← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Kωστάκης Κωστή, Αρ. Υπόθεσης: 12106/12, 3/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Kωστάκης Κωστή, Αρ. Υπόθεσης: 12106/12, 3/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12106/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. Kωστάκης Κωστή Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 03/03/

  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ειρ. Σάββα. Για τον Κατηγορούμενο : κα. Α. Σαββίδου. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε τρεις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας (κατηγορίες αρ.1, 3 και 5) και σε τρείς κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της κλοπής από κατοικία (κατηγορίες αρ.2, 4 και 6). Επίσης, στην παρούσα, για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνεται υπόψη η Ποιν. Υπ. Αρ. 25187/11 Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλοπής, η Ποιν. Υπ. Αρ. 4257/12 Ε.Δ. Πάφου στην οποία αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες κλοπής και η Ποιν. Υπ. Αρ. 2869/12 Ε.Δ. Πάφου στην οποία αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής καθώς επίσης και κατηγορία ότι αντικατέστησε τα διακριτικά σημεία μηχανοκίνητου οχήματος. Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση έχουν ως ακολούθως: Γεγονότα στην παρούσα υπόθεση 12106/12: Στις 29/06/2011 καταγγέλθηκε από τον παραπονούμενο Μάριο Νικολάου ότι μεταξύ των ημερομηνιών 26/12/2010 μέχρι 25/06/2011, άγνωστοι διέρρηξαν την κατοικία του στον Μούτταλο και έκλεψαν από αυτή τρεις χρυσούς σταυρούς με καδένες, τρία χρυσά μενταγιόν σε σχήμα πετάλου και μια βαφτιστική χρυσή καρφίτσα πάνω στην οποία υπήρχε σταυρός και παναγίτσα, άγνωστης αξίας γι' αυτόν. Κατά την καταγγελία μέλη του Τ.Α.Ε. Πάφου επισκέφθηκαν την κατοικία και διαπίστωσαν ότι ο δράστης ή οι δράστες πέτυχαν είσοδο και έξοδο από αλουμινένιο συρόμενο παράθυρο υπνοδωματίου το οποίο παραβιάστηκε με σωματική βία. Συγκεκριμένο άτομο, συνεργάτης της αστυνομίας, στις 04/06/2011 ανέφερε στον Μ.Κ.4, Μάριο Καραολή, ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του 6 - 7 χρυσαφικά τα οποία ήθελε να του τα πουλήσει για το ποσό των €
  2. Μετά που έγινε συνεννόηση με τον συνεργάτη της αστυνομίας, στις 05/06/2011 ο συνεργάτης της αστυνομίας πήρε από τον κατηγορούμενο ένα μικρό στρογγυλό μενταγιόν στο οποίο υπήρχε το όνομα Μαρίνος, ένα άλλο χρυσό μενταγιόν, ένα χρυσό σταυρό, ακόμα ένα μενταγιόν, ακόμα ένα χρυσό σταυρό, μια χρυσή καρφίτσα και ένα χρυσό στρογγυλό σκουλαρίκι. Τα εν λόγω αντικείμενα τα παρέδωσε στην αστυνομία και στις 29/06/2011 ο παραπονούμενος, ο οποίος κλήθηκε, αναγνώρισε τέσσερα από τα επτά χρυσαφικά ως αυτά που του κλάπηκαν από την κατοικία του. Ακολούθως, συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος στις 26/09/2011 και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Συγνώμη έκοψα μέσα και το έκαμα». Ο κατηγορούμενος προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στην οποία ομολόγησε την διάρρηξη και κλοπή από την κατοικία του παραπονούμενου ως επίσης και την διάπραξη άλλων δυο διαρρήξεων και κλοπών και όταν κατηγορήθηκε γραπτώς παραδέχθηκε ενοχή. Μετά την ομολογία του κατηγορούμενου, ο οποίος έκανε και υποδείξεις σκηνών, στις 26/09/2011 υπέδειξε κάλαθο απορριμμάτων όπου μέσα σε αυτόν είχε πετάξει ένα κολιέ με την θήκη του, μια φωτογραφική μηχανή και ένα συλλεκτικό αναπτήρα άγνωστης αξίας τα οποία αφού διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία του Μάριου Καραολή στην Λέμπα, κατά τις ημερομηνίες 27/08/2011 μέχρι 26/09/2011, τα είχε κλέψει. Παραλήφθηκαν ως τεκμήρια, αναζητήθηκε η ιδιοκτήτρια η οποία απουσίαζε στην Αμερική και αφού όντως έγινε έλεγχος στο σπίτι, διαπιστώθηκε ότι αυτά είχαν κλαπεί από την κατοικία τους. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι για την εν λόγω διάρρηξη παραβίασε την πόρτα με ένα σκαρπέλο, εισήλθε εντός της κατοικίας και έκλεψε τα αντικείμενα τα οποία εντοπίστηκαν στον κάλαθο απορριμμάτων. Στις 16/05/2011 είχε καταγγελθεί από την Γεωργία Πέτρου ότι κατά τις ημερομηνίες 08 μέχρι 16/05/2011 άγνωστοι διέρρηξαν την κατοικία της στην Πάφο και έκλεψαν από αυτή διάφορα χρυσαφικά συνολικής αξίας €
  3. Ηγέρθηκε υποψία εναντίον του κατηγορούμενου, γιατί είχε κάνει κάποια πελεκανικά ως ανέφερε στο διαμέρισμα της παραπονούμενης, ο οποίος κατηγορούμενος στην θεληματική του κατάθεση όντως είχε παραδεχθεί ότι και σε αυτή την κατοικία την οποία διέρρηξε, εφόσον σε προηγούμενη ημερομηνία όντως έφτιαξε κάποια συρτάρια των ερμαριών, έκλεψε τα εν λόγω χρυσαφικά. Κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχθηκε ενοχή. Γι' αυτή την κλοπή δεν ανευρέθηκαν οποιαδήποτε αντικείμενα. Γεγονότα στην 2869/12: Ο παραπονούμενος, Μάριος Χαπίδης Μ.Κ.3, ιδιοκτήτης της εργοληπτικής εταιρείας «MULTIBUILD» είχε αναλάβει την οικοδομή του ξενοδοχείου «FIVE STAR» στην παραλιακή περιοχή της Χλώρακας, όπου εκεί οι υπάλληλοι του έκοψαν αρκετό σίδερο των 10 - 12 χιλιοστών βάρους περίπου δυο τόνων, για να το χρησιμοποιήσουν στην οικοδομή. Αυτή η εργασία έγινε στις 03/01/2012 και θα χρησιμοποιείτο την επόμενη ημέρα. Στις 03/01/2012 η ώρα 21:35 ο Αστ. 71 Χ. Αγαθοκλέους Μ.Κ.1, ο οποίος βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην Λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων, ανέκοψε για έλεγχο μικρό φορτηγό αυτοκίνητο το οποίο είχε καλυμμένα τα διακριτικά σημεία του οχήματος με χάρτινη τέλλα και ήταν φορτωμένο με σίδερα οικοδομής κομμένα. Ο οδηγός ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος δεν έδινε ικανοποιητικές εξηγήσεις για την κατοχή του σιδήρου, συνελήφθηκε για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας και σε κατάθεση που έδωσε παραδέχθηκε ότι τα εν λόγω σίδερα τα έκλεψε από την οικοδομή του ξενοδοχείου «FIVE STAR» όπου μετέβηκε και την υπέδειξε. Την επόμενη ημέρα αφού διαπιστώθηκε η κλοπή καταγγέλθηκε ότι είχε κλαπεί ένας περίπου τόνος σιδήρου βάρους ενός τόνου αξίας €
  4. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε τα σίδερα ως την κλαπείσα του περιουσία. Ο κατηγορούμενος, κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχθηκε ενοχή, το όχημα το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος έφερε αριθμούς εγγραφής ΚΚR
  5. Γεγονότα στην 4257/12: Στις 21/11/2011 η ώρα 01:30 ο Αστ. 1422 Γ. Λεωνίδα, Μ.Κ.1 ο οποίος ήταν εκτός καθήκοντος και οδηγούσε το όχημα του στον παραλιακό δρόμο Κισσόνεργας, αντιλήφθηκε μπροστά από ένα χωράφι με μπανανιές το όχημα με αρ. εγγραφής KKR 360 σταματημένο και γνώριζε ότι αυτό οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Σταμάτησε και αυτός το όχημα του περί τα 100 μέτρα από το όχημα του κατηγορούμενου και ενημέρωσε σχετικά τον Αστυνομικό σταθμό Πέγειας. Τότε αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να βγαίνει από το χωράφι, να εισέρχεται στο όχημα του και να εκκινεί και να το οδηγά με πορεία προς Πέγεια. Αφού ανακόπηκε και ερωτηθείς από την αστυνομία τι έκανε στο εν λόγω χωράφι, ανέφερε ότι πήγε να πάρει σίδερα από το χωράφι. Στο πίσω μέρος του οχήματος υπήρχαν σιδερένιες σωλήνες, ένα σιδερένιο ντεπόζιτο νερού και ένα κίτρινο παγούρι. Ερωτηθείς για τα αντικείμενα ανέφερε ότι τα έπιασε από το χωράφι για να τα πουλήσει και στο παγούρι υπήρχε πετρέλαιο για την γεννήτρια που έχει στο χωράφι. Επίσης, σε περαιτέρω έρευνα που έγινε στο όχημα και μετά από επίστηση της προσοχής του στο Νόμο, αυτός είπε «τα σίδερα έκλεψα τα από μπανανιές, τα άλλα εν δικά μου». Από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω χωραφιού στο οποίο είχε θεαθεί προηγουμένως ο κατηγορούμενος να βγαίνει από αυτό, ήταν ο Γιάννης Λάμπρου και από έλεγχο που έκανε διαπιστώθηκε ότι κλάπηκαν 18 μεταλλικές σωλήνες αξίας €
  6. Περαιτέρω, καταγγέλθηκε από τον Νίκο Νικοδήμου ιδιοκτήτη χωραφιού απέναντι από το χωράφι του Γ. Λάμπρου ότι είχαν κλαπεί 34 μεταλλικές σωλήνες και ένα ντεπόζιτο αξίας €
  7. Αφού κλήθηκε στον σταθμό Πέγειας αναγνώρισε τις 34 σωλήνες και το ντεπόζιτο αξίας €1010 που ανευρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ο Γιάννης Λάμπρου αναγνώρισε τις 18 μεταλλικές σωλήνες ως αυτές που εκλάπησαν από το χωράφι του. Επιπρόσθετα, καταγγέλθηκε και από τον Χριστόδουλο Χριστοδούλου ότι είχε κλαπεί από το χωράφι του στην ίδια περιοχή που ήταν τα χωράφια των άλλων δυο παραπονουμένων, ένα τάγκι χρώματος κίτρινο χωρητικότητας 20 λίτρων το οποίο ήταν γεμάτο με πετρέλαιο αξίας €
  8. Υποδείχθηκε στον Χριστοδούλου το τάγκι το οποίο ανευρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου, το οποίο αναγνώρισε ως δικό του. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή και ότι συγκεκριμένα στις 21/11/2011 είχε κλέψει αυτά τα αντικείμενα. Γεγονότα στην 25187/11: Στις 29/11/2011 η ώρα 20:30 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KKR 360 στην οδό Νίκαιας στην Λεμεσό. Ανακόπηκε από αστυφύλακες του Τ.Α.Ε. Λεμεσού και από έρευνα εντοπίστηκαν στο όχημα του 360 μέτρα καλωδίων διαφόρων κατηγοριών και διαμετρημάτων συνολικής αξίας €300 κάτω από φύλλα φοινικιάς. Επίσης, ανευρέθηκαν δυο ζευγάρια γάντια, δυο σιγατσάκια και τρεις κουκούλες. Παραλήφθηκαν όλα ως τεκμήρια, ο ίδιος εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση αναφέροντας ότι τα είχε κλέψει από συγκεκριμένη περιοχή όπου υπέδειξε στους αστυφύλακες και στην πορεία διαπιστώθηκε ότι ιδιοκτήτης των εν λόγω καλωδίων ήταν ο Γιάννης Νικολάου ο οποίος ήταν ηλεκτρολόγος και χρησιμοποιούσε τα αντικείμενα αυτά για τις ηλεκτρικές του εγκαταστάσεις, ο οποίος τα αναγνώρισε. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του κατηγορουμένου και την απολογία του για τη διάπραξη των αδικημάτων καθώς επίσης και το λευκό του ποινικό μητρώο. Απέδωσε την παραβατική του συμπεριφορά την περίοδο εκείνη και συγκεκριμένα μεταξύ των αρχών του έτους 2011 και αρχών των 2012, στη συναναστροφή του με άτομα που μέχρι τότε δεν γνώριζε και ότι είχε μπλέξει με ναρκωτικά. Μάλιστα, είπε, στις 21/06/2013 ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στην Ποινική Υπ. Αρ. 1851/12 Ε.Δ. Πάφου σε ποινή φυλάκισης τριών χρόνων μαζί με άλλους κατηγορούμενους για αδικήματα ναρκωτικών. Ανέφερε επίσης, ότι πριν την πιο πάνω χρονική περίοδο, ο κατηγορούμενος ήταν νομοταγής και προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια. Ο ίδιο είχε αναλάβει και την οικονομική στήριξη του ανήλικου τέκνου του, αλλά με την φυλάκιση του η ζωή του διαλύθηκε. Πέραν των πιο πάνω, η συνήγορος, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του, την συνεργασία και ομολογία του στις Αστυνομικές Αρχές για τη διάπραξη όλων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Ο ίδιος με θεληματικές του καταθέσεις ομολόγησε τη διάπραξη και άλλων αδικημάτων για τα οποία δεν είχε συλληφθεί, ειδοποιήθηκαν οι παραπονούμενοι και τους επιστράφηκαν και τα κλαπέντα. Αυτό είπε, καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για ένα κοινό εγκληματία αλλά για ένα ξένο προς αυτά και ο ίδιος μετανοούσε αμέσως. Αναφορικά με τις προσωπικές του συνθήκες, η συνήγορος υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στην οποία αναφέρεται ότι αυτός είναι ηλικίας 43 χρονών, άνεργος και λήπτης Δημοσίου Βοηθήματος ύψους €452 μηνιαίως. Έχει χρέος στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ για το ποσό των €30,000, το οποίο έγινε για κάλυψη προσωπικών του αναγκών και οφείλει επίσης €45,000 σε εντάλματα της Αστυνομίας για τα οποία υπάρχει δόση €50 μηνιαίως. Είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής και υπηρέτησε κανονικά της στρατιωτική του θητεία. Το 1997 τέλεσε γάμο με κύπρια γυναίκα με την οποία χώρισε μετά από δύο χρόνια λόγω προβλημάτων στη σχέση τους. Το 1999 απέκτησε ένα γιο με γυναίκα από τη Ρουμανία την οποία παντρεύτηκε το 2000 και από το 2009 βρίσκονται σε διάσταση. Περαιτέρω, στην Έκθεση αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος από τις 31/01/2012 - που σύμφωνα με τη συνήγορο του η ορθή ημερομηνία είναι 21/01/2012 - μέχρι 18/02/2014 ήταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές. Ο ίδιος αναφέρει ότι στο παρελθόν ενεργούσε επιπόλαια λόγω ανωριμότητας αλλά σήμερα μετά την αποφυλάκιση του αναθεώρησε τον τρόπο σκέψης του, συμπεριφέρεται πιο ώριμα και επιθυμεί να συνεχίσει μια ήρεμη ζωή. Επίσης, αναφέρει ότι διατηρεί πολύ καλή επικοινωνία με τον γιο του και δεν θέλει πλέον να τον πληγώνει με τις πράξεις του. Η συνήγορος του κατηγορουμένου επίσης, ανέφερε ότι μετά την αποφυλάκιση του ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα και δεν έχει σχέση πλέον με την παρανομία. Επίσης, ανέφερε ότι η μητέρα του που ήταν το στήριγμα της οικογένειας είναι σήμερα ασθενής με ανίατη ασθένεια σε σοβαρή μορφή και νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο Λεμεσού. Επιπρόσθετα, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή και περαιτέρω, ήταν η θέση της ότι η παρούσα υπόθεση και αυτές που λαμβάνονται υπόψη, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στην πιο πάνω αναφερομένη υπόθεση στην οποία ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε. Ο λόγος που δεν λήφθηκαν υπόψη είπε, ήταν διότι ο κατηγορούμενος δεν παραδεχόταν τότε τις κατηγορίες των υποθέσεων αυτών. Όπως προκύπτει, είπε, η καταδίκη στην υπόθεση εκείνη έλαβε χώρα στις 21/06/2013 ενώ οι ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων αυτών είναι προγενέστερες και θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη. Με την πιο πάνω θέση συμφώνησε και η κατηγορούσα αρχή και η συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την αρχή της συνολικότητας των ποινών. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης ύψους €3,740 που αφορά την κλοπιμαία περιουσία της κατηγορίας αρ. 6 καθότι δεν κατάφερε να εντοπίσει την παραπονούμενη για να την αποζημιώσει. Δήλωσε όμως, ότι το ποσό αυτό θα καταβληθεί με μηνιαίες δόσεις ύψους €100, θέση με την οποία συμφώνησε και η κατηγορούσα αρχή. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, τότε αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα λόγω όλων των ανωτέρω και ειδικότερα το γεγονός ότι άλλαξε δρόμο και τρόπο ζωής, έχει επιστρέψει όλη την κλοπιμαία περιουσία και αναφορικά με αυτή της κατηγορίας αρ. 6 αποδέχθηκε διάταγμα αποζημίωσης και ότι έχει συχνή και τακτική επαφή με το ανήλικο τέκνο του καθώς επίσης και το λευκό του ποινικό μητρώο. Aναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους φαίνεται άλλωστε και από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Το άρθρο 292(α) του Ποινικού Κώδικα προνοεί ποινή φυλάκισης 7 χρόνων για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας. Το δε άρθρο 266(β) του ιδίου Κώδικα προνοεί φυλάκιση 5 χρόνων για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία ενώ το αδίκημα της κλοπής, σύμφωνα με το άρθρο 262 προνοεί ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τέτοιου είδους προκύπτει επίσης και από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται. Αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον της περιουσίας, παρουσιάζουν δυστυχώς έξαρση. Ως αποτέλεσμα τα Δικαστήρια καλούνται σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου να επιβάλλουν αποτρεπτικές ποινές. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης, είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας

(1991)2 Α.Α.Δ. 222, Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71). Στην Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 104 διακηρύττεται η υποστήριξη του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά και επισημαίνεται ότι αδικήματα εναντίον της περιουσίας όπως κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (βλ. επίσης Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 2 Α.Α.Δ. 194). Οι πιο πάνω επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναδιατυπώθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση στην Δημήτρης Βέλιου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/12, Ημερομηνίας 23/01/2013 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο εφεσειών παραδέχθηκε ενοχή. Αυτή είναι δεδομένη, όπως δεδομένες είναι και οι συνέπειες τους για τα θύματα και την κοινωνία ευρύτερα. Συμφωνούμε επίσης, με τη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων και κυρίως η συχνότητα με την οποία αυτά διαπράττονται, επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους από τα Δικαστήρια. Είναι πιστεύουμε αρκετό να υπενθυμίσουμε την επισήμανση της νομολογίας μας ότι τέτοια αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και δυναμιτίζουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.» Περαιτέρω, παραπέμπω στην Ανδρέας Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 158, Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 487, Αργυρού ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 57, Βαρνάβας Ευγένιου Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485 και Xiaojin κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104) Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη καθώς επίσης και οι συνθήκες διάπραξης τους. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, αυτός διέρρηξε και έκλεψε από τρεις ξεχωριστές κατοικίας διάφορα χρυσαφικά και άλλα αντικείμενα με σκοπό το οικονομικό όφελος. Η εξήγηση που πρόβαλε στις ανακριτικές αρχές ότι ουσιαστικά είχε οικονομικά προβλήματα και διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα, ουδόλως μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία ούτε ελαφρυντικό και δεν μπορεί να μειώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Στην Ιωάννη Τσιλικίδη v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 7/13, Ημερομηνίας 26/03/2013 λέχθηκε ότι η κακή οικονομική κατάσταση του εφεσείοντα δεν μπορούσε, με οποιονδήποτε τρόπο, να θεωρηθεί ότι αυτή δικαιολογούσε τις εγκληματικές πράξεις και ενέργειες του. Συνεχίζοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη, ανέφερε ότι «Η οικονομική κρίση, που επιδεινώνεται στον τόπο μας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ελαφρυντικός παράγων που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας, και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Ούτε η εξήγηση που προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την συνήγορο του και συγκεκριμένα ότι την περίοδο εκείνη είχε μπλέξει με ομάδα ατόμων και με τα ναρκωτικά μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Πρόκειται περί ατόμου ηλικίας σήμερα 43 ετών που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν σε θέση προφανώς να παρασυρθεί σε εγκληματική συμπεριφορά από άλλα άτομα, ούτε η εμπλοκή του σε άλλες εγκληματικές δραστηριότητες μπορεί να δικαιολογήσουν τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Είναι ξεκάθαρο και αυτονόητο ότι τέτοιες συμπεριφορές είναι απαράδεκτες και άκρως καταδικαστέες και το Δικαστήριο έχει καθήκον να στείλει το μήνυμα σε επίδοξους παραβάτες ότι πράξεις που αποσκοπούν σε αποστέρηση περιουσίας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά, όταν αυτές μάλιστα λαμβάνουν χώρα στην ιδιωτική εστία του πολίτη και τείνουν να πλήξουν το αίσθημα ασφάλειας του. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η πιο πάνω συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος δεν ήταν και η μοναδική. Εκτός του ότι σε μια περίοδο 9 μηνών περίπου διέρρηξε και έκλεψε από τρεις ξεχωριστές κατοικίες, διέπραξε και άλλες κλοπές όπως φαίνονται στις τρεις άλλες υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα. Πέραν του γεγονότος ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194) αυτό καταδεικνύει και τη συστηματική και κατ' επανάληψη επίδειξη εγκληματικής συμπεριφοράς από τον κατηγορούμενο. Ουσιαστικά αυτός για περίοδο ενός περίπου έτους διέπραξε τις πιο πάνω διαρρήξεις και κλοπές. Συνολικά ειδωμένη η συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος κατά τους ουσιώδεις χρόνους είναι ιδιαίτερα σοβαρή και ως τέτοια θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος του κατηγορουμένου και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: 1) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 28). 2) Το λευκό του ποινικό μητρώο, στοιχείο που το δίνει τη δυνατότητα να αιτείται της μέγιστης επιείκειας από το Δικαστήριο. 3) Την απολογία και μεταμέλεια του όπως αυτή εκφράστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του. 4) Την ομολογία και συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές μετά από τη σύλληψη του. Να σημειωθεί όμως, ότι στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε επ' αυτοφόρω να κατέχει την κλοπιμαία περιουσία. Επίσης, στις κατηγορίες 1 και 2 της παρούσας υπόθεσης ανευρέθηκαν τα κλοπιμαία αντικείμενα στην κατοχή του και στην προσπάθεια του να τα πουλήσει. Θα λάβω υπόψη μου όμως, ότι μετά τη σύλληψη του γι αυτή τη διάρρηξη και κλοπή ομολόγησε και τις υπόλοιπες διαρρήξεις κάτι που βοήθησε στην πλήρη και ταχεία εξιχνίαση τους. 5) Το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή και φαίνεται να ανέρχεται γύρω στα τρία και πλέον χρόνια. Προκύπτει ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε 10 περίπου μήνες μετά τη εξιχνίαση των αδικημάτων και περαιτέρω, περά της επιλογής του κατηγορουμένου να αρνηθεί αρχικά τις κατηγορίες που ήταν δικαίωμα του, φαίνεται ότι καθυστέρησε η προώθηση της του λόγω μη έγκαιρης επίδοσης της και εμφάνισης του στο Δικαστήριο αφού αυτός τελούσε υπό κράτηση. Στην πορεία η υπόθεση αναβλήθηκε για λόγους που δεν αφορούσαν τον κατηγορούμενο. Έχοντας υπόψη την πορεία της υπόθεσης θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την περαιτέρω καθυστέρηση. Επιπρόσθετα όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει δραματική αλλαγή στις προσωπικές του συνθήκες, πέραν του γεγονότος ότι στο μεσοδιάστημα αυτός καταδικάστηκε σε άλλη υπόθεση σε ποινή φυλάκισης την οποία έκτισε και αποφυλακίστηκε. Παρόλα αυτά, θα λάβω υπόψη μου το χρόνο που παρήλθε και θα του δώσω την ανάλογη βαρύτητα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365) 6) Το είδος και την αξία των κλαπέντων. Στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη πρόκειται για όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αντικείμενα. Στην παρούσα όμως, δεν παραγνωρίζω ότι επρόκειτο για χρυσαφικά και άλλα προσωπικά αντικείμενα των ιδιοκτητών τους άγνωστης φυσικά αξίας πέραν της αξίας των χρυσαφικών της 6ης κατηγορίας που καθορίζεται. 7) Το γεγονός ότι όλη η κλαπείσα περιουσία ανευρέθηκε και επιστράφηκε ή θα επιστραφεί τους παραπονούμενους. Να σημειωθεί όμως ότι αυτό έγινε εφόσον ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε να κατέχει την εν λόγω περιουσία και όταν ο ίδιος υπέδειξε άλλη μετά τη σύλληψη του εκτός από τα χρυσαφικά αξίας €3,740 που δεν ανευρέθηκαν. 8) Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου, την πρόθεση του κατηγορούμενου να αποζημιώσει την παραπονούμενη για την πιο πάνω αξία των χρυσαφικών όπως εκφράστηκε από τη συνήγορο του καθώς επίσης και τη συγκατάθεση του για έκδοση διατάγματος αποζημίωσης ύψους €3,740 που έχει δικαιοδοσία το παρόν Δικαστήριο να εκδώσει. Αναφορικά με το κατά πόσο το Δικαστήριο θα εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα όπως τα μέρη έχουν προτείνει, θα αναφερθώ κατωτέρω. Εκείνο το οποίο όμως λαμβάνω υπόψη μου, είναι την πρόθεση του κατηγορούμενου να αποζημιώσει κάτι το οποίο σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη συμπεριφορά του μετά τη διάπραξη των αδικημάτων καταδεικνύει την μεταμέλεια του. Φυσικά, περισσότερη βαρύτητα θα είχε η πλήρης και άμεση αποζημίωση του θύματος από τον κατηγορούμενο, στο βαθμό που αυτό το στοιχείο μπορεί να παίξει ρόλο στην επιβαλλόμενη ποινή. Στην Καραμανλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248 λέχθηκε ότι η αποζημίωση του θύματος δεν είναι βαρυσήμαντο στοιχείο. Παρόλα αυτά, το στοιχείο αυτό προσμετρά για να καταδείξει την μεταμέλεια του κατηγορουμένου, την οποία εν πάσει περιπτώσει λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση. Αναφορικά με το διάταγμα αποζημίωσης, το οποίο ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να εκδοθεί με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω, παρατηρώ τα ακόλουθα: Κατ' αρχή με βάση το άρθρο 24 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60, το Δικαστήριο δύναται επιπροσθέτως ή σε υποκατάσταση οποιασδήποτε ποινής να εκδώσει διάταγμα αποζημίωσης μη υπερβαίνουσας τις €6,000. Όπως προκύπτει από το λεκτικό η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου είναι διακριτική. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα "SENTENCING IN CYPRUS", 2nd Edition, p.37 αναφέρεται ότι είναι επιθυμητή πρακτική να εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης προς το θύμα σε ποινική διαδικασία όταν το ποσό είναι μικρό και εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εφόσον τα μέρη έχουν συμφωνήσει γι αυτό. Επίσης, αναφέρεται ότι ένα τέτοιο διάταγμα είναι δραστικό μέτρο καθότι εισπράττεται ως χρηματική ποινή με βάση τις πρόνοιες του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και αποφεύγεται η πολλαπλότητα των διαδικασιών και περισώζεται χρήμα και ταλαιπωρία των μερών (βλ. επίσης Υiangos Katsari and Others v. Androulla Hambi
(1969)1 C.L.R. 298, Aνδρέας Ευτυχίου άλλως Ραιφ Χασσαν v. Της Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 78)). Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, παρατηρώ ότι στην παρούσα περίπτωση υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών για έκδοση διατάγματος αποζημίωσης για το ποσό των €3,740 και επίσης καθορίζεται και ο χρόνος και τρόπος πληρωμής του. Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι τέτοιου είδους διατάγματα θα πρέπει να καταβάλλονται και να εξοφλούνται δια μιας για να εξυπηρετείται καλύτερα ο σκοπός της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου, εντούτοις φαίνεται από το λεκτικό του σχετικού άρθρου του Νόμου να μην απαγορεύεται η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος του οποίου η εξόφληση θα λάβει χώρα δια μηνιαίων δόσεων. Στην παρούσα περίπτωση έλαβα υπόψη μου τη συμφωνία των μερών για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος και παρά το γεγονός ότι η έκδοση του ή μη δεν θα παίξει οποιοδήποτε σημαντικό ρόλο στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, πέραν των πιο πάνω που ανάφερα σε σχέση με την μεταμέλεια του κατηγορούμενου, έχω καταλήξει όπως εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. 9) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες όπως αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όσα τέθηκαν ενώπιον μου από την συνήγορο του και ειδικότερα: α) Ότι είναι ηλικίας 43 ετών, πατέρας ενός ανήλικου τέκνου ηλικίας 15 ετών, βρίσκεται σε διάσταση με τη Β΄ σύζυγο του από το 2009 και ότι αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. β) Ότι ήταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές από 21/01/2012 μέχρι 18/02/2014. γ) Ότι η μητέρα του αντιμετωπίζει σοβαρή ασθένεια και νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο Λεμεσού, παρόλο που δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία γι αυτό. δ) την αναφορά του ότι μετά την αποφυλάκιση του έχει αλλάξει τρόπο ζωής και δεν έχει απασχολήσει εκ νέου τις αρχές με άλλη παραβατική συμπεριφορά. Όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά του κατηγορούμενου όμως και οι προσωπικές του συνθήκες δεν είναι τέτοια που συνολικά ιδωμένα μπορούν να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας του. Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά, βρίσκονται σε έξαρση και υπάρχει ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Παρόλα αυτά όλα τα ανωτέρω, θα ληφθούν υπόψη και θα παίξουν σημαντικό ρόλο στο ύψος των ποινών που θα επιβληθούν. Προτού καταλήξω στο ύψος της ποινής όμως, θα πρέπει να εξεταστεί και μια άλλη παράμετρος στην παρούσα υπόθεση, αυτή της συνολικότητας των ποινών όπως την έθεσε η συνήγορος του. Εκείνο που προκύπτει από τα όσα λέχθηκαν είναι ότι η παρούσα υπόθεση και οι υπόλοιπες που λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα, θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στα πλαίσια της υπόθεσης αρ. 1851/12 Ε.Δ. Πάφου. Αναφορικά με εκείνη την υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου από τη συνήγορο, αντίγραφο του κειμένου της ποινής ημερομηνίας 21/06/2013. Όπως προκύπτει από αυτό, ο κατηγορούμενος μαζί με άλλους συγκατηγορούμενους του καταδικάστηκαν για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος που σχετίζεται με την κατοχή διαφόρων τάξεων και ποσοτήτων ναρκωτικών καθώς επίσης και για κατοχή των εν λόγω ειδών και ποσοτήτων των ναρκωτικών, κατοχή με σκοπό την προμήθεια και προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για την κατοχή 141,7164 γραμμάρια κάνναβης και για την κατοχή τους με σκοπό την προμήθεια καθώς επίσης και στις κατηγορίες της προμήθειας σε τρίτα πρόσωπα ηρωίνης, κοκαίνης και κάνναβης. Επίσης, καταδικάστηκε για την κατοχή 13,6075 γραμμαρίων ηρωίνης και 7,4878 γραμμαρίων κοκαϊνης και κατοχή των λόγω ποσοτήτων με σκοπό την προμήθεια. Περαιτέρω, καταδικάστηκε και για κατοχή ιχνών κάνναβης που ανευρέθηκαν σε ζυγαριές ακριβείας. Για όλα τα πιο πάνω αδικήματα, επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο διάφορες ποινές φυλακίσεως με ανώτερη αυτή των 3 ετών. Η συνήγορος ανέφερε ότι μετά την καταδίκη του κατηγορούμενου στην πιο πάνω υπόθεση, θα μπορούσε να ζητηθεί να ληφθεί υπόψη και η παρούσα υπόθεση και οι άλλες που λαμβάνονται υπόψη, αλλά αυτό δεν έγινε διότι δεν ζητήθηκαν και διότι τότε ο κατηγορούμενος δεν παραδεχόταν τις κατηγορίες των υποθέσεων αυτών. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής συμφώνησε ότι αν ζητούνταν, θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη. Στην Μιχάλης Παραρε v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 46/2013, Ημερομηνίας 20/03/2013, αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία και προκύπτει ουσιαστικά ότι υποθέσεις με διαφορετικά αδικήματα μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την επιβολή ποινής και στην περίπτωση που δεν γίνει, είναι ζήτημα πλέον του Δικαστηρίου στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας για το πώς θα μεταχειριστεί τον κατηγορούμενο. Επομένως, θεωρώ ότι ασχέτως της διαφορετικής φύσης των αδικημάτων της παρούσας από την ανωτέρω υπόθεση που καταδικάστηκε, θα μπορούσε η παρούσα και οι άλλες υποθέσεις να είχαν ληφθεί υπόψη αν ζητείτο κάτι τέτοιο (βλ. επίσης Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443). Όπως προκύπτει από τη νομολογία ο παράγοντας αυτός θα πρέπει να προσμετρηθεί υπέρ του κατηγορουμένου. Στην Δημήτρης Βέλιου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/12, Ημερ. 22/01/2013 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.» Το πιο πάνω γεγονός θα πρέπει να προσμετρήσει ουσιωδώς στην όλη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου υπό το φως της έτερης και προεξάρχουσας αρχής ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Μιχάλης Παραρε v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Στην εν λόγω απόφαση επίσης λέχθηκε ότι η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το άρθρο 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως των καταληκτικών λέξεων του εδαφίου
(2), σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου (βλ. Χριστοφόρου v. Αστυνομίας (ανωτέρω), Θεοδώρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφεση Αρ. 72/2010, ημερ. 19/09/2011 και Κέρκης v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433). Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο η ποινή που θα επιβαλλόταν στην άλλη υπόθεση που θα μπορούσε η παρούσα να ληφθεί υπόψη θα ήταν ουσιωδώς διαφορετική και μεγαλύτερη από αυτή που ήδη έχει επιβληθεί. Ουσιαστικά το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει να σταθμίσει όλους του σχετικούς παράγοντες έτσι ώστε η ποινή που θα επιβληθεί να μην είναι δυσανάλογη με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Στην παρούσα περίπτωση, τα αδικήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στην Ποιν. Υπ. Αρ. 1851/12 Ε.Δ. Πάφου είναι πολύ σοβαρά και κάποια από αυτά σοβαρότερα από αυτά της παρούσας λαμβανομένου υπόψη το ύψος των ποινών που επισύρουν και την ποσότητα και είδος των ναρκωτικών. Από την άλλη όμως και τα αδικήματα της παρούσας και των άλλων υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη είναι ιδιαίτερα σοβαρά και βρίσκονται σε έξαρση. Επίσης, τα περιστατικά διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά αφού καταδεικνύουν μια συστηματική συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω, είναι και διαφορετικής φύσης από εκείνα για τα οποία καταδικάστηκε στην άλλη υπόθεση. Ως εκ τούτου είμαι της άποψης ότι στην περίπτωση που η παρούσα αλλά και οι άλλες υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη τεθέντων ενώπιον του άλλου Δικαστηρίου, η ποινή που θα επιβαλλόταν στον κατηγορούμενο θα ήταν ουσιωδώς διαφορετική. Ουσιαστικά η άσκηση αυτή και ποια θα ήταν η ποινή στην άλλη υπόθεση αν λαμβάνονταν υπόψη και οι παρούσες δεν μπορεί να είναι βέβαιο και το ζήτημα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι στην παρούσα ο κατηγορούμενος έχει ήδη εκτίσει την ποινή φυλάκισης που του είχε επιβληθεί στην άλλη υπόθεση και έχει αποφυλακιστεί, στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, αφού δεν τίθεται θέμα συνολικής ποινής που θα εκτίσει αλλά ουσιαστικά η παραπομπή του εκ νέου στη φυλακή. Θα λάβω υπόψη μου όλα τα ανωτέρω σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Παραμένει όμως ως γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του την υπόθεση αυτή και τις άλλες που λαμβάνονται υπόψη στις οποίες θα πρέπει να επιβάλει ποινές για τις αξιόποινες πράξεις του κατηγορουμένου. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την ανάγκη για αποτροπή και τις περιστάσεις διάπραξης τους από τη μια και όλα τα ανωτέρω ελαφρυντικά του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι θα μπορούσε η παρούσα να ζητηθεί και να είχε ληφθεί υπόψη στην άλλη υπόθεση για σκοπούς επιβολής ποινής τότε, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: 1) Στις κατηγορίες αρ. 1, 3 και 5, ποινή φυλάκισης 9 μηνών. 2) Στις κατηγορίες αρ. 2, 4 και 6, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Όλες οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Για σκοπούς των πιο πάνω ποινών, λήφθηκαν υπόψη και οι υποθέσεις αρ. 25187/11 Ε.Δ. Λεμεσού, 2869/12 και 4257/12 Ε.Δ. Πάφου. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των πιο πάνω ποινών που επιβλήθηκαν, ως ήταν και η εισήγηση της υπεράσπισης. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373) Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 . Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσο θα ανασταλεί η ποινή φυλακίσεως: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλ. επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Στην παρούσα περίπτωση η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη το ίδιο και οι περιστάσεις διάπραξης τους. Ο κατηγορούμενος για μια περίοδο ενός περίπου έτους συστηματικά επιδιδόταν σε διαρρήξεις και κλοπές με απώτερο κίνητρο και σκοπό το οικονομικό όφελος. Επίσης, το λευκό του ποινικό μητρώο και η μεταμέλεια του έχουν δεόντως ληφθεί υπόψη ανωτέρω και έπαιξαν ρόλο στο ύψος των ποινών που του επιβλήθηκαν. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ούτε το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και ειδικότερα η αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας των ποινών και τα γεγονότα που περιβάλουν το ζήτημα αυτό όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δικαιολογούν ένα τέτοιο διάταγμα. Πέραν του ότι λήφθηκαν υπόψη ανωτέρω και έπαιξαν ουσιώδη ρόλο στο ύψος της ποινής, στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα που αντιμετωπίζει είναι διαφορετικής φύσεως από αυτά που καταδικάστηκε στην Ποιν. Υπ. Αρ. 1851/12 Ε.Δ. Πάφου, δεν λήφθηκαν υπόψη στην εν λόγω υπόθεση διότι ο ίδιος δεν το ζήτησε εφόσον δεν παραδεχόταν ενοχή σε όλες τις κατηγορίες όπως είναι διατυπωμένες στο κατηγορητήριο που εν τέλει παραδέχτηκε και όπως αναφέρθηκε ανωτέρω ακόμη και να λαμβάνονταν υπόψη η ποινή κατά την κρίση μου θα ήταν ουσιωδώς διαφορετική (βλ. Ανδρέας Γεωργίου Κουφού και Άλλος v. Της Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 396). Επομένως, κρίνω ότι τυχόν άμεση ποινή φυλάκισης δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο και οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από αυτές στην Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 38/2013, Ημερομηνίας 13/05/2013, όπου εκ παραδρομής η κατηγορούσα αρχή δεν είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου που ο κατηγορούμενος αρχικά καταδικάστηκε παρόλο που κάτι τέτοιο είχε ζητηθεί. Περαιτέρω, ούτε οι προσωπικές του συνθήκες είναι τέτοιες που θα δικαιολογούσαν ένα τέτοιο διάταγμα. Έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι είναι άνεργος και αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου με το οποίο έχει συχνή επαφή και τα προβλήματα υγείας της μητέρας του, αλλά όλα αυτά λήφθηκαν δεόντως υπόψη ανωτέρω και έπαιξαν ρόλο στο ύψος της ποινής. Ισοζυγίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και όλες τις περιστάσεις διάπραξης τους και την ανάγκη για αποτροπή από τη μια και όλα τα ανωτέρω από την άλλη, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν. Όσα αντικείμενα και τεκμήρια υπάρχουν στην κατοχή της αστυνομίας, να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες και δικαιούχους τους. Επιπρόσθετα από την πιο πάνω ποινή και εν όψει της συγκατάθεσης του κατηγορουμένου και της κατηγορούσας αρχής, εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60με το οποίο διατάσσεται ο κατηγορούμενος όπως καταβάλει στην παραπονούμενη Γεωργία Πέτρου το ποσό των €3,740. Η καταβολή του ποσού αυτού θα αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος θα βρίσκεται στη φυλακή και θα εκτίει την παρούσα ποινή καθώς επίσης και τους επόμενους τρείς μήνες μετά την αποφυλάκιση του και ακολούθως η αποπληρωμή του θα γίνει δια μηναίων δόσεων ύψους €100 έκαστη η οποία θα καταβάλλεται την 1ην ημέρα εκάστου επόμενου μηνός μέχρι εξόφλησης του. Τα έξοδα της παρούσας υπόθεσης ύψους €90, της Ποιν. Υπ. Αρ. 2869/12 Ε.Δ. Πάφου ύψους €15 και της Ποιν. Υπ. Αρ. 4257/12 Ε.Δ. Πάφου ύψους €15, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............ Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.