← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΡΙΣΤΟΣ ΜΑΡΚΙΤΣΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6577/11, 13/1/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΑΡΙΣΤΟΣ ΜΑΡΚΙΤΣΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 6577/11, 13/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6577/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΑΡΙΣΤΟΣ ΜΑΡΚΙΤΣΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13.01.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο: κος Μ. Βασιλειάδης Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 07.01.15, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €255,00 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης επιπκαλέστηκε ως ελαφρυντικό παράγοντα το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Αναφερόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του πελάτη του, ο κύριος Βασιλειάδης ανάφερε πως ο πελάτης του είναι ηλικίας 32 ετών, νυμφευμένος και πατέρας τριών ανήλικων παιδιών ηλικίας 12, 9 και 8 ετών. Επίσης ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος εργάζεται ως υπάλληλος μηχανοδηγός σε εταιρεία χωματουργικών εργασιών με μηνιαίο μισθό €500,00 ενώ η σύζυγος του από την εργασία της λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €600,00.² Το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, η πρόκληση κακόβουλης ζημιάς τιμωρείται με βάση το άρθρο 324
(1)του Κεφ.154 με ποινή φυλάκισης δύο ετών ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562,90 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα αυτό θεωρείται σοβαρό για τον επιπλέον λόγο ότι η διάπραξη του προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Ακόμη πρόκειται για αδίκημα που η διάπραξη του καταπατεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο ανθρώπινο δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Θεώρηση της νομολογίας για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς καταδεικνύει ότι συνήθως επιβάλλονται ποινές φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι στα πλαίσια προστασίας του κοινού καθώς επίσης για καταστολή αισθημάτων φόβου, τρόμου και κινδύνου αλλά και για αποφυγή της εντύπωσης ότι κυριαρχεί η παρανομία πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσίας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντώνη Χαραλαμπίδη
(2001)2 Α.Α.Δ. 753, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Στην δε υπόθεση Michal Bukowski ν. Αστυνομίας κ.α. Ποινική Έφεση 142/10 και 147/10 ημερομηνίας 04.03.2011 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις όπου η ποινή που κρίθηκε ως καταλληλότερη ήταν αυτή της χρηματικής (Μελανίτης ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(2004)2 Α.Α.Δ. 309). Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκε το αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος καθιστούν την αξιόποινη πράξη του ενσυνείδητη και εκ προθέσεως, στοιχείο επιβαρυντικό που σαφώς λαμβάνεται υπόψη. Η ώρα που επιλέχτηκε τη νύχτα για να προκληθεί κακόβουλα η ζημιά και η εν κρυπτό διεξαγωγή της παράνομης επιχείρησης μέσα από την οποία επιδιώχτηκε κάλυψη από το σκοτάδι αλλά και από την αναμενόμενη απουσία του ιδιοκτήτη του εστιατορίου σε συνδυασμό με τη χρήση του συγκεκριμένου τύπου οχήματος, φανερώνει μια σχεδιασμένη και οργανωμένη συμπεριφορά, η οποία υλοποιήθηκε με προσεκτικό και επιμελή τρόπο χωρίς δισταγμό και ίχνος αναστολής. Παράλληλα με τη στάση του ο κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ασέβεια απέναντι στην περιουσία του παραπονούμενου. Αυτά σαφώς είναι επιβαρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη. Η δε απουσία οποιασδήποτε έμπρακτης μεταμέλειας δείχνει και το πόσο ψυχρός και αδίστακτος είναι ο κατηγορούμενος. Παράλληλα, οι δύο προηγούμενες φορές πρόκλησης ζημιάς στον ίδιο πέτρινο τοίχο του εστιατορίου είναι κάτι που δείχνει την αγωνία του παραπονούμενου να προστατέψει την περιουσία του ακόμη και με αυτό τον παρακινδυνευμένο τρόπο που έπραξε στην παρούσα υπόθεση. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του βατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα ότι: · Είναι ηλικίας 32 ετών, νυμφευμένος και πατέρας τριών ανήλικων παιδιών ηλικίας 12, 9 και 8 ετών αντίστοιχα. · Σήμερα εργάζεται περιστασιακά με μηνιαίο εισόδημα €500,00. · Η σύζυγος του εργάζεται με μηνιαίο μισθό €600,00. Ένα άλλος μετριαστικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι ο χρόνος των 3 ετών και 9 μηνών περίπου που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Μέσα από μια πρόχειρη ανασκόπηση του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την απόρροια του χρονικού διαστήματος αυτού. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Παρόλα αυτά, η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω ο χρόνος που διέρρευσε προσμετρείται προς όφελος του κατηγορουμένου παρόλο ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από το συνήγορο υπεράσπισης ουσιαστική μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα και τις συνθήκες που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και σοβαρότητα του αδικήματος και χωρίς να παραγνωρίζω τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες, θεωρώ ότι καταλληλότερη, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της χρηματικής σε συνδυασμό με την υπογραφή προσωπικής εγγύησης. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αλλά και το χρονικό διάστημα που διέρρευσε είναι οι παράμετροι που έκλιναν την πλάστιγγα υπέρ της επιβολής αυτού του συνδυασμένου είδους ποινής, το ύψος των οποίων όμως θα αντανακλά τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος που διαπράχτηκε. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο χρηματική ποινή ύψους €700,00. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €1.000,00 για καλή διαγωγή, την τήρηση της τάξης και των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο ετών από σήμερα. Επίσης, ο κατηγορούμενος να καταβάλει έξοδα ύψους €255,00. Η χρηματική ποινή και τα έξοδα να καταβληθούν αυθημερόν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κακόβουλη Ζημιά/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.