← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΟΙΖΟΣ ΚΑΝΑΡΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15741/11, 28/1/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΟΙΖΟΣ ΚΑΝΑΡΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15741/11, 28/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15741/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΛΟΙΖΟΣ ΚΑΝΑΡΗΣ
  2. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
  3. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
  4. ΓΙΩΡΓΟΣ Χ¨ ΔΑΥΙΔ
  5. ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ
  6. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
  7. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28.01.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορουμένους 1-6: κος Σ. κος Σ. Ζαννούπας Κατηγορούμενοι 1-6: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1-6 αντιμετωπίζουν τρεις κατηγορίες επίθεσης που προκαλούν πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων και μία κατηγορία κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)της ίδιας νομοθεσίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι 1-6 κατηγορούνται ότι στις 19.12.09 έξω από την ταβέρνα ΄Πλούταρχος΄που βρίσκεται στην Τίμη της επαρχίας Πάφου επιτέθηκαν εναντίον των Μαρίνου Πορταντάρη από την Τίμη, Παντελή Πορταντάρη από την Αγία Μαρινούδα και Αλεξάνδρας Μιχαηλίδου από την Τίμη προκαλώντας τους πραγματική σωματική βλάβη. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι 1-6 κατηγορούνται ότι κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία και στον ίδιο με πιο πάνω τόπο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά ύψους €300,00 σε ένα σακάκι, περιουσία του Παντελή Πορταντάρη. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 7 η κατηγορούσα αρχή προχώρησε στη διακοπή της εναντίον του ποινικής δίωξης και ως εκ τούτου ο εν λόγω κατηγορούμενος απαλλάχτηκε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Συνεπεία της πιο πάνω εξέλιξης η υπόθεση προχώρησε για εκδίκαση για τους κατηγορουμένους 1-
  1. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα από τoν Παντελή Πορταντάρη (ΜΚ1) και Μαρίνο Πορταντάρη (ΜΚ2), δύο εκ των παραπονούμενων της υπόθεσης αυτής. Παράλληλα παρουσιάστηκαν 6 τεκμήρια από τα οποία τα Τεκμήρια 5Α-5ΣΤ και 6Α-6ΣΤ, που είναι οι γραπτές ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1-6 καθώς και οι γραπτές κατηγορίες που η αστυνομία τους πρόσαψε, κατατέθηκαν από κοινού με την υπεράσπιση να αποδέχεται μόνο την ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων. Επίσης, το Τεκμήριο 4, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού, το περιεχόμενο του οποίου τα μέρη αποδέχονται ως αληθές. Πρόκειται για την κατάθεση του αστυφύλακα 1314 Αρτέμη Πελεκάνου που κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν αποσπασμένος στον αστυνομικό σταθμό Κουκλιών, με βάση το περιεχόμενο του οποίου στις 30.12.09 ο εν λόγω αστυφύλακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τους κατηγορουμένους 2 και 3 και ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορουμένους 1, 2 και 3, οι οποίοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες που τους πρόσαψε. Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού ως παραδεχτό γεγονός το ότι στις 09.06.11 ο αστυφύλακας 2697 Νεόφυτος Ανδρέου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 6 και στη συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς, ο οποίος και αρνήθηκε τις κατηγορίες που του πρόσαψε. Τα παραδεκτά γεγονότα που προέκυψαν τόσο μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 όσο και από την κοινή δήλωση των μερών εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Ο ΜΚ1 κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 19.12.09 καθώς και ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 19.12.09 της Δρ. Νικολέττας Νικολάου του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου που αφορά τον ίδιο μετά από εκεί ιατρική εξέταση του, τα οποία και κατάθεσε ως Τεκμήρια 1 και
  2. Στο Τεκμήριο 1 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κάθε Παρασκευή και Σάββατο εργάζεται στην ταβέρνα με την επωνυμία 'Πλούταρχος' που βρίσκεται στην Τίμη της επαρχίας Πάφου όταν στις 18.12.09 και περί ώρα 20:30 έφθασε στο χώρο εργασίας του για φαγητό ο αδελφός του (ΜΚ2) μαζί με τη σύζυγο του, την ανήλικη θυγατέρα τους και τον κουμπάρο τους. Την ίδια ημέρα αλλά σε διαφορετικές ώρες έφθασαν επίσης για διασκέδαση οι κατηγορούμενοι. Περί ώρα 02:30 της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 παρατήρησε ότι ο αδελφός του μαζί με την οικογένεια και τον κουμπάρο του σηκώθηκαν για να αποχωρήσουν από την ταβέρνα. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι όλοι είχαν φύγει ξαφνικά από την ταβέρνα. Τότε βγαίνοντας έξω για να δει τι συνέβαινε πρόσεξε την θυγατέρα του αδελφού του να κλαίει και σε απόσταση 5 μέτρων περίπου τους κατηγορουμένους να έχουν στη μέση τον αδελφό του και να τον κτυπούν. Επίσης είδε τη σύζυγο του αδελφού του να βρίσκεται στο έδαφος μέσα στο δρόμο και όταν την προσέγγισε διαπίστωσε ότι ήταν λιπόθυμη. Καθώς έσκυψε να τη σηκώσει κάποιος ήλθε από τα δεξιά του και τον κτύπησε στο πρόσωπο. Από το κτύπημα έπεσε και ο ίδιος στο έδαφος και όπως βρισκόταν χάμω τον χτυπούσαν αρκετά άτομα, χωρίς όμως να προσέξει ποιοι ήταν. Ο ΜΚ1 στάθηκε όρθιος με τη βοήθεια κάποιου γνωστού του λόγω προβλήματος που αντιμετωπίζει στην σπονδυλική στήλη του και είδε τη νύμφη του να είναι σοκαρισμένη εντός του οχήματος του ΜΚ2 και τη θυγατέρα της να βρίσκεται επίσης εντός του ιδίου οχήματος και να κλαίγει. Ο ΜΚ1 τότε μπήκε στο όχημα του και έφυγε και μετέβηκε στην οικία του αδελφού του (ΜΚ2). Περαιτέρω, ο ΜΚ1 αντιλήφθηκε ότι είχε σκιστεί το δερμάτινο σακάκι του αξίας €300,
  3. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ1 ανάφερε ότι τη στιγμή που βγήκε έξω από την ταβέρνα πρόσεξε ότι υπήρχαν πολλά άτομα. Ο ίδιος δεν είναι σε θέση να πει από ποιον ή ποιους κτυπήθηκε. Όπως ο ΜΚ1 είπε, η φασαρία προερχόταν από τους κατηγορουμένους αλλά δεν γνωρίζει από ποιον. Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ως αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχτηκε επισκέφτηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου το πρωί της ίδιας ημέρας. Με βάση την ιατρική έκθεση της ιατρού που τον εξέτασε (Τεκμήριο 2), ο ΜΚ1 παρουσίαζε εκδορά, μικρό τραύμα στο κάτω χείλος του στόματος. Από την κλινική και παρακλινική εξέταση διαπιστώθηκε στη ψηλάφηση άλγος στη θωρακική και οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, χωρίς όμως να εντοπιστεί οστική κάκωση. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο αδελφός του όταν τελείωσε το φαγητό του πλήρωσε και αφού χαιρέτησε αποχώρησε από το χώρο μαζί με την οικογένεια και τον κουμπάρο του. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως όταν άδειασε η ταβέρνα και βγήκε έξω είδε τους κατηγορουμένους να είναι από πάνω στον αδελφό του και να τον κτυπούν, χωρίς όμως να είναι σε θέση να προσδιορίσει ακριβώς ποιος και πως αυτό έγινε. Σε σχέση με το θέμα αυτό ο ΜΚ1 δεν θυμάται οποιοδήποτε από τους κατηγορουμένους να γρονθοκόπησε ή να κλώτσησε τον ΜΚ
  4. Θυμάται όμως τον κατηγορούμενο 6 που άρπαξε τον αδελφό του από πίσω βάζοντας τα χέρια του σε σταυρωτή θέση και τον σήκωσε πάνω. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι όταν έτρεξε προς το μέρος της νύμφης του και έσκυψε να τη σηκώσει κάποιος τον κτύπησε στο μάτι και έπεσε και εκείνος κάτω. Το μάτι του μελάνιασε και φούσκωσε αλλά δεν αιμορραγούσε. Ακόμη πρόσεξε ότι και ο αδελφός του είχε φουσκωμένο και μαυρισμένο μάτι. Ωστόσο δεν πρόσεξε αν η νύμφη του ήταν κτυπημένη αλλά είδε ότι δεν αιμορραγούσε. Φαινόταν σοκαρισμένη επειδή φώναζε. Αργότερα που πήγε στην οικία του αδελφού του αυτός του είπε τσακώθηκε με τους κατηγορουμένους και αυτοί του επιτέθηκαν και τον κτύπησαν. Ο ίδιος δεν γνωρίζει αν ο ΜΚ2 είχε διαφορές με τους κατηγορουμένους. Στο νοσοκομείο μετέβηκε μαζί με τον αδελφό του επειδή το κτυπημένο μάτι τους είχε φουσκώσει. Ερχόμενος στο θέμα του σακακιού ο ΜΚ1 δήλωσε πως την στιγμή που εξήλθε της ταβέρνας το φορούσε και ότι κάποιος του το έσκισε χωρίς όμως ποιος. Επανεξεταζόμενος ο ΜΚ1 είπε ότι η νύμφη του βρισκόταν στο έδαφος σε κοντινή απόσταση από το σημείο που ήταν ο αδελφός του χωρίς όμως να γνωρίζει της μεταξύ τους απόσταση. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ2 προσκόμισε ως μέρος αυτής τη γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερομηνίας 19.12.09, την οποία και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σαν Τεκμήριο
  5. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 18.12.09 και περί ώρα 20:30 ο ΜΚ2 μετέβηκε για φαγητό μαζί με την οικογένεια του στην ταβέρνα με την ονομασία 'Πλούταρχος'. Εκεί βρήκε τον κουμπάρο του, ο οποίος κάθισε στο ίδιο τραπέζι μαζί τους. Στην ταβέρνα πρόσεξε να βρίσκονται εκείνο το βράδυ και οι κατηγορούμενοι 2 και
  6. Όταν αποχώρησε από την ταβέρνα κινήθηκε προς το όχημα του που ήταν σταθμευμένο έξω από την είσοδο του κέντρου αναψυχής όπου εκεί βρίσκονταν η σύζυγος και η ανήλικη θυγατέρα τους. Ενώ βρισκόταν εντός του οχήματος του και ετοιμαζόταν να φύγει, είδε την πόρτα του οδηγού να ανοίγει και αρκετά άτομα να τον τραβούν και να τον βγάζουν έξω από το όχημα του. Όταν αυτό έγινε κατορθωτό αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 6 να τον κρατεί από πίσω, τον κατηγορούμενο 4 να τον κρατεί από το λαιμό και στη συνέχεια να έχουν έλθει και οι κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 5 και όλοι μαζί να τον κτυπούν. Ο ΜΚ2 προσπαθούσε να τους ξεφύγει επειδή είδε τη σύζυγο του να βρίσκεται ξαπλωμένη στο έδαφος με αποτέλεσμα να του βγάλουν τη ζακέτα που φορούσε. Όταν πλησίασε τη σύζυγο του είδε εκεί και τον αδελφό του κτυπημένο. Ενώ έσκυψε να πάρει τη σύζυγο του από το έδαφος και να την τοποθετήσει στο όχημα του κάποιοι από πίσω τον τραβούσαν με αποτέλεσμα να πέσει και αυτός στο έδαφος. Όταν κατάφερε να βάλει την οικογένεια του στο αυτοκίνητο ήλθε κοντά του οι κατηγορούμενοι 2, 4 και ο Φίλιππος Φιλίππου και του είπαν 'Έμπα μες το αυτοκίνητο να φυς'. Το πρωί της επόμενης ημέρας που ξύπνησε μετέβηκε στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό και από εκεί πήγε στο νοσοκομείο για εξέταση. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ1 ανάφερε ότι χτυπήθηκε σε διάφορα μέρη του σώματος του. Δεν θυμάται όμως αν κτυπήθηκε στο κεφάλι. Κατά το επίδικο περιστατικό ο ΜΚ2 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 6 να τον αρπάζει αγκαλιά από την πίσω πλευρά με σκοπό να περιορίσει τα χέρια του μάρτυρα. Ακόμη αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 4 να τον κρατεί από το λαιμό. Όπως είπε ο εν λόγω μάρτυρας, στην ταβέρνα δεν ήλθε σε αντιπαράθεση με οποιοδήποτε θαμώνα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως γνωρίζει εξ' όψεως όλους τους κατηγορουμένους. Παράλληλα απέρριψε κατηγορηματικά τις θέσεις των κατηγορουμένων ότι επανειλημμένα απείλησε στην ταβέρνα τον κατηγορούμενο 3 και ότι ήταν αυτός που έξω από το εν λόγω κέντρο αναψυχής άρπαξε από τα μαλλιά τη σύζυγο του σέρνοντας την προς το όχημα και αυτός που έσπρωξε τον αδελφό του όταν αυτός του έκανε παρατήρηση για τη συμπεριφορά του και προσπάθησε να βοηθήσει τη σύζυγο του. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι ενώ βρισκόταν στο όχημα του στη θέση του οδηγού και η μηχανή ήταν σε λειτουργία κάποιος άνοιξε την πόρτα του οδηγού και άρπαξε τα κλειδιά. Ο ίδιος δεν είδε το άτομο που προέβηκε στην πιο πάνω ενέργεια. Ωστόσο μερικές εβδομάδες μετά από το επίδικο περιστατικό η θυγατέρα του είδε σε καφενείο τον κατηγορούμενο 2, τον οποίο αναγνώρισε και υπέδειξε στον ΜΚ2 ως το άτομο που είχε αρπάξει τα κλειδιά του οχήματος. Ο ΜΚ2 είπε ότι γνωρίζεται αρκετά χρόνια με τον κατηγορούμενο
  7. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας επιπλέον ανάφερε, όταν το περιστατικό της επίθεσης που δέχτηκε συνέβηκε όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν συγκεντρωμένοι έξω από την πόρτα του οδηγού του οχήματος του. Στη σκηνή του επεισοδίου υπήρχε φωτισμός από πασσάλους της Α.Η.Κ. αλλά ο ΜΚ2 δεν θυμάται που κτυπήθηκε. Δίδοντας την εξήγηση του γιατί δεν μετέβηκε την ίδια στιγμή στο νοσοκομείο ο ΜΚ2 είπε ότι ο ίδιος ήταν αναστατωμένος και δεν σκεπτόταν λογικά και πήγε σπίτι να σκεφτεί ενώ η σύζυγος του ήταν της άποψης να μην δοθεί περισσότερη σημασία στο επίδικο περιστατικό. Μέσα από τις ανακριτικές καταθέσεις τους οι κατηγορούμενοι 1, 4 και 6 αρνούνται ότι συμμετείχαν στο κατ' ισχυρισμό επεισόδιο δίδοντας τις δικές τους εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος 2 αρνείται ότι επιτέθηκε και κτύπησε οποιονδήποτε από τους παραπονούμενους στην υπόθεση αυτή ενώ οι κατηγορούμενοι 3 και 5 δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε αναφορά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1-6 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι σε σχέση με την τρίτη κατηγορία δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει οποιονδήποτε από τους κατηγορουμένους με την κατηγορία αυτή. Αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία ο κύριος Ζαννούπας δήλωσε πως ουδεμία σχετική μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως ο συνήγορος υπεράσπισης είπε, στοιχειώδεις λεπτομέρειες που να αποδεικνύουν την ταυτότητα και την αξία του σακακιού που ο ΜΚ1 επικαλείται δεν έχουν τεθεί. Ερχόμενος στην δεύτερη κατηγορία ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι το τραύμα που ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε δεν επαληθεύεται από το ιατρικό πιστοποιητικό που προσκομίστηκε (Τεκμήριο 2), το οποίο εντοπίζει μικρό τραύμα στο κάτω χείλος του στόματος. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία είναι η θέση του κυρίου Ζαννούπα ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να επιβεβαιώνει με οποιοδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι κτυπήθηκε. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τους κατηγορουμένους 1-6 σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι οι μάρτυρες κατηγορίας κατάθεσαν πολλές λεπτομέρειες σχετικά με το επίδικο περιστατικό που δείχνουν ανάμιξη όλων των κατηγορουμένων σ' αυτό. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση όλων των κατηγορουμένων σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1-6 θα πρέπει να κληθούν σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης στην Αλεξάνδρα Μιχαηλίδου που είναι η τρίτη κατηγορία που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν διέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα αυτό που αποδίδεται στους κατηγορουμένους είναι ότι επιτέθηκαν στην πιο πάνω κυρία προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Οι κατηγορούμενοι 1-6 να επιτεθούν στην παραπονούμενη και (β) να της προκαλέσουν πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλέπε R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλέπε R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Η δε πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συντελείται με τη δημιουργία οποιουδήποτε τραύματος εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλέπε επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, βασικό και απαραίτητο συστατικό στοιχείο για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού είναι η πραγματοποίηση επίθεσης από τους κατηγορουμένους εναντίον της παραπονούμενης. Προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτει κατά πόσο η Μιχαηλίδου όντως υπέστηκε επίθεση από οποιοδήποτε άτομο. Η μαρτυρία ότι η παραπονούμενη βρισκόταν στο έδαφος σε κοντινή απόσταση από τον ΜΚ2 στην απουσία άλλης σχετικής που θα παρείχε το πραγματικό υπόβαθρο για το πώς και από ποιον ή από ποιους βρέθηκε εκεί, είναι ισχνή, ελλιπής και ανεπαρκής για να καταδείξει οτιδήποτε για σκοπούς του σταδίου αυτού. Ακόμη όμως και να θεωρήσει κάποιος ότι υπέστηκε επίθεση δεν έχει δοθεί θετική μαρτυρία που να υποδεικνύει οποιοδήποτε από τους κατηγορουμένους ως το άτομο ή τα άτομα από όλους τους θαμώνες οι οποίοι φέρονται να ήταν παρόντες όταν το κατ' ισχυρισμό επεισόδιο διαδραματίστηκε που όντως ήταν αυτός ή αυτά που επιτέθηκε ή επιτέθηκαν στην παραπονούμενη. Το ότι η παραπονούμενη φέρεται να βρισκόταν στο έδαφος λιπόθυμη και στη συνέχεια να φαίνεται σοκαρισμένη δεν σημαίνει, ελλείψει άλλης σχετικής μαρτυρίας, ότι οφείλεται σε ενέργεια οποιουδήποτε από τους κατηγορουμένους. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόζεται στη δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου όπου αποδίδεται επίθεση εναντίον του ΜΚ1 από τους κατηγορουμένους. Αντικειμενική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας φανερώνει ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρικού υλικού που έστω να τείνει να καταδείξει ότι οποιοσδήποτε από τους κατηγορουμένους προέβηκε σε μια τέτοια επιθετική ενέργεια. Ο ίδιος ο ΜΚ1 όταν ρωτήθηκε κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του στο Δικαστήριο απάντησε κατηγορηματικά ότι δεν είδε ποιος τον κτύπησε. Παράλληλα ουδεμία αναφορά γίνεται μέσα από τη γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 στην αστυνομία (Τεκμήριο 1) για επίθεση και τραυματισμό του ΜΚ1 ως αποτέλεσμα ενέργειας οποιουδήποτε από τους κατηγορουμένους. Η δε μαρτυρία του ΜΚ2 σχετικά με το θέμα αυτό εξαντλείται στο να δηλώσει απλά ότι όταν πλησίασε τη σύζυγο του που την είδε στο έδαφος πρόσεξε τον αδελφό του που ήταν κτυπημένος (Τεκμήριο 3-γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία), χωρίς όμως να αναφέρει σχετικές και ουσιώδεις λεπτομέρειες όπως πότε, πως και ποιος ήταν αυτός που τον κτύπησε. Στη δε δια ζώσης μαρτυρία του ουδεμία δήλωση γίνεται αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Η αναφορά του ΜΚ1 κατά την προφορική κατάθεση του στο Δικαστήριο ότι παρόλο ότι δεν γνωρίζει ποιος τον κτύπησε εντούτοις η φασαρία προερχόταν από το μέρος των κατηγορουμένων δεν αποτελεί θετική μαρτυρία αναγνώρισης κάποιου από αυτούς στο ότι ευθύνεται για την επίθεση που ισχυρίζεται ότι δέχτηκε. Δεδομένης της μαρτυρίας περί παρουσίας πολλών ατόμων την στιγμή του επιδίκου επεισοδίου, η πιο πάνω αναφορά καθίσταται αδύνατη, ελλιπής και ανεπαρκής για να μπορούσε να καταδείξει κάτι στο στάδιο αυτό. Το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς που είναι το αντικείμενο της τέταρτης κατηγορίας προνοείται από το άρθρο 324
(1)του Κεφ.
  1. Αυτό που αποδίδεται στους κατηγορουμένους είναι ότι έσκισαν ένα σακάκι του ΜΚ1 προκαλώντας του ζημιά ύψους €300,
  2. Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Οι κατηγορούμενοι καταστρέφουν ή προκαλούν ζημιά σε περιουσία του ΜΚ2 και (β) η ενέργεια των κατηγορουμένων είναι εσκεμμένη και παράνομη. Το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 ορίζει ως 'περιουσία' κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Το ύψος της ζημιάς δεν είναι συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος. Ούτε η ιδιοκτησία της περιουσίας που καταστρέφεται ή ζημιώνεται αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κακόβουλης βλάβης (Θωμά v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255). Θα πρέπει όμως να αποδειχτεί ότι η περιουσία στην οποία προκλήθηκε ζημιά δεν ανήκε στον κατηγορούμενο (Δρουσιώτης v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 189). Η έννοια του όρου 'εσκεμμένη' εξηγείται στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold έκδοσης 2000 όπου στην παράγραφο 17-47 σημειώνονται πως σημαίνει το να πράττεις κάτι οικειοθελώς γνωρίζοντας ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος να προκληθεί ζημιά ή το να πράττεις κάτι οικειοθελώς χωρίς να σε νοιάζει αν θα επέλθει ζημιά ή όχι. Ακόμη απαιτείται απόδειξη ότι η πρόκληση έγινε χωρίς νόμιμη αιτία (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση και κατόπιν εξέτασης της προσκομισθείσας μαρτυρίας στην όψη της και μόνο, παρατηρώ ότι η ζημιά που ο ΜΚ1 επικαλείται ότι προκλήθηκε στο σακάκι του συνδέεται με την κατ ισχυρισμό επίθεση που δέχτηκε. Ειδικότερα η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο ζήτημα αυτό αφήνει να εννοηθεί ότι η κατ' ισχυρισμό ζημιά στο σακάκι του ΜΚ1 προκλήθηκε κατά το χρόνο που αυτός επικαλείται ότι δέχτηκε επίθεση. Από τη στιγμή όμως που κανένα στοιχείο υπάρχει το οποίο έστω να τείνει να καταδείξει ότι οι κατηγορούμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς ήταν τα πρόσωπα ή το πρόσωπο που επιτέθηκαν ή επιτέθηκε στον ΜΚ1, ουδείς από τους κατηγορουμένους μπορεί εκ πρώτης όψεως να συνδεθεί με τη πρόκληση ζημιάς στο εν λόγω σακάκι. Η πρώτη κατηγορία του κατηγορητηρίου αφορά ισχυρισμό για επίθεση στον ΜΚ2 και πρόκληση σ' αυτόν πραγματική σωματική βλάβη από τους κατηγορουμένους. Αντικειμενική εξέταση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή δείχνει ότι το μαρτυρικό υλικό που υπάρχει σχετικά με το θέμα αυτό είναι αόριστο, ασαφές, ισχνό και με τα μέρη που το αποτελούν να είναι μεταξύ τους θεμελιακά αντιφατικά σε βαθμό που αλληλοαναιρούνται. Συγκεκριμένα, ενώ ο ΜΚ1 αρχικά δήλωσε πως είδε τους κατηγορουμένους 1-6 να έχουν τον ΜΚ2 στη μέση τους και να τον κτυπούν με γροθιές στη συνέχεια ουσιαστικά αναίρεσε αυτό που αρχικά είχε πει λέγοντας ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει ακριβώς ποιος κτυπούσε τον αδελφό του και με ποιο τρόπο. Μάλιστα ενίσχυσε την τελευταία θεμελιακά αντιφατική του δήλωση λέγοντας πως δεν θυμάται κανένα από τους κατηγορουμένους να επέφερε στον αδελφό του (ΜΚ2) μπουνιές ή κλωτσιές. Ανάλογη θεμελιακά αντιφατική στάση τήρησε και ο ΜΚ2 όταν αρχικά δήλωσε ότι οι κατηγορούμενοι τον κτύπησαν σε διάφορα μέρη του σώματος του με τον ίδιο να προσπαθεί να ξεφύγει από τα χέρια τους, όπως χαρακτηριστικά είπε, αλλά στη συνέχεια εξουδετέρωσε την αναφορά του αυτή λέγοντας πώς δεν θυμάται ποιος τον κτυπούσε και που τον κτυπούσαν. Επίσης η τοποθέτηση του ΜΚ1 ότι πρόσεξε το μάτι του ΜΚ2 να είναι μελανιασμένο και φουσκωμένο, παρόλο ότι δεν διευκρινίζει ποιο από τα δύο, εντούτοις δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον αδελφό του, ο οποίος δεν ανάφερε ότι κτυπήθηκε σε οποιοδήποτε μάτι του ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν θυμάται να είχε κτυπηθεί στο κεφάλι. Ιατρική μαρτυρία που θα μπορούσε να ξεκαθαρίσει κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε τραύμα και σε ποιο μέρος του σώματος του ΜΚ2 για σκοπούς του σταδίου αυτού δεν έχει παρουσιαστεί με αποτέλεσμα η μαρτυρία του ΜΚ1 να καθίσταται υπό το φως των πιο πάνω στοιχείων εντελώς ασαφής και ανίσχυρη. Η δε αναφορά του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος 4 τον κρατούσε από το λαιμό και προσπάθησε να τον κτυπήσει αναιρείται από προηγούμενες δηλώσεις του ιδίου αλλά και του ΜΚ1 όταν είπαν πως δεν γνώριζαν ποιος ακριβώς επιτέθηκε στον ΜΚ2 καθώς και με ποιο τρόπο. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά ότι ο κατηγορούμενος 6 έπιασε τον ΜΚ2 από την πίσω πλευρά και με τα χέρια του σταυρωτά τον κρατούσε αγκαλιά σηκώνοντας τον πάνω με σκοπό να περιορίσει τις κινήσεις των χεριών του ΜΚ2. Επιπλέον, η μαρτυρία του ΜΚ2 ότι η ανήλικη θυγατέρα του είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2 σε καφενείο ως το άτομο που άρπαξε τα κλειδιά από το όχημα του ΜΚ2, προς τον οποίο και του τον υπέδειξε, κάθε άλλο παρά θετική και επαρκής μαρτυρία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί για σκοπούς του σταδίου αυτού. Ειδικότερα η μαρτυρία του ΜΚ2 ότι γνωρίζεται με τον κατηγορούμενο 2 εδώ και αρκετά χρόνια και ενώ βρισκόταν στο όχημα του στη θέση του οδηγού κάποιος άνοιξε την πόρτα του οδηγού και παρόλο ότι βρισκόταν ακριβώς απέναντι του άρπαξε τα κλειδιά από μπροστά του χωρίς να τον αναγνωρίσει αλλά αναγνωρίστηκε από την ηλικίας 7 ετών θυγατέρα του που βρισκόταν στο ίδιο όχημα αλλά σε κάπως μεγαλύτερη απόσταση από τον φερόμενο δράστη από ότι ο πατέρας της και χωρίς αυτή ποτέ να τον γνωρίζει εξ' όψεως μερικές εβδομάδες μετά το επίδικο περιστατικό, καθιστά την εν λόγω μαρτυρία εξόφθαλμα αμφιβόλου αξιοπιστίας (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι ελλιπής, ασαφής, αντικειμενικά αδύνατη και κρίσιμες πτυχές της μεταξύ τους θεμελιακά αντιφατικές σε βαθμό που να μην μπορεί να στηριχτεί καταδίκη των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ταυτόχρονα η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση των κατηγορουμένων 1-6 με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων που περιέχονται στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και των συστατικών στοιχείων αυτών. Ακόμη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής η όλη μαρτυρία της, χωρίς να έχει αξιολογηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, εμπεριέχει τέτοιες θεμελιακές αντιφάσεις που άπτονται της ουσίας των αδικημάτων αναγόμενες σε εγγενή αντινομία που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να τις αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν οι κατηγορούμενοι 1-6 κληθούν σε απολογία θα κληθούν όχι για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων αναφορικά με όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι 1-6 απαλλάσσονται και αθωώνονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Έξοδα €180,00 που έχουν δημιουργηθεί μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη-Κακόβουλη ζημιά/Άρθρα 243 και 324
(1)του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.