← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 2067/2011, 26/1/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 2067/2011, 26/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2067/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26.01.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Σ. Ζαννούπας Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση σχετικών διατάξεων του Ν.188(Ι)/2007 καθώς και δύο κατηγορίες πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ)(ι), 334 και 339 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 01.10.07 και 29.09.09 στην Πάφο ενώ ήταν υπάλληλος της εταιρείας 'Α.Σ. Ξιναρής & Υιοί Λτδ' έκλεψε εμπορεύματα αξίας €20.478,10 καθώς και το χρηματικό ποσό των €64.825,27, περιουσία της εν λόγω εταιρείας. Παράλληλα, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά το ίδιο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα απέκτησε έσοδα ύψους €85.303,37 τη στιγμή που γνώριζε ότι αυτά πηγάζουν από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής υπό υπαλλήλου, αναφορά για το οποίο έγινε αμέσως προηγουμένως. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 22.07.08 και 31.07.08 κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό την καταδολίευση και συγκεκριμένα πλαστογράφησε τα τιμολόγια με αριθμό 074620 για εμπορεύματα αξίας €1.442,10 και 074650 για εμπορεύματα αξίας €717,60 συμπληρώνοντας το μεν πρώτο προς την εταιρεία 'J.N.K. Enterprises Ltd' με το όνομα Πάνος Ιακώβου και το δε δεύτερο προς την εταιρεία 'A.S.C.C. Trading Ltd' με το όνομα Ανδρέας Γεωργιάδης γνωρίζοντας ότι τα ονόματα αυτά που χρησιμοποίησε ήταν φανταστικά, τα οποία έγγραφα εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 11 μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν 42 τεκμήρια, από τα οποία το Τεκμήριο 42, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού με τα μέρη να αποδέχονται το περιεχόμενο του ως ορθό και αληθές. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Αναφερόμενος στις δύο πρώτες κατηγορίες του κατηγορητηρίου ο συνήγορος υπεράσπισης είπε ότι ουδείς από τους μάρτυρες κατηγορίας ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι η παραπονούμενη εταιρεία ήταν κάτοχος του ελλειμματικού αποθέματος προϊόντων για το οποίο γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες της κατηγορίας κλοπής υπό υπαλλήλου. Επιπλέον είναι η θέση του κυρίου Ζαννούπα ότι μέσα από την μαρτυρία της η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε πως προέκυψε το κατ' ισχυρισμό ελλειμματικό ποσό των €64.825,27 και επίσης ότι αυτό ήταν περιουσία της παραπονούμενης εταιρείας. Σε σχέση με τις δύο κατηγορίες πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων (τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη κατηγορία) είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι παρόλο που ο ισχυρισμός της κατηγορούσας αρχής μέσα από το κατηγορητήριο είναι ότι ο κατηγορούμενος κατάρτισε τα κατ' ισχυρισμό πλαστά έγγραφα υπογράφοντας τα εντούτοις η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν φανερώνουν υπογραφή με τα εν λόγω ονόματα αλλά αναφορά σε γραφή αυτών από τον κατηγορούμενο. Είναι ακόμη η θέση του κυρίου Ζαννούπα ότι οδηγίες για την αναγραφή ονόματος δίνονταν από τον Ανδρέα Ξιναρή (ΜΚ3), διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας. Ειδικότερα για το όνομα Ανδρέα Γεωργιάδη που φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε στο τιμολόγιο υπ' αριθμό 074650, ο συνήγορος υπεράσπισης παρουσίασε τη θέση του κατηγορουμένου μέσα από την ανακριτική κατάθεση του που είναι ότι ο Γεωργιάδης γνώριζε για ενδεχόμενη χρήση του ονόματος του στο εν λόγω τιμολόγιο από τον ίδιο, τοποθέτηση που με την μη κλήση του Γεωργιάδη στο Δικαστήριο δεν αμφισβητήθηκε. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως επισήμανε ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και μέσα από αντικειμενική θεώρηση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα και αφού έλαβα υπόψη τις νομικές επιχειρηματολογίες των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία αναφορικά με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με τις κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορίες 1 και 2) παρατηρώ ότι δόθηκε μαρτυρία, μεταξύ άλλων, για το καθεστώς εργοδότησης του κατηγορουμένου στην παραπονούμενη εταιρεία, το ρόλο που ο κατηγορούμενος είχε στην εν λόγω εταιρεία που εργαζόταν, ο τρόπος που λειτουργούσε στην πράξη η συνεργασία κατηγορουμένου και παραπονούμενης εταιρείας από την έναρξη της εργοδότησης του πρώτου μέχρι την ημέρα που αποχώρησε, λεπτομέρειες καταγραφής αποθεμάτων προϊόντων της παραπονούμενης εταιρείας που εντοπίστηκε στην αποθήκη του κατηγορουμένου τόσο περί τα τέλη του έτους 2007 όσο και περί το Σεπτέμβριο του έτους 2009 με την αποχώρηση του κατηγορουμένου από την υπηρεσία της παραπονούμενης εταιρείας καθώς και παρουσιάστηκε αναλυτική κατάσταση ταμείου. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις μαρτυρίες των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5, ΜΚ6, ΜΚ8 και ΜΚ9 καθώς και σε συνάρτηση με τα όποια στοιχεία αντλούνται κυρίως από τα Τεκμήρια 26Α-26Δ, 27, 28, 29, 30, 31, 37, 38 και 39 είναι επαρκή για σκοπούς τους σταδίου αυτού να δικαιολογήσουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Οτιδήποτε πέραν από το σκεπτικό αυτό αποτελεί αντικείμενο αποδεικτικής αξίας μαρτυρίας και συνεπώς θα είναι αποτέλεσμα αξιολόγησης όλου του μαρτυρικού υλικού που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση που ο συνήγορος υπεράσπισης ανάπτυξε αναφορικά με τις δύο κατηγορίες πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (κατηγορίες 3-6) δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Αυτό που ουσιαστικά αποδίδεται στον κατηγορούμενο δεν είναι ότι πλαστογράφησε τα Τεκμήρια 10 και 11 θέτοντας τις υπογραφές των Ανδρέα Γεωργιάδη και Πάνου Ιακώβου αλλά ότι τα κατάρτισε πλαστά συμπληρώνοντας τα χρησιμοποιώντας τα πιο πάνω ονόματα που σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής τα σημείωσε ολογράφως πάνω σ' αυτά, εν γνώσει του ότι το όνομα που εμφανίζεται ως εκδότης αυτών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθότι, ως είναι ισχυρισμός της κατηγορούσας αρχής, ο πραγματικός εκδότης είναι η παραπονούμενη εταιρεία, της οποίας υπάλληλος και ταυτόχρονα αντιπρόσωπος στην Πάφο φέρεται κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου να ήταν ο κατηγορούμενος. Αυτό φαίνεται τόσο από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 3 και 5 που αφορά το κατ' ισχυρισμό αδίκημα της πλαστογραφίας όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι μέρος της νομικής βάσης των κατηγοριών 3 και 5 είναι το άρθρο 333(δ)(
  1. i)του Κεφ.154 που παραπέμπει σε καταρτισμό πλαστού εγγράφου με την έννοια της υπογραφής. Ωστόσο είναι έκδηλο από τις λεπτομέρειες των σχετικών κατηγοριών που αναφέρουν για κατ' ισχυρισμό πλαστογράφηση υπό τη μορφή συμπλήρωσης στοιχείων τιμολογίων ότι το πιο πάνω άρθρο εκ παραδρομής σημειώθηκε και ότι αυτό που έπρεπε να βρισκόταν στη θέση αυτού είναι το άρθρο 333(α). Η κατάληξη αυτή ενισχύεται και από την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε κατά την παρουσίαση της εκδοχής της. Με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε από την αρχή τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 3 και 5 σε συνάρτηση με την από αρχής δυνατότητα για προετοιμασία και αντεξέταση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής αλλά και με γνώμονα το στάδιο αυτό που εντοπίστηκε η καταγραφή λανθασμένου εδαφίου άρθρου, κρίνω ότι μία ενδεχόμενη διόρθωση του εδαφίου του άρθρου 333 είναι τυπικής φύσεως και δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο δυσμενώς τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα του κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου, δυνάμει των εξουσιών που μου παρέχουν οι διατάξεις του Κεφ.155, τροποποιείται η νομική βάση των κατηγοριών 3 και 5 με τη διόρθωση του εδαφίου του άρθρου 333 από (δ)(
  2. i)σε (α) έτσι ώστε η νομική βάση των εν λόγω κατηγοριών να συνάδει με τις λεπτομέρειες τους καθώς και με την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε στο Δικαστήριο. Όσον αφορά την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε θεωρώ ότι για τους σκοπούς του σταδίου αυτού είναι επαρκής για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία για τις κατηγορίες 3, 4, 5 και 6. Απλά ενδεικτικά και χωρίς περιορισμό προς αυτήν την κατεύθυνση φαίνεται να οδηγούνται οι μαρτυρίες των ΜΚ3, ΜΚ7, ΜΚ8 και ΜΚ9 καθώς και τα Τεκμήρια 10, 11, 35, 36, 37, 38 και 39. Τα δε ζητήματα που ο συνήγορος υπεράσπισης έθιξε στην νομική επιχειρηματολογία του και σχετίζονται με τυχόν οδηγίες που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι έλαβε από τον ΜΚ3 για αναγραφή ονομάτων άλλων ατόμων σε τιμολόγια καθώς και για κατ' ισχυρισμό άδεια που ο κατηγορούμενος έλαβε από τον Ανδρέα Γεωργιάδη για χρήση του ονόματος, ποιου τελικά η εκδοχή αληθεύει αλλά και για τυχόν συνέπειες από μη κλήση του προσώπου αυτού ως μάρτυρα κατηγορίας είναι θέματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο όχι σ' αυτό το προκαταρκτικό στάδιο αλλά μεταγενέστερα στη βάση αξιολόγησης όλης της μαρτυρίας που πλέον θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, πάντοτε αντικειμενικά εξεταζόμενη, δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει στη βάση αξιολόγησης της επί του συνόλου της. Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καθώς και όλη η προσαχθείσα μαρτυρία θα τύχουν σε βάθος λεπτομερούς αξιολόγησης από το Δικαστήριο στο στάδιο που η μαρτυρία αξιολογείται και συγκεκριμένα με την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω, κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μέσα από το παρόν κατηγορητήριο και ως εκ τούτου τον καλεί σε απολογία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Κλοπή υπό υπαλλήλου-Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες-Πλαστογραφία-Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.