε. Κυριάκου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων και μία κατηγορία κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 13.07.11 στην οδό Ψαρών στην Πάφο εξύβρισε τον Χαράλαμπο Λοΐζου από την Πάφο με τη λέξη 'μαλάκα', τον Γιαννάκη Χαραλάμπους από την Πάφο με τις λέξεις 'πουστοπρόσφυγες' και 'μαλάκες' καθώς και την Χριστούλα Χαραλάμπους από την Πάφο με τις λέξεις 'πουτάνα' και 'πελλή' κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία και στον προαναφερόμενο τόπο παράνομα επιτέθηκε εναντίον της πιο πάνω Χριστούλας Χαραλάμπους. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τους παραπονούμενους Χριστούλα Χαραλάμπους (ΜΚ1) και του υιού της Χαράλαμπου Λοΐζου (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον τoυ κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση καλώντας παράλληλα δύο μάρτυρες υπεράσπισης και συγκεκριμένα τον Δρ. Νεκτάριο Σιδηρόπουλο (ΜΥ1) του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και τη σύζυγο του κατηγορουμένου Zlatka Konioti (ΜΥ2). Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν εφτά τεκμήρια, εκ των οποίων τα δύο προς αναγνώριση. Ως μέρος της κυρίως εξέταση της η ΜΚ1 παρουσίασε γραπτή κατάθεση που στις 17.07.11 έδωσε στην αστυνομία, την οποία και παρουσίασε σαν Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 13.07.11 και περί ώρα 19:30 ενώ η ΜΚ1 καθόταν μαζί με τον υιό της (ΜΚ2) στη βεράντα της οικίας της πρόσεξε μία κυρία που διέμενε σε διαμέρισμα στην πολυκατοικία που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι της να εισέρχεται στην αυλή της κατοικίας της και να προχωρεί προς το πίσω μέρος της οικίας της. Τότε η εν λόγω μάρτυρας την πλησίασε και της είπε ευγενικά να μην επαναλάβει την ενέργεια της αυτή και η κυρία αφού έγνεψε με το κεφάλι της καταφατικά έσπευσε να αποχωρήσει. Ακολούθως, ο σύζυγος της ήλθε προς το μέρος της ΜΚ1 κρατώντας ένα κομμάτι ξύλο φωνάζοντας και βρίζοντας την με τις λέξεις 'πουτάνα' και 'πελλή'. Όταν το άτομο αυτό την πλησίασε την έσπρωξε με αποτέλεσμα η ΜΚ1 να πέσει πάνω στο μεταλλικό πλέγμα ('ττέλι'). Συνέχισε δε να φωνάζει και να την εξυβρίζει. Ο υιός της που είδε το περιστατικό αυτό ήλθε προς το μέρος της ΜΚ1, η οποία τον παρότρυνε να μην αναμιχθεί. Ο κύριος τότε ξάπλωσε κάτω στο πεζοδρόμιο και φώναζε στον υιό της 'Έλα δέρμε ρε μαλάκα, έλα δέρμε'. Παρόλα αυτά τόσο η ΜΚ1 όσο και ο υιός της εισήλθαν στην οικία τους και στη συνέχεια ο ΜΚ2 αναχώρησε για να μεταβεί στην εργασία του. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της η εν λόγω μάρτυρας αφού υπέδειξε την κυρία που εισήλθε στην αυλή της οικίας της ως το άτομο που φορούσε γυαλιά και τη στιγμή της προφορικής κατάθεσης της καθόταν στο πίσω μέρος εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου καθώς και το άτομο που κατ' ισχυρισμό την εξύβρισε ως τον κατηγορούμενο, ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι αντιλήφθηκε πως η κυρία που εισήλθε στην αυλή της ήταν η σύζυγος του κατηγορουμένου, ο οποίος κρατώντας ξύλο στα δύο του χέρια την έσπρωξε προτάσσοντας τα προς τα εμπρός. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 σχεδίασε πρόχειρα και άνευ κλίμακας το χώρο όπου διαδραματίστηκε το επίδικο περιστατικό, το οποίο και κατάθεσε ως Τεκμήριο
  2. Εξηγώντας το Τεκμήριο 2 η εν λόγω μάρτυρας προσδιόρισε με κόκκινο χρώμα ολόκληρο το τεμάχιο της που όπως είπε περιμετρικά αυτού υπάρχει περίφραξη και βρίσκεται στο μέσο δύο άλλων τεμαχίων που υπέδειξε με τα σημεία 'Χ1' και 'Χ2' και αποτελείται από την οικία της που σχεδίασε με κίτρινο χρώμα και την αυλή της στην οποία τοποθέτησε το σημείο 'Ψ'. Όπως η εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε, εντός της αυλής της, όπου υπάρχουν δύο δέντρα ελιές και μία συκιά, σταθμεύει το όχημα της. Επίσης η ΜΚ1 με πράσινο χρώμα σημείωσε με το γράμμα 'Α' το σημείο που η εν λόγω κυρία κατέληξε εντός της αυλής της. Ακόμη υπέδειξε με αστερίσκο (από τα δύο αυτό που είναι αριστερά) το σημείο που κατά το επίδικο περιστατικό βρισκόταν στην οικία της μαζί με τον υιό της και έπιναν καφέ ενώ επισήμανε ότι στην είσοδο της αυλής της υπάρχει κάγκελο που η στιγμή εκείνη ήταν ανοικτό. Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης τι ακριβώς είπε στην κυρία που ήλθε στο τεμάχιο της, η ΜΚ1 ανάφερε επί λέξει 'Σε παρακαλώ δεν θέλω να ξαναμπείς στο σπίτι μου'. Παράλληλα αρνήθηκε ότι την εξύβρισε. Σύμφωνα με τη ΜΚ1, όταν της είπε τα πιο πάνω η κυρία βρισκόταν εντός της αυλής της και συγκεκριμένα στο σημείο 'Ψ', στο οποίο κατέληξε και ο κατηγορούμενος όταν ήλθε. Επαναλαμβάνοντας την εκδοχή της αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, η ΜΚ2 αρνήθηκε ότι ο υιός της κτύπησε τον κατηγορούμενο στο στόμα. Σε σχέση με το θέμα αυτό η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ο κατηγορούμενος με το κλειδί του οχήματος της έτριψε το στόμα του αφού πρώτα είπε στο σύζυγο της 'Θα κάτσω τον γιό σου φυλακή'. Ο ΜΚ2 προσκόμισε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 17.07.11, την οποίαν παρουσίασε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Μέσα από την εν λόγω κατάθεση ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αυτόπτη μάρτυρα επαναλαμβάνει την εκδοχή της μητέρας του (ΜΚ1) αναφορικά με τα γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τα οποία το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε που σύμφωνα με τον ίδιο συνέβηκε στην οικία της μητέρας του που βρίσκεται στην οδό Ψαρών αρ.5 στην Πάφο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως εκείνη την ημέρα ενώ βρισκόταν στην οικία του μαζί με τη μητέρα του σημειώνοντας με αστερίσκο (από τα δύο αυτό που είναι δεξιά) στο Τεκμήριο 2 την θέση του, πρόσεξε τη σύζυγο του κατηγορουμένου να εισέρχεται στην αυλή τους και να προχωρεί βαθιά. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, η μητέρα του προσέγγισε την προαναφερόμενη κυρία και συνομίλησαν στο σημείο 'Ψ' επί του Τεκμηρίου
  3. Μόλις τέλειωσε η συζήτηση ήλθε στο χώρο και ο κατηγορούμενος που μέχρι τότε βρισκόταν στο σπίτι του και κρατώντας ένα ξύλο στο δεξί του χέρι έσπρωξε την ΜΚ1 στην περίφραξη της οικίας της. Αμέσως ο ΜΚ2 άφησε τον καφέ του και πήγε προς το μέρος της μητέρας του ενώ ο κατηγορούμενος πέφτοντας σιγά-σιγά κάτω στο έδαφος ανάσκελα του είπε 'Έλα δέρμε ρε μαλάκα, έλα δέρμε'. Ο εν λόγω μάρτυρας χωρίς να αντιδράσει πήρε τη μητέρα του και εισήλθαν εντός της οικίας τους. Αρνούμενος κατηγορηματικά ότι εγκατέλειψε το χώρο επειδή κτύπησε τον κατηγορούμενο, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ακολούθως αναχώρησε για την εργασία του. Μέρος της κυρίως εξέτασης του κατηγορουμένου αποτέλεσε γραπτή δήλωση του δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Μέσα από τη γραπτή δήλωση αυτή η εκδοχή του κατηγορουμένου είναι ότι στις 13.07.11 και περί ώρα 19:15 ο ίδιος εξήλθε της πολυκατοικίας στην οποία διαμένει και είδε τη σύζυγο του να περπατά στο πεζοδρόμιο μπροστά από το χωράφι που βρίσκεται δίπλα από το τουρκοκυπριακό σπίτι που η ΜΚ1 ενοικιάζει. Όταν η σύζυγος του εισήλθε ελάχιστα στο εν λόγω χωράφι η ΜΚ1 κρατώντας μια πέτρα κατευθύνθηκε με γοργό βήμα προς τη σύζυγο του έχοντας απειλητικές διαθέσεις, την οποία απείλησε και εξύβρισε. Επειδή ο κατηγορούμενος είπε στην ΜΚ1 να μην συμπεριφέρεται έτσι στη σύζυγο του, αυτή εξύβρισε και αυτόν. Παρά το ότι της είπε να ηρεμήσει αυτή συνέχιζε να τον εξυβρίζει. Εκείνος μαζί με τη σύζυγο του βρισκόντουσαν στο δρόμο όταν πίσω από την περίφραξη εμφανίστηκε ο ΜΚ2, ο οποίος έριχνε πέτρες και ξύλα προς το μέρος του. Ακολούθως σε ανύποπτη στιγμή ο ΜΚ2 πετάχτηκε από την περίφραξη και τον γρονθοκόπησε στο στόμα με αποτέλεσμα να πέσει σο έδαφος και να κτυπήσει στην σπονδυλική του στήλη. Από το στόμα του κατηγορουμένου έτρεχαν αίματα, ο οποίος ενημέρωσε την αστυνομία για το περιστατικό. Ο ΜΚ2 εγκατέλειψε το χώρο για να αποφύγει τις ευθύνες του χρησιμοποιώντας το μοτοποδήλατο του. Κατεβαίνοντας από το διαμέρισμα του και πηγαίνοντας στον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης τον περίμενε ο σύζυγος της ΜΚ1, ο οποίος κρατώντας μια μπάρα τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος επισκέφτηκε τον αστυνομικό σταθμό όπου και έδωσε σχετική κατάθεση, η οποία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  4. Αργότερα ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο νοσοκομείο για να εξεταστεί για την επίθεση που δέχτηκε και τον τραυματισμό που υπέστηκε. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι επιτέθηκε στην ΜΚ1 καθώς και ότι εξύβρισε τους ΜΚ1 και ΜΚ
  5. Είναι ακόμη η θέση του κατηγορουμένου ότι εκδικητικά και με σκοπό να τον ταλαιπωρήσουν οι παραπονούμενοι κατασκεύασαν την δική τους ιστορία και προέβηκαν σε καταγγελία μετά που πληροφορήθηκαν από την αστυνομία για το παράπονο του κατηγορουμένου. Σε σχέση με τον κατ' ισχυρισμό τραυματισμό του ο κατηγορούμενος κατάθεσε στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του τα ιατρικά πιστοποιητικά των ιατρικών λειτουργών του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου Δρ. Κ. Φυσεντζίδου και Δρ. Νεκτάριου Σιδηρόπουλου ημερομηνίας 24.10.11 ως Τεκμήρια προς αναγνώριση 'ΑΑ' και 'ΑΒ' αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος, ανάμεσα σ' άλλα, επέμεινε στην εκδοχή του. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 αθωώθηκαν από το Δικαστήριο στις καταγγελίες του περί εξύβρισης και επίθεσης προκαλούσας σωματικής βλάβης. Παράλληλα απέφυγε να απαντήσει κατά πόσο ο σύζυγος της ΜΚ1 αθωώθηκε και αυτός στην καταγγελία ότι τον κτύπησε καθώς επίσης αρνήθηκε να απαντήσει κατά πόσο το Δικαστήριο στην υπόθεση που ήταν αυτός παραπονούμενος και κατηγορούμενοι οι εδώ παραπονούμενοι τον έκρινε αναξιόπιστο μάρτυρα. Ο ΜΥ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος προσήλθε στις 18.07.11 και ώρα 10:23 μετά από αναφερόμενη κάκωση αριστερής πηχεοκαρπικής προ ημερών (ακτινογραφία προ ημερών). Κατόπιν ιατρικής εξέτασης διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν εξωτερικές κακώσεις και ούτε οίδημα. Ακτινολογικός έλεγχος που έγινε στην αριστερή πηχεοκαρπική κατά φύση έδειξε την μη ύπαρξη εμφανής οσφυϊκής κάκωσης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο ασθενής να προσποιηθεί ότι αισθάνεται πόνο. Επιπλέον ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως αν ο κατηγορούμενος έφερε οποιαδήποτε άλλα τραύματα αυτά θα καταγράφονταν στο ιατρικό πιστοποιητικό του ενώ εξήγησε όταν είπε πως στον κατηγορούμενο δόθηκαν παυσίπονα εννοούσε 'panadol' ή γενικά παυσίπονα. Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν η σύζυγος του κατηγορουμένου (ΜΥ2) που ομιλεί και αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα, για την οποία αποτελεί κοινή θέση των μερών ότι καθ' όλη τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της ΜΚ1 βρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και παρακολουθούσε. Στην κυρίως εξέτασης της η ΜΥ2 απλά επανέλαβε την εκδοχή του κατηγορουμένου μαζί με τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες που την περιβάλλουν αρνούμενη ότι ο σύζυγος της εξύβρισε οποιοδήποτε πρόσωπο ή ότι επιτέθηκε εναντίον της ΜΚ
  6. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ2, ανάμεσα σ' άλλα, παραδέχτηκε ότι όταν η ΜΚ1 κατάθετε προφορικά την μαρτυρία της αυτή βρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και άκουσε τα όσα λέχθηκαν για το σύζυγο της, τη στιγμή που όπως είπε αντιλαμβανόταν πολύ καλά την ελληνική γλώσσα. Περαιτέρω, η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκμήριο 5 γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία σύμφωνα με την οποία δήλωσε πως δεν επιθυμούσε να πει κάτι. Η μάρτυρας αυτή απέδωσε την απροθυμία της να καταθέσει για το επίδικο περιστατικό στο φόβο που αισθανόταν. Η ΜΥ2 ακόμη είπε ότι ο σύζυγος της εξυβρίστηκε και χτυπήθηκε από την οικογένεια της ΜΚ
  7. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει αξιόπιστες τις μαρτυρίες του κατηγορουμένου και των μαρτύρων υπεράσπισης. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι οι μαρτυρίες του κατηγορουμένου και της συζύγου του ήταν σαφείς και ειλικρινείς και επιβεβαιώνονται από την ιατρική μαρτυρία του ΜΥ
  8. Αντίθετα, είναι η θέση του κυρίου Μάντη ότι η εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας δεν στέκει στη λογική και θα πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα ακόμη με το συνήγορο υπεράσπισης, το ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 έδωσαν καταθέσεις στην αστυνομία λίγες ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό δείχνει το ψευδές της εκδοχής τους. Η δε μαρτυρία του ΜΚ2 ως προς το ωράριο εργασίας φανερώνει, κατά τη γνώμη του κυρίου Μάντη, ότι ο εν λόγω μάρτυρας προφασίστηκε ψέμα προκειμένου να δικαιολογήσει την αναχώρηση του από το χώρο. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο αθωώσει τον κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι όλοι μάρτυρες κατηγορίας είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο περιγράφοντας τα γεγονότα ως είχαν διαδραματιστεί χωρίς να υποπέσουν σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Από την άλλη ο κατηγορούμενος, όπως ο κύριος Συμεού υποστήριξε, δεν ήταν ειλικρινής αφού στην προφορική μαρτυρία του πρόσθεσε γεγονότα σε αντίθεση με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του, ενώ κάποιες φορές αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν. Όσον αφορά την ΜΥ2, ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής επισήμανε ότι ήταν το άτομο που βρισκόταν στην αίθουσα όταν δινόταν ουσιαστική μαρτυρία από τη βασική μάρτυρα κατηγορίας Χριστούλα Χαραλάμπους (ΜΚ1) και αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Με βάση το σκεπτικό αυτό ο κύριος Συμεού ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή των δύο παραπονούμενων, του κατηγορουμένου και της συζύγου του, υπό το φως βέβαια και της ιατρικής μαρτυρίας του Δρ. Νεκτάριου Σιδηρόπουλου (ΜΥ1). Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων επικουρούμενη από την όποια επιστημονική μαρτυρία γίνει αποδεκτή που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η ιατρική μαρτυρία σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ιδιαίτερα σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης που προκαλεί σωματική βλάβη (Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003, Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η ΜΚ1 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με πλήρη σεβασμό στην αλήθεια ήλθε και περίγραψε στο Δικαστήριο τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν και περιέπεσαν στην προσωπική αντίληψη της. Η εν λόγω μάρτυρας έδωσε σαφείς και ειλικρινείς απαντήσεις. Ο δε τρόπος που απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν ήταν θετικός, αυθόρμητος και άμεσος, χωρίς τάση προσχεδιασμού και δίχως ουσιαστικό στοιχείο υπερβολής. Ακόμη και όταν σε ανύποπτη στιγμή κατά την αντεξέταση της ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε να απεικονίσει σχεδιαστικά το που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, να οριοθετήσει το τεμάχιο της, να σχεδιάσει την τοποθεσία της οικίας καθώς και της αυλής της σε σχέση με το τεμάχιο, τις πορείες της ΜΥ2 και της ιδίας καθώς και το σημείο που συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, αυτή τα έπραξε αμέσως εκείνη τη στιγμή υπό την πίεση της διαδικασίας με σιγουριά και σαφήνεια χωρίς ενδοιασμό ή δισταγμό. Η δε χειρόγραφη σχεδιαστική μαρτυρία της συνάδει τόσο με την υπόλοιπη μαρτυρία που αυτή έδωσε προφορικά στο Δικαστήριο όσο και με την γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία λίγες ημέρες μετά που το επίδικο επεισόδιο συνέβηκε. Ακόμη όλη η μαρτυρία της υποστηρίζεται από την μαρτυρία του ΜΚ2 που εκείνη τη στιγμή ήταν και αυτός στον ίδιο χώρο του περιστατικού. Το ότι η κατάθεση της ΜΚ1 στην αστυνομία λήφθηκε 4 ημέρες μετά που το περιστατικό διαδραματίστηκε σε καμία περίπτωση από μόνο του και μόνο αποδεικνύει κατασκευή εκδοχής. Η αλήθεια της εκδοχής συνάγεται μέσα από αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στη βάση των προαναφερόμενων αρχών. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον μου που θα με οδηγούσε σε εύρημα κατασκευασμένης εκδοχής. Αντίθετα τα πιο πάνω θετικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που εντοπίστηκαν στην μαρτυρία της αναδεικνύουν στοιχείο αλήθειας και ειλικρίνειας από μέρους της. Παράλληλα, το γεγονός ότι η ΜΚ1 δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις κατά την μαρτυρία της δείχνει τον ψηλό δείκτη της αξιοπιστίας της ως μάρτυρα, το οποίο παρέμεινε στο ίδιο επίπεδο μέχρι το τέλος. Στη βάση αυτών αποδέχομαι στην ολότητα της την μαρτυρία της ΜΚ1 ως αληθή και αξιόπιστη και ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 1 και 2 που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής. Εξίσου πολύ καλή εικόνα στο Δικαστήριο δημιούργησε και ο ΜΚ
  1. Ήταν και αυτός ευθύς και σαφής στις τοποθετήσεις του. Η δε μαρτυρία του επαληθεύεται από αυτή της ΜΚ
  2. Ο θετικός και αυθόρμητος τρόπος που κατάθετε στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις φανερώνει χωρίς δεύτερη σκέψη χαρακτήρα ειλικρινούς και συνάμα αξιόπιστου μάρτυρα που ήλθε και είπε την αλήθεια. Είναι γεγονός ότι η μαρτυρία του σε σχέση με τα τότε ωράρια εργασίας δεν είναι εντελώς ξεκάθαρη. Ωστόσο πρόκειται για ήσσονος σημασία ζήτημα σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Πέραν όμως αυτού, εξετάζοντας το μπέρδεμα αυτό υπό το πρίσμα της συνολικής μαρτυρίας του παραπονούμενου σε καμία περίπτωση αυτή από μόνη της είναι ικανή στο να χαρακτηρίσει το μάρτυρα αυτό αναξιόπιστο. Τα όσα αναφέρθηκαν για το χρόνο λήψης της κατάθεσης του από την αστυνομία για τον ΜΚ1 ισχύουν και για τον ΜΚ
  3. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ2 ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 3 που αποτελεί μέρος αυτής. Ο ΜΥ1 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν περιοριζόμενος πάντοτε στον τομέα της ειδικότητας του αλλά και στα γεγονότα που ο ίδιος βίωσε και διαπίστωσε προσωπικά μέσα από την ιατρική εξέταση του κατηγορουμένου. Αυτό που αβίαστα προκύπτει μέσα από την επιστημονική του μαρτυρία είναι ότι δεν υπάρχει εμφανή οσφυϊκή κάκωση στην αριστερή πηχεοκαρπική του κατηγορουμένου. Ούτε ο εν λόγω ιατρός εντόπισε εξωτερικές κακώσεις. Αξιοσημείωτη όμως είναι και η αναφορά του ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το υποκειμενικό συναίσθημα του πόνου δεν αποκλείεται να εμπίπτει στη σφαίρα της φαντασίωσης και προσποίησης του ασθενούς. Η μαρτυρία του αυτή, σφαιρικά αντικριζόμενη, σαφώς ενισχύει τις μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2 και ταυτόχρονα εκμηδενίζει την αξιοπιστία των μαρτυριών του κατηγορουμένου και της ΜΥ1 περί δήθεν επίθεσης στον κατηγορούμενο που του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη. Η μαρτυρία του εν λόγω ιατρού παρέμεινε αναντίλεκτη. Με βάση το σκεπτικό αυτό αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1 ως επιστημονικά ορθή και αξιόπιστη. Η ΜΥ2 δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη στάση και συμπεριφορά που επέδειξε από το εδώλιο του μάρτυρα φανέρωσε άτομο που δεν έπεισε για την αλήθεια των όσο έλεγε στα κρίσιμα ζητήματα της υπόθεσης. Η αρχική προσπάθεια της να αποστασιοποιηθεί από το επίδικο περιστατικό, όπως αυτή εκφράστηκε δια της γραπτής δηλώσεως της μέσα από την κατάθεση της στην αστυνομία ότι δεν επιθυμούσε να πει οτιδήποτε, στην πορεία μετατράπηκε σε τυφλή υποστήριξη προς το σύζυγο της. Είναι προφανές ότι ήλθε να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου και δεν ενδιαφερόταν να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αυτό είναι έκδηλο από το γεγονός ότι η εν λόγω μάρτυρας ήλθε και απλά επανέλαβε το σενάριο που ο κατηγορούμενος είχε πει προηγουμένως που περιείχε κενά, αδυναμίες και σκιές, μετά ακόμη που είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει όλη τη δια ζώσης μαρτυρία της βασικούς μάρτυρα κατηγορίας Χριστούλα Χαραλάμπους (ΜΚ1) που ήταν και μία εκ των δύο παραπονούμενων. Η ενέργεια της να παραμείνει στην αίθουσα χωρίς αμφιβολία της έδωσε την ευκαιρία να προσπαθήσει να διαμορφώσει την μαρτυρία της με συγκεκριμένο τρόπο ώστε να πλήξει ευθέως την μαρτυρία της παραπονούμενης ΜΚ1 και παράλληλα να βοηθήσει την εκδοχή του κατηγορουμένου διορθώνοντας τις όποιες ατέλειες στην μαρτυρία του. Η εξήγηση που η ΜΥ2 προέβαλε προκειμένου να δικαιολογήσει την συνειδητά παθητική στάση που τήρησε με το περιεχόμενο της κατάθεσης της στην αστυνομία είναι φτωχή και κατ' επέκταση δεν πείθει. Η ύπαρξη αισθήματος φόβου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ως αληθής τη στιγμή που ο ίδιος ο σύζυγος της προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία και τη στιγμή που ο ίδιος ο κατηγορούμενος προέβηκε σε λεπτομερή κατάθεση σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Περαιτέρω, ουδεμία εξήγηση δόθηκε ως προς το τι άλλαξε και σήμερα δεν αισθάνεται οποιοδήποτε φόβο από τους γείτονες της. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της ΜΥ
  4. Όσον αφορά την γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκμήριο 5), ουδεμία αναφορά περιέχει για οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση και ως εκ τούτου αναπόφευκτα δεν λαμβάνεται υπόψη. Ο κατηγορούμενος έκανε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια δεν ήταν από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ως ατόμου που κατάθεσε τη δική του εκδοχή. Χωρίς κανένα σεβασμό στην αλήθεια κατασκεύασε και παρουσίασε στο Δικαστήριο ένα σενάριο που βρισκόταν μόνο στη σφαίρα της φαντασίας του. Το περιεχόμενο της εκδοχής του ούτε αληθοφανής είναι αλλά ούτε λογικοφανής είναι. Κατ' αρχήν η εκδοχή που παρουσίασε μέσα από τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 4) διαφέρει ουσιωδώς από αυτή που παρουσίασε εκ των υστέρων στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ενώ στο Τεκμήριο 4 ουδεμία αναφορά γίνεται για εξύβριση της συζύγου του (ΜΥ2) από την ΜΚ1 στη κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο επικαλείται ότι η παραπονούμενη εξύβρισε την ΜΥ2 με τη φράση που σημειώνεται στη γραπτή δήλωση του που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Επιπλέον ενώ μέσα από το Τεκμήριο 4 ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η ΜΚ1 τον εξύβρισε με τις λέξεις 'μαλάκα, ηλίθιε, βλάκα' στο Δικαστήριο διαφοροποιείται και αυτό που επικαλείται ότι η εν λόγω παραπονούμενη του είπε είναι οι λέξεις 'φύγε από εδώ πούστη, μαλάκα'. Περαιτέρω, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο ΜΚ2 προτού τον κτυπήσει στο στόμα ή στα χείλη του έριχνε πέτρες και ξύλα, στο Τεκμήριο 4 ουδεμία τέτοια αναφορά υπάρχει. Επίσης ενώ στην μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος επικαλείται αιμορραγία από το στόμα του καθώς και πόνο στην σπονδυλική στήλη, στο Τεκμήριο 4 τέτοιες αναφορές δεν υπάρχουν. Οι πιο πάνω ουσιώδεις διαφοροποιήσεις δείχνουν και το φτωχό επίπεδο αλήθειας και αξιοπιστίας που χαρακτηρίζει την μαρτυρία του κατηγορουμένου. Παράλληλα, η εκδοχή του κατηγορουμένου ότι επειδή η σύζυγος του εισήλθε σε χωράφι που δεν ανήκει στους παραπονούμενους προκάλεσε την οργή της ΜΚ1, η οποία αφού κινήθηκε με απειλητικές διαθέσεις κρατώντας μία πέτρα την εξύβρισε με τις κατ' ισχυρισμό χυδαίες λέξεις, όπως κατ' ισχυρισμό εξύβρισε τον κατηγορούμενο με εξίσου χυδαίες λέξεις, με τον ΜΚ2 αναίτια και χωρίς προειδοποίηση πρώτα να του ρίχνει πέτρες και ξύλα και ακολούθως να γρονθοκοπεί τον κατηγορούμενο προκαλώντας του, όπως είπε, βαριά σωματική βλάβη (αιμορραγία στα χείλη και τραύμα στην σπονδυλική στήλη) και το σύζυγο της ΜΚ1 να τον απειλεί ότι θα τον σκοτώσει, ουδόλως στέκει στη λογική. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να διαδραματιζόταν ένα τέτοιο βάναυσο επεισόδιο στη βάση των πιο πάνω συνθηκών και γεγονότων που ο κατηγορούμενος επικαλείται. Η κατ' ισχυρισμό εμπλοκή σχεδόν ολόκληρης μιας οικογένειας χωρίς οποιοδήποτε κίνητρο ή όφελος αλλά μόνο κίνδυνο να τεθούν υπόλογοι στη δικαιοσύνη καθιστά περισσότερο παράλογη την εκδοχή του κατηγορουμένου. Εκτός βέβαια αν υπάρχει οτιδήποτε άλλο που δεν έχει λεχθεί στο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι υπέστηκε βαριά σωματική βλάβη δεν επιβεβαιώνεται από καμία ιατρική μαρτυρία και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Οι δε τοποθετήσεις του κατηγορουμένου περί αιμορραγίας στα χείλη και τραύμα στο αριστερό χέρι και σπονδυλική στήλη παρέμειναν μετέωρες ελλείψει σχετικής επιστημονικής μαρτυρίας. Η μαρτυρία του ΜΥ1 αναφέρει κατηγορηματικά για μη διαπίστωση εξωτερικών οσφυϊκών κακώσεων και οιδήματος στην αριστερή πηχεοκαρπική με τη θεραπευτική αγωγή να περιορίζεται στην χορήγηση παυσίπονων, χωρίς την ίδια στιγμή να μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της προσποίησης πόνου ενόψει αντικειμενικής απουσίας ιατρικών ευρημάτων που θα δικαιολογούσαν συνθήκες ύπαρξης άλγους στην περιοχή εκείνη, σε συνάρτηση πάντοτε με το γεγονός ότι το αίσθημα του πόνου είναι υποκειμενικό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά που απλά κατατέθηκαν ως Τεκμήρια προς αναγνώριση 'ΑΑ' και 'ΑΒ' δεν λαμβάνονται υπόψη. Η κατάθεση ενός εγγράφου ως τεκμήριο προς αναγνώριση δεν αποτελεί κανονική μαρτυρία που να υπόκειται σε αξιολόγηση. Μέχρις ότου το εν λόγω έγγραφο κατατεθεί στο Δικαστήριο ως κανονικό τεκμήριο η μαρτυρία που προκύπτει από αυτό καταγράφεται αλλά παραμένει ανενεργή. Στην προκειμένη περίπτωση τα δύο ιατρικά πιστοποιητικά κατατέθηκαν μόνο ως τεκμήρια προς αναγνώριση με αποτέλεσμα το περιεχόμενο τους να μην αξιολογείται (Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826, Δήμος Λευκωσίας v. E.L.K. Trading Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ.120 και η Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. EPCO CYPRUS LTD
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 883). Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του κατηγορουμένου περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 4 που αποτελεί μέρος αυτής και ότι αυτή η μαρτυρία του εκφράζει την πραγματική όψη των γεγονότων που διαδραματίστηκαν. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτή, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 13.07.11 και περί ώρα 19:30 ενώ η ΜΚ1 καθόταν μαζί με τον υιό της (ΜΚ2) στη βεράντα της οικίας της που βρίσκεται στην οδό Ψαρών αρ.5 στην Πάφο και έπιναν καφέ πρόσεξε την ΜΥ2 που διέμενε σε διαμέρισμα στην πολυκατοικία που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι της να εισέρχεται στην αυλή της κατοικίας της από το ανοικτό κάγκελο και να προχωρεί προς το πίσω μέρος της οικίας της, διασχίζοντας έτσι ην αυλή της ΜΚ
  1. Η οικία της ΜΚ1 βρίσκεται μεταξύ δύο άλλων κατοικιών. Δίπλα από την οικία της υπάρχει αυλή από το κάγκελο της οποίας κάποιος μπορεί να εισέλθει στην κατοικία της. Επίσης εντός της αυλής είναι και ο χώρος στάθμευσης του οχήματος της. Περιμετρικά ολόκληρου του τεμαχίου υπάρχει περίφραξη. Τη στιγμή που η ΜΥ2 επέστρεφε και προσέγγιζε το κάγκελο της εισόδου στην αυλή αλλά προτού εξέλθει η ΜΚ2 την πλησίασε και ευγενικά της είπε επί λέξει 'Σε παρακαλώ δεν θέλω να ξαναμπείς στο σπίτι μου'. Η ΜΥ2 αφού έγνεψε με το κεφάλι της καταφατικά έσπευσε να αποχωρήσει. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος εξήλθε του διαμερίσματος του και ήλθε προς το μέρος της ΜΚ1 κρατώντας ένα κομμάτι ξύλο φωνάζοντας και βρίζοντας την με τις λέξεις 'πουτάνα' και 'πελλή'. Όταν ο κατηγορούμενος πλησίασε την ΜΚ1 εντός της αυλής της παρά το κάγκελο της εισόδου αυτής την έσπρωξε με αποτέλεσμα η ΜΚ1 να πέσει πάνω στο μεταλλικό πλέγμα ('ττέλι') της περίφραξης. Συνέχισε δε να φωνάζει και να εξυβρίζει την ΜΚ1 λέγοντας της τη φράση 'Πελλή, πελλοπροσφυγίνα, ήρτες που τα ανάθεμαν, επιάετε τα σπίθκια μας'. Ο υιός της ΜΚ1 (ΜΚ2) που είδε το περιστατικό αυτό ήλθε προς το μέρος της ΜΚ1, η οποία όμως τον παρότρυνε να μην αναμιχθεί. Ο κατηγορούμενος τότε ξάπλωσε κάτω στο πεζοδρόμιο και φώναζε στον ΜΚ2 'Έλα δέρμε ρε μαλάκα, έλα δέρμε'. Την στιγμή που ο κατηγορούμενος εκστόμισε τις προαναφερόμενες λέξεις βρισκόταν σε δημόσιο δρόμο ή χώρο και συγκεκριμένα στην οδό Ψαρών στην Πάφο κοντά στην οικία της ΜΚ1 ενώ οι παραπονούμενοι βρίσκονταν στην αυλή της οικίας της ΜΚ
  2. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος έτριψε στο στόμα του το κλειδί του οχήματος του αφού πρώτα της είπε 'Θα κάτσω τον γιό σου φυλακή'. Παρόλα αυτά τόσο η ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2 εισήλθαν στην οικία τους και στη συνέχεια ο ΜΚ2 αναχώρησε για να μεταβεί στην εργασία του. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης εις βάρος της ΜΚ1 και του ΜΚ2 με τις λέξεις που περιέχονται στις λεπτομέρειες της πρώτης και τρίτης κατηγορίας. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 99 του Κεφ.154, οι διατάξεις του οποίου προνοούν ότι: " Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται..." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η εξύβριση ατόμου, (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σε ότι αφορά τον 'δημόσιο χώρο' η έννοια του όρου οριοθετείται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας και έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493, μέσα από τα οποία σημειώνεται πως 'δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Σύμφωνα δε με το ίδιο άρθρο, 'δημόσια διάβαση' καλύπτει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση, που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ.503 υποδείχτηκε πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Δεν χρειάζεται μαρτυρία ειδικού από την κατηγορούσα αρχή για να ερμηνεύσει την υβριστική φράση, δεδομένου ότι ο παραπονούμενος κατάλαβε τι του λέχθηκε και θεώρησε την φράση υβριστική. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ο Ποινικός Κώδικας δεν καθορίζει τι ακριβώς αποτελεί εξύβριση. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ζήτημα της εξύβρισης είναι πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό και όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε τις λέξεις 'πουτάνα' και 'πελλή' καθώς και τη φράση ' 'πελλοπροσφυγίνα, ήρτες που τα ανάθεμαν' προς το πρόσωπο της ΜΚ1 καθώς και τη λέξη 'μαλάκας' προς το πρόσωπο του ΜΚ
  1. Το Δικαστήριο κρίνει ότι όλες οι λέξεις που ο κατηγορούμενος εκστόμισε είναι υβριστικού περιεχομένου καθότι δεν φανερώνουν επίπεδο ευγένειας, ηθικής και ευπρέπειας από μέρους του. Δεν πρόκειται για φράσεις για τις οποίες κάποιος θα έπρεπε να νιώθει κολακευμένος όταν απευθύνονται προς το πρόσωπο του. Οι παραπονούμενοι σαφώς και δικαιολογημένα δεν αισθάνθηκαν κολακευμένοι από τη συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου. Αντίθετα, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο και το ύφος της μαρτυρία τους επί του συγκεκριμένου θέματος, οι παραπονούμενοι αισθάνθηκαν προσβεβλημένοι εκλαμβάνοντας τις φράσεις που εκστομίστηκαν μειωτικές για τα πρόσωπα τους προς τα οποία απευθύνονταν. Εξάλλου το ότι οι φράσεις, ως τέτοιες περιέχουν λέξεις υβριστικού περιεχομένου δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, το πρώτο συστατικό στοιχείο έχει τεκμηριωθεί. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι όταν ο κατηγορούμενος εκστόμισε τις προαναφερόμενες λέξεις ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε δημόσιο δρόμο ή χώρο και συγκεκριμένα στην οδό Ψαρών στην Πάφο κοντά στην οικία με αριθμό 5 (οικία της ΜΚ1) ενώ οι παραπονούμενοι βρίσκονταν στην αυλή της οικίας της ΜΚ
  2. Με γνώμονα τα πιο πάνω δεδομένα σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι άκουσαν τον κατηγορούμενο να εκστομίζει τις επίμαχες υβριστικού περιεχομένου προς το πρόσωπο τους λέξεις και φράσεις, προκύπτει ότι θα μπορούσαν να είχαν ακουστεί από πρόσωπο που χρησιμοποιούσε τον συγκεκριμένο δημόσιο δρόμο ή εκεί δημόσιο χώρο. Συνεπώς, τεκμηριώνεται και το δεύτερο συστατικό στοιχείο. Αναφορικά με το τρίτο συστατικό στοιχείο, το περιεχόμενο των επίμαχων φράσεων είναι τέτοιο που εύκολα θα μπορούσε να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η ενέργεια του ΜΚ2 να αφήσει τον καφέ του και να μεταβεί στην αυλή αλλά κατόπιν παρότρυνσης της ΜΚ1 να μην αντιδράσει και να μην αναμιχθεί στο επεισόδιο δείχνει ότι ο ΜΚ2 δεν ήταν καθόλου χαρούμενος με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αυτό οδηγεί χωρίς αμφιβολία σε στοιχειοθέτηση του εν λόγω συστατικού στοιχείου. Με γνώμονα ότι τα δικαιώματα και συμφέροντα του κατηγορούμενου δεν επηρεάζονται δυσμενώς, το Δικαστήριο, δυνάμει των εξουσιών που του παρέχουν οι διατάξεις του Κεφ.155, τροποποιεί τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας με την πρόσθεση της φράσης «πελλοπροσφυγίνα, ήρτες που τα ανάθεμαν» στην τρίτη γραμμή αυτών, αμέσως μετά τη λέξη «πελλή» έτσι ώστε να συνάδουν με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Περαιτέρω, στην τέταρτη κατηγορία του κατηγορητηρίου ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης εναντίον και του συζύγου της ΜΚ1, Γιαννάκη Λοΐζου. Ωστόσο ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει ίχνος αποδεκτής μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος εκστόμισε την επίμαχη φράση που σημειώνεται στις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας προς το πρόσωπο του Γιαννάκη Λοΐζου. Κατά συνέπεια, το αδίκημα που περιέχεται στην τέταρτη κατηγορία δεν τεκμηριώνεται στον απαιτούμενο βαθμό. Επίσης στη δεύτερη κατηγορία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης εναντίον της ΜΚ
  3. Το άρθρο 242 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων πραγματεύεται το αδίκημα της κοινής επίθεσης και προνοεί επί λέξη τα εξής: "Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε." Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε την ΜΚ1 με αποτέλεσμα αυτή να πέσει πάνω στο μεταλλικό πλέγμα ('ττέλι') της περίφραξης. Αυτό σαφώς με βάση το πιο πάνω νομικό πλαίσιο αποτελεί μορφή επίθεσης από τον κατηγορούμενο εναντίον της ΜΚ1. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αναφορικά με την πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες αυτές. Αντίθετα, εφόσον η κατηγορούσα αρχή δεν τεκμηρίωσε σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, αυτή απέτυχε να την αποδείξει με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλάσσεται και να αθωώνεται στην εν λόγω κατηγορία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Κοινή Επίθεση-Δημόσια Εξύβρισηυ/ Άρθρα 242 και 99 Κεφ.154/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.