Καίτη Αργυροπούλου Στυλιανάκη ν. D.N.P. ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:12133/12, 15/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:12133/12 Καίτη Αργυροπούλου Στυλιανάκη, εκ Πάφου v.
- D.N.P. ENTERPRISES LTD
- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑ ΠΑΠΑΧΑΡΙΔΗΜΟΥ Κατηγορουμένων ____________________________ Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Λ. Χατζηνεοφύτου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος 2: παρών ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας η κατηγορούμενη 1 κατά ή περί τον Ιούνιο του 2012 και/ή προγενέστερα χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση της εκδοθείσας από αυτήν επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83363676, εξαργυρωτέα κατά την 30.6.12 για το ποσό των €235.
- Από την άλλη ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει στη δεύτερη κατηγορία το αδίκημα της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης της κατηγορούμενης 1 στη διάπραξη του αδικήματος που περιγράφεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί τον Ιούνιο του 2012 και/ή προγενέστερα υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε την κατηγορούμενη 1 να προκαλέσει την άνευ ευλόγου αιτίας μη εξόφληση της εκδοθείσας από αυτήν επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83363676, εξαργυρωτέα κατά την 30.6.12 για το ποσό των €235.
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της υπόθεσης της παραπονούμενης κατέθεσαν τέσσερεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι η παραπονούμενη (ΜΚ1), ο Νέαρχος Κόκκινος (ΜΚ2), ο Γεώργιος Χατζηνεοφύτου (ΜΚ3) και η Άντρη Λαζάρου (ΜΚ4). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι, των οποίων η υπεράσπιση τους ήταν κοινή, κάλεσαν δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον Παναγιώτη Χατζηαντώνη (ΜΥ1) και την Ηλιάνα Αραμπίδου (ΜΥ2). Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Η ΜΚ1 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση ως την κυρίως εξέταση της. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι την 30.12.10 υπέγραψε με την κατηγορούμενη 1 συμφωνία (Τεκμήριο 2) δυνάμει της οποίας πώλησε 6 οικόπεδα στην κατηγορούμενη
- Τη συμφωνία για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2 ως Διευθυντής της. Το συνολικό τίμημα για την πώληση των 6 οικοπέδων ήταν €1.175,000 εκ του οποίου ποσό ύψους €235,000 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι θα καταβληθεί με μεταχρονολογημένη επιταγή λόγω του ότι η κατηγορούμενη 1 αδυνατούσε να καταβάλει το σύνολο του τιμήματος. Προς τον σκοπό αυτό η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83363676 για το ποσό των €235,000 (Τεκμήριο 3Α) την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος
- Επίσης, σε σχέση με την πιο πάνω αναφερόμενη επιταγή υπογράφηκε από την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο 2 για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 γραπτή δήλωση ημερομηνίας 30.12.10 (Τεκμήριο 4). Η παραπονούμενη μεταβίβασε στην κατηγορούμενη 1 τα 6 οικόπεδα ως η σχετική της υποχρέωση. Η κατηγορούμενη 1 απέστειλε στην παραπονούμενη επιστολή ημερομηνίας 20.12.11 (Τεκμήριο 5) με την οποία επικαλείτο συμφωνία αντιπαροχής που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και καλούσε την παραπονούμενη να επιλέξει κατοικία και να επιστρέψει την επίδικη επιταγή. Η παραπονούμενη απάντησε στην εν λόγω επιστολή με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 28.12.11 (Τεκμήριο 6) με την οποία, μεταξύ άλλων, αρνήθηκε την ύπαρξη συμφωνίας αντιπαροχής και κάλεσε την κατηγορούμενη 1 να τιμήσει την επίδικη επιταγή. Ακολούθως και μέχρι την ημερομηνία πληρωμής της επίδικης επιταγής δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων και η παραπονούμενη κατέθεσε την επίδικη επιταγή προς εξαργύρωση. Η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε λόγω ανάκλησης της πληρωμής της από την κατηγορούμενη 1 μέσω του κατηγορούμενου
- Ο λόγος που επικαλέστηκαν οι κατηγορούμενοι για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής ήταν ότι η εν λόγω επιταγή δόθηκε ως εγγύηση για την συμφωνία αντιπαροχής, η οποία διαλάμβανε ότι η αξία της επιταγής θα εξοφλείτο με την παράδοση στην παραπονούμενη μίας κατοικίας που η κατηγορούμενη 1 πρόκειτο να ανεγείρει στα οικόπεδα που αγόρασε από την παραπονούμενη. Τον εν λόγω ισχυρισμό της κατηγορούμενης 1 τον γνωρίζει η παραπονούμενη, καθώς αυτός προβλήθηκε στο δικόγραφο της υπεράσπισης που καταχώρησε η κατηγορούμενη 1 στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 2558/12 Ε.Δ. Πάφου που καταχώρησε η παραπονούμενη εναντίον της κατηγορούμενης 1 αξιώνοντας την πληρωμή του ποσού της επίδικης επιταγής. Τέλος, η κατηγορούμενη 1 κατέβαλε στους δικηγόρους της παραπονούμενης στις 20.5.14 το ποσό των €10.000 έναντι του ποσού της επίδικης επιταγής και οι κατηγορούμενοι ζήτησαν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης περαιτέρω χρόνο για γεγονότα και επιβολή ποινής προκειμένου να αποζημιώσουν πλήρως την παραπονούμενη. Κατά την αντεξέταση της η παραπονούμενη ανέφερε ότι η μεταβίβαση των 6 οικοπέδων έγινε περί την 30.12.10, ημερομηνία κατά την οποία μετέβησαν με τον κατηγορούμενο 2 στο Κτηματολόγιο και μεταβιβάστηκαν τα εν λόγω οικόπεδα στην κατηγορούμενη
- Η παραπονούμενη παραδέχθηκε πως δήλωσε στο Κτηματολόγιο ότι εισέπραξε το σύνολο του τιμήματος για την πώληση των οικοπέδων, διευκρινίζοντας ότι η εν λόγω απάντηση της δόθηκε ενόψει της ύπαρξης της επίδικης επιταγής. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι εισέπραξε το σύνολο του ποσού που αναφέρεται στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) μείον το ποσό των €235.
- Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων γιατί δεν διαφοροποίησε την συμφωνία έτσι ώστε να πωλήσει 5 αντί 6 οικόπεδα, η παραπονούμενη απάντησε ότι τόσο η δική της πρόθεση όσο και των κατηγορουμένων ήταν να γίνει πώληση 6 οικοπέδων. Αναφορικά με την επίδικη επιταγή ανέφερε ότι αποδέχθηκε όπως εκδοθεί μεταχρονολογημένη για να διευκολύνει τους κατηγορούμενους και για αυτό δεν έθεσε ούτε καν όρο ως προς τον χρόνο πληρωμής της επιταγής, αφήνοντας το εν λόγω ζήτημα στην ευχέρεια των κατηγορουμένων. Η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 3Α) υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο 2 στην παρουσία της στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 και εκδόθηκε στις 30.12.
- Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Αλεξάνδρου, η παραπονούμενη απάντησε ότι η συμφωνία (Τεκμήριο 2) υπογράφηκε στο γραφείο των δικηγόρων της, στη συνέχεια μετέβησαν στα γραφεία της κατηγορουμένης 1, καθώς ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε μαζί του το βιβλιάριο επιταγών και εκεί υπογράφηκε και εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Επίσης, όταν μετέβησαν στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 υπογράφηκε και η γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 4). Υποδείχθηκε στην παραπονούμενη πρωτότυπο έγγραφο της γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο 4), το οποίο αναγνωρίστηκε από την παραπονούμενη και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Η παραπονούμενη αρνήθηκε υποβολές του κ. Αλεξάνδρου ότι υπήρξε αλλοίωση του Τεκμηρίου 4 και υποστήριξε ότι εν λόγω γραπτή δήλωση (Τεκμήρια 4 και 11) ετοιμάστηκε εις διπλούν και για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου η ίδια και ο κατηγορούμενος 2 συμπλήρωσαν από ένα. Το Τεκμήριο 11 ανέλαβε να το συμπληρώσει ο κατηγορούμενος 2 και από ευθύνη δική του δεν συμπληρώθηκε εξ ολοκλήρου. Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, ότι πέραν της επίδικης επιταγής, δόθηκε ακόμα μία επιταγή και συγκεκριμένα η επιταγή με αρ. 83363675 για το ποσό των €52.500, η παραπονούμενη είπε ότι η εν λόγω επιταγή αντιπροσώπευε το ποσό που έδωσε στην κατηγορούμενη 1 μέσω του κατηγορούμενου 2 για την πληρωμή των μεταβιβαστικών τελών στο κτηματολόγιο για να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των 6 οικοπέδων. Η παραπονούμενη συμφώνησε με σχετική υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό σε μετρητά από την πώληση των 6 οικοπέδων, καθώς οι πληρωμές έγιναν απευθείας στα τραπεζικά ιδρύματα στα οποία ήταν υποθηκευμένα τα εν λόγω ακίνητα. Το μόνο ποσό που έλαβε η ίδια ήταν την επίδικη επιταγή και την επιταγή των €52.500 που αφορούσε τα μεταβιβαστικά τέλη για την πληρωμή των οποίων δάνεισε το εν λόγω ποσό στην κατηγορούμενη
- Η παραπονούμενη αρνήθηκε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι επισκέφθηκε με τον κατηγορούμενο 2 το συγκρότημα Beach Court στα Μανδριά προκειμένου να επιλέξει κατοικία η οποία θα της δινόταν ως αντιπαροχή για την αγορά των 6 οικοπέδων. Περαιτέρω, η παραπονούμενη αρνήθηκε ότι η επίδικη επιταγή της δόθηκε ως «ασφάλεια» σε σχέση με τη συμφωνία αντιπαροχής που συνομολόγησε με τους κατηγορούμενους. Τέλος, αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Αλεξάνδρου ότι έλαβε χώρα συμφωνία αντιπαροχής και ότι η ημερομηνία πληρωμής της επίδικης επιταγής καθορίστηκε 1,5 χρόνο μετά διότι τότε θα ετοιμάζονταν τα αρχιτεκτονικά σχέδια προκειμένου να επιλέξει κατοικία. Η παραπονούμενη σε γενικές γραμμές μου προξένησε θετική εντύπωση και θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι σε ορισμένες ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση της δυσκολευόταν στο να δώσει σαφείς απαντήσεις, όπως για παράδειγμα σε σχέση με τον τόπο και τη σειρά με την οποία υπογράφηκαν η συμφωνία (Τεκμήριο 2) και η γραπτή δήλωση (Τεκμήρια 4,11 και 13). Τα γεγονότα ωστόσο αυτά θεωρώ ότι είναι επουσιώδη και δεν δημιουργούν ρήγμα στη μαρτυρία της παραπονούμενης. Η αντεξέταση της επικεντρώθηκε ουσιαστικά στο ζήτημα της αντιπαροχής και στο ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε ως εγγύηση ή ασφάλεια για την ολοκλήρωση της συμφωνίας αντιπαροχής από την οποία υπαναχώρησε η παραπονούμενη. Επί του εν λόγω ζητήματος παρατηρώ ότι η παραπονούμενη παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι ουδέποτε συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 1 ότι το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης των οικοπέδων, ήτοι το ποσό των €235.000, θα εξοφλείτο με την παραχώρηση οικίας ως αντιπαροχή. Η θέση της δε ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία με τους κατηγορούμενους επιβεβαιώνεται και από τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) αλλά και από τη γραπτή δήλωση (Τεκμήρια 4,11 και 13). Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων στην τελική του αγόρευση επικαλέστηκε ως ενδεικτικό στοιχείο της αναξιοπιστίας της παραπονούμενης το ότι ενώ η ίδια ανέφερε πως είχε οικονομική πίεση εντούτοις δεν την ενδιέφερε ο χρόνος που θα εξοφλείτο η επίδικη επιταγή η οποία, όπως επισήμανε ο κ. Αλεξάνδρου, ήταν για το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €235.
- Διερωτήθηκε ο κ. Αλεξάνδρου πως είναι δυνατό να υπάρχει οικονομική πίεση και την ίδια ώρα να μην την ενδιαφέρει πότε θα γίνει η πληρωμή του ποσού των €235.
- Δεν θεωρώ ότι το εν λόγω ζήτημα φανερώνει αναξιοπιστία, καθώς η παραπονούμενη ερωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση της και έδωσε σαφή απάντηση. Συγκεκριμένα, όταν της τέθηκε η σχετική ερώτηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων η παραπονούμενη απάντησε ότι με τα ποσά που πληρώθηκαν κατά την μεταβίβαση των οικοπέδων είχε λυθεί το πρόβλημα της. Υπενθυμίζω ότι σε προηγηθείσες απαντήσεις της κατά την αντεξέταση της, η παραπονούμενη είπε πως από το σύνολο του τιμήματος που αναγράφεται στο Τεκμήριο 2 η ίδια έλαβε μόνο το ποσό της επίδικης επιταγής και το υπόλοιπο καταβλήθηκε στις τράπεζες προς εξάλειψη των εμπράγματων βαρών που κάλυπταν τα μεταβιβασθέντα οικόπεδα. Κατά συνέπεια δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε ανακολουθία στις απαντήσεις της παραπονούμενης από την οποία να προκύπτει ότι η τελευταία ήταν αναξιόπιστη. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι μεταξύ της παραπονούμενης και του ΜΚ3 υπήρξε διάσταση όσον αφορά το ζήτημα της αντιπαροχής, η οποία εστιάζεται στο ακόλουθο σημείο: Η παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι υπήρξε συζήτηση για αντιπαροχή, ενώ ο ΜΚ3 ανέφερε ότι μετέφερε στην παραπονούμενη τέτοιου είδους πρόταση την οποία η τελευταία απέρριψε. Μάλιστα, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η πρόταση ήταν σε σχέση με οικία στα Μανδριά και δεν ήταν γνώστης οποιασδήποτε άλλης πρότασης για αντιπαροχή. Θεωρώ ότι πρόκειται για μικροαντίφαση η οποία δεν αναιρεί την ουσία της μαρτυρίας της παραπονούμενης, ότι δηλαδή ουδέποτε συμφώνησε με τους κατηγορούμενους όπως της παραχωρηθεί οικία ως αντιπαροχή και προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης των οικοπέδων. Το γεγονός ότι πρόκειται για επουσιώδες σημείο επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2, ο οποίος ανέφερε ότι η παραπονούμενη απέρριψε την πρόταση που της έγινε για αντιπαροχή σε σχέση με ακίνητα στα Μανδριά. Η υπεράσπιση που προβλήθηκε από τους κατηγορούμενους ήταν ότι η συμφωνία για αντιπαροχή αφορούσε τελικά μία εκ των οικιών που προγραμμάτιζε η κατηγορούμενη 1 να ανεγείρει στα οικόπεδα που αγόρασε από την παραπονούμενη. Σε σχέση με αυτόν τον ισχυρισμό δεν υπήρξε οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας της παραπονούμενης και του ΜΚ
- Υπήρξε επίσης διαφοροποίηση μεταξύ της παραπονούμενης και του ΜΚ3 σε σχέση με τον χρόνο έναρξης των διαπραγματεύσεων για την πώληση των οικοπέδων. Η μεν παραπονούμενη ανέφερε ότι οι διαπραγματεύσεις δεν διήρκησαν αρκετό χρόνο ενώ ο ΜΚ3 δήλωσε ότι οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν 3-4 μήνες πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Θεωρώ επίσης ότι πρόκειται για επουσιώδη διαφορά η οποία δεν είναι ικανή να δημιουργήσει ρήγμα στη μαρτυρία της παραπονούμενης. Ο χρόνος, κατά τον οποίο ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις είναι, κατά την κρίση μου, στοιχείο ουδέτερο. Κατά συνέπεια και παρά την ύπαρξη των πιο πάνω αναφερόμενων διαφορών στη μαρτυρία της παραπονούμενης και του ΜΚ3 δεν θεωρώ ότι δημιουργείται ρήγμα στη μαρτυρία της. Αποτελεί άλλωστε γενική αρχή ότι οι υπάρχουσες αντιφάσεις και ασυνέπειες στη μαρτυρία δυο μαρτύρων ενισχύουν την αξιοπιστία τους (βλ. Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547). Ταυτοχρόνως επισημαίνεται ότι είναι αντιφάσεις, επί ουσιαστικών θεμάτων, που τείνουν να καταδείξουν αναλήθεια και όχι αντιφάσεις επί επουσιωδών λεπτομερειών. Το ουσιώδες εν προκειμένω είναι κατά πόσο υπήρξε συμφωνία αντιπαροχής σε σχέση με μία εκ των 12 οικιών που θα ανεγείρονταν στα οικόπεδα που πώλησε η παραπονούμενη στην κατηγορούμενη 1. Όπως ανάφερα και πιο πάνω σε σχέση με το ουσιώδες αυτό σημείο όχι μόνο δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας της παραπονούμενης και του ΜΚ3, αλλά και επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) και της γραπτής δήλωσης (Τεκμήρια 4, 11 και 13). Ενόψει των πιο πάνω αναφερομένων η μαρτυρία της παραπονούμενης, με εξαίρεση τα σημεία που αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, γίνεται αποδεκτή. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Αναγνώρισε την επίδικη επιταγή, ως επιταγή η οποία εκδόθηκε από λογαριασμό που διατηρεί η κατηγορούμενη
- Επίσης, αναγνώρισε ότι επί της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 3Α) τοποθετήθηκε σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου και συγκεκριμένα η σφραγίδα στην οποία αναγράφεται ότι η επιταγή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της. Ο ΜΚ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 αντίγραφο των οδηγιών ανάκλησης πληρωμής της επίδικης επιταγής (Τεκμήριο 3Α) το οποίο υπογράφηκε από τον Διευθυντή της κατηγορούμενης 1 και στο οποίο ως λόγος ανάκλησης καταγράφεται «ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ». Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης, ο ΜΚ2 απάντησε ότι δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό έχει ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος είναι Διευθυντής και μέτοχος της κατηγορούμενης
- Αναφορικά με το λόγο ανάκλησης της πληρωμής, ο ΜΚ2 είπε ότι στον ίδιο δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε επιπρόσθετες λεπτομέρειες και δεν γνωρίζει αν δόθηκαν τέτοιες λεπτομέρειες σε άλλο συνάδελφο του. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 14 οι οδηγίες για ανάκληση πληρωμής δόθηκαν στις 03.01.
- Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων απάντησε ότι με βάση την πείρα του, ο λόγος ανάκλησης της πληρωμής έχει προσδιοριστεί επαρκώς και δεν χρειαζόταν να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες. Ο ΜΚ2 είπε ότι για την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού έχει δει γενικά το ιστορικό του. Από σχόλια συναδέλφων του παρατήρησε πως για την δανειοδότηση που έγινε προς την κατηγορούμενη 1 κατά το 2010 για αγορά οικοπέδων γινόταν λόγος για μία κατοικία η οποία θα δινόταν ως αντιπαροχή από τις 12 που θα ανεγείρονταν στα 6 οικόπεδα. Ο ΜΚ2 μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Κατέθεσε με ευθύτητα και φυσικότητα για όλα τα γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ενώ σε όσες ερωτήσεις του υποβλήθηκαν και για τις οποίες δεν γνώριζε την απάντηση δήλωσε ρητά ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Κατά την αντεξέταση του, του υποβλήθηκαν κυρίως διευκρινιστικές ερωτήσεις και δεν επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η μαρτυρία που έδωσε κατά την κυρίως εξέταση του ή να κλονιστεί η αξιοπιστία του. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ
- Ο ΜΚ3 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι μέτοχος και διευθυντής της δικηγορικής εταιρείας «Γ. Χατζηνεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε». Την παραπονούμενη την γνωρίζει καθώς ήταν πελάτης του δικηγορικού γραφείου. Αναγνώρισε τη συμφωνία (Τεκμήριο 2), καθώς ο ίδιος τη συνέταξε μετά από οδηγίες της παραπονούμενης. Η διαδικασία σύνταξης του Τεκμηρίου 2 άρχισε το καλοκαίρι του
- Στην πορεία υπήρξαν προβλήματα με την χρηματοδότηση που προσπαθούσε να εξασφαλίσει ο κατηγορούμενος 2 για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 για την αγορά των 6 οικοπέδων. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε στον ίδιο το πρόβλημα που είχε σε σχέση με την εξασφάλιση δανειοδότησης και ζήτησε από το ΜΚ3 να διερευνήσει κατά πόσο η παραπονούμενη ενδιαφερόταν να αγοράσει οικία από την κατηγορούμενη 1 για διευκολυνθεί η υπογραφή της συμφωνίας. Ο ΜΚ3 μετέφερε την πιο πάνω πρόταση στην παραπονούμενη, η οποία τον Δεκέμβριο του 2010 του είπε ότι δεν επιθυμούσε να αγοράσει οικία από την κατηγορούμενη
- Ο ΜΚ3 εισηγήθηκε στην παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο 2 όπως εκδοθεί μεταχρονολογημένη επιταγή για το ποσό που δεν μπορούσε να εξασφαλίσει δανειοδότηση, ήτοι για το ποσό των €235.
- Για την έκδοση της επίδικης επιταγής, ο ΜΚ3 συνέταξε σχετική δήλωση (Τεκμήρια 4 και 11) η οποία υπογράφηκε από την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο 2 εκ μέρους της κατηγορούμενης
- Αναφορικά με την απόδειξη με αρ.03651 και το τιμολόγιο με αρ.03622 (Τεκμήρια 10Α και 10Β αντίστοιχα), ο ΜΚ3 είπε ότι ο ίδιος προσωπικά παρέλαβε τις €10.000 από τον κατηγορούμενο 2 και σημείωσε λανθασμένα τον αριθμό της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή αντί να σημειώσει 12133/12 σημείωσε 12132/
- Τέλος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 υποσχέθηκε ότι θα αποπλήρωνε τμηματικά το υπόλοιπο ποσό αναλόγως και των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2, καθώς κατά το παρελθόν είχε ενεργήσει ως δικηγόρος του. Στην προκείμενη περίπτωση, δηλαδή στη σύνταξη της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) και των υπολοίπων εγγράφων που σχετίζονται με την πώληση των 6 οικοπέδων από την παραπονούμενη στην κατηγορούμενη 1 ενήργησε αποκλειστικά ως δικηγόρος της παραπονούμενης. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, ο ΜΚ3 απάντησε ότι στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για την πώληση των 6 οικοπέδων είχε συνομιλίες με τον κατηγορούμενο 2, δεν του παρείχε όμως οποιεσδήποτε συμβουλές ως δικηγόρος του. Επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο 2, ως δικηγόρος της παραπονούμενης, για να διευκρινιστούν διάφορα ζητήματα που προέκυπταν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Σε σχετική ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι η αναφορά που έκανε στην κυρίως εξέταση του σε σχέση με την πρόταση του κατηγορούμενου 2 για να αγοράσει η παραπονούμενη οικία, αφορούσε οικία στα Μανδριά και περαιτέρω ανέφερε ότι πέραν της οικίας στα Μανδριά δεν αντιλήφθηκε να έγινε συζήτηση για οποιαδήποτε άλλη οικία, ούτε και οι διάδικοι του ανέφεραν κάτι άλλο. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 2 ξεκίνησε να το συντάσσει το καλοκαίρι του 2010 και στο αρχικό κείμενο δεν συμπεριλαμβανόταν η παράγραφος
- Την τελική του μορφή την έλαβε το Δεκέμβριο του
- Τα δε Τεκμήρια 11 και 15 επίσης συντάχθηκαν τον Δεκέμβριο του
- Σε σχέση με την ημερομηνία υπογραφής των Τεκμηρίων 2,11 και 15 ο ΜΚ3 είπε ότι δεν γνωρίζει πότε υπογράφησαν από τους διαδίκους. Όσον αφορά το Τεκμήριο 15, μετά από υπόδειξη του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι σε αυτό είναι τυπωμένη η ημερομηνία 30.12.10, ο ΜΚ3 είπε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο (Τεκμήριο 15) συντάχθηκε στις 30.12.10 και ο λόγος ήταν διότι εκείνη την ημέρα προέκυψε το πρόβλημα με την πληρωμή των μεταβιβαστικών τελών σε σχέση με το οποίο η κατηγορούμενη 1 θα εξέδιδε προς όφελος της παραπονούμενης μεταχρονολογημένη επιταγή για το ποσό των €52.
- Ερωτηθείς για ποιο λόγο στην παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 2 δεν αναφέρει την ημερομηνία πληρωμής της επίδικης επιταγής, ο ΜΚ3 απάντησε ότι κατά την σύνταξη του εγγράφου δεν γνώριζε αυτήν την πληροφορία καθώς ο χρόνος πληρωμής της συμφωνήθηκε στη συνέχεια μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου
- Σε σχετική υποβολή του κ. Αλεξάνδρου ότι στα πλαίσια αγοραπωλησίας των 6 οικοπέδων παρείχε υπηρεσίες ως δικηγόρος και στον κατηγορούμενο 2, ο ΜΚ3 αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν μπορούσε την ίδια ώρα να συμβουλεύει και την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο 2 και συμπλήρωσε ότι δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό ως αμοιβή από τον κατηγορούμενο
- Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι η παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα αποσκοπούσε στην υποβοήθηση της υπόθεσης που χειρίζεται τα γραφείο του. Ο ΜΚ3 μου έκανε θετική εντύπωση. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια και δεν διέκρινα σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του ότι κατευθυνόταν από αλλότρια κίνητρα. Η θέση που προβλήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του, ότι δηλαδή η μαρτυρία του αποσκοπούσε στην υποβοήθηση της υπόθεσης της παραπονούμενης η οποία είναι πελάτισσα της δικηγορικής εταιρείας στην οποία είναι μέτοχος και διευθυντής, παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας. Επίσης στη σφαίρα της γενικότητας παρέμεινε και ο ισχυρισμός ότι ο ΜΚ3 ενεργούσε ως δικηγόρος τόσο της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου
- Ο ΜΚ3 ήταν κατηγορηματικός ότι ενεργούσε αποκλειστικά ως δικηγόρος της παραπονούμενης. Θεωρώ ότι ο ΜΚ3 υπήρξε ειλικρινής και επί του σημείου αυτού. Το γεγονός δε ότι είχε συνομιλίες με τον κατηγορούμενο 2, ουδόλως υποδηλοί πως ενεργούσε και για λογαριασμό του. Όπως ξεκαθάρισε οι συνομιλίες που είχε μαζί του ήταν υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος της παραπονούμενης και αφορούσαν διευκρινίσεις επί διαφόρων ζητημάτων που άπτονταν της συμφωνίας που πρόκειτο να συνομολογήσουν οι διάδικοι. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι ήταν θεμιτό για τον ΜΚ3 να επικοινωνεί απευθείας με τον κατηγορούμενο 2, αφ' ης στιγμής ο τελευταίος δεν είχε διορίσει δικηγόρο για να εκπροσωπεί τον ίδιο και την κατηγορούμενη
- Σημειώνω επίσης πως αν όντως ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου 2, το αναμενόμενο θα ήταν να καταγγελόταν στο αρμόδιο σώμα ο Μ.Κ.3 για παραβίαση των κανόνων δεοντολογίας. Από την προσκομισθείσα ωστόσο μαρτυρία, δεν προκύπτει ότι έγινε κάτι τέτοιο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων στην τελική του αγόρευση δεν αμφισβήτησε την αξιοπιστία του ΜΚ
- Ο κ. Αλεξάνδρου περιορίστηκε να αναφέρει ότι η μαρτυρία του παραβιάζει το επαγγελματικό απόρρητο. Παρά την πιο πάνω αναφορά του ωστόσο δεν υπέδειξε ποια συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας του ΜΚ3 παραβιάζουν το επαγγελματικό απόρρητο που οφείλει να τηρεί ο δικηγόρος. Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω ότι ο ΜΚ3 ενεργούσε αποκλειστικά ως δικηγόρος της παραπονούμενης. Πέραν τούτου, από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ3 δεν διαπιστώνω ότι προέβη σε αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών και στοιχείων τα οποία καλύπτονται από επαγγελματικό απόρρητο. Το επαγγελματικό απόρρητο του δικηγόρου αναγνωρίζεται και προστατεύεται από τα Δικαστήρια και καλύπτει και εμπιστευθέντα απόρρητα που μπορεί να περιήλθαν σε γνώση του δικηγόρου από τρίτα πρόσωπα. Σχετικός με την υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ ότι είναι ο κανονισμός 13
(6)των περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών του
- Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω δεν θεωρώ ότι ο ΜΚ3 προέβη σε αποκάλυψη απορρήτων πληροφοριών που του εμπιστεύθηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και
- Η αναφορά του ΜΚ3 στη μαρτυρία του, ότι η κατηγορούμενη 1 αδυνατούσε να εξασφαλίσει δανειοδότηση για το σύνολο του τιμήματος και η επιθυμία του κατηγορούμενου 2 για να εξευρεθεί λύση προκειμένου να υλοποιηθεί η συμφωνία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εμπιστευτική πληροφορία. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2, όπως θα διαφανεί στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι η δανειοδότηση που μπορούσε να εξασφαλίσει η κατηγορούμενη 1 ήταν μέχρι ενός συγκεκριμένου ποσού και για αυτό συμφώνησαν με την παραπονούμενη στη λύση της αντιπαροχής για το υπόλοιπο. Ως εκ τούτου ακόμα και αν η πιο πάνω αναφορά θεωρηθεί ως εμπιστευτική, που κατά την άποψη μου δεν είναι, η εμπιστευτικότητα της αίρεται καθώς ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε στην αποκάλυψη της. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή. Ως ΜΚ4 κατέθεσε η Άντρη Λαζάρου, υπεύθυνη του Τμήματος Αστικών Υποθέσεων του Ε.Δ. Πάφου. Η μαρτυρία της περιορίστηκε στην κατάθεση ως Τεκμηρίων αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή με αρ. 812/2011 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 17) καθώς και πιστού αντιγράφου της απόφασης ημερομηνίας 20.6.11 (Τεκμήριο 16). Η ΜΚ4 δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ την μαρτυρία της ΜΚ
- Η μαρτυρία της υπήρξε τυπική και περιορίστηκε στην κατάθεση των Τεκμηρίων που αναφέρω πιο πάνω, ενώ δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Ο κατηγορούμενος 2 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι Διευθυντής και μέτοχος της κατηγορούμενης 1 και ασχολείται με τον κατασκευαστικό τομέα εδώ και 20 σχεδόν χρόνια. Η κατηγορούμενη 1 ασχολείται με κτηματικές εργασίες, δηλαδή με αγορά και ανάπτυξη γης. Γνωρίζει την παραπονούμενη πέραν των 20 χρόνων. Η συζήτηση για την αγορά των 6 οικοπέδων από την παραπονούμενη ξεκίνησε το τέλος του καλοκαιριού του 2010, όπου είχαν και την πρώτη συνάντηση με την παραπονούμενη. Έκτοτε έλαβαν χώρα αρκετές συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες με υποβολές διαφόρων προτάσεων. Το σοβαρότερο πρόβλημα που υπήρχε για να καταλήξουν σε συμφωνία ήταν αρχικά η τιμή των οικοπέδων. Στις διαπραγματεύσεις εμπλάκηκε και ο δικηγόρος Γιώργος Χ» Νεοφύτου, ο οποίος διορίστηκε από κοινού από τους διαδίκους και ενεργούσε ως δικηγόρος και των δύο πλευρών. Στη διάρκεια των συζητήσεων με την παραπονούμενη προτάθηκε η λύση της αντιπαροχής για να καλυφθεί η διαφορά στην τιμή πώλησης των 6 οικοπέδων. Προς τον σκοπό αυτό έγινε συνάντηση στα Μανδριά σε κτιριακό συγκρότημα που ανεγέρθηκε από την κατηγορούμενη 1, όπου ο κατηγορούμενος 2 πρότεινε στην παραπονούμενη να της παραχωρήσει ως αντιπαροχή δύο διαμερίσματα. Η παραπονούμενη δεν απάντησε την εν λόγω ημέρα, αλλά την επόμενη λέγοντας του ότι δεν ενδιαφέρεται για τα διαμερίσματα που της υπέδειξε και του ζήτησε να της προτείνει άλλη λύση. Περί τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2010 ο κατηγορούμενος 2 πρότεινε στην παραπονούμενη να της παραχωρήσει ως αντιπαροχή μία εκ των κατοικιών που θα αναγειρόταν στα 6 οικόπεδα που επιθυμούσε να αγοράσει η κατηγορούμενη 1 από την παραπονούμενη. Ακολούθως, ετοιμάστηκαν προσχέδια σε σχέση με τις κατοικίες που θα ανεγείρονταν για να μπορέσει να επιλέξει η παραπονούμενη. Μάλιστα, η παραπονούμενη του ανέφερε ότι η κατοικία θα προοριζόταν για την εγγονή της, καθώς τα εν λόγω οικόπεδα ήταν κληρονομικά. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων σε σχέση με τον χρόνο οριστικοποίησης της συμφωνίας των διαδίκων, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι η συμφωνία (Τεκμήριο 2) βρισκόταν ήδη στην τράπεζα δεν ήταν όμως υπογεγραμμένη. Η τράπεζα τον πληροφόρησε πως το δάνειο είχε εγκριθεί, θα έπρεπε ωστόσο να καταλήξουν σε τελική συμφωνία πριν το τέλος του χρόνου καθώς μετά δεν θα μπορούσαν να τον χρηματοδοτήσουν. Το μόνο που απέμενε να συμφωνηθεί με την παραπονούμενη ήταν η διαφορά στην τιμή, καθώς δεν υπήρχε χρόνος για να ολοκληρωθούν τα σχέδια των κατοικιών (το μέγεθος, τα υλικά που θα χρησιμοποιούνταν κλπ.) με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια η τελική της τιμή. Ανέφερε τα πιο πάνω στον κ. Χ» Νεοφύτου και την παραπονούμενη, λέγοντας τους ότι θα έπρεπε να βρουν μία λύση για να προχωρήσουν στην ολοκλήρωση της συμφωνίας, καθώς ο χρόνος τους πίεζε. Στη συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 στις 30.12.10 η παραπονούμενη του παρουσίασε την γραπτή δήλωση (Τεκμήρια 4,11 και 13). Στην επισήμανση του κατηγορούμενου 2 ότι στην εν λόγω δήλωση δεν υπάρχει αναφορά στην αντιπαροχή, η παραπονούμενη του είπε πως η δήλωση γίνεται για δική της εξασφάλιση διότι θα του μεταβίβαζε τα 6 οικόπεδα. Ακολούθησε συζήτηση και η παραπονούμενη τον διαβεβαίωσε στην παρουσία δύο υπαλλήλων της κατηγορούμενης 1, της Ηλιάνας Αραμπίδου και του Χρυσούλη Κωνσταντίνου, ότι ενδιαφέρεται για την αντιπαροχή και δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη καθώς την κατοικία την θέλει για την εγγονή της. Ο κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 3Α) αναφέροντας ότι το ποσό των €235.000 αντιπροσώπευε περίπου την αξία της κατοικίας που θα παραχωρείτο ως αντιπαροχή. Ως προς τον χρόνο πληρωμής της επίδικης επιταγής, ο κατηγορούμενος 2 είπε ότι δεν ήταν τυχαίος αλλά συμφωνήθηκε μετά από συζήτηση να δοθεί ο εν λόγω χρόνος προκειμένου να ετοιμαστούν τα σχέδια και να υλοποιηθεί η συμφωνία. Τα σχέδια ολοκληρώθηκαν μετά τα μέσα του 2011 και ακολούθως ενημέρωσε την παραπονούμενη αποστέλλοντας σχετική επιστολή (Τεκμήρια 5 και 18) με τα σχέδια των κατοικιών για να υλοποιηθεί η συμφωνία τους. Η παραπονούμενη με επιστολή των δικηγόρων της (Τεκμήριο 6) αρνήθηκε ότι έγινε οποιαδήποτε συμφωνία για αντιπαροχή και ο κατηγορούμενος 2 έδωσε στην τράπεζα εντολή (Τεκμήριο 14) με την οποία ανακαλούσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Σε ερώτηση του κ. Αλεξάνδρου σε σχέση με την καταβολή του ποσού των €10.000 (Τεκμήρια 10Α και 10Β), απάντησε ότι το ποσό αυτό το έδωσε στην προηγούμενη δικηγόρο του, η οποία του το ζήτησε προς διευθέτηση της υπόθεσης. Εκτελώντας τις οδηγίες της, της έδωσε το εν λόγω ποσό χωρίς να γνωρίζει που θα πήγαιναν τα εν λόγω χρήματα και για ποιο λόγο. Τέλος, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι πρότεινε στην τράπεζα όπως η αποπληρωμή του δανείου γίνει από τις 11 εκ των 12 κατοικιών που θα ανεγείρονταν στα οικόπεδα, έτσι ώστε η μία που θα δινόταν ως αντιπαροχή να είναι ελεύθερη. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνία με την παραπονούμενη δεν ολοκληρώθηκε διότι εκκρεμούσε η αντιπαροχή. Η συμφωνία (Τεκμήριο 2) υπογράφηκε μεν στις 30.12.10, όμως η τελική συμφωνία που περιλάμβανε και την αντιπαροχή δεν ολοκληρώθηκε. Η παραπονούμενη κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 2 είχε συμφωνήσει με την αντιπαροχή, καθώς αν δεν συμφωνούσε στην αντιπαροχή δεν θα υπήρχε συμφωνία. Σε ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης σε σχέση με τον χρόνο κατά τον οποίο συμφώνησε η παραπονούμενη με την αντιπαροχή, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι η αντιπαροχή συζητείτο πάντοτε, δεν την απέρριψε η παραπονούμενη, καθώς αν την απέρριπτε δεν θα γινόταν η συμφωνία και ουδέποτε η παραπονούμενη διαφώνησε με αυτήν τη λύση. Στην ερώτηση του κ. Χατζηνεοφύτου γιατί δεν ζήτησε όπως στη συμφωνία - Τεκμήριο 2 περιληφθούν όροι σε σχέση με την αντιπαροχή, ο κατηγορούμενος είπε ότι όταν του παρουσιάστηκε στο γραφείο του στις 30.12.10 η γραπτή δήλωση (Τεκμήρια 4, 11 και 13) ο ίδιος δεν ήταν ενήμερος για το περιεχόμενο της. Στη συζήτηση που είχε με την παραπονούμενη, η τελευταία του είπε ότι οπωσδήποτε θέλει την αντιπαροχή και επικαλέστηκε μάλιστα την εγγονή της λέγοντας ότι την οικία θα την δωρίσει σε αυτήν. Στην επισήμανση του κ. Χατζηνεοφύτου ότι η ερώτηση του ήταν σε σχέση με τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) και όχι με τη γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 4), ο κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι στο Τεκμήριο 2 δεν έπρεπε να γίνει αναφορά στην αντιπαροχή, προκειμένου να παραχωρηθεί το δάνειο από την τράπεζα. Ερωτηθείς για την επιταγή των €52.500 (Τεκμήριο 12), ο κατηγορούμενος 2 είπε ότι με αυτήν πληρώθηκαν τα μεταβιβαστικά και δεν θυμόταν κατά πόσο και για αυτήν την επιταγή είχε δώσει εντολή για ανάκληση της πληρωμής της . Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης ότι έδωσε τέτοια εντολή και ο λόγος ήταν διότι δεν κρατούσε χρήματα για να την εξοφλήσει, η απάντηση του ήταν ότι πιθανόν να συνέβηκε αυτό. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 2), η οποία έγινε στα γραφεία της κατηγορούμενης 1, έλαβε χώρα συζήτηση με την παραπονούμενη για την αντιπαροχή, η οποία έγινε στην υποδοχή των γραφείων της κατηγορούμενης 1 και οι υπάλληλοι Χρυσούλλης Κωνσταντίνου και Ηλιάνα Αραμπίδου ήταν σε θέση να ακούσουν τη συζήτηση η οποία διήρκεσε 30-40 λεπτά. Αναφορικά με την πληρωμή του ποσού των €10.000 (τεκμήρια 10 Α και Β), ο κατηγορούμενος 2 είπε ότι ενήργησε σύμφωνα με τις οδηγίες της τότε δικηγόρου του και δεν γνώριζε αν το εν λόγω ποσό προοριζόταν για την παρούσα ή άλλη υπόθεση. Σε σχέση με την απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 10 Α) ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι η πρώτη φορά που είδε την εν λόγω απόδειξη ήταν κατά την μαρτυρία του στην κυρίως εξέταση. Τέλος, ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και της παραπονούμενης η παραχώρηση οικίας ως αντιπαροχή και ότι το σύνολο των μεταξύ τους συμφωνηθέντων είναι αυτό που καταγράφηκε στη συμφωνία (Tεκμήριο 2) και τη γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 4). Ο κατηγορούμενος 2 δεν μου προκάλεσε θετική εντύπωση. Από την όλη του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε, ο οποίος χαρακτηριζόταν από διστακτικότητα η οποία εκδηλώθηκε κυρίως κατά την αντεξέταση του, αλλά και από το περιεχόμενο των απαντήσεων του θεωρώ ότι δεν κατέθεσε την αλήθεια. Κεντρικός άξονας της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 υπήρξε ο ισχυρισμός του ότι η επίδικη επιταγή δεν δόθηκε στην παραπονούμενη προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς των οικοπέδων που αγόρασε η κατηγορούμενη 1, αλλά ως εγγύηση μέχρις ότου ετοιμαστούν τα σχέδια των κατοικιών που θα ανεγείρονταν στα εν λόγω οικόπεδα προκειμένου να επιλέξει παραπονούμενη την κατοικία που επιθυμούσε η οποία θα της παραχωρείτο ως αντιπαροχή και με την οποία θα εξοφλείτο το τίμημα της αγοράς των οικοπέδων. Σε αυτόν τον ισχυρισμό εξειδικεύεται και ο λόγος για τον οποίο δόθηκε εντολή ανάκλησης της πληρωμής της επίδικης επιταγής, ότι δηλαδή η παραπονούμενη παραβίασε τη συμφωνία περί αντιπαροχής αρνούμενη να επιλέξει κατοικία και ζητώντας την εξόφληση της επίδικης επιταγής. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου 2 δεν μπορεί να γίνει δεκτός, καθώς η μαρτυρία που προσάχθηκε για θεμελίωση του συνιστά εξωγενή μαρτυρία η οποία ως τέτοια δεν είναι αποδεκτή. Αποτελεί γενικό κανόνα πως όταν μία συμφωνία διατυπώνεται γραπτώς, εξωγενής μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή για να προσθέσει, αφαιρέσει, τροποποιήσει ή αντικρούσει τους όρους του εγγράφου (βλ. μεταξύ άλλων, Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 CLR 182 και Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168). Οι προθέσεις ή οι συλλογισμοί των συμβαλλομένων πριν από την υπογραφή της συμφωνίας δεν ενδιαφέρουν (Χ' Στυλλή ν. κυπριακών Αερογραμμών Λτδ Πολιτική Έφεση 38/09 ημ. 22.5.12). Ούτε και οι μεταξύ των συμβαλλομένων διαπραγματεύσεις, μονομερείς δηλώσεις και υποκειμενικές προθέσεις ενδιαφέρουν (Θεολόγου κ.α ν. Κτηματικής Ετιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1(Α) ΑΑΔ 407). Στην προκείμενη περίπτωση η συμφωνία των μερών διατυπώθηκε γραπτώς με τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) αλλά και με τη γραπτή δήλωση ημερομηνίας 30.12.10 (Τεκμήρια 4,11 και 13) η οποία αναφέρεται ειδικά στην επίδικη επιταγή. Παραθέτω αυτούσια την παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 2 και το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης Τεκμήρια 4, 11 και 13: «
- Το πιο πάνω τίμημα θα πληρωθεί ως ακολούθως: a) €235.000.- πληρώθηκε σήμερα με επιταγή Τράπεζας Κύπρου, αριθμός
- β) Το υπόλοιπο ποσό εκ €940.000.- θα πληρωθεί κατά την 30/12/2010 ή και πρότερον συγχρόνως με την μεταβίβαση ολόκληρης της πιο πάνω περιγραφόμενης περιουσίας από τον πωλητή στον αγοραστή ελεύθερης κάθε επιβάρυνσης και εμπράγματου βάρους.» «ΓΡΑΠΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ........... Η πιο κάτω υπογεγραμμένη εταιρεία D.N.P. ENTERPRISES LTD., μέσω του Διευθυντή της κ Δημήτρη ΠΑΠΑΧΑΡΙΔΗΜΟΥ δηλώνει τα πιο κάτω: Α. Αναφορικά με την πρόνοια, του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 30/12/2010 μετά της κ Καίτης Αργυροπούλου Στυλιανάκη παρ. 3 α) στην οποία αναφέρεται ότι πληρώθηκε το ποσό των €235.000 έναντι του πωλητηρίου εγγράφου δηλώνουμε τα πιο κάτω: Β. Ενεκα των πιο πάνω έστω και αν η κ. Καίτη Αργυροπούλου Στυλιανάκη προχωρήσει στην μεταβίβαση των οικοπέδων που αναφέρονται στην πιο πάνω συμφωνία και δηλώσει ότι έχει εξοφλήσει το τίμημα τούτο δεν θα συνεπάγεται πλήρη εξόφληση του τιμήματος της έγγραφης συμφωνίας αλλά θα εξακολουθούμε να οφείλουμε το ποσό της επιταγής η οποία θα είναι εξαργυρωτέα την ημερομηνία που θα φέρει. Γ. Σε περίπτωση μη εξόφλησης της την πιο πάνω ημερομηνία τότε το ποσό των €235.000.- θα φέρει τόκο 6,5% μέχρι εξόφλησης. Πάφος 30/12/2010 Η δηλούσα Υπογραφή Μελετώντας το σύνολο του περιεχομένου της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) και ειδικότερα της παραγράφου 3, αλλά και το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης (Τεκμήρια 4,11 και 13), τα οποία έγγραφα αμφότερα υπογράφηκαν στις 30.12.10, δεν διαπιστώνω να υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο τους. Όπως έχει νομολογηθεί το κριτήριο για την ερμηνεία συμφωνίας είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της στο μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1Β ΑΑΔ 1156). Εν προκειμένω θεωρώ ότι η διατύπωση είναι ξεκάθαρη και δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι η επίδικη επιταγή ήταν μέρος του τιμήματος αγοράς των οικοπέδων, ότι δηλαδή το ποσό των €235.000 θε εξοφλείτο με την εξαργύρωση της επίδικης επιταγής. Στη γραπτή δήλωση μάλιστα (Τεκμήρια 4,11 και 13) διευκρινίζεται ότι ακόμα και αν η παραπονούμενη δηλώσει κατά την μεταβίβαση ότι το τίμημα έχει εξοφληθεί, το ποσό της επίδικης επιταγής θα εξακολουθεί να οφείλεται και η εν λόγω επιταγή θα είναι εξαργυρωτέα την ημερομηνία που θα φέρει. Καμία απολύτως, είτε άμεση είτε έμμεση αναφορά γίνεται σε αντιπαροχή ή ότι η επίδικη επιταγή αποτελεί εγγύηση ή ασφάλεια. Κατά συνέπεια δεν συντρέχουν, κατά την κρίση μου, οι αναγνωρισθείσες από τη νομολογία εξαιρέσεις στον αποκλεισμό εξωγενούς μαρτυρίας. Στην υπόθεση Πόκουρου κ.α ν. Κώστα
(1998)1Γ ΑΑΔ 1618 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Στον κανόνα αυτό υπάρχουν εξαιρέσεις και εξωγενής μαρτυρία είναι επιτρεπτή σε περίπτωση διευκρίνισης ασάφειας ή αμφιβολίας σε ένα έγγραφο με σκοπό τη διευκρίνιση της πρόθεσης των συμβαλλομένων.» Επίσης στην υπόθεση Λαζούρας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στην παρούσα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η μαρτυρία στην οποία αναφέρθηκε ο εφεσείων αφορά τις διαπραγματεύσεις αμέσως πριν την υπογραφή του εγγράφου της 3ης Μαρτίου, 1986. Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών δεν είναι αποδεχτή. Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. (Βλ. Mavrou ν. Theodorou
(1984)1 C.L.R. 635.) Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στην Maison Jenny Ltd (ανωτέρω) στην οποία τονίστηκε ότι δεν είναι παραδεχτή η αναμόρφωση των όρων συμφωνίας με αναφορά στα προηγηθέντα της σύναψης της. Σχετικές επίσης είναι οι ακόλουθες δύο αποφάσεις οι οποίες μνημονεύονται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη σελ. 388. « Στη Henderson v. Arthur
(1907)1 KB 10, ο εναγόμενος συμφώνησε να ενοικιάσει οικία με τα υπάρχοντα έπιπλα του στον ενάγοντα. Ο τελευταίος καταχώρισε αγωγή και ζήτησε να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος του είχε υποσχεθεί προφορικώς πριν και μετά την υπογραφή του συμβολαίου, ότι θα έφερνε επιπρόσθετα έπιπλα και θα άλλαζε κάποια από τα υπάρχοντα έπιπλα που δεν βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι υποσχέσεις που είχαν δοθεί πριν από την υπογραφή του συμβολαίου δεν μπορούσαν να αποδειχθούν με προφορική μαρτυρία διότι θα έπρεπε να είχαν περιληφθεί στο έγγραφο. Αν η προφορική μαρτυρία γινόταν αποδεκτή, θα συγκρουόταν με όρο του εγγράφου που καθόριζε ότι η οικία ενοικιαζόταν με τα υπάρχοντα έπιπλα που βρίσκονταν ήδη σε αυτή. Αναφορικά με την προφορική διαβεβαίωση του ιδιοκτήτη που δόθηκε μετά την υπογραφή, το Δικαστήριο βρήκε ότι, λόγω μη ύπαρξης ανταλλάγματος, η εν λόγω διαβεβαίωση δεν μπορούσε να δημιουργήσει νομικές υποχρεώσεις.» Έχοντας επομένως υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 4 σε συνδυασμό με την αναφορά του κατηγορούμενου 2 ότι η παραπονούμενη κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 2 είχε ήδη συμφωνήσει με την αντιπαροχή, καταλήγω ότι η μαρτυρία του θα πρέπει, σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό περί αντιπαροχής, να απορριφθεί καθώς αποτελεί εξωγενή μαρτυρία σε σχέση με την οποία δεν συντρέχουν οι νομολογιακά καθιερωμένες εξαιρέσεις που θα επέτρεπαν την αποδοχή της. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2, η οποία αναφέρεται σε γεγονότα που κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα πριν την υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 4, έρχεται σε πλήρη αντιπαράθεση τόσο με την παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 2 όσο και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και να ξεπερνούσε το σκόπελο της εξωγενούς μαρτυρίας, και πάλι δεν θα γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2, καθώς αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την αποδεκτή μαρτυρία της παραπονουμένης. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος 2 δεν έπεισε στο ότι υπήρξε συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ του ιδίου και της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος 2 παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν στην αντεξέταση του, αδυνατούσε να προσδιορίσει πότε επήλθε η ισχυριζόμενη συμφωνία αντιπαροχής. Περιορίστηκε σε γενικές απαντήσεις του τύπου ότι πάντα συζητείτο και ποτέ δεν απορρίφθηκε από την παραπονούμενη και το μόνο που μπορούσε να πει με βεβαιότητα ήταν ότι όταν υπογραφόταν η συμφωνία (Τεκμήριο 2) η παραπονούμενη είχε ήδη συμφωνήσει με την αντιπαροχή. Δεν δόθηκε όμως οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση για ποιο λόγο η εν λόγω ισχυριζόμενη συμφωνία δεν συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) ή στη γραπτή δήλωση (Τεκμήρια 4,11 και 13), εφόσον κατά την υπογραφή τους η παραπονούμενη είχε ήδη συγκατατεθεί στην αντιπαροχή . Στις σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος 2 είπε ότι δεν συμπεριλήφθηκε διότι δεν θα τους χρηματοδοτούσε η τράπεζα. Αυτό ωστόσο συνιστά σχήμα οξύμωρο δεδομένου ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 στην κυρίως εξέταση του δήλωσε ότι ζήτησε από την τράπεζα η αποπληρωμή του δανείου να γίνει από τις 11 εκ των 12 οικιών που θα ανεγείρονταν, έτσι ώστε η μία να παραμείνει ελεύθερη για να μπορεί να μεταβιβαστεί άμεσα στην παραπονούμενη στα πλαίσια της συμφωνίας τους. Στην προσπάθεια του δηλαδή να δώσει από τη μία εξήγηση για τη μη συμπερίληψη της ισχυριζόμενης συμφωνίας αντιπαροχής στο Τεκμήριο 2 και από την άλλη να πείσει για το ότι πράγματι υπήρξε συμφωνία αντιπαροχής, ο κατηγορούμενος 2 περιέπεσε σε ουσιώδη αντίφαση. Σημειώνω επίσης ότι κατά την μαρτυρία του Μ.Κ.2 δεν τέθηκε το εν λόγω ζήτημα, δηλαδή ότι η τράπεζα δεν θα χορηγούσε το δάνειο στην κατηγορουμένη 1 σε περίπτωση που στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) περιλαμβανόταν πρόνοια περί αντιπαροχής. Η εξήγηση επομένως που προσπάθησε να δώσει ο κατηγορούμενος 2, παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Επιπρόσθετα καταρρίπτεται από την ίδια την μαρτυρία του από την οποία προκύπτει ότι η τράπεζα ήταν ενήμερη της πρόθεσης του για αντιπαροχή. Επίσης, ο κατηγορούμενος 2 δήλωσε ότι υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του ιδίου και της παραπονούμενης και για τον λόγο αυτό δεν ζήτησε να γίνει γραπτή συμφωνία για την αντιπαροχή. Δεν μπορώ να δεχθώ την θέση αυτή, καθώς δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου. Η εμπλοκή δικηγόρου, η ύπαρξη γραπτής συμφωνίας (Τεκμήριο 2), η σύνταξη γραπτών δηλώσεων τόσο σε σχέση με την επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 4) όσο και σε σχέση με την επιταγή των €52.500 (Τεκμήριο 15) δίδουν μία άλλη εικόνα, την οποία θα χαρακτήριζα ως πιο «επίσημη». Δεν μπορώ επίσης να δεχθώ ότι ένας επιχειρηματίας με πείρα 20 χρόνων θα προχωρούσε σε συμφωνία αντιπαροχής του ύψους των €235.000 σε σχέση με την οποία εκδόθηκε επιταγή για την οποία στη συμφωνία που υπέγραψε (Τεκμήριο 2) ουδείς λόγος περί αντιπαροχής γίνεται, χωρίς να ζητήσει να διασφαλιστεί και ο ίδιος με την διατύπωση εγγράφως της εν λόγω συμφωνίας. Σημειώνω επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν υποστήριξε πως ζήτησε από τον ΜΚ3 (ο οποίος κατά τον ισχυρισμό του ενεργούσε ως δικηγόρος και των δυο πλευρών) να καταρτίσει οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να γίνεται αναφορά στην συμφωνία αντιπαροχής. Εφόσον, ως ισχυρίζεται, η εν λόγω πρόνοια δεν μπορούσε να συμπεριληφθεί στο Τεκμήριο 2, το αναμενόμενο θα ήταν να ζητήσει από τον ΜΚ3 να ετοιμάσει ένα άλλο έγγραφο ή τουλάχιστον να γίνει σχετική αναφορά στη γραπτή δήλωση (Τεκμήρια 4, 11 και 13). Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι δεν προέβαλε τέτοιο αίτημα προς τον ΜΚ3, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την εν λόγω παράλειψή του. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν, κατά την άποψη μου, ότι ο ισχυρισμός περί αντιπαροχής αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη των κατηγορουμένων. Δεν μπορώ επίσης να δεχθώ τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου 2 πως ο ΜΚ3 ενεργούσε ως δικηγόρος αμφοτέρων των πλευρών. Επιπροσθέτως των όσων ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ3, η οποία έγινε αποδεκτή, θα ήθελα να σχολιάσω τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου 2 ότι ο ΜΚ3 τον είχε ρωτήσει ποιος εκ της παραπονούμενης και του ιδίου θα του κατέβαλλε την αμοιβή του. Πέραν του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός ακόμα και αν γίνει αποδεκτός δεν οδηγεί άνευ ετέρου στο συμπέρασμα ότι ο ΜΚ3 ενεργούσε ως δικηγόρος και των δύο πλευρών, παρατηρώ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν τέθηκε στον ΜΚ3 κατά την αντεξέταση του. Αυτό δε παρά το γεγονός ότι ο ΜΚ3 στην αντεξέταση του ανέφερε ρητά ότι δεν εισέπραξε οτιδήποτε από τον κατηγορούμενο
- Η υπεράσπιση όφειλε να θέσει τον εν λόγω ισχυρισμό στο ΜΚ3 έτσι ώστε να δοθεί στον τελευταίο η δυνατότητα να απαντήσει. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί παρά να αφήσει έκθετο σε απόρριψη τον εν λόγω ισχυρισμό του κατηγορούμενου 2 (βλ. Pal v. Δημοκρατίας και Κίτα ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551). Τα πιο πάνω ισχύουν και για την απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 10Α). Ο ΜΚ3 κατέθεσε ότι ο ίδιος παρέλαβε από τον κατηγορούμενο 2 το ποσό των €10.000 και εξέδωσε την εν λόγω απόδειξη, λέγοντας μάλιστα ότι ο κατηγορούμενος 2 υποσχέθηκε ότι τμηματικά θα αποπλήρωνε το υπόλοιπο ποσό. Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε επί της εν λόγω δήλωσης του. Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος 2 στην κυρίως εξέταση του δήλωσε ότι δεν γνώριζε για ποιο λόγο θα χρησιμοποιείτο το ποσό των €10.
- Πέραν του ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 έρχεται σε σύγκρουση με αυτήν του ΜΚ3, σε σχέση με την οποία επαναλαμβάνω δεν αντεξετάστηκε, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου 2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως θέμα κοινής λογικής και εμπειρίας. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο κατηγορούμενος 2 έδωσε στη δικηγόρο του ποσό της τάξης των €10.000 χωρίς να γνωρίζει και χωρίς να ρωτήσει πως θα χρησιμοποιείτο το εν λόγω ποσό. Επισημαίνω δε ότι το εν λόγω ποσό δόθηκε στις 20.5.14 (βλ. Τεκμήρια 10 Α και Β) ημερομηνία κατά την οποία, όπως καταμαρτυρεί ο φάκελος της υπόθεσης και το πρακτικό της συγκεκριμένης ημερομηνίας, αυτή ήταν ορισμένη για γεγονότα και επιβολή ποινής, ο κατηγορούμενος 2 ήταν παρών και η δικηγόρος του δήλωσε ότι κατέβαλε κατά την εν λόγω ημερομηνία ποσό €10.000 στην δικηγόρο της παραπονούμενης έναντι της απαίτησης. Δεν μπορεί επομένως ο κατηγορούμενος 2 να ισχυρίζεται πως δεν γνώριζε που και πως χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω ποσό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Ο ΜΥ1 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 καθώς αγόρασε από την εταιρεία του, κατηγορούμενη 1, διαμέρισμα στο συγκρότημα Ayia Irini στα Μανδριά και επίσης συνεργάστηκε μαζί του όταν εργαζόταν σε κτηματομεσιτικό γραφείο. Ο ΜΥ1 γνωρίζει επίσης τον Πέτρο Στυλιανάκη Αργυρόπουλο με τον οποίο έχουν κοινούς γνωστούς και όταν εργαζόταν σε κτηματομεσιτικό γραφείο του είχε δώσει περιουσιακά στοιχεία της μητέρας του (παραπονούμενης) για να τα προωθήσει προς πώληση. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ο ΜΥ1 απάντησε ότι είδε τον Πέτρο το καλοκαίρι του 2010 στο συγκρότημα Ayia Irini μαζί με τον κατηγορούμενο 2 και άλλα πρόσωπα. Δεν μίλησε με τον Πέτρο, μίλησε όμως με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος του ανέφερε πως πρόκειτο να προχωρήσει σε συμφωνία που αφορούσε οικόπεδα της μητέρας του Πέτρου και ότι διαπραγματευόταν για να τους δώσει ως αντιπαροχή διαμερίσματα στο εν λόγω συγκρότημα και για αυτό πήγαν για να τα δουν. Τέλος, ο ΜΥ1 ανέφερε πως δεν θυμόταν κατά πόσο στην εν λόγω συνάντηση ήταν παρούσα και η μητέρα του Πέτρου, δηλαδή η παραπονούμενη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν μίλησε με τον κατηγορούμενο 2 δεν ήταν παρόντα άλλα πρόσωπα. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης, ο ΜΥ1 είπε πως διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον Πέτρο και πως την συγκεκριμένη ημέρα δεν είχε συνομιλήσει μαζί του. Ο ΜΥ1 μου έκανε θετική εντύπωση. Στις απαντήσεις του ήταν σαφής, άμεσος και δεν διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στη μαρτυρία του η οποία περιορίστηκε στο τι ο ίδιος είδε στο συγκρότημα Ayia Irini, καθώς και στη συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο
- Στην αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του, αλλά απλά του υποβλήθηκαν ορισμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ως εκ των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΥ1 γίνεται δεκτή. Ως ΜΥ2 κατέθεσε η Ηλιάνα Αραμπίδου η οποία στην κυρίως εξέταση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από τον Μάιο του 2007 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2011 εργαζόταν στην κατηγορούμενη 1 ως υπεύθυνη του λογιστηρίου. Έκτοτε δεν έχει οποιεσδήποτε σχέσεις με τον κατηγορούμενο
- Την παραπονούμενη την γνωρίζει καθώς επισκεπτόταν τα γραφεία της κατηγορούμενης 1 και συζητούσε με τον κατηγορούμενο 2 για την πώληση κάποιων οικοπέδων. Η όλη συζήτηση έγινε το 2010 και υπήρχε διαφορά στην τιμή που ζητούσε η παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος 2 για να επιλυθεί το πρόβλημα πρότεινε στην παραπονούμενη ως λύση την αντιπαροχή, δηλαδή είτε να της παραχωρήσει οικία στα οικόπεδα που θα του πωλούσε είτε να της παραχωρήσει δύο διαμερίσματα στα Μανδριά. Η παραπονούμενη επισκέφθηκε με τον κατηγορούμενο 2 το συγκρότημα στα Μανδριά, δεν της άρεσαν όμως τα διαμερίσματα και αποφάσισαν ως αντιπαροχή να της δοθεί η οικία που θα κτιζόταν σε ένα από τα οικόπεδα που θα του πωλούσε η παραπονούμενη. Στις 30.12.2010 η παραπονούμενη πήγε στα γραφεία της κατηγορούμενης 1 και στο reception (υποδοχή) έγινε η όλη συζήτηση και η ίδια ήταν σε θέση να την ακούσει. Συγκεκριμένα άκουσε ότι συμφώνησαν για την αντιπαροχή και η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να της εκδώσει επιταγή για να είναι «καλυμμένη». Ο κατηγορούμενος 2 της ζήτησε να μην εξαργυρώσει την επιταγή εφόσον συμφώνησαν στην αντιπαροχή και η παραπονούμενη τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα έπραττε κάτι τέτοιο λέγοντας του μάλιστα ότι είναι και συγγενείς. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Αλεξάνδρου η ΜΥ2 είπε ότι η συζήτηση έγινε στην υποδοχή σε ανοιχτό χώρο και όχι στο γραφείο του κατηγορούμενου 2 και η ίδια βρισκόταν στο γραφείο της το οποίο ήταν δίπλα από την υποδοχή. Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το γραφείο του κατηγορούμενου 2 βρισκόταν πίσω από την υποδοχή. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης κατά πόσο συνήθιζε ο κατηγορούμενος 2 να υπογράφει συμφωνίες στο χώρο υποδοχής η ΜΥ2 είπε ότι επειδή ήταν γιορτές και ήταν πιο άνετα υπογράφηκαν εκεί τα έγγραφα διότι στο γραφείο του κατηγορούμενου 2 δεν ήταν τόσο άνετα αφού το τραπέζι (coffee table) που υπήρχε ήταν χαμηλό. Η ΜΥ2 είπε ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της συμφωνίας που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων και επανέλαβε ότι άκουσε τον κατηγορούμενο 2 να ζητά από την παραπονούμενη να μην εξαργυρώσει την επιταγή. Αναφορικά με τα διαμερίσματα στα Μανδριά η ΜΥ2 είπε ότι γνωρίζει πως η παραπονούμενη πήγε με τον κατηγορούμενο 2 στα Μανδριά διότι ήταν στο γραφείο όταν ήρθε η παραπονούμενη και μετέβηκε με τον κατηγορούμενο 2 στα Μανδριά. Στην επισήμανση του κ. Χατζηνεοφύτου ότι στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε αντιπαροχή, η ΜΥ2 απάντησε ότι δεν μπορούσε να γίνει αναφορά καθώς θα ήταν παράνομο εφόσον δεν είχαν έτοιμα τα σχέδια. Σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της παραπονούμενης ότι αν υπήρχε συμφωνία αντιπαροχής αυτή θα γινόταν γραπτώς, η ΜΥ2 είπε ότι ήταν συγγενείς και δεν μπορούσε να γίνει γραπτώς διότι δεν ήταν έτοιμα τα σχέδια, ενώ όταν της υποβλήθηκε από τον κ. Χατζηνεοφύτου πως θα μπορούσε να γίνει γραπτώς και να συμπεριληφθεί σχετική πρόνοια για τα σχέδια, η ΜΥ2 είπε ότι ναι θα μπορούσε αλλά στην παρούσα περίπτωση έτσι έγιναν τα πράγματα. Περαιτέρω, η ΜΥ2 είπε ότι εξ' όσων θυμάται δεν υπήρχαν άλλα άτομα στο γραφείο στις 30.12.
- Η ΜΥ2 αρνήθηκε υποβολές του κ. Χατζηνεοφύτου ότι η συμφωνία υπογράφηκε εντός του γραφείου του κατηγορούμενου 2, ότι η παραπονούμενη ουδέποτε συμφώνησε να της παραχωρηθεί οικία ως αντιπαροχή, καθώς και ότι η επίδικη επιταγή αποτελεί το υπόλοιπο του τιμήματος της αγοράς των οικοπέδων της παραπονούμενης από την κατηγορούμενη
- Τέλος, η ΜΥ2 αρνήθηκε ότι η παρουσία της στο Δικαστήριο στόχευε στο να βοηθήσει την υπεράσπιση και ανέφερε ότι δεν έχει κανένα συμφέρον αφού από το 2011 δεν εργάζεται στην κατηγορούμενη 1 και δεν είδε έκτοτε τον κατηγορούμενο
- Η εντύπωση που μου δημιούργησε η ΜΥ2, είναι πως η τελευταία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Ήταν εμφανής η προσπάθεια της να βοηθήσει μέσω των απαντήσεων της την υπεράσπιση των κατηγορουμένων και στην προσπάθεια της προέβη σε αναφορές που δεν περιλαμβάνονται ούτε στη μαρτυρία του κατηγορούμενου
- Συγκεκριμένα: - H MY2 υποστήριξε ότι εξ αρχής προτάθηκαν στην παραπονούμενη ως αντιπαροχή είτε τα δύο διαμερίσματα στα Μανδριά, είτε μία οικία η οποία θα ανεγείρετο στα οικόπεδα που πώλησε η παραπονούμενη. Κάτι τέτοιο όμως δεν υποστήριξε ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος είπε ότι προτάθηκαν τα διαμερίσματα στα Μανδριά (καλοκαίρι του 2010 σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ1), τα οποία απέρριψε η παραπονούμενη και ακολούθως περί τον Οκτώβριο - Νοέμβριο 2010 έγινε η πρόταση για να παραχωρηθεί ως αντιπαροχή μία οικία. Επομένως, επί του σημείου αυτού υπάρχει διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας της ΜΥ2 και του κατηγορούμενου
- - Επιπρόσθετα, η ΜΥ2 υποστήριξε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν συμπεριλήφθηκε πρόνοια για αντιπαροχή στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) ήταν διότι δεν ήταν έτοιμα τα σχέδια και κάτι τέτοιο θα ήταν παράνομο, θέση την οποία στη συνέχεια ανακάλεσε, λέγοντας ότι θα μπορούσε τελικά να συμπεριληφθεί τέτοια πρόνοια. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος 2 επικαλέστηκε το δάνειο που θα λάμβανε η κατηγορουμένη 1 από την Τράπεζα λέγοντας ότι δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί πρόνοια για αντιπαροχή προκειμένου να παραχωρηθεί το δάνειο. Πρόκειται για ουσιώδη αντίφαση, ιδιαιτέρως αν κάποιος αναλογιστεί ότι η ΜΥ2 ήταν υπεύθυνη του λογιστηρίου της κατηγορουμένης
- Θα αναμενόταν η ΜΥ2, ως εκ της θέσης της, να γνωρίζει κατά πόσο θα συνιστούσε εμπόδιο στη χορήγηση του δανείου η συμπερίληψη στη συμφωνία (Τεκμήριο 2) πρόνοιας περί αντιπαροχής, ουδέν όμως ελέχθη από τη ΜΥ
- - Επίσης, ενώ η ΜΥ2 είπε ότι στις 30.12.10 δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο στο γραφείο, ο κατηγορούμενος 2 στη δική του μαρτυρία ανέφερε ότι πέραν της ΜΥ2 παρών ήταν και άκουσε τη συζήτηση με την παραπονούμενη και ο υπάλληλος της κατηγορουμένης 1 Χρυσούλλης Κωνσταντίνου. Περαιτέρω, η ΜΥ2 απέφευγε κατά την αντεξέταση της να δώσει σαφείς απαντήσεις σε ερωτήσεις που της τέθηκαν καταφεύγοντας σε γενικολογίες και σε αναφορές σε ζητήματα που δεν σχετίζονταν με τις ερωτήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ερώτηση ως προς το αν γνώριζε κατά πόσο συνομολογήθηκε με τρίτα πρόσωπα οποιαδήποτε άλλη συμφωνία αντιπαροχής. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική στιχομυθία: «E. Κυρία μάρτυς, όλη τη διάρκεια της εργοδότησης σας στην εταιρεία του κυρίου Δημήτρη έτυχε να γίνουν πολλές συμφωνίες αντιπαροχής; A. Ήταν ένα μεγάλο έργο από το 2007 μέχρι 2011 τα διακόσια διαμερίσματα που δούλευα εγώ και μετά ήταν αυτό. E. Ναι, περιέπεσε στην αντίληψη σας να γίνει οποιαδήποτε συμφωνία αντιπαροχής με την εταιρεία του κυρίου Δημήτρη με οποιονδήποτε άλλο πελάτη; A. Ξαναλέω σας ήταν διακόσια διαμερίσματα, το οικόπεδο που ξεκίνησα εγώ τη δουλειά, ήδη ήταν συμφωνημένο ήταν πάλε με δάνειο που αγόρασε τα οικόπεδα ο Δημήτρης, αυτό το έργο για εμένα τελείωσε ήταν ένα καινούργιο έργο και ήξερα από την αρχή πώς και ποια ήταν η συμφωνία. Άρα αυτή είναι η απάντηση μου.» Από την μία επομένως η ΜΥ2 απέφευγε να δώσει απαντήσεις σε ζητήματα που αφορούσαν γενικότερα την παρουσία της στην κατηγορούμενη 1 και θα αναμενόταν από αυτήν να απαντήσει, ενώ από την άλλη θυμόταν αρκετές λεπτομέρειες που αφορούσαν την επίδικη περίπτωση και ειδικότερα τη συζήτηση και το διάλογο που έγινε ανάμεσα στην παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο 2 τέσσερα περίπου χρόνια πριν ( η μαρτυρία της δόθηκε στις 22.12.14 και ο διάλογος ανάμεσα στην παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο 2 έγινε στις 30.12.10). Πέραν των πιο πάνω η μαρτυρία της ΜΥ2 δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι συνιστά εξωγενή μαρτυρία. Τα όσα υποστήριξε η ΜΥ2 περί συμφωνίας αντιπαροχής συγκρούονται με όσα γραπτώς συμφωνήθηκαν με τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) και τη γραπτή δήλωση (Τεκμήρια 4,11 και 13). Προς αποφυγή επαναλήψεων παραπέμπω σε όσα ανέφερα επί του ζητήματος κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου
- Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, θεωρώ πως δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της ΜΥ2 η οποία και απορρίπτεται. Ευρήματα Η παραπονούμενη και η κατηγορούμενη 1 μέσω του Διευθυντή και μετόχου της, κατηγορουμένου 2, διαπραγματεύονταν το καλοκαίρι του 2010 την αγορά 6 οικοπέδων τα οποία ανήκαν στην παραπονούμενη. Η παραπονούμενη ανέθεσε στο Γεώργιο Χατζηνεοφύτου, διευθυντή και μέτοχο της δικηγορικής εταιρείας Γ. Χατζηνεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε την ετοιμασία σχετικού πωλητηρίου εγγράφου. Κατά τις διαπραγματεύσεις, μεταξύ της παραπονουμένης και του κατηγορουμένου 2 εκ μέρους της κατηγορούμενης 1, υπήρξε πρόβλημα σε σχέση με την τιμή πώλησης των 6 οικοπέδων, καθώς η κατηγορούμενη 1 δεν μπορούσε να εξασφαλίσει δάνειο για ολόκληρο το ποσό που απαιτούσε η παραπονούμενη. Το καλοκαίρι του 2010 προτάθηκε από τον κατηγορούμενο 2 η παραχώρηση ως αντιπαροχή ακινήτων τα οποία βρίσκονταν στο συγκρότημα Ayia Irini στα Μανδριά. Πραγματοποιήθηκε μάλιστα σχετική συνάντηση στο εν λόγω συγκρότημα στα Μανδριά στην οποία παρόντες ήταν ο κατηγορούμενος 2, ο γιος της παραπονούμενης Πέτρος Στυλιανάκης Αργυρόπουλος και άλλα πρόσωπα. Η παραπονούμενη ωστόσο απέρριψε την εν λόγω πρόταση. Ο δικηγόρος της παραπονούμενης Γ. Χατζηνεοφύτου πρότεινε ως λύση, η οποία και έγινε αποδεκτή, την έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής για το υπόλοιπο ποσό που δεν μπορούσε η κατηγορούμενη 1 να εξασφαλίσει χρηματοδότηση. Το πωλητήριο έγγραφο έλαβε την τελική του μορφή και υπογράφηκε από την παραπονούμενη και την κατηγορούμενη 1, μέσω του κατηγορουμένου 2, στις 30.12.
- Στο πιο πάνω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των €1.175.000 εκ του οποίου ποσό €235.000 θα πληρωνόταν με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό
- Ταυτόχρονα ο δικηγόρος της παραπονούμενης ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία υπογράφηκε από την παραπονούμενη και την κατηγορούμενη 1, μέσω του κατηγορούμενου 2, στις 30.12.
- Η εν λόγω γραπτή δήλωση παρέπεμπε στο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 30.12.10 και στην πρόνοια για την πληρωμή του ποσού των €235.000 με επιταγή αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι η πληρωμή του εν λόγω ποσού έγινε με μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 83363676 εξαργυρωτέα την 30.6.
- Η κατηγορούμενη 1 στις 30.12.10 εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη την πιο πάνω αναφερόμενη επιταγή την οποία υπέγραψε ο κατηγορούμενος
- Περαιτέρω, ενόψει του ότι η κατηγορούμενη 1 αδυνατούσε να καταβάλει το ποσό που αντιστοιχούσε στα μεταβιβαστικά τέλη και ανερχόταν σε €52.500, η παραπονούμενη δάνεισε το εν λόγω ποσό στην κατηγορούμενη
- Η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και παρέδωσε στην παραπονούμενη την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 83363675 για το ποσό των €52.500 η οποία ήταν πληρωτέα την 1.3.
- Στις 30.12.10 έλαβε χώρα η μεταβίβαση των 6 οικοπέδων από την παραπονούμενη στην κατηγορούμενη
- Η επιταγή των €52.500 δεν τιμήθηκε με αποτέλεσμα η παραπονούμενη στις 16.3.11 να καταχωρήσει εναντίον της κατηγορούμενης 1 την αγωγή με αρ. 812/11 Ε.Δ. Πάφου. Στις 20.6.11 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπερ της παραπονούμενης και εναντίον της κατηγορούμενης 1 για το εν λόγω ποσό πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Στις 27.12.11 επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη στην παραπονούμενη επιστολή της κατηγορούμενης 1 ημερομηνίας 20.12.11 στην οποία επισυνάπτονταν σχέδια των κατοικιών που πρόκειτο να ανεγερθούν στα οικόπεδα που αγόρασε η κατηγορούμενη 1 από την παραπονούμενη. Με την εν λόγω επιστολή η παραπονούμενη καλείτο να επιλέξει μία κατοικία και να επιστρέψει την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 83363676 για το ποσό των €235.000 ως η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Η παραπονούμενη με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 28.12.11 αρνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία αντιπαροχής και κάλεσε την κατηγορούμενη 1 να τιμήσει την επίδικη επιταγή. Στις 3.1.12 η κατηγορούμενη 1 με οδηγίες της προς την Τράπεζα Κύπρου, τις οποίες υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2, ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής επικαλούμενη ως λόγο ανάκλησης τη «διαφωνία συμφωνίας». Η παραπονούμενη κατέθεσε την επίδικη επιταγή προς πληρωμή και επιστράφηκε απλήρωτη. Η Τράπεζα Κύπρου τοποθέτησε σφραγίδα στην επίδικη επιταγή στην οποία αναγράφεται ότι η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της. Στις 23.7.12 η παραπονούμενη καταχώρησε εναντίον της κατηγορούμενης 1 την αγωγή με αρ. 2558/12 Ε.Δ. Πάφου με την οποία αξιώνει την πληρωμή του ποσού των €235.000 που αφορά την επίδικη επιταγή. Η κατηγορούμενη 1 καταχώρησε Υπεράσπιση στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής στην οποία ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία αντιπαροχής. Στις 20.5.14 καταβλήθηκε στους δικηγόρους της παραπονούμενης από την κατηγορούμενη 1, μέσω του κατηγορούμενου 2, το ποσό των €10.000 και εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο το υπόλοιπο ποσό της επίδικης επιταγής. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305 (Α)
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί, (στο εξής ο «Νόμος») προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 305Α
(2)τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: α) Η έκδοση επιταγής και β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει την επίδικη επιταγή, εφόσον ο τελευταίος επικαλείται την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» το φέρει o κατηγορούμενoς. Στην υπόθεση Κονιζίδου v. Αρέστη 2009
(2)Α.Α.Δ 345 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου που παραθέσαμε πιο πάνω, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, βρισκόταν στους ώμους του κατηγορούμενου, που όφειλε κατά ή πριν την παρουσίαση της επιταγής να ειδοποιήσει γραπτώς την τράπεζα για τους λόγους για τους οποίους έδιδε την εντολή μη πληρωμής της» Αποτελεί δε σταθερή θέση του δικαίου της απόδειξης ότι όταν το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου, αυτό το βάρος μπορεί να αποσεισθεί με μαρτυρία που ικανοποιεί το Δικαστήριο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και όχι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία όπως χρειάζεται στην περίπτωση της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει την κατηγορία. (Γενικός Εισαγγελέας v. Μακρής
(1984)2 Α.Α.Δ 332). Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης της κατηγορούμενης 1 στη διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Νόμου. Ουσιαστικά κατηγορείται δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Νόμου βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α του Νόμου είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ πρώτα με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων πως με την υπογραφή της γραπτής δήλωσης (Τεκμήρια 4,11 και 13) δεν υφίσταται πλέον ζήτημα σε σχέση με την επίδικη επιταγή, αφού η εν λόγω γραπτή δήλωση αντικατέστησε την επιταγή και δεν υπάρχει αντικείμενο εκδίκασης στην βάση του άρθρου 305Α του Νόμου. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, διαφωνώ με αυτήν. Ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης (Τεκμήρια 4,11 και 13) ότι αυτή αντικατέστησε και ακύρωσε ουσιαστικά την επίδικη επιταγή, ως η εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου. Αντιθέτως, η γραπτή δήλωση όχι μόνο δεν καταργεί την επίδικη επιταγή αλλά έγινε σε σχέση με αυτήν και ξεκαθαρίζει ότι η επίδικη επιταγή θα είναι πληρωτέα την ημερομηνία που θα φέρει έστω και αν η παραπονούμενη προχωρήσει στη μεταβίβαση των οικοπέδων και δηλώσει ότι το τίμημα έχει εξοφληθεί. Συγκεκριμένα η παράγραφος Β της γραπτής δήλωσης αναφέρει, μεταξύ άλλων, «..θα εξακολουθούμε να οφείλουμε το ποσό της επιταγής η οποία θα είναι εξαργυρωτέα την ημερομηνία που θα φέρει.». Εάν ίσχυε αυτό που εισηγήθηκε ο κ. Αλεξάνδρου, τότε ασφαλώς δεν θα γινόταν λόγος για εξαργύρωση της επιταγής. Τελειώνοντας με αυτό το ζήτημα θα ήθελα να αναφέρω ότι ούτε το Τεκμήριο 7Α, ήτοι η αγωγή με αρ. 2558/12 Ε.Δ. Πάφου που καταχώρησε η παραπονούμενη εναντίον της κατηγορούμενης 1 αξιώνοντας το ποσό των €235.000, συνηγορεί υπέρ της εισήγησης του κ. Αλεξάνδρου. Στο Τεκμήριο 7Α γίνεται ρητή αναφορά στην επίδικη επιταγή και στο γεγονός ότι αυτή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανάκλησης της πληρωμής της (βλ. παράγραφος 4 Τεκμηρίου 7Α). Έχοντας επομένως υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η παραπονούμενη απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε την επίδικη επιταγή προς όφελος της παραπονούμενης, καθώς και ότι με εντολή της ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνω ότι στην πρόσθια όψη της επίδικης επιταγής υπάρχει η σχετική σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου στην οποία αναγράφεται ότι η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της (βλ. άρθρο 305Α
(3)του Νόμου). Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος αντιμετωπίζει το αδίκημα της παροχής συνδρομής και/ή παρακίνησης της κατηγορούμενης 1 στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305(Α)
(2)του Νόμου κατά παράβαση του άρθρου 20 του Νόμου, θεωρώ επίσης ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η διάπραξη του αδικήματος. Καταρχάς σημειώνω ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση ως προς το ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε την επίδικη επιταγή καθώς και ότι ο ίδιος υπέγραψε τις οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της (Τεκμήριο 14). Περαιτέρω, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είναι συντριπτική και δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας περί της γνώσης του κατηγορούμενου 2 ως προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο ιθύνων νους και ο άνθρωπος μέσω του οποίου ενεργούσε η κατηγορούμενη
- Αυτός διαπραγματευόταν για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 και υπέγραψε για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1, πέραν της επίδικης επιταγής και των οδηγιών για ανάκληση της πληρωμής της, τη συμφωνία (Τεκμήριο 2) καθώς και τη γραπτή δήλωση (Τεκμήρια 4,11 και 13). Επιπρόσθετα, η όλη υπεράσπιση της κατηγορούμενης 1 περί ύπαρξης συμφωνίας αντιπαροχής την οποία κατ' ισχυρισμό παρέβηκε η παραπονούμενη στηρίζεται στον κατηγορούμενο 2 ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της κατηγορουμένης
- Σημειώνω τέλος ότι και ο ίδιος στη μαρτυρία του δεν έθεσε σε κανένα σημείο υπό αμφισβήτηση την εμπλοκή του ή τη γνώση του επί των επιδίκων θεμάτων. Ούτε και τέθηκε ότι υπήρχε, πέραν του κατηγορούμενου 2, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργούσε για λογαριασμό της κατηγορούμενης
- Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η κατηγορούμενη 1 με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων απέδειξε ότι ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής συνιστά εύλογη αιτία με βάση το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου. Το πιο πάνω άρθρο, ως είχε πριν την τροποποίηση του, και ειδικότερα η έννοια «εύλογη αιτία» αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση N.C Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 763. Το συγκεκριμένο άρθρο πριν την τροποποίηση του είχε ως εξής: "
(2)Πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε απ' αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές." Όπως γίνεται αντιληπτό η έννοια της «εύλογης αιτίας», παρέμεινε και μετά την τροποποίηση η ίδια και επομένως το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από την πιο πάνω υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honesty» (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποινική Έφεση 18/2012 Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου ημερομηνίας 16.4.14 αναφέρθηκαν σε σχέση με το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου τα ακόλουθα: « Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575)». Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω η υπεράσπιση που επικαλέστηκε η κατηγορούμενη 1 ήταν πως υπήρξε, ως αναγράφεται στο Τεκμήριο 14, διαφωνία συμφωνίας, η οποία κατά την μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 εξειδικεύθηκε στην παράβαση της ισχυριζόμενης συμφωνίας αντιπαροχής. Η μαρτυρία όμως του κατηγορουμένου 2, για τους λόγους που ανέφερα κατά την αξιολόγηση της, απορρίφθηκε. Δεν θα επαναλάβω όσα ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 2, περιορίζομαι απλώς να επισημάνω πως τα γεγονότα ουδόλως συνηγορούν στο ότι η ενέργεια της κατηγορούμενης 1 ήταν ειλικρινής και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Αντιθέτως καταδεικνύουν, κατά την άποψη μου, ότι τα περί συμφωνίας αντιπαροχής αποτελούν εκ των υστέρων εφεύρημα των κατηγορουμένων. Δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε άλλη εξήγηση στο γεγονός ότι παρά την ύπαρξη της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) και της γραπτής δήλωσης (Τεκμήρια 4, 11 και 13) ουδεμία αναφορά γίνεται σε αντιπαροχή και αυτό παρά το ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου 2, η παραπονούμενη κατά την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων είχε ήδη συμφωνήσει στην αντιπαροχή. Μάλιστα, η καθαρότητα διατύπωσης των πιο πανω αναφερόμενων εγγράφων είναι τέτοια που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης για το ότι η επίδικη επιταγή αποτελούσε το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης το οποίο θα αποπληρωνόταν με την εξαργύρωση της επίδικης επιταγής. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε οτιδήποτε άλλο πέραν των όσων διατυπώθηκαν γραπτώς. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου 2 βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με όσα γραπτώς συμφωνήθηκαν και δεν δόθηκε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση για ποιο λόγο υπέγραψε έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονταν όροι αντίθετοι από αυτούς της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας με την παραπονούμενη. Ξενίζει επίσης το γεγονός ότι η πρώτη φορά που τέθηκε το ζήτημα της αντιπαροχής ήταν με την επιστολή της κατηγορούμενης 1 (Τεκμήρια 5 και 18) η οποία ετοιμάστηκε και επιδόθηκε μετά την μη πληρωμή της επιταγής των €52.500, την καταχώρηση αγωγής εναντίον της κατηγορούμενης 1 και την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της (Τεκμήρια 16 και 17). Επίσης, η επίδοση της εν λόγω επιστολής (Τεκμήρια 5 και 18) μέσω ιδιώτη επιδότη ανατρέπει την όλη εικόνα που προσπάθησε να δημιουργήσει ο κατηγορούμενος 2 περί φιλικής σχέσης με την παραπονούμενη προκειμένου να δικαιολογήσει το ότι βασίστηκε στο «λόγο» της και γι' αυτό δεν ζήτησε να διατυπωθεί γραπτώς η ισχυριζόμενη συμφωνία αντιπαροχής. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε γιατί η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε δια της επισήμου οδού με ιδιώτη επιδότη και δεν έγινε, παραδείγματος χάριν, απλώς ένα τηλεφώνημα στην παραπονούμενη για να επισκεφθεί τα γραφεία της κατηγορούμενης 1 και να επιλέξει την κατοικία που επιθυμούσε. Όλα αυτά σε συνδυασμό με όσα αναφέρθηκαν και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 2 καταδεικνύουν ότι υπήρχε απώτερος σκοπός από τους κατηγορούμενους οι οποίοι δεν ενήργησαν καλόπιστα. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σχολιάσω την θέση που εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων κατά την τελική του αγόρευση, ότι δηλαδή η μαρτυρία του ΜΚ2, ότι μία κατοικία από τις 12 που θα ανεγείρονταν στα οικόπεδα εξαιρέθηκε από την υποθήκευση, ενισχύει τη θέση των κατηγορουμένων περί ύπαρξης αντιπαροχής. Καταρχάς σημειώνω ότι ο ΜΚ2 στη μαρτυρία του δεν έκανε οποιαδήποτε μνεία σε υποθήκευση και σε εξαίρεση οποιασδήποτε κατοικίας από υποθήκευση. Ο κ. Αλεξάνδρου κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 υπέβαλε το ερώτημα κατά πόσο υπήρξε πρόνοια για αντιπαροχή στη δανειοδότηση που αιτήθηκε η κατηγορούμενη 1. Ο ΜΚ2 απάντησε ότι από σχόλια συναδέλφων του που είχαν χειριστεί τις αιτήσεις της κατηγορούμενης 1, διαπίστωσε πως υπήρχε πρόνοια για αντιπαροχή για μία κατοικία. Σε σχέση με το εν λόγω σημείο και μετά που ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονούμενης δήλωσε ότι δεν θα προέβαινε σε επανεξέταση του ΜΚ2, υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο και ο ΜΚ2 διευκρίνισε ότι τα σχόλια δεν συμπεριλαμβάνονται στη συμφωνία για δανειοδότηση της κατηγορούμενης 1 και ο ίδιος τα είδε μετά την αίτηση για χορήγηση δανείου η οποία εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2010. Επομένως, ο ΜΚ2 αναφέρθηκε απλώς σε σχόλια συναδέλφων του, τα οποία μάλιστα δεν περιλαμβάνονται στη συμφωνία δανείου, και ουδέποτε δήλωσε ότι εξαιρέθηκε μία κατοικία από την εγγραφή υποθήκης. Κατά συνέπεια υπήρξε σύγχυση από μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ως προς το τι δήλωσε ο ΜΚ2. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι η υπεράσπιση δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι υποθηκεύθηκαν μόνον οι 11 από τις 12 κατοικίες και ότι η μία παρέμεινε ελεύθερη για να παραχωρηθεί ως αντιπαροχή. Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι η πιο πάνω αναφορά του ΜΚ2 ουδόλως καταδεικνύει ότι υπήρχε και συμφωνία αντιπαροχής ή ότι ήταν εύλογη η αιτία για την οποία ανακλήθηκε η πληρωμή της επίδικης επιταγής. Καταρχάς, στην εν λόγω αναφορά του ΜΚ2 δεν γίνεται οποιαδήποτε παραπομπή στο όνομα της παραπονούμενης και δεν υπάρχει οποιαδήποτε διασύνδεση των σχολίων των συναδέλφων του με την παραπονούμενη. Επομένως, η εν λόγω αναφορά που προφανώς έγινε από τον κατηγορούμενο 2 και καταγράφηκε από συναδέλφους του ΜΚ2 μπορούσε να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο ή να εξέφραζε απλώς την επιθυμία του κατηγορούμενου 2 για να παραχωρηθεί μία εκ των 12 κατοικιών ως αντιπαροχή. Υπό το φως των πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής έγινε για εύλογη αιτία. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα. (Υπ.)............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο