Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΤΑΚΗΣ ΤΑΚΗ, Αρ. Υπόθεσης: 15158/11, 20/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15158/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΤΑΚΗΣ ΤΑΚΗ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20.01.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ) Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι συνωμότησε μαζί με άλλο άτομο για να διαπράξει αδικήματα που εμπίπτουν στο Ν.29/
- Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, 2 κατηγορίες παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, μία κατηγορία κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα άτομα και μία κατηγορία προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β σε άλλο άτομο, σε όλες στις οποίες δήλωσε μη παραδοχή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξαναγκάστηκε να υπογράψει έγγραφο με το οποίο η αστυνομία προχώρησε σε διεξαγωγή έρευνας στην οικία του από την οποία φέρεται να εντοπίστηκαν ενοχοποιητικά στοιχεία και αντικείμενα για τον ίδιο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να διευκρινιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το προαναφερόμενο επίμαχο έγγραφο καθώς και γενικότερα να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο κατόπιν εξαναγκασμού του από μέλος της αστυνομίας. Το επίμαχο έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήρια ΔΕΔ
- Στη διαδικασία δίκης εντός δίκης που ακολούθησε η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα ενώ η πλευρά του κατηγορουμένου δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα. Μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο αστυφύλακας 2712 Συμεών Οδυσσέως (ΜΚΔΕΔ1). Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚΔΕΔ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατόπιν πληροφορίας που δόθηκε στην Υ.Κ.Α.Ν. ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην περιοχή Γεροσκήπου και διακινούσε ναρκωτικές ουσίες καθώς επίσης προμήθευε με αυτές άλλα άτομα. Μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στην Γεροσκήπου όπου εντόπισαν τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚΔΕΔ1 τον πλησίασε και αφού του υπέδειξε την αστυνομική ταυτότητα προέβηκε σε σωματικό έλεγχο του κατηγορουμένου. Ερχόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε το επίμαχο έγγραφο ο μάρτυρας ανάφερε ότι ακολούθως της σωματικής έρευνας ρώτησε τον κατηγορούμενο εάν επιθυμούσε να δώσει γραπτή συγκατάθεση του για έρευνα της οικίας του. Από το βιβλιάριο με τις κόλλες του ο ΜΚΔΕΔ1 παρουσίασε στον κατηγορούμενο το επίμαχο έγγραφο που κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως ΔΕΔ1 και αφού του εξήγησε τι είδους έγγραφο ήταν του διευκρίνισε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να δώσει τέτοια συγκατάθεση εκτός αν το επιθυμούσε, αλλά ότι παράνομο εντοπιζόταν στην οικία του κατόπιν τέτοιας έρευνας θα χρησιμοποιείτο ως μαρτυρία εναντίον του στο Δικαστήριο. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, ο κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος με την αστυνομία και αντιλήφθηκε τα όσα του είπε και αφού απάντησε καταφατικά συμπλήρωσε ιδιοχείρως το σχετικό έντυπο με πένα που του έδωσε. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚΔΕΔ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ίδιος στις υποθέσεις που χειρίζεται συνηθίζει να δίδει στο άτομο να υπογράφει έγγραφο γραπτής συγκατάθεσης επειδή πρόκειται για δική του συγκατάθεση. Στην προκειμένη περίπτωση έδωσε στον κατηγορούμενο το επίμαχο έγγραφο ενώ βρισκόντουσαν στην οδό Νίκης αφού πρώτα τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του που είχε ως κρατούμενος και ότι αν επιθυμούσε να ειδοποιήσει δικηγόρο της επιλογής του με τον κατηγορούμενο να του λέει ότι δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει. Επίσης πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι σκοπός της έρευνας στην οικία του ήταν επειδή αναζητείτο ποσότητα ναρκωτικών. Σύμφωνα με τον ΜΚΔΕΔ1 ο κατηγορούμενο συμπλήρωσε ιδιοχείρως το έντυπο, το οποίο και υπέγραψε με τη δική του ελεύθερη θέληση και βούληση χωρίς κανένα εξαναγκασμό και πίεση από οποιονδήποτε αφού πρώτα αντιλήφθηκε τις εξηγήσεις που του δόθηκαν για το σκοπό και τη σημασία του επίμαχου εγγράφου. Όπως ακόμη ο ΜΚΔΕΔ1 είπε, ο κατηγορούμενος ήταν γνώστης της διαδικασίας επειδή στο παρελθόν είχε υπογράψει τέτοιο έντυπο συγκατάθεσης. Παράλληλα ο εν λόγω μάρτυρας απέρριψε την εκδοχή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το εν λόγω έγγραφο συμπληρώθηκε στο καθιστικό της οικίας του κατηγορουμένου με τις δικές του υποδείξεις και βοήθεια και κατόπιν επιτακτικού αιτήματος χωρίς να του αφήσουν επιλογή. Σε ερώτηση για ποιο λόγο η δεύτερη παράγραφος του επίμαχου εντύπου που αφορούσε έρευνα σε οχήματα παρέμεινε κενή, ο μάρτυρας δήλωσε πως ήταν ο κατηγορούμενος που την άφησε κενή. Όταν δε ρώτησε τον κατηγορούμενο αν είχε οχήματα για έρευνα αυτός του απάντησε αρνητικά. Ο ίδιος δεν γνώριζε αν ο κατηγορούμενος είχε στο όνομα του εγγεγραμμένα στο όνομα του. Αργότερα εντοπίστηκαν οχήματα στην αυλή αλλά, όπως ο μάρτυρας είπε, δεν ερευνήθηκαν. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν έκρινε σκόπιμο να διαγράψει την κενή παράγραφο και έτσι παρέμεινε κενή όπως την άφησε ο κατηγορούμενος. Επιπλέον ο ΜΚΔΕΔ1 απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τοποθέτησε χειροπέδες στον κατηγορούμενο εξηγώντας πως κάτι τέτοιο δεν κρίθηκε αναγκαίο δεδομένης της πλήρης συνεργασίας του με την αστυνομία. Κατά την αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε έχει αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος, όντας ήρεμος και συνεργάσιμος με την αστυνομία, πρόθυμα υπέγραψε το επίμαχο έγγραφο. Σύμφωνα με την κυρία Παπαλαζάρου δεν υπήρχε λόγος για τα μέλη της αστυνομίας να εξαναγκάσουν τον κατηγορούμενο να υπογράψει το Τεκμήριο ΔΕΔ1 τη στιγμή που εναλλακτικά μπορούσαν να διεξάγουν έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου δυνάμει σχετικού δικαστικού εντάλματος. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο να προβληματιστεί με το γεγονός ότι το υπό εξέταση τεκμήριο δεν ήταν συμπληρωμένο στο κομμάτι που αφορούσε τη δυνατότητα πραγματοποίησης έρευνας σε οχήματα που ήταν εγγεγραμμένα εις το όνομα του ατόμου που δίδει εγγράφως συγκατάθεση για έρευνα. Με παραπομπή σε νομολογία ο κύριος Αλεξάνδρου ισχυρίστηκε ότι οι θέσεις του μάρτυρα που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στην παρούσα διαδικασία ελέγχονται ενώ οι πράξεις του δεν συνάδουν με τη λογική. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι έχει καταδειχθεί πως όχι μόνο οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εξασφαλίστηκε το επίμαχο έγγραφο είναι ύποπτες αλλά η συγκατάθεση του κατηγορουμένου δεν έχει δοθεί με την ελεύθερη βούληση του. Όταν η κατηγορούσα αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια κατάθεση κατηγορούμενου ή γενικότερα ένα έγγραφο που καθ' οιονδήποτε τρόπο συμβάλλει στην ενοχοποίηση του όπως το επίμαχο (Τεκμήρια ΔΕΔ1) ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, τότε φέρει το βάρος απόδειξης ότι αυτό λήφθηκε με τη θέληση του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει ότι το επίμαχο έγγραφο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου και ότι δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη θέληση του κατηγορούμενου, όπως η άσκηση εξουσίας αστυνομικού οργάνου που έκδηλα θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση έναντι αυτού, η άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας ή απειλής ή εξαναγκασμού ή η άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 113, Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 1, Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Psaras & Another v. Police
(1987)2 C.L.R. 132. H υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, συνοψίζει τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης αλλά και οποιουδήποτε εγγράφου τύπου όπως το επίμαχο στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές, αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμιά από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑ..Δ. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες, όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική." Παρόλο που επίσης πρέπει να καταδεικνύεται ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί κατάθεση όπου υπήρξε παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία ασκείται με γνώμονα τη θεληματικότητα αυτής, όπως αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556: "Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες κατά τη λήψη κατάθεσης υπόπτου από τις αστυνομικές αρχές, δε συνεπάγεται και την απόρριψη της κατάθεσης ως μαρτυρίας. Η αρχή δικαίου η οποία ισχύει είναι τούτη: Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο να τις απορρίψει με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης που συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της ." Το Δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί κατάθεση ή έγγραφο προερχόμενο από τον κατηγορούμενο όταν είναι βέβαιο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη του επίμαχου εγγράφου είναι ελεύθερες από κάθε υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης και εξαναγκασμού και βέβαια απουσιάζουν συνθήκες άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Αναμφίβολα, η θεληματικότητα μιας κατάθεσης οδηγεί στη διαπίστωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια για να καλύψουν μόνο τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης. Η διατύπωση ευρημάτων για την αξιολόγηση μαρτύρων αποφεύγεται όσο είναι δυνατό, ώστε να μην επηρεαστεί η ευρύτερη αξιοπιστία των μαρτύρων στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (Petri v. Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169). Δεν πρέπει ακόμη να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και χωρίς να μου διαφεύγει ότι το θέμα γενικά της αξιοπιστίας του μάρτυρα στη διαδικασία αυτή πρέπει να παραμείνει ανοικτό, προχωρώ να εξετάσω το προαναφερόμενο εγειρόμενο ζήτημα στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας υπό το φως των θέσεων του κατηγορουμένου για το επίδικο έγγραφο, οι οποίες περιορίζονται μέσα από υποβολές του συνηγόρου του μιας και ο ίδιος δεν έδωσε οποιαδήποτε μαρτυρία στη διαδικασία αυτή, όπως και οποιοδήποτε άλλο άτομο για λογαριασμό της υπεράσπισης. Κατ' αρχήν είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι η δεύτερη παράγραφος του επίμαχου εγγράφου που παρέμεινε ασυμπλήρωτη και αφορά την δυνατότητα παροχής στην αστυνομία συγκατάθεσης για έρευνα οχημάτων που ανήκουν στο πρόσωπο που συναινεί σκόπιμα δεν διαγράφηκε, παρόλο ότι ο ΜΚΔΕΔ1 είχε υποχρέωση να τη διαγράψει ως το άτομο που χειριζόταν την υπόθεση, έτσι ώστε αν εντοπιζόταν κάτι το επιλήψιμο να συμπληρωθεί και το έντυπο να χρησιμοποιηθεί πλέον και για έρευνα οχημάτων. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την τοποθέτηση αυτή. Ο ΜΚΔΕΔ1 είπε κατηγορηματικά ότι το επίμαχο έγγραφο συμπληρώθηκε ιδιοχείρως από τον κατηγορούμενο και ήταν αυτός που άφησε κενό το σημείο που αφορούσε συγκατάθεση για έρευνα σε τυχόν οχήματα. Μάλιστα δεδομένου αυτού του κενού που παρατηρήθηκε ο εν λόγω μάρτυρας φαίνεται ειδικά να ρώτησε τον κατηγορούμενο αν είχε οχήματα για έρευνα και αυτός του απάντησε αρνητικά. Παράλληλα, ο μάρτυρας αυτός σημείωσε πως ο ίδιος δεν γνώριζε αν ο κατηγορούμενος είχε οχήματα που χρησιμοποιούσε για να μπορούσε να αμφισβητήσει την πιο πάνω αρνητική απάντηση του κατηγορουμένου. Έτσι το κενό παρέμεινε όπως το άφησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Όταν δε αργότερα εντοπίστηκαν οχήματα στην αυλή της οικίας του κατηγορουμένου αυτά δεν ερευνήθηκαν ένεκα του κενού σημείο στο θέμα των οχημάτων που παρέμεινε στο επίδικο έντυπο. Πρόκειται για μια απλή και ξεκάθαρη στο ζήτημα αυτό μαρτυρία από τον ΜΚΔΕΔ1 η οποία συνάδει με τη λογική. Η μη διαγραφή της εν λόγω παραγράφου στο επίδικο έντυπο δεν μπορεί από μόνη της και ελλείψει άλλης σχετικής μαρτυρίας που θα υποστήριζε τέτοιο ισχυρισμό να αποδώσει σκοπιμότητα στην αστυνομία με το σκεπτικό που ο συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε δεδομένης της σαφής μαρτυρίας του ΜΚΔΕΔ
- Αν ο σκοπός που το σημείο των οχημάτων παρέμεινε ασυμπλήρωτο ήταν αυτός που ο συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε, τότε ο εν λόγω μάρτυρας θα κατέγραφε τους αριθμούς εγγραφής του διπλοκάμπινου οχήματος που ο κύριος Αλεξάνδρου ισχυρίστηκε ότι ζητήθηκε για έρευνα, γεγονός όμως που φαίνεται να μην ισχύει. Η δε τοποθέτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τρία οχήματα ερευνήθηκαν από την αστυνομία παρέμεινε μετέωρη και σε λεκτικό μόνο επίπεδο χωρίς να υποστηρίζεται από το απαραίτητο μαρτυρικό υπόβαθρο. Παράλληλα, καταρρίπτει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του κατηγορούμενου περί σκοπιμότητας από μέρους της αστυνομίας που η επίμαχη παράγραφος του εντύπου παρέμεινε κενή. Είναι ακόμη η θέση του κατηγορουμένου ότι ο ΜΚΔΕΔ1 μαζί με τα άλλα μέλη που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση πίεσαν και εξανάγκασαν τον κατηγορούμενο να συμπληρώσει και να υπογράψει το επίμαχο έγγραφο ζητώντας του επιτακτικά να το πράξει χωρίς να του αφήνουν άλλη επιλογή. Επ' αυτού ο μάρτυρας έδωσε σαφής και λεπτομερής εξήγηση. Όπως ανάφερε, μετά τον σωματικό έλεγχο στον κατηγορούμενο και τον εντοπισμό ύποπτης ουσίας στο σακάκι του που σύμφωνα με την αστυνομία ήταν απαγορευμένη στην οδό Νίκης στη Γεροσκήπου (στο δρόμο), η αστυνομία αναζητούσε και άλλη τέτοια ύποπτη ποσότητα και έτσι επιθυμούσε να διεξάγει έρευνα στην οικία και τυχόν οχήματα του κατηγορουμένου. Ο εν λόγω μάρτυρας αφού εξήγησε στον κατηγορούμενο ότι θα μπορούσε να δώσει από μόνος του γραπτώς συγκατάθεση για τη διεξαγωγή τέτοιας έρευνας, από το βιβλιάριο με τις σημειώσεις του έδειξε στον κατηγορούμενο ένα έντυπο γραπτής συγκατάθεσης εξηγώντας του το σκοπό και τη σημασία του εγγράφου αυτού καθώς και το ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να δώσει τέτοια συγκατάθεση εκτός αν το επιθυμούσε. Παράλληλα, ο μάρτυρας ξεκαθάρισε στον κατηγορούμενο πως ότι παράνομο εντοπιζόταν στην οικία του κατόπιν τέτοιας έρευνας θα χρησιμοποιείτο ως μαρτυρία εναντίον του στο Δικαστήριο. Έχοντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα εις γνώση του και αφού ο κατηγορούμενος έδειξε ότι αντιλήφθηκε αυτά που ο ΜΚΔΕΔ1 του εξήγησε, προκύπτει από τη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να συνεργαστεί και αφού διάβασε το περιεχόμενο του εντύπου γραπτής συγκατάθεσης που του δόθηκε το συμπλήρωσε ο ίδιος στο δρόμο ιδιοχείρως στο βαθμό και την έκταση που ήθελε. Ακολούθως μετέβησαν όλοι μαζί στην οικία του κατηγορουμένου όπου πραγματοποιήθηκε η έρευνα. Το εάν ο κατηγορούμενος κατά την μεταφορά του στην οικία του έφερε ή όχι χειροπέδες είναι άνευ σημασίας. Η συμπλήρωση και υπογραφή του επίμαχου εγγράφου με την ελεύθερη βούληση του συνάγεται από την όλη συμπεριφορά τόσο του κατηγορουμένου όσο και της αστυνομίας και όχι από το θέμα των χειροπεδών. Η τοποθέτηση χειροπεδών δεν είναι ενδεικτικό της συμπεριφοράς ενός κρατουμένου καθότι ένα φιλικό και συνεργάσιμο στην αστυνομία άτομο μπορεί να φέρει χειροπέδες κατά την μεταφορά του. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν παράλογο από μέρους της αστυνομίας να διακινδυνεύσει την σοβαρή αυτή επιχείρηση εξαναγκάζοντας τον κατηγορούμενο να συμπληρώσει και/ή υπογράψει το επίμαχο έγγραφο τη στιγμή που θα μπορούσε εναλλακτικά να διεξάγει έρευνα στον ίδιο χώρο με σχετικό δικαστικό ένταλμα στη βάση των γεγονότων ότι είχαν πληροφορίες για την κατ' ισχυρισμό παράνομη δράση του κατηγορουμένου μέσα από τις οποίες εντοπίστηκε στο σακάκι του κατηγορουμένου, κατόπιν σωματικής έρευνας του στο δρόμο ποσότητα ύποπτης ουσίας, με την ανάγκη να προβάλει για διεξαγωγή έρευνας στην οικία του κατηγορουμένου στα πλαίσια αναζήτησης και άλλης ποσότητας ύποπτης ουσίας. Γενικότερα ο μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής παρουσίασε μία ολοκληρωμένη, σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης του επιδίκου εγγράφου με το οποίο ο κατηγορούμενος συνδέεται, με τις θέσεις του μάρτυρα αυτού να παραμένουν αλώβητες μέχρι τέλους και να πηγάζουν μέσα από θετική και σαφή μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει, ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο υπάρχει που να δημιουργεί εύλογη υποψία ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες ή υπό τις συνθήκες που ο κατηγορούμενος επικαλείται. Αντίθετα, από την ενώπιον μου μαρτυρία οδηγούμαι στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι συνθήκες λήψης του επίμαχου εγγράφου είναι όπως τις ανέφερε στο Δικαστήριο ΜΚΔΕΔ
- Θεωρώ ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το επίδικο έγγραφο λήφθηκε κάτω από συνθήκες ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου με τον κατηγορούμενο να συμπληρώνει ιδιοχείρως και να θέτει την υπογραφή του σ' αυτό ως προϊόν ελεύθερης βούλησης του και χωρίς καθ' οιονδήποτε τρόπο ή μορφή πίεσης, απειλής, εξαναγκασμού, ξυλοδαρμού, επηρεασμού ή υπόσχεσης για απόκτηση οποιασδήποτε μορφής πλεονεκτήματος ή οφέλους. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Κατόπιν πληροφορίας που δόθηκε στην Υ.Κ.Α.Ν. ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην περιοχή Γεροσκήπου και διακινούσε ναρκωτικές ουσίες καθώς επίσης προμήθευε με αυτές άλλα άτομα, μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στην Γεροσκήπου όπου στην οδό Νίκης εντόπισαν τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚΔΕΔ1 τον πλησίασε και αφού του υπέδειξε την αστυνομική ταυτότητα του προέβηκε σε σωματικό έλεγχο του κατηγορουμένου όπου στο σακάκι του κατηγορουμένου εντοπίστηκε ύποπτη ουσία. Ακολούθως ο ΜΚΔΕΔ1 ρώτησε τον κατηγορούμενο εάν επιθυμούσε να δώσει γραπτή συγκατάθεση του για έρευνα της οικίας του. Από το βιβλιάριο με τις κόλλες του, ο μάρτυρας επέδειξε στον κατηγορούμενο έντυπο γραπτής συγκατάθεσης εξηγώντας του το σκοπό και τη σημασία του εγγράφου αυτού καθώς και το ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να δώσει τέτοια συγκατάθεση εκτός αν το επιθυμούσε. Παράλληλα, ο μάρτυρας ξεκαθάρισε στον κατηγορούμενο πως ότι παράνομο εντοπιζόταν στην οικία του κατόπιν τέτοιας έρευνας θα χρησιμοποιείτο ως μαρτυρία εναντίον του στο Δικαστήριο Έχοντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα εις γνώση του και αφού ο κατηγορούμενος έδειξε ότι αντιλήφθηκε αυτά που ο ΜΚΔΕΔ1 του εξήγησε, ο κατηγορούμενος επέλεξε να συνεργαστεί με την αστυνομία και αφού διάβασε το περιεχόμενο του εντύπου γραπτής συγκατάθεσης που του δόθηκε το συμπλήρωσε ο ίδιος στο δρόμο ιδιοχείρως στο βαθμό και την έκταση που ήθελε. Ο ΜΚΔΕΔ1 πρόσεξε ότι το σημείο που αφορούσε έρευνα σε οχήματα παρέμεινε κενό. Όταν αυτός ρώτησε τον κατηγορούμενο αν είχε οχήματα για έρευνα αυτός του απάντησε αρνητικά. Επειδή ο ΜΚΔΕΔ1 δεν γνώριζε αν ο κατηγορούμενος είχε οχήματα που χρησιμοποιούσε για να μπορούσε να αμφισβητήσει την πιο πάνω αρνητική απάντηση του κατηγορουμένου, το σημείο εκείνο παρέμεινε ασυμπλήρωτο όπως το άφησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Ακολούθως μετέβησαν όλοι μαζί στην οικία του κατηγορουμένου όπου πραγματοποιήθηκε η έρευνα. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Δίκη εντός δίκης/Κατοχή και χρήση ναρκωτικών-Κατοχή με σκοπό την προμήθεια-Προμήθεια σε άλλο πρόσωπο-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο