← Κύπρος

ΠΑΝΙΚΟΣ ΛΟΪΖΟΥ ν. ΝΙΚΟΣ ΚΙΚΗΣ, Αρ. Υπόθ.: 14115/12, 16/1/2015

ΠΑΝΙΚΟΣ ΛΟΪΖΟΥ ν. ΝΙΚΟΣ ΚΙΚΗΣ, Αρ. Υπόθ.: 14115/12, 16/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 14115/12 ΠΑΝΙΚΟΣ ΛΟΪΖΟΥ, από την Πάφο -V- ΝΙΚΟΣ ΚΙΚΗΣ, από Κισσόνεργα Πάφου Κατηγορούμενου ____________________________ Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Καραγιαννίδου με κ Ι. Παπαζαχαρία (για να ακούσει απόφαση η κα Κλεάνθους) Για τον Κατηγορούμενο : κ Κ. Μανώλη ____________________________ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 301, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος του τροποποιημένου κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 20/11/2011 στην Πάφο, με ψεύτικες παραστάσεις και με πρόθεση δόλου εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο Πανίκο Λοϊζου ύψους €4.000 εκδίδοντας υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας S.G.P. MEDITERRANEAN PROPERTIES LTD (H/E 217260) και παραδίδοντας την επιταγή του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ με αρ. 14831412, ημερομηνίας 20/11/2011 αξίας €4.000 εις τον παραπονούμενο Πανίκου Λοϊζου από την Πάφο, η οποία με την παρουσίαση της στην τράπεζα δεν εξοφλήθη λόγω του ότι η υπογραφή του εκδότη της επιταγής που τέθηκε στην προαναφερόμενη επιταγή διέφερε από το δείγμα της υπογραφής που κατείχε η πληρώτρια τράπεζα. Οι ψεύτικες παραστάσεις συνίστατο στο ότι ενώ ο κατηγορούμενος ως το πρόσωπο που έθεσε την υπογραφή του επί της προαναφερόμενης επιταγής και παρουσίασε και παρέδωσε ως έχουσα αντίκρισμα την επιταγή του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ με αρ. 14831412, ημερομηνίας 20/11/11 αξίας €4.000 εις τον παραπονούμενο Πανίκου Λοϊζου από την Πάφο, αυτός (ο κατηγορούμενος) δεν έθεσε υπογραφή επί της επιταγής όπως το δείγμα υπογραφής που έδωσε στην πληρώτρια τράπεζα και η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη επί αυτής ότι η υπογραφή του εκδότη διαφέρει από το δείγμα που κατείχε η πληρώτρια τράπεζα ή υπέγραψε την επιταγή εκ μέρους της εταιρείας γνωρίζοντας ότι δεν είχε τέτοιο δικαίωμα κατά το χρόνο έκδοσης της αναφερόμενης επιταγής. Μετά το πέρας της υπόθεσης του παραπονούμενου, o ευπαίδευτoς συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του παραπονούμενου, η οποία εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Ο παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσης κατέθεσε ο ίδιος (ΜΚ1) και κάλεσε ακόμα δύο μάρτυρες, ήτοι τον Χ. Αντωνίου (ΜΚ2) και την Ε. Δρυμιώτου (ΜΚ3). Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι διευθυντής της εταιρείας P. Loizou & Sons Stamped Concrete & Constructions Ltd (στο εξής η «εταιρεία»). Ο κατηγορούμενος περί τον Ιούνιο του 2009 τον επισκέφθηκε στο γραφείο της εταιρείας και συμφώνησαν όπως η εταιρεία, η οποία ασχολείται με εργασίες πώλησης και τοποθέτησης τυπωμένου σκυροδέματος και άλλες συναφείς εργασίες, αναλάβει την τοποθέτηση πλακόστρωτου στην οικία του κατηγορούμενου έναντι του συνολικού ποσού των €9.048,
  1. Η πιο πάνω αναφερόμενη εργασία εκτελέστηκε και ο κατηγορούμενος σε διάφορες ημερομηνίες του κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των €4.
  2. Περί τις 17.12.10 συμφώνησε με τον κατηγορούμενο όπως, λόγω κάποιων μικροατελειών, του παραχωρήσει έκπτωση €1.000 και ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι θα αποπλήρωνε σύντομα το υπόλοιπο της οφειλής του εκ €4.048,
  3. Ακολούθως, κατόπιν οχλήσεων του παραπονούμενου ο κατηγορούμενος περί τον Νοέμβριο του 2011 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εταιρείας S.G.P. MEDITERRANEAN PROPERTIES LTD εξέδωσε και υπέγραψε στην παρουσία του επιταγή του Ελληνικού Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ με αρ. 14831412 ημερομηνίας 20.11.11 ποσού €4.000 (Τεκμήριο 2) και του την παρέδωσε προς εξόφληση του χρέους του προς την εταιρεία. Η εν λόγω επιταγή όταν παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση, δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Ο κατηγορούμενος προέβη σε ψευδείς παραστάσεις καθώς ενώ έθεσε την υπογραφή του επί της εν λόγω επιταγής, εντούτοις η υπογραφή που τέθηκε διαφέρει από το δείγμα υπογραφής που δόθηκε στην πληρώτρια τράπεζα. Στη συνέχεια, απέστειλε μέσω των δικηγόρων του επιστολή στον κατηγορούμενο ημερομηνίας 23.2.12 (Τεκμήριο 4) με την οποία, μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για την επιστροφή της επιταγής και κλήθηκε όπως εντός 7 ημερών καταβάλει το ποσό των €4.
  4. Αντεξεταζόμενος ο παραπονούμενος συμφώνησε με την επισήμανση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι είναι η εταιρεία που συμφώνησε με τον κατηγορούμενο όπως αναλάβει την τοποθέτηση πλακόστρωτου στην οικία του. Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αρχικά του έδωσε σε μετρητά €2.000 ως προκαταβολή και στην συνέχεια ακόμα €2.
  5. Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση της εργασίας και συγκεκριμένα όταν είχε απομείνει μόνο το βερνίκωμα, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν κάποιες κακοτεχνίες. Υπήρξε συνάντηση με τον κατηγορούμενο και του πρότεινε όπως του αποκόψει €500,00, ο κατηγορούμενος όμως εισηγήθηκε όπως του αποκόψει €1.000 και για να τον ικανοποιήσει ηθικά του απέκοψε το εν λόγω ποσό. Ο κατηγορούμενος ωστόσο δεν αποπλήρωσε την οφειλή. Μετά από συνεχείς οχλήσεις τόσο του ίδιου όσο και κοινών γνωστών, από τους οποίους ζήτησε να μιλήσουν του κατηγορούμενου, τελικά ο κατηγορούμενος του παρέδωσε την επιταγή (Τεκμήριο 2). Ερωτηθείς σε σχέση με την επιταγή (Τεκμήριο 2), ο παραπονούμενος απάντησε ότι συμπληρώθηκε και υπογράφηκε ενώπιον του από τον κατηγορούμενο, ο οποίος και του την παρέδωσε. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε υποβολές του κ. Μανώλη ότι η επιταγή (Τεκμήριο 2) δεν ήταν συμπληρωμένη και δεν υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο. Επίσης, αρνήθηκε την υποβολή ότι παρέλαβε την εν λόγω επιταγή από το γραφείο του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα από κάποια Βερόνικα, πρώην γραμματέα του κατηγορούμενου. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ο παραπονούμενος απάντησε ότι είναι η εταιρεία που εξέδωσε τιμολόγιο και απόδειξη είσπραξης για το ποσό των €4.000 το οποίο αποτελεί την αξία της επιταγής (Τεκμήριο 2). Σε υποβολή του κ. Μανώλη ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε προκειμένου να εισπράξει το ποσό των €4.000, ο παραπονούμενος απάντησε ότι η εταιρεία δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Τέλος, ο παραπονούμενος αρνήθηκε τις υποβολές του κ. Μανώλη ότι το έργο αντί να ολοκληρωθεί σε 15 ημέρες, ως η σχετική συμφωνία, ολοκληρώθηκε σε 2 χρόνια, καθώς και ότι υπάρχουν κακοτεχνίες ύψους €5.
  6. Ο ΜΚ2 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι είναι ιδιώτης επιδότης και ότι εξουσιοδοτήθηκε από το δικηγορικό γραφείο του Ιωάννη Παπαζαχαρία να επιδώσει επιστολή ημερομηνίας 23.2.12 (Τεκμήριο 4) του εν λόγω δικηγορικού γραφείου η οποία απευθυνόταν στον κατηγορούμενο. Την 1.3.12 επέδωσε την εν λόγω επιστολή στην Αγγέλα Παπουνίδου, η οποία του ανέφερε πως είναι η σύζυγος του κατηγορούμενου. Μετά την επίδοση ετοίμασε στις 5.3.12 σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης της εν λόγω επιστολής, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  7. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του παραπονούμενου, ο ΜΚ2 είπε ότι το πρωτότυπο της επιστολής το επέδωσε στην Αγγέλα Παπουνίδου και στο αντίγραφο (Τεκμήριο 2) υπέγραψε η ίδια και αναγράφεται επίσης η ημερομηνία που πραγματοποιήθηκε η επίδοση. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα γεγονότα που περιγράφονται στην επιστολή (Τεκμήριο 2) που επέδωσε. Η ΜΚ3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση της ότι εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου (στο εξής το «Ταμιευτήριο») και εκτελεί χρέη τμηματάρχη τρεχούμενων λογαριασμών. Έχει στην κατοχή της τον φάκελο που αφορά το λογαριασμό με αρ. 4002840058386 δικαιούχος του οποίου είναι η εταιρεία S.G.P. MEDITERRANEAN PROPERTIES LTD. Δικαίωμα υπογραφής των επιταγών που εξέδιδε η S.G.P. MEDITERRANEAN PROPERTIES LTD είχαν αρχικά ο κατηγορούμενος και κάποιος Ανδρέας Γεωργίου σύμφωνα με πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας (Τεκμήριο 5 Α). Αργότερα και συγκεκριμένα στις 27.6.10 με νέο πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου (Τεκμήριο 5) το δικαίωμα υπογραφής περιορίστηκε μόνο στον Ανδρέα Γεωργίου. Η επιταγή (Τεκμήριο 2) εκδόθηκε στις 20.11.11 και κατατέθηκε στην Alpha Bank στις 21.12.
  8. Στις 22.12.11 το Ταμιευτήριο επέστρεψε την επιταγή, καθώς αυτή ήταν υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν είχε δικαίωμα υπογραφής. Η επιταγή παρουσιάστηκε ξανά στην Alpha Bank για πληρωμή το Φεβρουάριο του 2012 και επιστράφηκε απλήρωτη από το Ταμιευτήριο στις 15.2.12 για τον ίδιο λόγο όπως και προηγουμένως. Σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του παραπονούμενου, η ΜΚ3 απάντησε πως ο κατηγορούμενος καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 21.9.09 και προφανώς για αυτόν το λόγο ανακλήθηκε στη συνέχεια το δικαίωμα του να υπογράφει επιταγές για λογαριασμό της S.G.P. MEDITERRANEAN PROPERTIES LTD. Τέλος, η ΜΚ3 είπε ότι στις 22.12.11, ημερομηνία κατά την οποία παρουσιάστηκε η επιταγή (Τεκμήριο 2) προς πληρωμή στο Ταμιευτήριο, δεν θα μπορούσε να εξαργυρωθεί καθώς το υπόλοιπο του λογαριασμού της ήταν €46,
  9. Επίσης, ούτε στις 20.11.11 δεν θα μπορούσε να εξαργυρωθεί, αφού το υπόλοιπο του λογαριασμού της ήταν €56,
  10. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3 ανέφερε ότι η υπογραφή επί της επιταγής (Τεκμήριο 2) ανήκει στον κατηγορούμενο, καθώς η υπογραφή είναι η ίδια με τις υπογραφές που έθεσε ο κατηγορούμενος στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της S.G.P. MEDITERRANEAN PROPERTIES LTD (Τεκμήρια 5 και 5 Α). Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, η ΜΚ3 είπε πως δεν είναι γραφολόγος και πως ούτε η επιταγή (Τεκμήριο 2) αλλά ούτε και τα πρακτικά συνεδριάσεως (Τεκμήρια 5 και 5 Α) υπογράφηκαν στην παρουσία της. Ερωτηθείσα σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθεί το Ταμιευτήριο σε περίπτωση που μία επιταγή υπογράφεται από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, η ΜΚ3 απάντησε ότι σημειώνεται ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να εξαργυρωθεί και η επιταγή επιστρέφεται στο δικαιούχο. Σε σχετική ερώτηση του κ. Μανώλη απάντησε πως το Ταμιευτήριο σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη δεν ενημερώνει σχετικά την Αστυνομία. Στην υπόθεση Azinas v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 (All E.R.) 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Στην υπόθεση The Police v. Kallenos
(1980)1 JSC 145 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « . η νομοθετική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 74
(1)(β) του Κεφ. 155 . δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποτελεί απλά αναφορά στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη μαρτυρία, όπως επιφανειακά φαίνεται, αλλά κατά τρόπο που να επεκτείνεται και να απαιτεί μαρτυρία που να θεωρείται αρκετά αξιόπιστη από το Δικαστήριο των γεγονότων, ώστε να είναι δυνατό να εγείρει τεκμήριο ενοχής. Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της επάρκειάς της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στο στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται σε απολογία, όταν η κατηγορία έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρά στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορία». Η παρούσα υπόθεση, ως αναφέρεται και στην έκθεση αδικήματος, στηρίζεται στo άρθρο 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «301. Όποιος- (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο ή (β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά ή (γ) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του, αποκρύβει ή μετακινεί οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του, μετά την έκδοση ή εντός των δύο μηνών των προηγούμενων από την έκδοση εναντίον του μη ικανοποιηθείσης δικαστικής απόφασης ή διάταγμα για πληρωμή χρημάτων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Αν και στην έκθεση αδικήματος δεν διευκρινίζεται σε ποια υποπαράγραφο του άρθρου 301 στηρίζεται ο παραπονούμενος, εντούτοις τόσο από τις λεπτομέρειες αδικήματος όσο και από την προσαχθείσα μαρτυρία είναι φανερό ότι η επίδικη υπόθεση εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 301(α). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι, κατά την άποψη μου, τα εξής: (
  1. i)Η εξασφάλιση πίστωσης (
  2. ii)Κατά την σύναψη χρέους ή ανάληψη υποχρέωσης (iii) Με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή άλλο δόλιο μέσο Από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε την ισχυριζόμενη πίστωση των €4,000 από την εταιρεία και ότι ο παραπονούμενος δεν παραχώρησε προσωπικά οποιαδήποτε πίστωση στον κατηγορούμενο. Πιο συγκεκριμένα ο παραπονούμενος δήλωσε ρητά τόσο κατά την κυρίως εξέταση του (βλ. παράγραφο 4 και 8 του Τεκμηρίου 1) όσο και κατά την αντεξέταση του ότι η εργασία (σε σχέση με την οποία παρέμεινε ως υπόλοιπο το ποσό των €4,000 για το οποίο εκδόθηκε η επιταγή-Τεκμήριο 2) ανατέθηκε στην εταιρεία και εκτελέστηκε από αυτήν, η οποία και εξέδωσε τιμολόγιο και απόδειξη είσπραξης για το εν λόγω ποσό. Τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο ο παραπονούμενος νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Έθεσα το εν λόγω ερώτημα στους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι διατύπωσαν τις απόψεις τους κατά τις αγορεύσεις τους σε σχέση με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το ζήτημα της νομιμοποίησης ενός ιδιώτη σε καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εξετάστηκε στην απόφαση Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.2013, στην οποία γίνεται αναφορά στην νομολογία που διέπει το υπό συζήτηση θέμα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη, ξεκαθάρισε στην Ttofinis v. Theocharides κ.α., ανωτέρω, ότι πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Τονίστηκε ότι καμιά πρόνοια του Συντάγματος δεν έχει εξουδετερώσει τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για το δικαίωμα του πολίτη να εγείρει ιδιωτική ποινική. Όπως εξηγήθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, το δικαίωμα δεν το έχει κάθε πολίτης, αλλά μόνο όταν τα δικαιώματα του επηρεάζονται από μια παράνομη πράξη. Στην απόφαση υιοθετούνται τα όσα ανέφερε ο Λόρδος Diplock στην υπόθεση Gourier v. Union of Post Office Workers and Others
(1977)3 All ER 70, 97 (HL), ότι η ποινική δίωξη αποτελεί «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της αυθαίρετης διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης ή άρνησης των αρμοδίων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες».[1] Στην υπόθεση Ttofinis το Δικαστήριο ανέφερε στη σελίδα 369 της απόφασης, τα πιο κάτω σε σχέση με το Κεφ. 96, στο οποίο αφορούσε η υπόθεση:- «By allowing the appeal it must not be assumed that we decide that a citizen, however affected by the violations of the provisions of Cap. 96 or regulations made thereunder, has a right to pro­secute the offender. On the contrary, as explained in this judgment, the right to prosecute vests only in the victim of crime. Only where the rights of an individual are directly affected, as in this case where, allegedly, the illegal structure was erected upon his land, a right to prosecute accrues. In other words, there must be direct encroachment upon one's rights in order to sustain a private prosecution. In every other case the body entrusted by law for its enforcement, is the appropriate authority. In consequence, the owner of adjoining property does not have a right per se to move the machinery of the law whenever his neighbour builds on his own land in violation of the provisions of Cap. 96.» (H έμφαση είναι δική μας) Το δικαίωμα του πολίτη, όπως διατυπώθηκε στη Gourier και στην Ttofinis, ανωτέρω, να προβεί σε ποινική δίωξη, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια από την πλειοψηφία στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522, η οποία εκδικάστηκε από διευρυμένη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και δεν χωρεί παρερμηνεία. Όπως νομολογήθηκε, το δικαίωμα ενυπάρχει όπου διαπιστώνεται βλάβη στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Όπως εξηγήθηκε με αναφορά στη Ttofinis, «ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους.». Η χρήση των λέξεων «directly affected», η οποία έγινε σε σχέση με περιοίκους και το Κεφ. 96, φαίνεται να δημιούργησε στη συνέχεια κάποια σύγχυση. Τα νομολογηθέντα στην Ttofinis v. Theocharides, ανωτέρω, επιβεβαιώθηκαν στην Αίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd, ανωτέρω. Αυτή τη φορά επαναλήφθηκε, χωρίς αναφορά στους περιοίκους και στο Κεφ. 96, ότι το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής υπόθεσης ενυπάρχει μόνο όταν τα δικαιώματα του θύματος επηρεάζονται «άμεσα» από την παράνομη πράξη. Το δικαστήριο δεν επεξηγεί τι εννοεί με τη λέξη «άμεσα», προφανώς, όμως, η αντίληψή του, συναρτά τον όρο προς το «directly affected». Όμως η χρήση της λέξης, φαίνεται ότι συνέτεινε στη συνέχιση της ασάφειας, ιδιαίτερα σε πρωτόδικες αποφάσεις, όπως η υπό έφεση, όπου η αναφορά μετετράπη σε «άμεσο συμφέρον».» Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου Ποινική Έφεση 194/13 ημερ. 2.12.14 υιοθετήθηκαν όσα αναφέρθηκαν στην Δημοσθένους (πιο πάνω) και λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με τον άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του παραπονούμενου προσώπου (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): " Ο άμεσος επηρεασμός, ως προϋπόθεση για νομιμοποίηση στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, δεν ταυτίζεται με την πιθανολόγηση έννομου συμφέροντος μέσα στα πλαίσια του ΄Αρθρου 146.2 του Συντάγματος. Θα πρέπει εννοιολογικά να αντικρισθεί υπό το φως των λόγων ύπαρξης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, του εντοπισμού δηλαδή βλάβης στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων. Η νομική έννοια του όρου «encroachment» αποτυπώνεται ως εξής: « The act of extending one's own rights at the expense of others, particularly by taking in adjoining land to make it appear part of one's own.» («A dictionary of Law» - 3rd Edition (Oxford Reference)) « An unlawful gaining on the possession of another.» (Mozley & Whiteley's «Law Dictionary», Eleventh Edition) «ENCROACH. To enter by gradual steps or stealth into the possessions or rights of another; to trespass; intrude.» («Black's Law Dictionary», Revised Fourth Edition) «Where a person attempts to extend a right possessed by him, as where a tenant of land takes in or adds to it other land adjoining or near to it, so as to make the added land appear to be part of his original holding.» (Jowitt's «Dictionary of English Law», Second Edition) Είναι ακριβώς κάτω από αυτή την εννοιολογική διάσταση του όρου που το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του έκρινε ότι εντοπιζόταν, υπό το φως των γεγονότων τους, άμεση επέμβαση στα περιουσιακά δικαιώματα των παραπονούμενων και που νομιμοποιούσε στην έγερση ιδιωτικής ποινικής δίωξης κατ΄ ακολουθία των λεχθέντων στην απόφαση Tfofinis (ανωτέρω). Ετσι, και μετά από την Tfofinis - όπου αφορούσε κατ΄ ισχυρισμό παράνομη ανέγερση οικοδομής στη γη του ιδιώτη κατήγορου - στην Kalia v. Lambrou and Another
(1985)2 CLR 217, καταχωρήθηκε ιδιωτική ποινική υπόθεση σε σχέση με ανέγερση οικοδομής - γκαράζ κατά παράβαση διατάξεων του Κεφ. 96, το οποίο επηρέαζε υφιστάμενο δικαίωμα διόδου της παραπονούμενης. Ακολούθως, στην υπόθεση Hogg v. Παπαδοπούλου
(1992)2 ΑΑΔ 36, ο ιδιώτης κατήγορος ήταν συνιδιοκτήτης ακινήτου με την κατηγορούμενη, επί του οποίου βρισκόταν η οικοδομή, την οποία η κατηγορούμενη δεν κατεδάφιζε παρακούοντας διάταγμα του δικαστηρίου. Αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η συνιδιοκτησία νομιμοποιεί οποιοδήποτε των συνιδιοκτητών να εγείρει υπόθεση εναντίον των υπολοίπων εφόσον εντοπίζεται παράβαση στα δικαιώματα των συνιδιοκτητών που απορρέουν από τη συνιδιοκτησία. Κρίθηκε ότι οι παράνομες πράξεις της συνιδιοκτήτριας επί της συνιδιόκτητης περιουσίας έθιγαν άμεσα τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ιδιώτη κατήγορου. Τέλος στην υπόθεση Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.ά.
(1997)2 ΑΑΔ 434, ιδιώτης κατήγορος ήταν ο ιδιοκτήτης οικοδομής στην οροφή της οποίας οι ενοικιαστές - κατηγορούμενοι τοποθέτησαν μεγάλη φωτεινή πινακίδα χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την Kalia (ανωτέρω), ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, διαπιστώνοντας ότι το μόνο σημαντικό γεγονός ήταν το δικαίωμα της κατηγορούσας εταιρείας επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Ετσι, η επέμβαση που έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή της θεωρήθηκε επέμβαση στα περιουσιακά της δικαιώματα που της παρείχε κάθε δικαίωμα άσκησης ποινικής δίωξης.» Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι το πρόσωπο που υπέστη την ισχυριζόμενη βλάβη στα περιουσιακά του δικαιώματα είναι η εταιρεία του παραπονούμενου (P. Loizou & Sons Stamped Concrete & Constructions Ltd) και όχι ο παραπονούμενος. Η ισχυριζόμενη δηλαδή παράνομη πράξη του κατηγορούμενου εκτείνεται εις βάρος των δικαιωμάτων της εταιρείας. Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, στην εταιρεία ανατέθηκε η τοποθέτηση πλακόστρωτου στην οικία του κατηγορούμενου και από την εν λόγω εργασία προέκυψε το ισχυριζόμενο υπόλοιπο των €4,000 για το οποίο εκδόθηκε η επιταγή (Τεκμήριο 2). Όπως δε ξεκάθαρα δήλωσε ο παραπονούμενος κατά την μαρτυρία του, η εταιρεία εξέδωσε τιμολόγιο και απόδειξη είσπραξης σε σχέση με το ποσό των €4,000 για το οποίο κατ΄ ισχυρισμό εξασφαλίστηκε πίστωση. Είναι χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε ο παραπονούμενος (την οποία παραθέτω αυτούσια) σε σχετική υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε για να εισπράξει το επίδικο ποσό: « κ Μανώλη: Ε: Εγώ σας υποβάλλω για να εισπράξετε που κάνετε τούτην την υπόθεση; Α: Η απάντησή μου Εντιμότατε είναι ότι η εταιρεία μου δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Η εταιρεία μου διεξάγει ορισμένες οικοδομικές εργασίες τζιαι επί τούτου, επειδή έχω κάμει μια εργασία στο σπίτι του κατηγορούμενου ναι θέλω να πληρωθώ. » Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε πίστωση από τον παραπονούμενο κατά τη σύναψη χρέους ή την ανάληψη υποχρέωσης. Το γεγονός ότι ο παραπονούμενος είναι διευθυντής της εταιρείας δεν αλλάζει τα πράγματα. Η εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο, διαθέτει δική της νομική προσωπικότητα, ξεχωριστή από εκείνη των διοικητικών της συμβούλων. Δεν μπορεί δηλαδή να υποστηριχθεί ότι ο παραπονούμενος ως διευθυντής της εταιρείας ταυτίζεται με αυτήν. Σημειώνω επίσης ότι από την μαρτυρία δεν προκύπτει ότι ο παραπονούμενος είναι και μέτοχος της εταιρείας, έτσι ώστε να μπορούσε να εξεταστεί κατά πόσο υπό αυτήν του την ιδιότητα προκύπτει βλάβη στα περιουσιακά του δικαιώματα. Ούτε από την άλλη το γεγονός ότι η επιταγή (Τεκμήριο 2) εκδόθηκε επ' ονόματι του παραπονούμενου διαφοροποιεί το ζήτημα της νομιμοποίησης του στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχω ήδη αναφέρει ο παραπονούμενος στη μαρτυρία του ανέφερε πως η εταιρεία εξέδωσε τιμολόγιο και απόδειξη είσπραξης για το ποσό της επιταγής. Δεν χωρεί επομένως καμία αμφιβολία ότι η επιταγή εισπράχθηκε από τον παραπονούμενο για λογαριασμό της εταιρείας. Ούτε και μπορούν, κατά την άποψη μου, να τύχουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση τα νομολογηθέντα στην Δημοσθένους (ανωτέρω). Τα όσα ειπώθηκαν στην εν λόγω απόφαση αφορούσαν τον νομιμοποιημένο κομιστή σε σχέση πάντα με το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α του Ποινικού Κώδικα το οποίο εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/12, 6/12, 7/12, 8/12 και 9/12 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α. ημερομηνίας 11.12.12 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: « Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η παρούσα υπόθεση μοιραία θα πρέπει να απορριφθεί. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.