Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Χριστόδουλος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 10122/12, 15/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10122/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v Χριστόδουλος Χαραλάμπους Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 15/01/2015. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Φωτίου. Κατηγορούμενος: παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αυτές της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (κατηγορία αρ.1), χρήσης μεγαφώνων χωρίς άδεια του Έπαρχου Πάφου (κατηγορία αρ. 2) και πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια του Δημοτικού Συμβουλίου Πάφου (κατηγορία αρ. 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν την ημερομηνία 03 Μαρτίου 2012 και σχετίζονται με το κέντρο με την ονομασία «WATERHOLE» που βρίσκεται στην οδό Αναστασίας 1 στην Κ. Πάφο. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει και για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον Αστ. 2622 Ευέλθων Μίτα (Μ.Κ.1). Ο κατηγορούμενος, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως σε όλες τις κατηγορίες και επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσε οποιοσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο Μ.Κ.1 καταθέτοντας στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι στις 03/03/2012 κατάγγειλε τον κατηγορούμενο καθότι λειτουργούσε το υποστατικό με την ονομασία WATERHOLE που βρίσκεται στην Κ. Πάφο χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κ.Ο.Τ. και επίσης επί το ότι δεν είχε άδειες μουσικής και ποτού. Περιγράφοντας τον τρόπο της καταγγελίας του κατηγορουμένου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν εισήλθε στο πιο πάνω υποστατικό το οποίο ήταν γύρω στα 100 τ.μ. και ισόγειο, διαπίστωσε ότι υπήρχαν γύρω στα 50 άτομα. Πήγε μέσα εκεί που είναι το μπαρ και ζήτησε τον υπεύθυνο από τον μπάρμαν που βρισκόταν εκεί. Αυτός του υπέδειξε τον κατηγορούμενο και αφού τον προσέγγισε του ζήτησε να του παρουσιάσει τις σχετικές άδειες. Του είπε ότι τις έχει αλλά δεν του παρουσίασε οποιαδήποτε άδεια. Τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί και αφού του έδωσε τα στοιχεία του και τα κατέγραψε σε ένα χαρτί, έφυγε από το μέρος. Επίσης, ανέφερε ότι μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν του παρουσίασε οποιεσδήποτε άδειες. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι ο κατηγορούμενος κατά τη στιγμή εκείνη καθόταν στο μπαρ, έξω από αυτό στη γωνιά εκεί που βρισκόταν μια ταμειακή μηχανή και αφού τον ρώτησε, του είπε ότι ήταν ο υπεύθυνος και ιδιοκτήτης του μπαρ. Ο ίδιος δεν εργαζόταν στο μπαρ αλλά παρακολουθούσε περισσότερο τα άλλα άτομα που εργάζονταν. Περαιτέρω, είπε ότι στο μπαρ σερβίρονταν οινοπνευματώδη ποτά όπως μπύρες, ουίσκυ, βότκα και άλλα κοκτέιλ και τα άτομα που βρίσκονταν εκεί τα προμηθεύονταν από το μπαρ και πλήρωναν στο ταμείο. Επίσης, στο υποστατικό είπε μεταδιδόταν μουσική μέσω μεγαφώνων. Έχω παρακολουθήσει με πολλή προσοχή το μοναδικό μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω διεξέλθει του περιεχομένου της μαρτυρίας του. Κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και εξέθεσε τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Δεν έχω διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας αυτός είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο ούτε άλλωστε τέθηκε κάτι τέτοιο από την υπεράσπιση. Η αντεξέταση του ήταν πολύ περιορισμένη και ουσιαστικά ρωτήθηκε κατά πόσο προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια μετά την επίσκεψη του στο συγκεκριμένο μαγαζί λέγοντας ότι μετέβηκε στο Σταθμό και κατέγραψε την καταγγελία. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν μπορεί να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα του και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ως ανωτέρω και ως η κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 18
(1)(β) του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου Ν. 29/85προνοεί τα ακόλουθα: «18.-
(1)Παν πρόσωπο το οποίον - (α)............ (β) διατηρεί ή λειτουργεί κέντρον άνευ άδειας λειτουργίας (γ)............ (δ)............ είναι ένοχον αδικήματος και, εν περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακόσιας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας, εάν δε η παράβασις συνεχισθή μετά τη καταδίκην του, τούτο είναι ένοχον περαιτέρω αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσα τας πεντήκοντα λίρας δι' εκάστην ημέραν καθ' ήν συνεχίζεται η παράβασις.» Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου, «κέντρον» σημαίνει κατάστημα - (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών ή (β)................... εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα:» Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό για να ταξινομηθεί ένα κατάστημα ως κέντρο αναψυχής και να εμπίπτει στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, θα πρέπει να παρέχεται σε αυτό, εστίαση, φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα επί πληρωμή. Πέραν των πιο πάνω, έχει λεχθεί στην Στέλιος Στυλιανού v. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(1999)2 Α.Α.Δ. 47, ότι η ποινική ευθύνη του παραβάτη δε συναρτάται με την ιδιοκτησία του κέντρου αλλά με τις πράξεις λειτουργίας του, έννοια συνυφασμένη με τη συμμετοχή στη λειτουργία του κέντρου (βλ. επίσης Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Χάρη Βασιλείου & Σια Λτδ κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 399). Σε σχέση με τη κατηγορία αρ. 2, αυτή της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών χωρίς άδεια, το άρθρο 3
(1)(α) του Περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου Κεφ. 144 προνοεί τα ακόλουθα: «3.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων 2 & 3 του άρθρου αυτού, κανένα πρόσωπο δεν πωλεί ή προσφέρει προς πώληση ή επιτρέπει να πωλούνται ή να προσφέρονται προς πώληση ή κατέχει προς πώληση οιαδήποτε οινοπνευματώδη ποτά μόνο δυνάμει και σύμφωνα με - (α) άδεια προς πώληση οινοπνευματωδών ποτών λιανικώς σε τέτοια υποστατικά ή τόπο όπως δύναται να οριστεί σε αυτή για κατανάλωση εντός ή εκτός τέτοιων υποστατικών ή τόπου (η οποία στον Νόμο αυτόν αναφέρεται ως άδεια λιανικής πώλησης). Αναφορικά με την 3ην κατηγορία, αυτή της χρήσης μεγαφώνων χωρίς άδεια, το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα έχει ως ακολούθως: «187.—
(1)Κανένας δεν χρησιµοποιεί ή θέτει σε λειτουργία ή προκαλεί ή επιτρέπει τη χρήση από άλλο ή τη λειτουργία τηλεβόα, µεγαφώνου, ενισχυτή ήχου ή άλλου οργάνου που αυτόµατα, µηχανικά ή ηλεκτρικά ενισχύει ή µεταδίδει ενισχυµένο ήχο— (α) σε δηµόσιο χώρο· ή (β) σε οποιοδήποτε άλλο χώρο µε τέτοιο τρόπο ή κάτω από περιστάσεις ώστε ο ενισχυµένος ήχος µε αυτό τον τρόπο, να προκαλεί οχληρία σε οποιοδήποτε δηµόσιο ή άλλο χώρο, παρά µόνο δυνάµει άδειας που εκδίδεται από τον Έπαρχο ή απο πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο Έπαρχος για αυτό, και σύµφωνα µε τους τυχόν συνηµµένους όρους σε τέτοια άδεια:» Στην Ανδρέας Ευθυμιάδης v. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25 ερμηνεύτηκε ο όρος «δημόσιος χώρος» και το συστατικό στοιχείο αυτό του αδικήματος με αναφορά και στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, όπου λέχθηκε ότι ένας τόπος μπορεί να αποτελεί δημόσιο χώρο παρά το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του έχει δικαίωμα να αποκλείσει την ελεύθερη είσοδο σε αυτόν μεμονωμένων ατόμων ή ακόμα ομάδων ατόμων. Στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε ότι μπυραρία αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του Νόμου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφορικά με την 1ην κατηγορία η οποία αφορά τη λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κ.Ο.Τ. εκείνο που θα πρέπει αρχικά να αποδειχθεί είναι κατά πόσο το συγκεκριμένο υποστατικό είναι κέντρο αναψυχής εν τη έννοια του Νόμου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό καταναλώνονταν διάφορα είδη οινοπνευματωδών ποτών όπως μπύρες, ουίσκυ, βότκα και κοκτέιλ και ότι αυτά προμηθεύονταν από το μπαρ που υπήρχε στο υποστατικό επί πληρωμή. Επίσης, είπε ότι στο μπαρ και συγκεκριμένα στη γωνιά αυτού υπήρχε και ταμειακή μηχανή. Επομένως, προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο στο συγκεκριμένο υποστατικό πωλούνταν ποτά έναντι αμοιβής. Τα πιο πάνω γεγονότα αποδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο υποστατικό ήταν κέντρο αναψυχής εν τη έννοια του άρθρου 2 του σχετικού Νόμου. Αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος του εν λόγω υποστατικού κατά τον ουσιώδη χρόνο ή ορθότερα κατά πόσο συμμετείχε στη λειτουργία του εν λόγω κέντρου έχει προκύψει ως πραγματικό γεγονός ότι αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στο υποστατικό καθόταν έξω από το μπαρ και διεύθυνε τις εργασίες και τα άλλα άτομα τα οποία εργάζονταν στο υποστατικό. Επίσης, ο ίδιος ανέφερε στον μάρτυρα ότι ήταν ο υπεύθυνος και ιδιοκτήτης αυτού κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όλα τα πιο πάνω, αποτελούν σαφή ομολογία του κατηγορούμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το πρόσωπο που είχε την ευθύνη λειτουργίας του συγκεκριμένου υποστατικού και δεν κρίνω ότι υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να το αναφέρει αυτό αν κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Άλλωστε το γεγονός αυτό δεν έτυχε με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβήτησης κατά το στάδιο της αντεξέτασης του μάρτυρα (βλ. Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ 217 και Μάριος Καππέλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αυτό της χρήσης μεγαφώνων χωρίς άδεια, προνοείται από το άρθρο 187
(1)του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρθηκε ανωτέρω και όπως προκύπτει δύναται να διαπραχθεί με διαζευκτικούς τρόπους. Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο υπεύθυνος του συγκεκριμένου μπαρ κατά τον ουσιώδη χρόνο και στο οποίο μεταδιδόταν μουσική μέσω μεγαφώνων. Το γεγονός αυτό καθώς επίσης και ότι αυτός διεύθυνε τη λειτουργία του εν λόγω υποστατικού το βράδυ εκείνο καταδεικνύει και τη διάπραξη και αυτού του αδικήματος. Η λειτουργία και χρήση των εν λόγω μεγαφώνων δεν μπορεί και δεν προκύπτει από όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, να αποδοθεί σε κάποιο άλλο πρόσωπο ή τουλάχιστον να αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι προέκυπτε από ενέργειες του κατηγορουμένου ο οποίος διεύθυνε τη λειτουργία του υποστατικού και ήταν, όπως προκύπτει, ο μοναδικός υπεύθυνος λειτουργίας του κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο οποίος επέτρεψε τη εν λόγω μετάδοση. Επίσης, προκύπτει ότι το συγκεκριμένο κέντρο εφόσον πρόκειται για μπαρ, αποτελεί δημόσιο χώρο εν τη έννοια του Νόμου (βλ. Ανδρέας Ευθυμιάδης v Aστυνομίας (ανωτέρω)). Περαιτέρω, σε σχέση με την τρίτη κατηγορία, έχει αναφερθεί και ανωτέρω και προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό στο οποίο υπεύθυνος για τη λειτουργία του ήταν ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο πωλούνταν οινοπνευματώδη ποτά. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε όλες τις σχετικές άδειες. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι το γεγονός αυτό δεν έχει αποδειχθεί καθότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει σχετική ή επαρκής μαρτυρία που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Επίσης, ήταν η θέση της ότι η απόδειξη αυτού του γεγονότος βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι ο μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο όλες τις σχετικές άδειες αλλά παρά την αναφορά του ότι τις έχει, εντούτοις ουδέποτε τις παρουσίασε. Είναι γεγονός επίσης, ότι ο μάρτυρας δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω άδειες. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει οποιοδήποτε βάρος απόδειξης της μη ύπαρξης των σχετικών αδειών ή το βάρος αυτό μεταφέρεται στον κατηγορούμενο. Κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι στην παρούσα περίπτωση υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και θέση του μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος δεν του παρουσιάσε μέχρι και σήμερα τις σχετικές άδειες παρόλο που το βράδυ εκείνο του ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Σε περίπτωση που κριθεί ότι το βάρος απόδειξης ύπαρξης τέτοιων αδειών μεταφέρεται στον κατηγορούμενο, θεωρώ επαρκή την πιο πάνω μαρτυρία για την κατάδειξη της ανυπαρξίας τους, αφού ζητήθηκαν από τον μάρτυρα και δεν του παρουσιάστηκαν. Ως ζήτημα γενικής αρχής, το βάρος απόδειξης της κατηγορίας και όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και αυτό αποσείεται στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελεί η περίπτωση όπου ο νομοθέτης ρητά προβλέπει ότι εναπόκειται στην υπεράσπιση να αποδείξει ορισμένα γεγονότα οπότε σε αυτήν την περίπτωση το βάρος της απόδειξης των γεγονότων αυτών βρίσκεται στους ώμους της. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν προνοείται ρητά στο Νόμο, το βάρος απόδειξης μπορεί να μετατίθεται στους ώμους της υπεράσπισης. Παραπέμπω, στο κάτωθι απόσπασμα από την Μανώλης Σιδηρόπουλος v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 15: «Όταν μια νομοθετική διάταξη προβλέπει ρητά ότι εναπόκειται στην Υπεράσπιση να αποδείξει ορισμένα γεγονότα τότε, αναμφίβολα, το βάρος της απόδειξης των γεγονότων αυτών βρίσκεται στους ώμους της. Όταν, όμως, η νομοθετική διάταξη δεν περιέχει τέτοια πρόβλεψη, τότε το κατά πόσο οι πρόνοιες της δημιουργούν σιωπηρά (impliedly) τέτοια υποχρέωση στην Υπεράσπιση εξαρτάται από την ερμηνεία που θα τους δοθεί. Όταν το λεκτικό της διάταξης δεν επιδέχεται σαφή ερμηνεία, το Δικαστήριο, στην προσπάθεια του να εξακριβώσει την πραγματική πρόθεση του νομοθέτη, μπορεί να προστρέξει και σε εξωγενή κριτήρια όπως, λόγου χάριν, στην αιτιολογία της διάταξης, στους σκοπούς που επιδιώκει, στη φύση της βλάβης που στοχεύει να αποτρέψει, αλλά και σε άλλα, καθαρά πρακτικής φύσεως κριτήρια, που αφορούν το βάρος της απόδειξης και, ειδικότερα, στην ευκολία ή τη δυσκολία της κάθε πλευράς να αποσείσει το βάρος της απόδειξης. (βλ. επίσης R v. Hunt [1987] 1 All E.R. 1 και Rex v. Alath Construction Ltd [1990] Crim. L.R. 516). Παραπέμπω επίσης, στο σύγγραμμα του κ. Τάκη Ηλιάδη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», σελ. 72 όπου αναφέρεται ότι «όταν ένας νόμος προνοεί ότι μια πράξη δημιουργεί ένα ποινικό αδίκημα, εκτός αν η πράξη εκτελείται από ένα πρόσωπο που έχει ορισμένα προσόντα ή άδεια ή συγκατάθεση μιας ορισμένης αρχής, τότε ένας κατηγορούμενος που βασίζεται πάνω σε μια τέτοια εξαίρεση έχει το νομικό βάρος να το αποδείξει.» Ως παράδειγμα μιας τέτοιας περίπτωσης, στο εν λόγω σύγγραμμα δίδεται μεταξύ άλλων και το αδίκημα το οποίο προνοείται στο άρθρο 2 του Περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου, Κεφ. 144. Σε αυτή την περίπτωση, αναφέρεται, απαγορεύεται η πώληση οινοπνευματωδών ποτών εκτός αν το πρόσωπο που διενεργεί την πώληση έχει αποκτήσει τη σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή. Συνακόλουθα όταν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει ότι έχει πωληθεί οινόπνευμα, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αποδείξει μετά ότι είναι κάτοχος άδειας πώλησης οινοπνευματωδών ποτών. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι με βάση το λεκτικό του άρθρου 2 του Κεφ. 144 και του άρθρου 187 του Κεφ. 154 είναι ότι απαγορεύεται η πώληση οινοπνευματωδών ποτών και η μετάδοση μουσικής μέσω μεγαφώνων αντίστοιχα παρά μόνο δυνάμει σχετικής άδειας που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή. Προκύπτει δηλαδή, ότι απαγορεύεται η διενέργεια μιας από τις πιο πάνω πράξεις εκτός αν υπάρχει σχετική άδεια. Θεωρώ ότι στις πιο πάνω περιπτώσεις, το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της πράξης, εφόσον αποδειχθεί η διενέργεια της από ένα κατηγορούμενο, δηλαδή η διενέργεια της δυνάμει σχετικής αδείας, μεταφέρεται σε αυτόν. Και τούτου διότι, όπως προκύπτει, οι εν λόγω άδειες βρίσκονται στην κατοχή του κατηγορούμενου και είναι πιο πρακτικό και εύκολο να τις παρουσιάσει καθώς επίσης και όλες τις λεπτομέρειες έκδοσης τους, που αποτελεί υποχρέωση του με βάση τις σχετικές νομοθεσίες. παρά η κατηγορούσα αρχή. Τα ίδια ισχύουν και για το αδίκημα το οποίο δημιουργείται με το άρθρο 18
(1)(β) του Νόμου 29/85. Η λειτουργία κέντρου αναψυχής άνευ αδείας απαγορεύεται. Επομένως, η λειτουργία ενός τέτοιου κέντρου προϋποθέτει και την ύπαρξη σχετικής άδειας η οποία εκδίδεται από την αρμόδια αρχή κατόπιν σχετικής αίτησης του επιχειρηματία (βλ. άρθρο 6 του Νόμου 29/85). Επιβάλλεται υποχρέωση πριν τη λειτουργία ενός τέτοιου κέντρου η έκδοση σχετικής άδειας και έκαστος θα πρέπει να το γνωρίζει αυτό. Επομένως, ο σκοπός του Νόμου είναι η απαγόρευση λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς τη σχετική άδεια, την υποχρέωση έκδοσης της φέρει ο επιχειρηματίας προτού λειτουργήσει ένα τέτοιο κέντρο. Επίσης, κρίνω ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας είναι σε ιδιάζουσα θέση να καταθέσει όλα τα νομιμοποιητικά στοιχεία για τη λειτουργία του κέντρου του, εφόσον ο ίδιος έχει μια τέτοια υποχρέωση με βάση το Νόμο. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι εφόσον αποδειχθεί η λειτουργία ενός τέτοιου κέντρου, το βάρος απόδειξης της ύπαρξης μιας τέτοιας άδειας είναι στον κατηγορούμενο (βλ. κατ' αναλογία Κώστας Ζυπιτής v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, και John v. Humphreys
(1955)1 All E.R 793). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης όλων των σχετικών αδειών είναι στους ώμους του κατηγορούμενου ο οποίος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για να το αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Επίσης, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο τις σχετικές άδειες και δεν τις παρουσίασε δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν κατείχε τις εν λόγω άδειες. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και για τους λόγους που αναφέρθηκαν, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο