← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτης Ιωαννίδης, Αρ. Υπόθεσης: 16474/11, 9/2/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παναγιώτης Ιωαννίδης, Αρ. Υπόθεσης: 16474/11, 9/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16474/11 Kατηγορούσας Αρχής v Παναγιώτης Ιωαννίδης Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 09/02/

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ειρ. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Αλ. Αλεξάνδρου. Κατηγορούμενος : παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τη κατηγορία της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 15ην Σεπτεμβρίου 2011 στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου της Επαρχίας Πάφου, επιτέθηκε εναντίον της Νίκης Κωνσταντίνου από το Πολέμι και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε πέντε μάρτυρες κατηγορίας, την κα Νίκη Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1), τον κ. Αντωνάκη Θεοδώρου (Μ.Κ.2), τον κ. Αντώνη Αντωνίου (Μ.Κ.3), τον Αστ. 4326 Ε. Παπαευαγόρου (Μ.Κ.4) και τον Δρ. Αντώνη Νικάνδρου (Μ.Κ.5). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση. Επίσης, κατά την κατάθεση του Μ.Κ.4, ζητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτή κατάθεση κάποιου Χριστόδουλου Ευσταθίου. Η κατηγορούσα αρχή ζήτησε την αντεξέταση του εν λόγω προσώπου και με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου το πρόσωπο αυτό προσήλθε στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε. Θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και στο ζήτημα αυτό. Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου έχει ως ακολούθως: Η Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως η παραπονούμενη και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης την κατάθεση της που έδωσε στην Αστυνομίας στις 15/09/2011, τεκμήριο
  3. Σε αυτή ουσιαστικά αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου ενώ ο κατηγορούμενος ήταν ο Κοινοτάρχης. Στις 15/09/2011 αναφέρει της φώναξε ο Κοινοτάρχης να πάει στο γραφείο του για να μιλήσουν για το θέμα του νερού. Όταν πήγε, o κατηγορούμενος άρχισε να της λέει για τα τέλη υδατοπρομήθειας και ότι δεν θα έπρεπε να στεναχωρήσουν τους χωριανούς με τις χρεώσεις. Αυτή του είπε ότι αφού οι κοινοτικοί σύμβουλοι δεν απάντησαν στην επιστολή που τους αποστάληκε για το θέμα αυτό, άρχισε ήδη να τιμολογεί και απέστειλε μέρος των τιμολογίων και δεν μπορεί να αλλάξει κάτι. Αναφέρει περαιτέρω, ότι τότε ο κατηγορούμενος της ζήτησε τη δική του απάντηση ημερομηνίας 07/09/2011 για να γράψει άλλη καθότι σε αυτή την περίπτωση οι σύμβουλοι θα την χρησιμοποιούσαν εναντίον του έναντι των χωριανών για να τον κατηγορήσουν. Αυτή αρνήθηκε και του είπε ότι αν θέλει μπορεί να του δώσει αντίγραφο και ξεκίνησε να πάει στο γραφείο της να την πάρει και να την φωτοτυπήσει. Βγαίνοντας από το γραφείο της για να πάει στη φωτοτυπική που βρίσκεται μεταξύ των δύο γραφείων τους, όρμησε πάνω της λέγοντας της «Είμαι ο μάστρος σου τζαι δώσμου την επιστολή τωρά.» Ταυτόχρονα την άρπαξε από το δεξί της χέρι και συγκεκριμένα από το μπράτσο και αυτή προσπαθώντας να τον αποφύγει έκανε ένα - δύο βήματα προς τα πίσω φεύγοντας από το να την κρατά από το χέρι και αφού κρατούσε την επιστολή με το αριστερό της χέρι προσπάθησε να την ξανά αρπάξει. Τότε άρχισε να του φωνάζει και να του λέει να μην της «ξανά τζίησει» και να φωνάζει «θείε, θείε» για να ακούσει κάποιος δίπλα από το καφενείο για να έρθει για βοήθεια. Στη συνέχεια έτρεξε και βγήκε έξω στο δρόμο και πήγε στο καφενείο όπου φωνάζοντας βγήκε έξω ο Αντωνάκης ο καφετζιής και την ρώτησε τι έγινε αλλά επειδή έκλαιγε δεν μπόρεσε να του εξηγήσει καλά. Θυμάται ότι του είπε να πάει μαζί της στο γραφείο της για να πάρει το τηλέφωνο της για να τηλεφωνήσουν στον άντρα της και στην Αστυνομία αλλά της είπε να χρησιμοποιήσει το δικό της κάτι που έκαμε και ειδοποίησε την Κεντρική Αστυνομία. Μετά ο Αντωνάκης πήγε στο άλλο καφενείο για να ειδοποιήσει το θείο της τον Αντώνη διότι ήταν σε άσχημη κατάσταση μέχρι που θα ερχόταν ο άντρας της και η μητέρα της. Σε περαιτέρω εξέταση της είπε ότι από την επίθεση που δέχθηκε τραυματίστηκε και ο κατηγορούμενος της προκάλεσε σημάδι στο χέρι μεταξύ του αγκώνα και του ώμου, εσωτερικά, όταν προσπάθησε να της πάρει την επιστολή καθώς επίσης της προκάλεσε τρόμο, άγχος και αναστάτωση. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε, υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση - τεκμήριο 4 ότι στις 15/09/2011 και περί ώρα 09:00 ενώ βρισκόταν στο καφενείο του ήρθε η Μ.Κ.1 η οποία ήταν σοκαρισμένη και του ζητούσε βοήθεια. Δεν θυμάται τι του είπε και δεν θυμάται αν είχε σημάδια ή μώλωπες πάνω της. Τότε μετέβηκε απέναντι στο άλλο καφενείο, αφού η ίδια του το ζήτησε για να φωνάξει τους συγγενείς της. Επίσης, αναφέρει ότι δεν θυμάται να του είπε ότι την κτύπησε ο κοινοτάρχης. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι διατηρεί καφενείο απέναντι από αυτό του Μ.Κ.2 και ότι ο τελευταίος του φώναξε μέσω πελατών του που βρίσκονταν στο καφενείο ότι κάτι έπαθε η αδελφότεκνη του. Όταν πήγε εκεί την είδε σοκαρισμένη και να κλαίει και αφού τη ρώτησε τι συμβαίνει του είπε ότι «εμούνταρε με ο μουχτάρης να μου πάρει ένα χαρτί και με άρπαξε από τα χέρια.» Του έδειξε το χέρι της και είδε να υπάρχουν κοκκινίλες στο ένα χέρι αλλά δεν θυμάται πού. Στο μέρος παρέμεινε μόνο για πέντε λεπτά. Αντεξεταζόμενος είπε ότι του έδειξε και τα δύο της χέρια και με μια γρήγορη ματιά που έριξε αντιλήφθηκε το δεξί της χέρι να ήταν λίγο πιο έντονο από το αριστερό. Ο Μ.Κ.4 ήταν ο Αστυνομικός ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του επεισοδίου μετά από καταγγελία της παραπονουμένης. Υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση - τεκμήριο 6 - ανέφερε ότι μετά την καταγγελία επισκέφθηκε το καφενείο του Μ.Κ.2 όπου συνάντησε την παραπονουμένη μαζί με αρκετούς συγχωριανούς της και αφού την ρώτησε τι έγινε του είπε ότι της επιτέθηκε ο κατηγορούμενος αρπάζοντας της από τα χέρια. Κατά τη συνομιλία που είχε μαζί της, αυτή έκλαιγε, ήταν σοκαρισμένη, αλλά δεν είχε πάνω στα χέρια της οποιαδήποτε εμφανή σημάδια. Της έδωσε σχετικό ιατρικό έντυπο και αφού μετέβηκε στο Γ.Ν. Πάφου, εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι ιατρό και διαπιστώθηκε ότι έφερε μώλωπες στον δεξιό της βραχίονα, είχε έντονα συμπτώματα κλινικού άγχους και κατάθλιψης και της παραχωρήθηκε άδεια ασθενείας από 15/09 - 30/09/
  4. Πέραν των πιο πάνω, ανέφερε τις ενέργειες τις οποίες έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης λέγοντας ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 7 και ότι τον κατηγόρησε γραπτώς για το εις βάρος του αδίκημα και αρνήθηκε ενοχή. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο και γραπτή κατάθεση κάποιου Χριστόδουλου Ευσταθίου την οποία ο ίδιος έλαβε και κατείχε ως τεκμήριο
  5. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε ως ο ιατρός ο οποίος εξέτασε κατά τον ουσιώδη χρόνο την παραπονούμενη στο ιατρείο του στο Γ.Ν. Πάφου και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 9 το ιατρικό πιστοποιητικό που ετοίμασε στο οποίο καταγράφει τα ευρήματα του. Σε αυτό αναφέρει ότι η κατηγορούμενη έφερε μώλωπες στο δεξιό βραχίονα. Επίσης, αναφέρει ότι προσήλθε με έντονα συμπτώματα κλινικού άγχους / κατάθλιψης και ανέφερε επιγαστρικό άλγος. Ζητήθηκε επίσης, ακτινολογικός έλεγχος δεξιού βραχίονα / ώμου. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 2 ως τα αποτελέσματα του ακτινολογικού ελέγχου και ανέφερε ότι η παραπονούμενη έκανε εγγραφή στο ΤΑΕΠ πριν πάει κοντά του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου, δεν είχε κάτι προσωπικό με τον κατηγορούμενο που ήταν Κοινοτάρχης, είχαν όμως έντονες αντεγκλήσεις και παραδέχθηκε ότι οι σχέσεις του δεν ήταν και οι καλύτερες. Δεν θυμόταν επίσης να πει πόσους μώλωπες διαπίστωσε στο χέρι της παραπονούμενης και την ένταση τους ούτε αν η παραπονούμενη λάμβανε φαρμακευτική αγωγή για ψυχολογικά και ψυχιατρικά προβλήματα και εν γένει το ιστορικό της. Επίσης, δεν γνώριζε αν επισκέφθηκε τις Α΄ Βοήθειες προτού επισκεφθεί το ιατρείο του. Από την αντίπερα όχθη, μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ακολούθως: « Όσο αφορά την περίπτωση που βρίσκομαι στο Δικαστήριο έχω να δηλώσω ότι είμαι αθώος. Η εν λόγω υπόθεση εξελίχθηκε ως κάτωθι: Ζήτησα από τη γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου κα Νίκη Παστρικού να μου δώσει μια επιστολή με απώτερο σκοπό να τη φυλάξω στον προσωπικό μου φάκελο αλληλογραφίας ως Κοινοτάρχης που ήμουν. Αυτή μου απάντησε δεν σου δίνω την επιστολή και εγώ της ζήτησα να μου δώσει αντίγραφο. Αυτή σηκώθηκε από το γραφείο μου, πήγε στο γραφείο της για να πιάσει την επιστολή και να πάει στο δίπλα δωμάτιο και να βγάλει αντίγραφο. Εγώ σηκώθηκα από το γραφείο μου να πάω στη κουζίνα να πιάσω μια φιάλη νερό. Συναντηθήκαμε στο διάδρομο, σε απόσταση 2 - 3 μέτρα μακριά ο ένας από τον άλλο. Εγώ της είπα δώσε μου την επιστολή με πολύ καλό τρόπο και αντ' αυτού αυτή άρχισε να φωνάζει, να τσιρίζει, να κλαίει και έτρεξε έξω από τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου. Κάτι τέτοιο το είχε κάνει και άλλες 2 - 3 περιπτώσεις προηγουμένως. Η καταγγελία εκ μέρους της προς το άτομο μου έχει γίνει για εκδικητικούς λόγους.» Μετά από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, η κατηγορούσα αρχή ζήτησε την αντεξέταση του Χριστόδουλου Ευσταθίου καθότι όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η πλευρά της υπεράσπισης κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω του Μ.Κ.4 τη γραπτή του κατάθεση. Με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ο μάρτυρας αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε. Ουσιαστικά στην κατάθεση του - τεκμήριο 8 - ο μάρτυρας αυτός αναφέρει ότι μετέβηκε στο καφενείο του Μ.Κ.2 για να δει τι συμβαίνει και αφού ρώτησε την παραπονουμένη του είπε ότι τσακώθηκε με το μουχτάρη Πολεμίου. Την ώρα που βρισκόταν κοντά της λέει, ο ίδιος δεν είδε οποιαδήποτε τραύματα στο πρόσωπο ή στα χέρια της. Αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι ο ίδιος έδωσε τη κατάθεση τεκμήριο 8 λέγοντας ότι δεν θυμάται. Αναγνώρισε όμως την υπογραφή του σε αυτό αλλά δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει οτιδήποτε από το περιεχόμενο της. Ανέφερε συγκεκριμένα σε κάποιο σημείο ότι όταν πήγε στο μέρος δεν είδε κανένα, ούτε την παραπονούμενη και είχαν όλοι «διαλυθεί» όπως χαρακτηριστικά το έθεσε. Εκείνο το οποίο προκύπτει από την όλη ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία και η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων είναι ότι στις 15/09/2011 στο Πολέμι δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου Πολεμίου όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη Μ.Κ.1, η οποία ήταν γραμματέας του εν λόγω Κοινοτικού Συμβουλίου, να του δώσει μια επιστολή δική του και ακολούθως σε κάποια στιγμή περί η ώρα 09:00 η παραπονούμενη εξήλθε από τα γραφεία του εν λόγω Συμβουλίου φωνάζοντας και κλαίγοντας. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά το Δικαστήριο θα πρέπει να βρει ως πραγματικό γεγονός είναι ο λόγος της εν λόγω συμπεριφοράς της και βασικά κατά πόσο αμέσως προηγουμένως η ίδια δέχθηκε επίθεση από τον Κοινοτάρχη του χωριού με τον τρόπο που η ίδια το περιγράφει καθώς επίσης και κατά πόσο ένεκα της επίθεσης αυτής υπέστη οποιουσδήποτε τραυματισμούς. Ως εκ τούτου είναι αναγκαίο να προβώ σε αξιολόγηση όλης της ενώπιον μου μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα συμπεράσματα επί των πιο πάνω ουσιωδών στοιχείων και άλλων που τα περιβάλουν. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Περαιτέρω, έχω υπόψη μου ότι σε υποθέσεις επιθέσεων με πρόκληση σωματικής βλάβης, η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Ανδρέας Γεωργίου v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439). Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις το ζητούμενο είναι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας τους με γνώμονα την ασφάλεια της καταδίκης (βλ. Δημήτρης Χρυσοστόμου v. Αστυνομίας, Ποιν.Έφεση Αρ. 235/12, Ημερ. 13/11/2013). Κρίνω σκόπιμο να αφήσω τελευταία την αξιολόγηση της Μ.Κ.1 που ήταν ουσιαστικά και η μοναδική και βασική μάρτυρας κατηγορίας επί των ουσιαστικών ζητημάτων και να προχωρήσω με την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας. Και τούτο για να γίνει πιο αντιληπτή η αξιολόγηση της θέσης της. Ο Μ.Κ.2 λοιπόν κατέθεσε ως ο ιδιοκτήτης του καφενείου στο οποίο μετέβηκε η παραπονούμενη μόλις βγήκε από τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου. Οι ενέργειες του μάρτυρα αυτού και το τι αντιλήφθηκε ουσιαστικά δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση η οποία είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού έτσι ώστε να μην την αποδεκτώ. Ουσιαστικά περιέγραψε την κατάσταση που ήταν η παραπονούμενη όταν την είδε δηλαδή σοκαρισμένη και να κλαίει και τις υπόλοιπες ενέργειες που έκανε πηγαίνοντας στο άλλο καφενείο για να φωνάξει τους συγγενείς της και ότι της έδωσε το τηλεφωνικό του κατάλογο για να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία. Επίσης, ο ίδιος ανέφερε ότι η παραπονούμενη δεν του ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το τι έγινε, ούτε ο ίδιος ρώτησε ούτε είδε να φέρει οποιαδήποτε τραύματα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 είναι θείος της παραπονουμένης και κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι μετά που του φώναξαν και του είπαν ότι κάτι έπαθε η παραπονούμενη μετέβηκε στο διπλανό καφενείο για να δει τι έγινε. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Κρίνω ότι, πέραν των γεγονότων που δεν έτυχαν αμφισβήτησης και ειδικότερα ότι σε κάποιο στάδιο μετέβηκε στο διπλανό καφενείο, δεν είναι ασφαλές να δώσω βαρύτητα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της μαρτυρίας του. Η μαρτυρία του αναφορικά με το χρόνο που μετέβηκε στο άλλο καφενείο, τι ο ίδιος είδε και ποια άλλα άτομα ήταν εκεί τη στιγμή εκείνη ήταν ασαφής. Κατ΄ αρχή δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει πότε πήγε στο καφενείο. Είπε ότι είχε πελάτες στο καφενείο του και όταν πήγε εκεί ο Μ.Κ.2 για να του φωνάξει, αυτός ήταν μέσα και εργαζόταν και είναι μετά που του το είπαν οι θαμώνες και τότε πήγε. Πήγε μετά είπε και όχι άμεσα και δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή εικόνα ποιοι ήταν εκεί όταν πήγε. Παρόλο που ανάφερε κάποια άτομα δεν ήταν σε θέση να θυμάται ποιοι ήταν εκεί. Αναφορικά με το χρόνο που παρέμεινε εκεί, είπε ότι μπορεί να μην ήταν ούτε πέντε λεπτά. Σε αυτό το διάστημα είπε ότι η παραπονούμενη του έδειξε και τα δύο της χέρια και αυτός είδε ότι στο ένα, χωρίς να θυμάται σε ποιο, είδε κοκκινίλες. Αντεξεταζόμενος επί αυτού, δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση τι τραύμα διαπίστωσε να είχε η παραπονουμένη και πού. Έδειξε το σημείο μεταξύ αγκώνα και παλάμης ως το μέρος που είδε κοκκινίλες και πιο κάτω είπε ότι δεν έκανε εξέταση αλλά αυτό το διαπίστωσε με μια γρήγορη ματιά που έριξε. Στη συνέχεια, προσπαθώντας να εξηγήσει τι ακριβώς διαπίστωσε είπε ότι με μια γρήγορη ματιά που έριξε το δεξί χέρι ήταν λίγο πιο έντονο από το αριστερό. Από τις πιο πάνω επεξηγήσεις δεν μπορεί να προκύψει με ασφάλεια ότι πράγματι η παραπονούμενη έφερε οποιοδήποτε τραύμα, τι έκτασης και πού. Να σημειωθεί ότι το σημείο που ανέφερε ότι είδε τις εν λόγω κοκκινίλες, που δεν μπορούσε να περιγράψει, δεν συνάδει και με την υπόλοιπη μαρτυρία που παρουσιάστηκε περί τούτου και ειδικότερα με αυτή της παραπονουμένης. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την επίδειξη των χεριών της παραπονουμένης παρόν ήταν και ο Μ.Κ.2, ενώ όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του ιδίου η οποία έγινε αποδεκτή ο ίδιος δεν τοποθετεί τον εαυτό του εκεί τη στιγμή εκείνη ούτε αναφέρει ότι είδε οτιδήποτε. Επίσης, ο μάρτυρας δεν θυμάται τι ρούχα φορούσε η παραπονούμενη και κατά πόσο κάλυπταν οποιοδήποτε μέρος του χεριού της. Εκείνο το οποίο έχω αποκομίσει από την όλη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ότι παρόλο που προβαίνει σε κάποιες αναφορές στην γραπτή του κατάθεση, δεν είχε τη διάθεση στο Δικαστήριο να τις επιβεβαιώσει κατά σαφή και ξεκάθαρο τρόπο και αν πράγματι αυτά που αναφέρει ευσταθούν ούτε θυμόταν και έδειξε μια διάθεση αποστασιοποίησης από το όλο επεισόδιο. Θεωρώ ότι δεν είναι ασφαλές να δώσω βαρύτητα στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξω οποιαδήποτε συμπεράσματα από τις αναφορές του, γι αυτό δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Μ.Κ.4 ήταν ο αστυνομικός που εξέτασε την παρούσα υπόθεση και επισκέφθηκε και τη σκηνή. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Θεωρώ ότι ανέφερε τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και η μαρτυρία του ήταν αντικειμενική. Από αυτή προκύπτει ότι ο ίδιος δεν είδε οποιαδήποτε τραύματα στην παραπονουμένη όταν την συνάντησε και ότι της έδωσε σχετικό έντυπο για ιατρική εξέταση και την παρέπεμψε στο Νοσοκομείο. Η ίδια δεν του είπε ότι ήθελε να πάει σε άλλο ιατρό. Αναφορικά με την κατάθεση κάποιου Χριστόδουλου Ευσταθίου την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 8, αυτή αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, το πρόσωπο αυτό προσήλθε στο Δικαστήριο και κατέθεσε και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ακολουθεί. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι εκτός από την πιο πάνω διευκρίνιση. Ο Μ.Κ.5 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο ιατρός ο οποίος εξέτασε την παραπονούμενη στις 15/09/2011 και ανέφερε τις διαπιστώσεις του αναφορικά με τα τραύματα που έφερε η παραπονούμενη καταθέτοντας στο Δικαστήριο το ιατρικό πιστοποιητικό, τεκμήριο 9, την άδεια ασθενείας που της χορήγησε, τεκμήριο 10 και αναγνώρισε το παραπεμπτικό του για ακτινολογικό έλεγχο, τεκμήριο 2. Ο μάρτυρας αυτός έτυχε αμφισβήτησης τόσο για το κατά πόσο η ειδικότητα του επέτρεπε να προβεί στα συμπεράσματα που καταγράφει στο τεκμήριο 9 όσο και για τα ευρήματα του και ευρύτερα για την ύπαρξη κινήτρου εκ μέρους του λόγω των κακών σχέσεων που είχε με τον κατηγορούμενο. Είναι γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία ενός τέτοιου μάρτυρα. Θεωρείται εμπειρογνώμονας που απώτερο σκοπό και στόχο έχει να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. (βλ. Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013, Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Αναφορικά με το κατά πόσο ο μάρτυρας αυτός ήταν κατάλληλος να προβεί στα συμπεράσματα που ανέφερε στο Δικαστήριο, παρατηρώ ότι όπως τέθηκε ενώπιον μου από τον ίδιο εργάζεται τα τελευταία 5 χρόνια στο Γ.Ν. Πάφου ως Γενικός ιατρός αλλά έχει ειδικότητα στην υπερβαρική οξυγονοθεραπεία. Ως γενικός ιατρός είπε και στις συνθήκες που απαιτούνται από τα δημόσια νοσηλευτήρια εξετάζει όλων των ειδών τα περιστατικά και παθήσεις, ανεξαρτήτως ειδικότητας και ότι σε κάθε περίπτωση το ζήτημα είναι θέμα βαθμού και αν κρίνει ότι απαιτείται εξέταση από άλλη ειδικότητα την παραπέμπει. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο ανέφερε είναι ότι απλά περιστατικά είναι σε θέση να τα διακρίνει ανεξαρτήτως ειδικότητας. Θεωρώ ότι οι εν λόγω εξηγήσεις του είναι ικανοποιητικές και ένας γενικός ιατρός ανεξαρτήτως ειδικότητας μπορεί να προβεί σε εξέταση μιας μη εξειδικευμένης πάθησης και να διακρίνει ένα πρόβλημα υγείας και ακολούθως να κρίνει αν χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι για τα πιο πάνω που ανέφερε μπορώ να τον θεωρήσω ειδικό και ότι μπορεί να αναφερθεί σε τέτοιου είδους ζητήματα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα συγκεκριμένα ευρήματα του αφορούν παθήσεις γενικής γνώσης όπως τις δικές του και κατά πόσο από τις επεξηγήσεις που έδωσε το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Κατ' αρχή στο τεκμήριο 9, αναφέρεται ότι διαπίστωσε γενικά μώλωπες στο δεξιό βραχίονα της παραπονούμενης. Τα ευρήματα του αυτά θεωρώ ότι είναι εντός του πεδίου των γνώσεων του και μπορεί να αναφερθεί. Πέραν τούτου όμως, φάνηκε στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω επεξηγήσεις και να θυμάται τι ακριβώς διαπίστωσε. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι απ' ότι θυμάται υπήρχαν μώλωπες στο εσωτερικό μέρος του βραχίονα και αν θυμάται καλά και ένας μώλωπας στην έξω επιφάνεια. Δεν θυμόταν αριθμό και μέγεθος ούτε και κατέγραψε οτιδήποτε άλλο στην έκθεση του πέραν της γενικής αυτής αναφοράς, παρόλο που ανέφερε ότι ό,τι είδε τα κατέγραψε Επίσης, ερωτούμενος γιατί δεν τους κατέγραψε είπε ότι δεν είχε χρόνο και ίσως να ήταν παράληψη του. Πιο κάτω έκαμε αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό αλλά είναι προφανές ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει γι αυτό και ότι έκανε εικασίες. Περαιτέρω, σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του επεξηγήθηκε ο τρόπος που τέτοιοι κατ' ισχυρισμό μώλωπες μπορούν να προκληθούν, πέραν της γενικής αναφοράς του στην αντεξέταση του ότι μπορεί να προκληθούν με πολλούς τρόπους. Θεωρώ ότι οι αναφορές του για το θέμα αυτών και ότι υπήρχαν μώλωπες όπως καταγράφει στο ιατρικό πιστοποιητικό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Είναι αόριστη και ασαφής και θεωρώ ότι έπρεπε να καταγραφούν περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με το ζήτημα αυτό και να επεξηγηθούν δεόντως στο Δικαστήριο. Αναφορικά με τα υπόλοιπα ευρήματα του που αναφέρονται στο ιατρικό πιστοποιητικό και σχετίζονται με το κλινικό άγχος, κατάθλιψη και επιγαστρικό άλγος, ούτε σε αυτά μπορώ να καταλήξω με την απαραίτητη ασφάλεια αφού δεν δόθηκαν οι απαραίτητες επεξηγήσεις. Παρόλο που ο μάρτυρας σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας ανέφερε ότι τέτοιου είδους παθήσεις εντάσσονται στην ειδικότητα της ψυχιατρικής, εντούτοις επέμενε ότι μπορεί και ο ίδιος να τις διαγνώσει και μάλιστα να χορηγήσει και άδεια ασθενείας. Για να καταλήξει στα πιο πάνω ευρήματα είπε, έλαβε υπόψη του το ιστορικό της ασθενούς και το τι του ανέφερε. Παρόλα αυτά όμως, δεν ήταν σε θέση να θυμάται τι του είπε και ποιο ήταν το ιστορικό της. Πώς κατέληξε τότε στα εν λόγω ευρήματα; Δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις επί τούτου. Επίσης, είπε ότι η κατάλληλη θεραπεία για το άγχος και τα ψυχολογικά είναι τα αγχολυτικά αλλά δεν θυμάται αν της έδωσε τέτοια φαρμακευτική αγωγή. Δεν κατέγραψε κάτι τέτοιο στο πιστοποιητικό του είπε και είπε ότι πιθανόν να έπαιρνε ήδη κάποια θεραπεία. Γενικά ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο και να εξηγήσει επαρκώς τα συμπεράσματα του, εκτός του ότι ενδεχομένως να χρειαζόταν και ψυχίατρο για να καταλήξει σε τέτοια ευρήματα. Δεν μπορώ να προβώ σε ασφαλές εύρημα ούτε και σε σχέση με αυτά τα ευρήματα του. Επιπρόσθετα, υπάρχει ακόμη ένα άλλο θέμα το οποίο τέθηκε από την υπεράσπιση και το οποίο σε συνδυασμό με τα πιο πάνω, εμποδίζει το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ο μάρτυρας αυτός προέκυψε να μην είχε καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο λόγω της θέσεως που κατείχε ο καθένας στο Κοινοτικό Συμβούλιο και τις διαφορές που υπήρχαν στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους σε βαθμό που τον οδήγησε στην παραίτηση του από μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Τα πιο πάνω, δημιουργούν εύλογα το ερώτημα πώς τελικά κατέληξε η παραπονούμενη να εξεταστεί από τον μάρτυρα αυτό; Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να το εξηγήσει αυτό και είπε ότι πήγε στο ιατρείο του όπως όλοι οι ασθενείς χωρίς να αποκλείει ότι προηγουμένως του τηλεφώνησε αφού και αυτό είναι σύνηθες φαινόμενο για τους συγχωριανούς του. Δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο εγγράφηκε στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών πρώτα και μετά παραπέμφθηκε από αυτούς κοντά του. Επίσης, είπε ότι εν όψει και της δικής του εμπλοκής στο Κοινοτικό Συμβούλιο και τις διαφορές που είχε με τον κατηγορούμενο και ο ίδιος σκέφτηκε να την παραπέμψει αλλού αλλά για λόγους ιατρικούς και συγκεκριμένα εφόσον ένας ασθενής ήθελε βοήθεια δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα που αναφέρθηκαν αναφορικά με την επάρκεια των επεξηγήσεων για τα συμπεράσματα του, δημιουργούν ακόμη ένα εύλογο ερωτηματικό για τον τρόπο που προέκυψε η εξέταση της συγκεκριμένης παραπονούμενης από τον μάρτυρα αυτό, που καθιστούν επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του και να προβεί σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και τα συγκεκριμένα ευρήματα του και δεν την αποδέχομαι. Ερχόμενος τώρα στην Μ.Κ.1 που ήταν η παραπονούμενη και η μοναδική μάρτυρας των ουσιαστικών γεγονότων που κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, έχω διεξέλθει του περιεχομένου της μαρτυρίας της με πολλή προσοχή και έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτήν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Εκείνο το οποίο διαφαίνεται από την μαρτυρία της είναι ότι η όλη εκδοχή της σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε είναι συνυφασμένη και συνδεδεμένη με τα τραύματα τα οποία ισχυρίστηκε ότι υπέστηκε. Δηλαδή, η ίδια πρόβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε αρπάζοντας της από το δεξί χέρι για να της πάρει την επιστολή προκαλώντας της μώλωπες στον βραχίονα καθώς επίσης τρόμο και διάφορα άλλα τραύματα ψυχολογικής μορφής όπως τα περιέγραψε. Έχω λάβει υπόψη μου όλο το περιεχόμενο της μαρτυρίας της και τις αναφορές της για το όλο επεισόδιο και θεωρώ ότι αυτή παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και ασάφειες, κατ' αρχή αναφορικά με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι της επιτέθηκε για τις οποίες θα αναφερθώ λεπτομερώς κατωτέρω. Κατά δεύτερο οι αναφορές της για τα τραύματα που υπέστηκε, εκτός του ότι δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία και δεν συνδέθηκαν με την κατ' ισχυρισμό επίθεση, είναι υπερβολικές και δεν προκύπτει με την απαραίτητη ασφάλεια ότι ήταν η λογική απόρροια της εν λόγω επίθεσης. Συγκεκριμένα, όλες οι αναφορές της σε σχέση με τα ψυχολογικά προβλήματα που της δημιουργήθηκαν από την εν λόγω επίθεση και ο τρόπος που αντίδρασε τη δεδομένη στιγμή δημιουργούν ερωτηματικά για το κατά πόσο τελικά αυτά ήταν το λογικό αποτέλεσμα της εν λόγω επίθεσης ή υπήρχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο στην εν λόγω αντίδραση της ή αυτή οφειλόταν σε ήδη υπάρχοντα προβλήματα υγείας. Το πιο πάνω είναι συνυφασμένο και με το όλο ιστορικό και προβλήματα τα οποία υπήρχαν μεταξύ της μάρτυρος και του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Καταδεικνύεται από την όλη στάση της στο εδώλιο του μάρτυρα και τις αναφορές της μια εμπάθεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και αναφύεται κίνητρο στην παραπονούμενη στο να προβεί στην καταγγελία εναντίον του, στοιχείο που μαζί με τα πιο πάνω καθιστούν την μαρτυρία της ανασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν και να προβεί σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Η παραπονούμενη επίσης, πλάτειαζε στις απαντήσεις της και επεκτεινόταν στις διαφορές που είχε με τον κατηγορούμενο και αναφερόταν στον κακό του χαρακτήρα και στην συμπεριφορά του έναντι και άλλων ατόμων για να υποστηρίξει την εκδοχή της. Περαιτέρω, έχω διαπιστώσει ότι ήταν προσεκτική στις απαντήσεις της στα διάφορα ζητήματα που της τέθηκαν σε μια προσπάθεια της αυτές να συνάδουν ή τουλάχιστον να μην συγκρούονται με το περιεχόμενο των καταθέσεων των άλλων μαρτύρων. Για σκοπούς υποστήριξης της πιο πάνω κρίσης μου και για να καταδείξω το ανασφαλές στο να βασιστώ στη μαρτυρία της θα αναφερθώ κατωτέρω σε κάποια μέρη της μαρτυρίας της και σε απαντήσεις που έδινε. Αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε, ανέφερε ότι αυτή ήταν βίαιη γι αυτό της προκάλεσε τρόμο, φόβο και έκλαιγε. Όπως χαρακτηριστικά είπε, ο κατηγορούμενος την «μούνταρε» για να της πάρει την επιστολή και την κτύπησε. Πιο κάτω είπε ότι στην κίνηση του κατηγορούμενου να της πιάσει την επιστολή αυτή έκανε κίνηση για να τον αποφύγει και το χέρι του την έπιασε βίαια και την κτύπησε. Ακολούθως, είπε ότι την άρπαξε από το χέρι. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της είπε ότι την άγγιξε με το χέρι του και ήρθαν σε επαφή τα δάκτυλα του αλλά δεν γνωρίζει αν αυτό ήταν κατά λάθος. Φαίνεται από τις πιο πάνω αναφορές της να μην υπάρχει μια σαφή περιγραφή του τρόπου που ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε. Ενώ είπε ότι την άρπαξε από το χέρι για να της πάρει την επιστολή και κατά αυτό τον τρόπο της επιτέθηκε και μάλιστα βίαια στην πορεία αναφέρθηκε σε άγγιγμα των δακτύλων του και ότι δεν ξέρει αν αυτό ήταν κατά λάθος. Τα πιο πάνω δεν μπορεί να συνάδουν. Το να την άγγιξε κατά λάθος και να ήρθαν σε επαφή τα δάκτυλα του με το να την άρπαξε βίαια από το χέρι δεν είναι το ίδιο. Την στιγμή μάλιστα που η ίδια είπε ότι ανέφερε στο γιατρό ότι είχε κάψιμο, πόνο στο χέρι της ένεκα της ενέργειας του κατηγορουμένου. Τα πιο πάνω είναι σημαντικά για την ορθότητα της εκδοχής της καθότι η επίθεση που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε δεν ήταν απλώς φραστική και μια προσπάθεια απόσπασης της εν λόγω επιστολής δια απειλητικής συμπεριφοράς και λόγων από τον κατηγορούμενο. Την περιγράφει ότι έλαβε χώρα δια σωματικής επαφή και άσκησης βίας προς το πρόσωπο της η οποία συνοδεύεται και από τραυματισμό και συγκεκριμένα μώλωπες. Επομένως, εάν η θέση της είναι ότι την άρπαξε από το χέρι βίαια δεν είναι δυνατό να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει αν ήταν κατά λάθος που το έκανε ή επί σκοπού, την στιγμή μάλιστα που στην κατάθεση της αναφέρει ότι όταν του ξέφυγε προσπάθησε να την ξανά αρπάξει. Ούτε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της να αναφέρει ότι στην προσπάθεια της να τον αποφύγει την άγγιξε και ήρθαν σε επαφή τα δάκτυλα του. Θα αναμένετο να έδινε μια σαφή και ξεκάθαρη εικόνα για το πώς ακριβώς της επιτέθηκε. Ο τρόπος που δέχθηκε την επίθεση και η ένταση της είναι άμεσα συνυφασμένος και με τα τραύματα που ισχυρίστηκε ότι υπέστηκε στο χέρι. Η ίδια ανέφερε ότι είχε δύο μώλωπες στον βραχίονα και ο ένας ήταν πιο μικρός. Παρόλα αυτά, η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Στο καφενείο όπου πήγε, κανένας δεν είδε οποιοδήποτε τραύμα. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε τραύματα ούτε του υποδείχθηκαν τέτοια. Ο μόνος ο οποίος αναφέρθηκε σε τραύμα και συγκεκριμένα κοκκινίλες ήταν ο Μ.Κ.2, θείος της παραπονούμενης η μαρτυρία του οποίου απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Άλλωστε και η θέση του μάρτυρα αυτού ήταν ότι αυτά που κατ' ισχυρισμό είδε ήταν σε άλλο σημείο του χεριού και όχι στον βραχίονα, κάτι που δεν συνάδει και με αυτά που ανέφερε η παραπονούμενη. Πέραν τούτου, ούτε οποιαδήποτε αποδεκτή ιατρική μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο αλλά και να συσχετίζει τέτοιου είδους τραύματα με τον τρόπο που η παραπονούμενη ανέφερε. Η μάρτυρας προφανώς για να αποφύγει οποιαδήποτε σύγκρουση της θέσης της σε σχέση με τα τραύματα της στο χέρι που είπε με τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 είπε ότι αυτός δεν ήρθε κοντά της όταν επισκέφθηκε τη σκηνή, τον τοποθετεί σε απόσταση 3 μέτρων από αυτήν και ούτε της ζήτησε να του δείξει το χέρι της. Ο μάρτυρας αυτός όμως, ήταν ο Αστυνομικός που επισκέφθηκε τη σκηνή για να διερευνήσει την καταγγελία της και δεν είναι δυνατό να μην την πλησίασε και να συνομιλούσαν από απόσταση 3 μέτρων όπως είπε ούτε η ίδια αν είχε ένα τέτοιο τραυματισμό να μην τον υπέδειξε. Σε σχέση με τα υπόλοιπα τραύματα της, ψυχολογικής μορφής, αρχικά προσπάθησε να τα αποδώσει στην επίθεση που δέχθηκε και στον τρόμο που ο κατηγορούμενος της προκάλεσε. Στην πορεία όπως διαφάνηκε ανέφερε ότι αυτά δημιουργήθηκαν γενικά από την όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου τα τελευταία χρόνια και ένεκα της άλλης υπόθεσης που είχε εναντίον του. Η ίδια επίσης παραδέχθηκε ότι έβλεπε ψυχίατρο για τα προβλήματα της αυτά και έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ή τουλάχιστον να προκύψει ότι τα εν λόγω προβλήματα, δηλαδή το άγχος, η κατάθλιψη και το γεγονός ότι έκλαιγε τη συγκεκριμένη μέρα ήταν απόρροια της επίθεση που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε, όπως αρχικά έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί. Είναι γεγονός επίσης από τις αναφορές της, ότι τα προβλήματα στις σχέσεις της με τον κατηγορούμενο χρονολογούνταν και όπως ανέφερε δεν μπορούσε να τον βλέπει μπροστά της. Εν όψει αυτών και των προβλημάτων υγείας που φαίνεται να αντιμετώπιζε, ενδεχομένως η όλη αντίδραση της τη δεδομένη στιγμή να μην οφειλόταν και να μην ήταν απόρροια της κατ' ισχυρισμό επίθεσης. Πέραν των πιο πάνω, αναφερόταν στον τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορούμενου έναντι της γενικά, ότι την ύβριζε, την πρόσβαλε μπροστά σε άλλο κόσμο και την εξευτέλιζε. Αναφέρθηκε σε άλλο περιστατικό με τον Δρ. Νικάνδρου και γενικά στον τρόπο που συμπεριφερόταν στο Κοινοτικό Συμβούλιο και ότι αποδείχθηκε στο Δικαστήριο ότι την παρενόχλησε σεξουαλικά. Στην πορεία παραδέχθηκε ότι η υπόθεση εκείνη ακόμη εκκρεμεί. Όλα τα πιο πάνω η μάρτυρας τα ανέφερε στο Δικαστήριο στην προσπάθεια της να απαντήσει ερωτήσεις για την παρούσα υπόθεση, πλάτειαζε σε άλλα ζητήματα σε μια προσπάθεια της προφανώς να καταδείξει τον κακό χαρακτήρα του κατηγορουμένου και να ενισχύσει την εκδοχή της. Από όλα αυτά όμως, αναδείχθηκε και μια εμπάθεια και μίσος προς τον κατηγορούμενο που ενισχύουν τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου αναφορικά με την ορθότητα και ακρίβεια των όσων ανέφερε και αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα, σε σχέση με το πώς τελικά έτυχε και επισκέφθηκε τον Δρ. Νικάνδρου στο Νοσοκομείο δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις ενόψει και της εμπλοκής του ιδίου στο Κοινοτικό Συμβούλιο και τα προβλήματα που και ο ίδιος είχε με τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι είναι η Αστυνομία που επέμενε να πάει στο Νοσοκομείο και ότι η ίδια ήθελε να πάει στο δικό της ιατρό. Ότι ήταν η 1η φορά που επισκέφθηκε το Νοσοκομείο και δεν γνώριζε τις διαδικασίες και ότι πήγε στο Τμήμα των Α΄ Βοηθειών και είναι αυτοί που τυχαία την παρέπεμψαν στον Δρ. Νικάνδρου. Ερωτούμενη να πει τι της είπαν στις Α΄ Βοήθειες και τι θεραπεία της παρείχαν, είπε ότι της έδωσαν δύο panadol και την παρέπεμψαν για ακτινογραφία στο χέρι της. Επέμενε ότι είναι από το Τμήμα Α΄ Βοηθειών που την έστειλα για ακτινογραφία και όχι ο ιατρός Νικάνδρου. Στο τεκμήριο 2 παρόλο που υπάρχει στα αριστερά ένας αριθμός εγγραφής του ΤΑΕΠ στα δεξιά κάτω από την ημερομηνία παραπομπής και θεράπων ιατρός υπογράφει ο Δρ. Νικάνδρου και ο ίδιος στη μαρτυρία του είπε ότι είναι αυτός που την παρέπεμψε για ακτινογραφία. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, ολόκληρη της μαρτυρία της παραπονούμενης, την εντύπωση που απεκόμισα από αυτήν κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν είναι ασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία της και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου την απορρίπτω στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ανωτέρω καταγράφεται. Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει και η ανακριτική του κατάθεση τεκμήριο 7. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελ. 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Παραπέμπω επίσης, στην Πολύβιος Σίφουνας κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 όπου επαναδιατυπώθηκε ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Όσον αφορά την εν λόγω κατάθεση, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης και γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου. Από αυτές κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στο μέρος των αναφορών του κατηγορουμένου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ζήτησε από την παραπονούμενη να του δώσει μια επιστολή δική του και η οποία αρνήθηκε. Επίσης, θα λάβω υπόψη μου το μέρος που αναφέρει ότι η παραπονούμενη πήγε στο γραφείο της για να πάρει την εν λόγω επιστολή και να την φωτοτυπήσει για να δώσει αντίγραφο στον κατηγορούμενο και ότι συναντήθηκαν στο διάδρομο. Περαιτέρω, θα λάβω υπόψη μου το μέρος που αναφέρει ότι σε κάποια στιγμή η παραπονούμενη έτρεξε προς τα έξω φωνάζοντας και κλαίγοντας. Πέραν των πιο πάνω και ειδικότερα οι αναφορές του για το τι έλαβε χώρα στο χώρο του διαδρόμου όπου συναντήθηκαν, δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη. Αποτελούν εξηγήσεις για εκ πρώτης όψεως εγκληματική συμπεριφορά, δεν δόθηκαν ενόρκως και δεν συνάδουν με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ο επόμενος μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ο κ. Χριστόδουλος Ευσταθίου. Η πλευρά της υπεράσπισης προσήγαγε την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα ως τεκμήριο 8. Η κατάθεση και το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Κατόπιν τούτου η κατηγορούσα αρχή ζήτησε την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα δυνάμει των προνοιών του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 το οποίο έχει ως ακολούθως: «26-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, µε την άδεια του Δικαστηρίου, πριν ο διάδικος που έχει προσάξει την εξ ακοής µαρτυρία κλείσει την υπόθεσή του, να κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση µε την αρχική του δήλωση: ..................................
(2)Όταν µάρτυρας κλητεύεται, δυνάµει του παρόντος άρθρου, λογίζεται ως εάν είχε κλητευθεί από το διάδικο, ο οποίος έχει προσαγάγει την αρχική δήλωση µε εξ ακοής µαρτυρία.
(3)Σε περίπτωση που η µαρτυρία κατά την αντεξέταση του µάρτυρα που είχε προβεί στην αρχική δήλωση και κλήθηκε δυνάµει του παρόντος άρθρου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από την προσαχθείσα εξ ακοής µαρτυρία, το Δικαστήριο δύναται στο στάδιο της αξιολόγησης της µαρτυρίας να µην αποδέχεται την εξ ακοής µαρτυρία που είναι σε αντίθεση µε την αρχική δήλωση.
(4)................................» Το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του επέτρεψε την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού από την κατηγορούσα αρχή. Ο μάρτυρας αυτός σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, θεωρείται μάρτυρας υπεράσπισης αφού είναι αυτή που παρουσίασε στο Δικαστήριο την κατάθεση του και κατ' επέκταση την εξ ακοής μαρτυρία. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός στην κατάθεση του αναφέρει ότι επισκέφθηκε το καφενείο που ήταν η παραπονούμενη και τη ρώτησε τι έπαθε και του είπε ότι τσακώθηκε με τον Μουχτάρη Πολεμίου. Επίσης, αναφέρει ότι την ώρα που βρισκόταν κοντά της δεν είδε οποιαδήποτε τραύματα στο πρόσωπο της ή στα χέρια της. Προσερχόμενο στο Δικαστήριο για σκοπούς αντεξέτασης του, δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει και να υιοθετήσει το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. Αντιθέτως, αναίρεσε αυτό λέγοντας ότι την ώρα που πήγε εκεί αυτός είχαν όλοι φύγει και δεν είδε κανένα. Επομένως, θεωρώ ότι δεν μπορώ να εξάξω οποιοδήποτε συμπέρασμα από τη μαρτυρία του ούτε να αποδεκτώ το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία που παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Κοινοτάρχης Πολεμίου και η παραπονούμενη η γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου. Στις 15/09/2011 ο κατηγορούμενος κάλεσε στο γραφείο του τη γραμματέα για να συζητήσουν το θέμα με τη καταμέτρηση του πόσιμου νερού και την τιμολόγηση του. Η ίδια η παραπονούμενη, όπως φάνηκε, απέστειλε επιστολή σε όλους τους Κοινοτικούς Συμβούλους εκθέτοντας τις απόψεις της για τον τρόπο τιμολόγησης, στην οποία απάντησε ο Κοινοτάρχης και με την οποία συμφωνούσε ενώ οι άλλοι δεν είχαν απαντήσει. Τότε ο κατηγορούμενος της ζήτησε την επιστολή που της έδωσε και αυτή του αρνήθηκε λέγοντας της ότι είναι υπόχρεα να του τη δώσει. Αυτή τότε του απάντησε ότι θα του δώσει φωτοαντίγραφο και πήγε προς το γραφείο της για να πάρει την επιστολή και να την φωτοτυπήσει. Στη συνέχεια συναντήθηκαν στο διάδρομο και μετά από αυτό, η παραπονούμενη έτρεξε έξω από τα γραφεία κλαίγοντας και φωνάζοντας και πήγε στο διπλανό καφενείο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη Νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Παραπέμπω επίσης, στο σύγγραμμα Archbold
(2009), παρα. 19-197 στο οποίο ορίζεται η πραγματική σωματική βλάβη ως ακολούθως: «"Bodily harm" has its ordinary meaning and includes any hurt or injury calculated to interfere with the health or comfort of the victim; such hurt or injury need not be permanent, but must be more than merely transient or trifling:». ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απόδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν προκύπτουν οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία να συνιστούν επίθεση αλλά και οποιαδήποτε τραύματα τα οποία να αποτελούν πραγματική σωματική βλάβη απόρροια της επίθεσης. Η απουσία ευρημάτων αναφορικά με το τι ακριβώς έλαβε χώρα στο διάδρομο των γραφείων του Κοινοτικού Συμβουλίου όταν συναντήθηκαν κατηγορούμενος και παραπονούμενη στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσο διαπράχθηκε οποιαδήποτε επίθεση από τον κατηγορούμενο ή όχι. Η απόρριψη ουσιαστικά της μαρτυρίας της παραπονούμενης αφήνει την κατηγορία μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Επιπρόσθετα, δεν έχουν προκύψει και οποιαδήποτε ευρήματα τραυματισμών της παραπονούμενης ένεκα οποιασδήποτε επίθεσης, που αν ακόμα αποδεικνυόταν, θα συνιστούσαν πραγματική σωματική βλάβη. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.