Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 7883/11, 4/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7883/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 04.02.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Ε. Κορακίδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154, δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 και πρόκλησης ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 18.12.10 στη συμβολή των οδών Άντη Παπαδόπουλου και Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Πάφο: (α) επιτέθηκε εναντίον των Κώστα και Μάριου Ιωάννου από την Πάφο μέσα από τις οποίες προκάλεσε στον τελευταίο (Μάριο Ιωάννου) πραγματική σωματική βλάβη (πρώτη και τέταρτη κατηγορία), (β) εξύβρισε τον Μάριο Ιωάννου με τη φράση "Γαμώ την μάνα σου" κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση (δεύτερη κατηγορία), (γ) χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης (τρίτη κατηγορία). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 6 μάρτυρες και συγκεκριμένα τoν αστυφύλακα 3794 Φίλιππο Κωνσταντινίδη (ΜΚ1), τους δύο παραπονούμενους της υπόθεσης Μάριο Ιωάννου (ΜΚ2) και Κώστα Ιωάννου (ΜΚ3), τον Δρ. Νεκτάριο Σιδηρόπουλο (ΜΚ4), ιατρό στον Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, τον Πανίκο Ιωάννου (ΜΚ5), πατέρα των δύο παραπονούμενων, καθώς και τον ορθοπεδικό ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου Δρ. Γιαννάκη Χριστοδούλου (ΜΚ6). Παράλληλα κατατέθηκαν 8 τεκμήρια. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της παρούσας υπόθεσης και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του προσκόμισε γραπτή κατάθεση που παρουσίασε σαν Τεκμήριο 1, μέσα από την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μεταξύ των ωρών 23:30 της 20.12.10 κι 01:00 της 21.12.10 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε ότι εξύβρισε και/ή επιτέθηκε εναντίον των παραπονούμενων προβάλλοντας την εκδοχή ότι αυτός ήταν που εξυβρίστηκε και υπέστηκε επίθεση από τα άτομα αυτά. Περαιτέρω σημειώνεται ότι αργότερα της ίδιας ημέρας ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, ο οποίος, αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, τις αρνήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε τη γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου καθώς και το αστυνομικό έντυπο γραπτών κατηγοριών, έγγραφα που έθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 2 και
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν κατέστη δυνατή η λήψη κατάθεσης από μία γειτόνισσα των παραπονούμενων που φέρεται να ήταν παρούσα όταν συνέβη το επίδικο περιστατικό επειδή η ίδια δεν επιθυμούσε. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2 παρουσίασε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 19.12.10 την οποία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σαν Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της στις 18.12.10 και περί ώρα 23:30 ο ΜΚ2 επέστρεφε από Λεμεσό στην Πάφο οδηγώντας το όχημα του εντός του οποίου επέβαινε ως συνοδηγός η μητέρα του. Το όχημα του εν λόγω μάρτυρα κινείτο στην οδό Αλέξανδρου Υψηλάντη ερχόμενο από την περιοχή 'Δασούι' με κατεύθυνση το περίπτερο 'Time Out' όταν σε κάποια στιγμή σταμάτησε με σκοπό να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Άντη Παπαδοπούλου. Στην αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν ένα όχημα το οποίο σύμφωνα με την πορεία του έστριψε αριστερά και εισήλθε στην οδό Άντη Παπαδοπούλου. Όταν βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός το όχημα του ΜΚ2 εισήλθε στη δεξιά λωρίδα της Αλέξανδρου Υψηλάντη και από εκεί εκκίνησε για να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Άντη Παπαδοπούλου. Τότε ο ΜΚ2 πρόσεξε ότι το προηγούμενο όχημα είχε βάλει όπισθεν και ερχόταν με ταχύτητα προς το μέρος του οχήματος του ΜΚ
- Ο ΜΚ2 σταμάτησε το όχημα του και κόρναρε για να κάνει αισθητή την παρουσία του στο χώρο έτσι ώστε να μην υπάρξει τροχαίο ατύχημα. Επειδή το άλλο όχημα συνέχιζε την όπισθεν πορεία του ο ΜΚ2 συνέχισε να κορνάρει ενώ παράλληλα άνοιξε το όχημα του και φώναξε στον άλλο οδηγό τι κάνει και που πηγαίνει. Ακολούθως, ο οδηγός του άλλου οχήματος που επρόκειτο για τον κατηγορούμενο σταμάτησε το όχημα του και το τοποθέτησε απέναντι από το όχημα του ΜΚ2 σε στάση εξ' αντιθέτου κατεύθυνσης. Τα παράθυρα και των δύο οχημάτων ήταν ανοικτά και ο κατηγορούμενος σε έξαλλη κατάσταση άρχισε να απειλεί τον ΜΚ2 ότι θα τον κτυπήσει, ότι θα τον σκοτώσει καθώς επίσης τον εξύβρισε με τη φράση "Γαμώ την μάνα σου". Ο ΜΚ2 μετακίνησε το όχημα του στην άκρη του δρόμου και εξήλθε αυτού. Την ίδια στιγμή ο αδελφός του ΜΚ2, ο οποίος βρισκόταν κοντά και ειδικότερα έξω από ην οικία των γονιών του στην οδό Άντη Παπαδοπούλου, αφού άκουσε τις φωνές του κατηγορουμένου, προσέγγισε τον κατηγορούμενο. Στο όχημα του κατηγορουμένου μετέβηκε και ο ΜΚ
- Ο κατηγορούμενος κατέβηκε κάτω και τους φώναζε και τους απειλούσε. Ο ΜΚ2 κάλεσε την αστυνομία ενώ ο αδελφός του συζητούσε με τον κατηγορούμενο όταν σε κάποια στιγμή ο τελευταίος επιτέθηκε στον αδελφό του αρπάζοντας τον από το γιακά με τα χέρια του κόβοντας του τον σταυρό που φορούσε. Στο μεταξύ ήλθαν στο μέρος οι γονείς του ΜΚ2 καθώς και η σύζυγος του αδελφού του. Ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος, ο οποίος ήλθε και τον κτύπησε με γροθιές στο στήθος και στο δεξί ώμο. Στη συνέχεια έγιναν προσπάθειες από τον ΜΚ2, τον πατέρα του και το αδελφό του για να τον ηρεμήσουν χωρίς κανένας να τον κτυπήσει. Ο ΜΚ2 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του απολογηθεί για την εξύβριση, πράγμα που αυτός αρνήθηκε να πράξει λέγοντας ασυναρτησίες. Ο ΜΚ2 τότε του είπε να φύγει από το μέρος, πράγμα που ο κατηγορούμενος έπραξε. Ακολούθως όλη η οικογένεια του ΜΚ2 πήγαν στην οικία του πατέρα του για να ηρεμήσουν. Εκεί ο πατέρας του τους είπε ότι ο κατηγορούμενος ήταν γνωστός του αφού ο πατέρας του ήταν αστυνομικός όπως και αυτός. Ο ΜΚ2 μετέβηκε στην οικία του αλλά επειδή ο πόνος στον ώμο του συνέχιζε περί ώρα 04:00 στις 19.12.10 τηλεφώνησε στον πατέρα του, ο οποίος ήλθε και τον μετέφερε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Κατόπιν ακτινολογικού ελέγχου ο ΜΚ2 ενημερώθηκε ότι είχε εξάρθρωση δεξιού ώμου και επειδή δεν κατέστη δυνατό το πρόβλημα να διορθωθεί επί τόπου, το τραύμα αποκαταστάθηκε κάτω από γενική νάρκωση και μέσω διαδικασίας εγχείρησης. Περί ώρα 09:30 της ίδιας ημέρας ο ΜΚ2 εξήλθε του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2 ανάφερε ότι αισθάνθηκε πόνο αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό και παρόλο ότι πήρε παυσίπονο εντούτοις συνέχισε να αισθάνεται πόνο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως επειδή στο παρελθόν αντιμετώπιζε συχνά εξάρθρωση ώμου χειρουργήθηκε πριν από 7 χρόνια στην Θεσσαλονίκη όπου του τοποθέτησαν ένα γάντζο για να συγκρατεί τον ώμο. Ο εν λόγω μάρτυρας είπε ο ώμος του βγαίνει λόγω μιας απότομης κίνησης, ενός δυνατού κτυπήματος και εξαιτίας του αθλήματος της καλαθόσφαιρας αλλά διευκρίνισε ότι από τότε που υπεβλήθηκε σε εγχείριση δεν υπέστηκε εξάρθρωση του ώμου. Ερχόμενος στο επίδικο περιστατικό ο ΜΚ2 αφού περίγραψε εκ νέου πως αυτό συνέβηκε, διευκρίνισε ότι έστριψε το τιμόνι και ήταν έτοιμος να εισέλθει στην οδό Άντη Παπαδοπούλου όταν πρόσεξε το όχημα του κατηγορουμένου να βάζει τρεις φορές ακανόνιστες όπισθεν, πότε δεξιά και πότε αριστερά, με το όχημα να φαίνεται ότι ήταν ακυβέρνητο. Επίσης ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι μετά που μετακίνησε το όχημα από το δρόμο στο πεζοδρόμιο, ο ίδιος πήγε στο παράθυρο του οχήματος του κατηγορουμένου, εκεί που βρισκόταν ήδη και ο αδελφός του. Παράλληλα, ο ΜΚ2 απέρριψε τις θέσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν μετέφερε το όχημα στο πεζοδρόμιο της οδού Άντη Παπαδοπούλου αλλά σκόπιμα το τοποθέτησε σε τέτοιο σημείο για να παρεμποδίσει τον κατηγορούμενο από του να φύγει και ότι ο ίδιος πήγε στη μία πλευρά του οχήματος του κατηγορουμένου και ο αδελφός του στην άλλη εμποδίζοντας τον κατηγορούμενο να φύγει και προκαλώντας τον να εξέλθει του οχήματος του. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι μαζί με τον αδελφό του κτύπησαν και εξύβρισαν τον κατηγορούμενο. Επιπλέον ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι ξεγέλασε τον κατηγορούμενο παροτρύνοντας τον να αποχωρήσει από το μέρος για να μην εξακριβώσει η αστυνομία τι πραγματικά συνέβηκε, λέγοντας πως δεν ήταν δυνατό να κρατηθεί εκεί ο κατηγορούμενος επειδή ήταν μεθυσμένος, βίαιος και σε έξαλλη κατάσταση. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ3 παρουσίασε ως μέρος αυτής γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 19.12.10, την οποία έθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο
- Με βάση το περιεχόμενο της στις 19.12.10 και περί ώρα 00:30 ο ΜΚ3, ενώ βρισκόταν στην αυλή της οικίας του, άκουσε λογομαχίες ακριβώς έξω από την κατοικία του που όταν βγήκε έξω διαπίστωσε ότι ήταν μεταξύ του αδελφού του (ΜΚ2), της μητέρας του και του κατηγορουμένου. Ο ΜΚ3 διαμένει μαζί με τον αδελφό του (ΜΚ2) στην πολυκατοικία με την ονομασία 'Ελένης και Πανίκος Court' στην οδό Άντη Παπαδοπούλου αρ.1 στην Πάφο. Ο ΜΚ3 άκουσε τον κατηγορούμενο να εξυβρίζει τον ΜΚ2 και την μητέρα του. Το όχημα του ΜΚ2 ήταν σταθμευμένο στη μέση του δρόμου και ακριβώς μπροστά από το όχημα του κατηγορουμένου. Ο εν λόγω μάρτυρας πλησίασε τον κατηγορούμενο που εκείνη τη στιγμή αυτός βρισκόταν εντός του οχήματος του και ειδικότερα στη θέση του οδηγού όπου από το ανοιχτό παράθυρο του ζήτησε με καλό τρόπο να σταματήσει να βρίζει τον ΜΚ2 και την μητέρα του και να τους απολογηθεί. Ο κατηγορούμενος όμως με το ένα του χέρι τον άρπαξε από το πουκάμισο στο μέρος του λαιμού κόβοντας του τα χρυσό σταυρό με τη χρυσή καδένα που φορούσε, προκαλώντας του ταυτόχρονα γδάρσιμο στο λαιμό. Ακολούθως κατέβηκε από το όχημα και αφού πλησίασε τον ΜΚ2 που και αυτός ταυτόχρονα κατέβηκε από το δικό του, του επιτέθηκε σπρώχνοντας τον με τα χέρια του στον ώμο του. Στη συνέχεια στράφηκε εναντίον του πατέρα των ΜΚ2 και ΜΚ3 που και αυτός ήλθε στο μέρος προσπαθώντας να τον κτυπήσει αλλά επενέβηκε ο ΜΚ3 με αποτέλεσμα να κτυπηθεί στον αστράγαλο του δεξιού του ποδιού. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε να βρίζει και μετά έφυγε από το μέρος με τον ΜΚ3 να επιστρέφει στην οικία του. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ3 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν επενέβηκε για να μην κτυπήσει ο κατηγορούμενος τον πατέρα του, ο ίδιος κτυπήθηκε στον αστράγαλο του αριστερού ποδιού του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως στις 19.12.10 και περί ώρα 05:00 επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί λόγω του επιδίκου περιστατικού που συνέβηκε αισθάνθηκε την ανάγκη να τηλεφωνήσει στην μητέρα του για να διαπιστώσει αν είναι καλά, πράγμα που έπραξε. Αναφερόμενος στο επίδικο περιστατικό ο ΜΚ3 δήλωσε πως ενώ βρισκόταν στην είσοδο της οικίας του άκουσε λογομαχίες και συγκεκριμένα άκουσε κάποιον να λέει 'Προσπαθείς να μας σκοτώσεις' και τον κατηγορούμενο απευθυνόμενο κατευθείαν στην μητέρα του και όχι στον ΜΚ2 να της λέει "Γαμώ την μάνα σου". Ο εν λόγω μάρτυρας υπολόγισε στα 5 μέτρα την απόσταση της εισόδου της οικίας του από το κέντρο των οδών Αλέξανδρου Υψηλάντη και Άντη Παπαδοπούλου. Ως προς τα ενεχόμενα οχήματα ο μάρτυρας είπε ότι αυτά ήταν ακινητοποιημένα στη μέση του δρόμου και σε τέτοια θέση ώστε το παράθυρο του οδηγού στο όχημα του κατηγορουμένου ήταν απέναντι από το παράθυρο του συνοδηγού στο όχημα του ΜΚ
- Τα οχήματα αυτά παρέμειναν στη θέση αυτή χωρίς να μετακινηθούν καθ' οιονδήποτε στιγμή παρά μόνο μετακινήθηκαν μετά τη λήξη του επιδίκου επεισοδίου όταν οι οδηγοί τους αποχώρησαν από το μέρος. Τότε ήταν που ο κατηγορούμενος εξύβρισε τόσο την μητέρα του με την προαναφερόμενη φράση όσο και τον ΜΚ2 με τη λέξη "Μαλάκα". Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ερχόντουσαν όλοι με δύο οχήματα από τον αδελφό του. Συγκεκριμένα στο όχημα του ΜΚ2 οδηγός ήταν ο αδελφός και συνοδηγός η μητέρα του ενώ ακολουθούσε το όχημα στο οποίο οδηγός ήταν ο πατέρας του, συνοδηγός ο ίδιος και συνεπιβάτης η σύζυγος του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον ΜΚ2 στον ώμο προκαλώντας του εξάρθρωση και παράλληλα προσπάθησε να κτυπήσει τον πατέρα του αλλά επενέβηκε ο ΜΚ3 με αποτέλεσμα τα πόδια του να μπερδευτούν στα πόδια του κατηγορουμένου και ο τελευταίος να τον πατήσει στον αστράγαλο του αριστερού ποδιού του. Όπως περαιτέρω είπε ο ΜΚ3, ο κατηγορούμενος φοβούμενος μήπως αντιληφθεί τη συμπεριφορά του η γείτονας του κυρία Σταυρούλλα που βγήκε έξω για να δει τι συνέβαινε, απολογήθηκε στον πατέρα του και αφού ο πατέρας του είπε στον κατηγορούμενο ότι είναι αστυνομικός και ακόμη προσπάθησε να απολογηθεί στον μάρτυρα και στον ΜΚ3 αλλά αυτοί δεν δέχθηκαν τη συγγνώμη του με τον πατέρα του να επιμένει να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Σύμφωνα ακόμη με τον ΜΚ3, η γειτόνισσα Σταυρούλλα προσπάθησε να συμφιλιώσει τον πατέρα του με τον κατηγορούμενο, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν δεχόταν να ζητήσει συγγνώμη και τους απειλούσε με τη φράση "Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, εν να δεις τι θα σας κάνω". Επιπλέον ο ΜΚ3 ανάφερε ότι μετά το περιστατικό ο καθένας πήγε στο σπίτι του. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ4 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 19.12.10 εξέτασε τον ΜΚ2 μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό. Κατόπιν κλινικής εξέτασης και μέσα από ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε εξάρθρωση δεξιού ώμου. Στον ΜΚ2 χορηγήθηκε ισχυρή παυσίπονη ένεση πεθιδίνης καθώς και ένεση stemetil για να μην προκληθεί ζάλη στον ασθενή αλλά και για να χαλαρώσει ο ώμος και να γίνει κατορθωτό η ανάταξη του ώμου. Ωστόσο λόγω της σοβαρότητας της εξάρθρωσης δεν κατέστη δυνατό να γίνει ανάταξη του ώμου στην ορθή ανατομική θέση και γι' αυτό εισήχθηκε ο ασθενής στον ορθοπεδικό θάλαμο για να γίνει ανάταξη στο χειρουργείο. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ιατρικό έντυπο κλινικής εικόνας του ΜΚ2 ως Τεκμήριο 6 μέσα από το οποίο καταγράφεται ως διάγνωση εξάρθρωση δεξιού ώμου με τον ασθενή να εμφανίζει συχνά τέτοια εξάρθρωση και να έχει στο παρελθόν χειρουργηθεί. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως εξέτασε τον ασθενή περί 05:19-05:
- Ο εν λόγω μάρτυρας σημείωσε ακόμη ότι εξάρθρωση του ώμου προκαλείται όταν ασκηθεί μεγάλη πίεση στον ώμο, όπως για παράδειγμα σπρώξιμο πέφτοντας στον ώμο με μεγάλη φόρα, ώστε αυτός να μετατοπιστεί από τη θέση του. Ωστόσο μετά την πρώτη εξάρθρωση η συχνότητα πρόκληση τους αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο με αποτέλεσμα να συμβεί και με μια κίνηση. Είναι η γνώμη του εν λόγω μάρτυρα ότι στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο ότι ο ασθενής έχει ιστορικό συχνών εξαρθρώσεων ώμου, το τραύμα ήταν πολύ άσχημο επειδή η εξάρθρωση δεν μπορούσε να αναταχθεί στο τμήμα επειγόντων με τη χορήγηση πεθιδίνης που συνήθως επιτυγχάνεται. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ5 ανάφερε ότι διαμένει μαζί με τη σύζυγο του στην οδό Άντη Παπαδόπουλου αρ.5 στην Πάφο ενώ τα παιδία του ΜΚ2 και Μκ3 διαμένουν στην ίδια οδό αλλά στον αριθμό
- Ως μέρος της κυρίως εξέτασης ο εν λόγω μάρτυρας προσκόμισε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 23.12.10, την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στις 18.12.10 και περί ώρα 23:30 οδηγούσε το όχημα του με συνεπιβάτες τον ΜΚ3 και τη νύμφη του Μαριάννα Ιωάννου όταν στη συμβολή των οδών Αλέξανδρου Υψηλάντη και Άντη Παπαδόπουλου έστριψε δεξιά και έφθασε στην οικία του. Ο ΜΚ3 μαζί με τη σύζυγο του πήγαν στην οικία τους και ενώ ο ίδιος ήταν έτοιμος να πράξει το ίδιο άκουσε φωνές στη διασταύρωση των οδών Αλέξανδρου Υψηλάντη και Άντη Παπαδόπουλου και πρόσεξε το όχημα του ΜΚ2 να είναι ακινητοποιημένο στη μέση του δρόμου μαζί με το όχημα του κατηγορουμένου. Προσέγγισε το μέρος όπου ο ΜΚ2 του ανάφερε την εκδοχή του για τα γεγονότα που συνέβησαν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τότε ο μάρτυρας αποτάθηκε στον κατηγορούμενο παροτρύνοντας τον επανειλημμένα να φύγει από το μέρος, πράγμα που προσέκρουσε στην άρνηση του ΜΚ3 που ζητούσε πρώτα από τον κατηγορούμενο να απολογηθεί στη μητέρα του. Παράλληλα ο ΜΚ3 ειδοποίησε την αστυνομία. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος προσπάθησε να σπρώξει τον ΜΚ5 αλλά επενέβηκε ο ΜΚ
- Ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον ΜΚ3 αρπάζοντας τον από το λαιμό με αποτέλεσμα να του κόψει την καδένα του σταυρού πέφτοντας ταυτόχρονα στο έδαφος. Τότε πλησίασε και ο ΜΚ2 λέγοντας στον κατηγορούμενο "Τι κάμνεις τζιαμέ" αλλά ο τελευταίος έσπρωξε τον ΜΚ2 και τον κτύπησε με τα χέρια του. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε η γειτόνισσα Σταυρούλλα Μενελάου, η οποία επίσης παρότρυνε τον κατηγορούμενο να φύγει. Όταν ηρέμησαν τα πνεύματα ο κατηγορούμενος φίλησε τον ΜΚ5 στις δύο πλευρές. Ακολούθως όλοι πήγαν στις οικίες τους όταν περί ώρα 02:30 του τηλεφώνησε ο ΜΚ2 λέγοντας του ότι υπέστηκε εξάρθρωση ώμου. Με τη βοήθεια της συζύγου του τον έβαλαν στο όχημα του και ο ΜΚ5 τον μετέφερε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ5 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο ΜΚ2 τους ακολουθούσε με το όχημα του. Όταν το όχημα του ΜΚ5 σταμάτησε έξω από την οικία του και αντίθετα της οδού Αλέξανδρου Υψηλάντη , οι συνεπιβάτες ΜΚ3 και η σύζυγος του εισήλθαν από την πίσω μεριά της πολυκατοικίας όπου διαμένουν και κατευθύνθηκαν προς τον ανελκυστήρα σε απόσταση 20-30 μέτρα. Ο δε ΜΚ5 μόλις κατέβηκε από το όχημα του αλλά προτού εισέλθει στην οικία του, που βρίσκεται σε απόσταση ενός οικοπέδου περίπου από την πιο πάνω πολυκατοικία, άκουσε μία φορά κορνάρισμα και ακολούθως φωνές που είχαν τη μορφή τσακωμών. Ο ίδιος βρισκόταν σε απόσταση 40-70 μέτρων από το χώρο που βρίσκονταν τα οχήματα του ΜΚ2 και του κατηγορουμένου. Για να μεταβεί εκεί χρειαζόταν μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Στρέφοντας το κορμί του προς την κατεύθυνση όπου ακούγονταν οι φωνές πρόσεξε τον κατηγορούμενο και τον ΜΚ2 να συζητούν και να φωνάζουν. Ο κατηγορούμενος και ο ΜΚ2 βρίσκονταν κοντά στο μπροστινό μέρος του οχήματος του πρώτου. Η σύζυγος του βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο όχημα του ΜΚ
- Το όχημα του ΜΚ2 βρισκόταν ακινητοποιημένο στη μέση του δρόμου ενώ το όχημα του κατηγορουμένου ήταν επίσης ακινητοποιημένο κοντά στο όχημα του ΜΚ2 με το πίσω μέρος του. Από την ώρα που πρόσεξε τα πιο πάνω δύο οχήματα μέχρι τη στιγμή που μετέβηκε στο χώρο του επιδίκου περιστατικού τα οχήματα παρέμειναν στη θέση τους. Όπως ο ΜΚ5 είπε ο ίδιος δεν άκουσε τον κατηγορούμενο να εξυβρίζει. Ο ΜΚ5 μετέβηκε στη σκηνή παροτρύνοντας επανειλημμένως τον κατηγορούμενο να αποχωρήσει από το μέρος αλλά ο ΜΚ2 επέμεινε πρώτα ο κατηγορούμενος να απολογηθεί και μετά να αναχωρήσει. Ο ΜΚ3 αρχικά παρέμεινε μαζί με τη σύζυγο του πάνω στο πεζοδρόμιο. Όταν όμως ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον ΜΚ5, ο ΜΚ3 ήλθε στον μέρος και επενέβηκε. Ο κατηγορούμενος τότε άρπαξε τον ΜΚ3 από το λαιμό και τον έσπρωξε με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει στο έδαφος και να υποστεί εκδορές στα γόνατα. Ο ΜΚ4 δεν είδε οποιαδήποτε αλυσίδα του ΜΚ3 να κόβεται. Αργότερα όμως ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος δεν τον έσπρωξε αλλά μόνο ότι απλά προσπάθησε. Σύμφωνα με τον ΜΚ5, ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας και τα δύο του χέρια κτύπησε με γροθιές τον ΜΚ2 στα μπράτσα των δύο χεριών του. Ο ΜΚ2 αμυνόταν οπισθοχωρώντας. Στη συνέχεια και αφού ο ΜΚ5 είπε στον ΜΚ2 να αφήσει τον κατηγορούμενο να φύγει μετά που αποκάλυψε ότι ήταν φίλος με τον αποβιώσαντα πατέρα του κατηγορουμένου, ο κατηγορούμενος αναχώρησε με το όχημα του από το μέρος. Με το τέλος του επεισοδίου ο ΜΚ5 μετέβηκε στην οικία όπου και πήγε για ύπνο. Το ίδιο έπραξαν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του. Περί ώρα 02:30 του τηλεφώνησε ο ΜΚ2 αναφέροντας του το πρόβλημα που είχε. Αμέσως μαζί με τη σύζυγο του πήγαν στο διαμέρισμα του ΜΚ2 και αφού τον βοήθησαν να ντυθεί περί ώρα 02:45 τον μετέφεραν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ο ΜΚ5 απέρριψε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 επιτέθηκαν στον κατηγορούμενο παραπέμποντας στην εκδοχή του. Ο ΜΚ6 στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε ως μέρος αυτής γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 23.12.10 σαν Τεκμήριο 8, με βάση την οποία αναφέρει ότι στις 19.12.10 και περί ώρα 03:00 ο εν λόγω ιατρός κλήθηκε από τον εφημερεύοντα ιατρό των Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου να εξετάσει τον ΜΚ2, ο οποίος υπέστηκε εξάρθρωση δεξιού ώμου. Από τον ακτινολογικό έλεγχο ο ΜΚ6 διαπίστωσε ότι ο ΜΚ2 ήταν χειρουργημένος στο δεξιό ώμο λόγω εξάρθρωσης του. Προσπάθεια ανάταξης του στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών ήταν ανεπιτυχής γι' αυτό ο ΜΚ3 εισήχθηκε στην ορθοπεδική κλινική και την ίδια ημέρα στο χειρουργείο έγινε ανάταξη υπό γενική αναισθησία και ακινητοποίηση του ώμου. Ο ΜΚ3 πήρε εξιτήριο την ίδια ημέρα και ο εν λόγω μάρτυρας τον επανεξέτασε στις 22.12.10 διαπιστώνοντας ότι η κατάσταση του ασθενούς ήταν καλή. Έγινε ακινητοποίηση του ώμου με νάρθηκα. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι μέσα από την κλινική εξέταση και τον ακτινολογικό έλεγχο ο ΜΚ3 υπέστηκε εμπρόσθιο εξάρθρωμα ώμου, το οποίο ιατρικά καθόρισε ως η μετατόπιση της βραχίονος κεφαλή του βραχιονίου από την άρθρωση της ομόκλινης του ώμου. Ως πιθανούς λόγους πρόκλησης εμπρόσθιου εξάρθρωσης ώμου ο μάρτυρας ανάφερε την πτώση του ατόμου στο έδαφος με το παρατεταμένο χέρι σε απαγωγή, έκταση και έξω στροφή, η ανύψωση κάποιου βαριού αντικειμένου ψηλά όταν το χέρι φέρεται σε απαγωγή, έκταση και έξω στροφή, η ρήξη κάποιου αντικειμένου όταν το χέρι φέρεται πάνω από το κεφάλι, αθλητές που ασχολούνται με τα αθλήματα της καλαθόσφαιρας και της πετόσφαιρας, χωρίς να αποκλείει και άλλες αιτίες. Ωστόσο, όπως ο εν λόγω ιατρός είπε, ένα απλό σπρώξιμο του ώμου υπό τη μορφή μιας μικρής άσκησης πίεσης όταν το χέρι βρίσκεται στα πλάγια και είναι χαλαρό προς τα κάτω πολύ δύσκολα προκαλεί πρόσθιο εξάρθρωμα ώμου. Καταλήγοντας ο ΜΚ6 είπε ότι ένα εξάρθρωμα ώμου συνήθως προκαλεί έντονο πόνο. Σημειώνεται ότι ο ΜΚ6 δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Μέσα από την ανακριτική κατάθεση του (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος αρνείται τα όσα του καταλογίζουν δίδοντας τη δική του εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι αντινομική καθότι η εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας επί γεγονότων είναι συγχυσμένη και συσκοτισμένη σε τέτοιο βαθμό που δεν είναι δυνατό να ειπωθεί ότι ισχυρίζονται πως το επίδικο περιστατικό διαδραματίστηκε με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι η θέση του κυρίου Κορακίδη πως έκαστος από τους μάρτυρες κατηγορίας επί γεγονότων ισχυρίζεται διαφορετικά πότε πήγε στο επίμαχο επεισόδιο και διαφορετικά πως αυτό εκτυλίχτηκε, με τις μαρτυρίες τους όμως να ακυρώνονται από τις μαρτυρίες των δύο ιατρών που επίσης κατάθεσαν στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Επικαλούμενος τις πιο πάνω τοποθετήσεις του ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο από αυτό το στάδιο. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, ιατρική αλλά και μαρτυρία επί γεγονότων, έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Μέσα από τη δική της νομική επιχειρηματολογία η κυρία Παπαλαζάρου διαφώνησε με τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι αντινομική και ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι είναι τέτοια που θα πρέπει να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης αυτής. Με βάση το σκεπτικό αυτό η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία καθότι, όπως υποστήριξε, δικαιολογείται κάτι τέτοιο. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι μέσα από το επίδικο περιστατικό και αφού δημιούργησε κλίμα ανησυχίας σε δημόσιο χώρο επιτέθηκε εναντίον των δύο παραπονούμενων προκαλώντας μάλιστα στον ένα από αυτούς (ΜΚ2) εξάρθρωση ώμου, τον οποίο επίσης εξύβρισε. Προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο εμφανίζει μια πλήρη συγκεχυμένη και καθόλου συγκεκριμένη εικόνα των γεγονότων που αυτή ισχυρίζεται ότι διαδραματίστηκαν και περιβάλλουν το επίδικο περιστατικό καθώς και των συνθηκών κάτω από τις οποίες η ίδια επικαλείται ότι το επίμαχο επεισόδιο συνέβηκε. Οι πιο πάνω καίριες αδυναμίες οφείλονται από τις θεμελιακά αντιφατικές μεταξύ τους μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας. Η παράλληλη προώθηση τέτοιου είδους μαρτυριών μόνο σύγχυση και σοβαρά ερωτηματικά προκαλεί. Κατ' αρχήν επαρκής για σκοπούς του σταδίου αυτού διαφώτιση για τα γεγονότα και τις συνθήκες του επιδίκου περιστατικού θα μπορούσε να επιτευχθεί με τυχόν κατάθεση της γειτόνισσας των παραπονούμενων που η κατηγορούσα αρχή μέσα από την εκδοχή της παρουσιάζει ως τη μοναδική ανεξάρτητη αυτόπτη μάρτυρα μέσα από προσδιορισμένο βαθμό και έκταση εμπλοκής, πλην όμως η άρνηση της απλά συντείνει στο στοιχείο ουσιώδης ασάφειας που χαρακτηρίζει την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, μάλιστα σε τέτοιο επίπεδο που καμία αξιολόγηση της δεν θα μπορούσε να το θεραπεύσει. Ερχόμενος στην εκδοχή της χρονικής πτυχής των γεγονότων ο ΜΚ2 επικαλείται ότι το επίδικο περιστατικό συνέβηκε στις 18.12.10 και περί ώρα 23:
- Τότε ήταν που ο μάρτυρας αυτός προσδιορίζει τη λογομαχία του με τον κατηγορούμενο. Ωστόσο ο ΜΚ3 τοποθετεί χρονικά την λογομαχία στις 19.12.10 και περί ώρα 00:
- Σύμφωνα με τον ΜΚ2 μετά το κορνάρισμα προς το όχημα του κατηγορουμένου, ο τελευταίος τοποθέτησε το αυτοκίνητο του σε θέση παράλληλη με αυτό του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα το παράθυρο του κατηγορουμένου που οδηγούσε το όχημα του βρισκόταν πλάι από το παράθυρο της μητέρας του ΜΚ2 που ήταν συνοδηγός στο όχημα του ΜΚ
- Τότε ήταν, σύμφωνα πάντοτε με τον ΜΚ2, που ο κατηγορούμενος σε έξαλλη κατάσταση φώναζε στον ΜΚ2 τον οποίο και κατ' ισχυρισμό εξύβρισε με την φράση που σημειώνεται στις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας. Κατά τον ΜΚ2 την ώρα της λογομαχίας και της κατ' ισχυρισμό εξύβρισης ο ΜΚ2, η μητέρα του και ο κατηγορούμενος βρίσκονταν στα οχήματα τους. Επ' αυτού αντίθετη ήταν η αρχική θέση του ΜΚ3 που είπε ότι το όχημα του κατηγορουμένου βρισκόταν μπροστά από το όχημα του ΜΚ2, τοποθέτηση που στη συνέχεια διαφοροποίησε. Σύγχυση όμως υπάρχει και ως προς το ποιος εξύβρισε ποιον και με ποια λέξη ή φράση αφού στην μαρτυρία του ο ΜΚ3 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος εξύβρισε την μητέρα του προς την οποία απευθείας απευθύνθηκε καθώς επίσης εξύβρισε και τον ΜΚ2 όχι όμως με τη φράση του κατηγορητηρίου αλλά εκστομίζοντας τη λέξη 'Μαλάκας', κάτι που οι ΜΚ3 και ΜΚ5 σε καμία περίπτωση ασπάζονται. Περαιτέρω παραμένουν ασαφές οι θέσεις των εμπλεκομένων ατόμων στο επεισόδιο, οι ενέργειες και συμπεριφορές που επέδειξαν καθώς και οι θέσεις των ενεχομένων οχημάτων. Ειδικότερα ο ΜΚ2 ισχυρίζεται ότι μετά την κατ' ισχυρισμό εξύβριση που δέχτηκε, ο ίδιος μετακίνησε το όχημα του που μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στη μέση του δρόμου μεταφέροντας το στην άκρη της οδού Άντη Παπαδοπούλου όπου εκεί το ακινητοποίησε. Με βάση τα λεγόμενα του ΜΚ2, ο ΜΚ3 ήλθε στη σκηνή ερχόμενος από την οικία των γονιών του και πήγε κατευθείαν προς το μέρος του κατηγορουμένου. Προς την ίδια κατεύθυνση μετέβηκε, όπως είπε και ο ίδιος, με τον κατηγορούμενο να εξακολουθεί να βρίσκεται εντός του οχήματος. Ωστόσο εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν εκδοχή του ΜΚ3 που είπε ότι ενώ βρισκόταν στην είσοδο της κατοικίας του σε απόσταση 5 μέτρων από τη σκηνή άκουσε λογομαχίες και έντονες συζητήσεις και πηγαίνοντας εκεί βρήκε τα δύο οχήματα κοντά το ένα με το άλλο στη μέση του δρόμου, χωρίς καθ' οιονδήποτε στιγμή μέχρι τη λήξη του επεισοδίου οποιοδήποτε από τα ενεχόμενα οχήματα να είχαν μετακινηθεί από την αρχική τους θέση. Ακόμη είπε ότι σε κάποια στιγμή στο μέρος έφθασε και ο πατέρας του (ΜΚ5). Σε σχέση με τα πιο πάνω θέματα ο ΜΚ5 που επίσης επικαλείται ότι βρέθηκε στη σκηνή την ίδια δεδομένη στιγμή παρουσίασε μια νέα και διαφορετική εκδοχή. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ3 με τη σύζυγο του εισήλθαν στην πολυκατοικία που βρίσκεται το διαμέρισμα τους και κατευθύνθηκαν προς τον ανελκυστήρα σε απόσταση 20-30 μέτρα από τη σκηνή. Παράλληλα ο ΜΚ5 ισχυρίστηκε ότι αυτός μετέβηκε στη σκηνή πριν από τον ΜΚ3 και τη σύζυγο του, οι οποίοι αρχικά παρέμειναν στο πεζοδρόμιο. Σε αντίθεση με το τι ισχυρίστηκαν οι ΜΚ2 και ΜΚ3 για τις θέσεις των οχημάτων ο ΜΚ5 είπε ότι το όχημα του κατηγορουμένου ήταν επίσης ακινητοποιημένο κοντά στο όχημα του ΜΚ2 με το πίσω μέρος του, θέσεις στις οποίες παρέμειναν μέχρι το τέλος του περιστατικού, χωρίς καθ' οιονδήποτε στιγμή να μεταφερθεί οποιοδήποτε όχημα σε άλλη τοποθεσία. Επιπλέον αδιευκρίνιστες παραμένουν μέσα από την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής τα γεγονότα που περιβάλουν τις κατ' ισχυρισμό επιθέσεις του κατηγορουμένου προς τους ΜΚ2 και ΜΚ
- Ειδικότερα ισχύει για σκοπούς του σταδίου αυτού ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον του ΜΚ3 σε κάποια στιγμή μετά που ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του ως είναι η εκδοχή του ΜΚ2, ή ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον ΜΚ3 ενώ αυτός βρισκόταν εντός του οχήματος του στη θέση του οδηγού και ο ΜΚ3 βρισκόταν έξω από την πόρτα του οδηγού του οχήματος του κατηγορουμένου και προτού αφιχθεί ο ΜΚ5 στη σκηνή, ως είναι η εκδοχή του ΜΚ
- Ή μήπως αυτό συνέβηκε ερχόμενος από το πεζοδρόμιο όπου βρισκόταν και παρακολουθούσε όταν αισθάνθηκε να απειλείται ο πατέρας του, ως είναι η εκδοχή του ΜΚ
- Μήπως το γεγονός αυτό συνέβηκε πριν να εξέλθουν από το όχημα οι ΜΚ2 και η μητέρα του ως είναι η εκδοχή του ΜΚ3 ή μήπως έγινε στο παράθυρο του οδηγού του οχήματος του κατηγορουμένου με τον ΜΚ2 να βρίσκεται και αυτός εκεί ως είναι η δική του θέση. Πρόκειται για 3 εκ διαμέτρου αντίθετες αναφορές από τρεις μάρτυρες κατηγορίας που βρίσκονταν στον ίδιο χώρο την ίδια χρονική στιγμή. Ο δε ισχυρισμός του ΜΚ3 ότι κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο στον αστράγαλο του δεξιού ποδιού έρχεται σε αντίθεση με μεταγενέστερη δήλωση του ότι το σημείο που κτυπήθηκε ήταν ο αστράγαλος του αριστερού ποδιού του σε βαθμό που οι θέσεις αυτές να αναιρούνται μεταξύ τους, υπό το φως ότι το περιστατικό αυτό δεν ασπάζονται οι ΜΚ2 και ΜΚ
- Παράλληλα το κτύπημα στον αστράγαλο όπως το επικαλέστηκε ο ΜΚ3 έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του ΜΚ5 που αναφέρει για εκδορές στα γόνατα του ΜΚ3 που ισχυρίστηκε ότι προκλήθηκαν από την επίθεση του κατηγορουμένου. Συνεπώς, παρέμεινε ασαφές κατά πόσο και με ποιο τρόπο ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στον ΜΚ
- Αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό επίθεση του κατηγορουμένου στον ΜΚ2, είναι η θέση του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε στο στήθος και στο δεξί ώμο με γροθιές, ενώ ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος απλά έσπρωξε τον ΜΚ2 στον ώμο. Ή μήπως ο κατηγορούμενος έσπρωξε και κτύπησε τον ΜΚ2 με γροθιές στα δύο μπράτσα των χεριών του ως είναι η εκδοχή του ΜΚ
- Πάλι πρόκειται για τρεις διαφορετικές εκδοχές από ισάριθμους μάρτυρες κατηγορίας που επικαλούνται ότι ήταν παρόντες στο επίδικο περιστατικό της επίθεσης με τον ένα εξ' αυτών να είναι υποτίθεται το θύμα. Σύγχυση ακόμη προκαλείται μέσα από την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ως προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος τήρησε απολογητική στάση. Η θέση του ΜΚ2 είναι ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε απολογήθηκε σε οποιονδήποτε ενώ εντελώς αντίθετη παρουσιάζεται αυτή του ΜΚ3, η οποία είναι ότι ο κατηγορούμενος απολογήθηκε στον ΜΚ5 και προσπάθησε να κάνει το ίδιο στους ΜΚ2 και ΜΚ3, οι οποίοι δεν αποδέχτηκαν. Μια άλλη ουσιώδης διάσταση εκδοχής ανάμεσα στους ΜΚ2 και ΜΚ5 αφορά το χρονικό σημείο ενημέρωσης του ΜΚ5 προς τους ΜΚ2 και ΜΚ3 ότι ήταν γνωστός με τον αποβιώσαντα πατέρα του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τον ΜΚ5 αυτό έγινε στη σκηνή του επίμαχου επεισοδίου και προτού ο κατηγορούμενος αναχωρήσει από το μέρος με το όχημα του αλλά ο ΜΚ2 ισχυρίζεται ότι η πληροφόρηση αυτή πραγματοποιήθηκε στην οικία του πατέρα του όταν εκεί συγκεντρώθηκε όλη η οικογένεια αμέσως μετά τη λήξη του επιδίκου περιστατικού. Υπενθυμίζεται ότι μια τέτοια συνάντηση της οικογένειας στο χρονικό σημείο που ο ΜΚ2 επικαλείται δεν ασπάζεται ο ΜΚ5, ο οποίος ισχυρίστηκε πως αμέσως μετά το επεισόδιο πήγε αμέσως για ύπνο, όπως και όλοι οι άλλοι. Εκ διαμέτρου αντίθετες όμως είναι και οι δηλώσεις των μερών ως προς το ρόλο που διαδραμάτισε ο ΜΚ
- Ενώ η θέση του ΜΚ5 είναι ότι ενέργησε πυροσβεστικά παροτρύνοντας επανειλημμένως τον κατηγορούμενο να αποχωρήσει επειδή ήθελε να αποφύγει να οδηγηθεί η παρούσα υπόθεση στην αστυνομία και στη συνέχεια στο Δικαστήριο, ο ΜΚ3 επικαλέστηκε την πρόθεση του ΜΚ5 να καταγγείλει το επίμαχο επεισόδιο στην αστυνομία. Κάθετη διαφωνία ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας επί γεγονότων υπάρχει και γι' αυτά που έγιναν μετά τη λήξη του επίμαχου επεισοδίου. Συγκεκριμένα ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι αμέσως μετά το εν λόγω περιστατικό όλη η οικογένεια συγκεντρώθηκε στην οικία του ΜΚ5 για να ηρεμήσουν, εκδοχή με την οποία δεν συμφωνούν οι ΜΚ3 και ΜΚ5 που αμφότεροι δήλωσαν ότι αμέσως μετά το περιστατικό όλοι πήγαν για ύπνο στις οικίες τους χωρίς να συναντηθούν. Επίσης ο ισχυρισμός του ΜΚ3 ότι στις 19.12.10 και περί ώρα 05:00 τηλεφώνησε και συνομίλησε με τη μητέρα του που βρισκόταν στην οικία της χωρίς να κοιμάται έρχεται σε αντίφαση με την αναφορά του ΜΚ5 ότι την ίδια ημέρα και περί ώρα 02:45 μετέφερε μαζί με τη σύζυγο του τον ΜΚ2 στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 η εγγραφή του ως ασθενής έγινε η ώρα 05:14 της ίδιας ημέρας. Αξιοσημείωτο ακόμη είναι η μαρτυρία του ορθοπεδικού χειρούργου Δρ. Γιαννάκη Χριστοδούλου μέσα από την οποία αποκλείονται ή εν πάση περιπτώσει φαίνεται να μην υποστηρίζονται ως λόγοι πρόκλησης εξάρθρωσης ώμου οι κατ' ισχυρισμό μορφές επίθεσης στον ΜΚ2, οι οποίες έχουν προβληθεί με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Αυτό με τη σειρά του φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον ΜΚ2, απαραίτητο συστατικό στοιχείο που απουσιάζει για την επιτυχή εξ' αντικειμένου στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού. Όπως παρατηρείται από τα πιο πάνω, από την αρχή μέχρι το τέλος του επιδίκου επεισοδίου η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής περιέχει σωρεία θεμελιακών αντιφάσεων, αναγόμενες σε εγγενή αντινομία που το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να τις αντιπαρέλθει στη βάση οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της μαρτυρίας στο σύνολο της. Εξόφθαλμα η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τέτοια που μέσα από το θεμελιακά αντιφατικό περιεχόμενο της δημιουργούνται εγγενείς αδυναμίες και ουσιώδη κενά στην εκδοχή της για παροχή μια ξεκάθαρης εικόνας ως προς τα γεγονότα που αυτή επικαλείται. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξ' όψεως και αντικειμενικά εξεταζόμενη, στερείται πειστικότητας και κατ' επέκταση είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες και τις θεμελιακές αντιφάσεις που υπάρχουν στην αντινομική μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αναφορικά με όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα €710,00 που έχουν δημιουργηθεί μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη-Κοινή επίθεση-Δημόσια εξύβριση/Άρθρα 243, 242 και 99 του Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο