Δημοκρατία ν. Σάββας Βέργας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12057/2014, 18/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2015:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ Μ. Δρουσιώτης, ΕΔ Αρ. Υπόθεσης: 12057/2014 Δημοκρατία ν.
- Σάββας Βέργας
- Ευτύχιος Μαληκίδης
- Γεώργιος Μιχαηλίδης
- Ευστάθιος Ευσταθίου
- Βασίλειος Βασιλείου
- Γιώργος Σιαηλής Κατηγορουμένων ........ Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αριστείδης με κα Χρ. Βραχίμη Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Γεωργίου με κ. K. Κούσιο Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Καλλής (προσωπικά) και για κ. Κ. Ευσταθίου με κα Γ. Νικολάου Κατηγορούμενοι 1 και 2 - παρόντες .......... Π Ο Ι Ν Η (για κατηγορούμενους 1 και 2) Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν κριθεί ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή σε αριθμό κατηγοριών οι οποίες συνιστούν αδικήματα κατά παράβαση άρθρων του Ποινικού Κώδικα και άλλων Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ακολούθως εμφαίνεται, για έναν έκαστο κατηγορούμενο ξεχωριστά. Συγκεκριμένα έχουν παραδεχθεί: Ο κατηγορούμενος 1 τη διάπραξη 3 αδικημάτων συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, 7 αδικημάτων δεκασμού δημοσίου λειτουργού και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο κατηγορούμενος 2, τη διάπραξη 3 αδικημάτων συνωμοσίας, 8 αδικημάτων δεκασμού δημοσίου λειτουργού και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι έχουν παραδεχθεί τη διάπραξη των αδικημάτων:
- Συνομωσία προς Διάπραξη Κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 32 και 157 για αμφότερους τους κατηγορούμενους, κατηγορία αρ. 82 για τον κατηγορούμενο 1, κατηγορία αρ. 13 για τον κατηγορούμενο
- Δεκασμός Δημόσιου Λειτουργού κατά παράβαση του άρθρου 100(α) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες αρ. 33, 64,76, 83,102, 120, 158 για τον κατηγορούμενο 1 και κατηγορίες αρ. 1, 7, 14, 20, 34, 65, 95, 159 για τον κατηγορούμενο 2). Αδίκημα Νομιμοποίησης Εσόδων (κατηγορία αρ. 166 για τον κατηγορούμενο 1 και κατηγορία αρ. 167 για τον κατηγορούμενο
- Να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν πολύ περισσότερες κατηγορίες εκ των οποίων μετά την παραδοχή των συγκεκριμένων, οι υπόλοιπες αναστάλησαν. Οι ανασταλείσες κατηγορίες πήγαζαν από τα ίδια γεγονότα τα οποία συνθέτουν τις παραδεχθείσες κατηγορίες όπως ορθά υπέδειξαν οι συνήγοροι. Άπαντα τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες κατά την εκτέλεση των εργασιών του Αποχετευτικού Συστήματος Πάφου και οι κατηγορούμενοι με τις παράνομες ενέργειες και πράξεις τους να απεκόμισαν κέρδος και όφελος, ο μεν 1ος χρηματικό ποσό ύψους €520.000, ο δε 2ος χρηματικό ποσό ύψος €498.
- Στο κατηγορητήριο παραμένουν άλλα τέσσερα κατηγορούμενα πρόσωπα τα οποία αρνήθηκαν ενοχή και η υπόθεση γι' αυτούς ορίσθηκε για ακρόαση σε άλλη ημερομηνία. Λόγω της εκφρασθείσας επιθυμίας και πρόθεσης να καταθέσουν οι παρόντες κατηγορούμενοι ως μάρτυρες κατηγορίας, επιβάλλεται ως είναι καθιερωμένο νομολογιακά αλλά και ως κανόνας πρακτικής, να επιβληθεί ποινή πριν να αρχίσει η ακρόαση για τους λοιπούς (Pal v. Δημοκρατίας, Χρ. Κίτα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 4/10 και 5/10, ημερ. 3.12.2010, Criminal Pleading Evidence & Practice, Έκδοση 2007, σελ. 434 - 436, παρ. 4.193 - 4.197) . Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που συνθέτουν την παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων 1 και 2 όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, περιγράφονται ως ακολούθως. Το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Πάφου (Σ.Α.ΠΑ) ιδρύθηκε με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου και αποτελεί Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου. Είναι το αρμόδιο για τη διαχείριση, κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση του κεντρικού αποχετευτικού συστήματος της περιοχής της Μείζονος Πάφου. Ο 1ος κατηγορούμενος, ως εκ της ιδιότητας του ως Δήμαρχος Πάφου, κατείχε τη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Σ.Α.ΠΑ, ενώ ο 2ος κατηγορούμενος τελούσε υπό την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή αυτού. Τα αδικήματα των οποίων τη τέλεση παραδέχθηκε ο 1ος κατηγορούμενος, διαπράχθηκαν στα πλαίσια της Β' Φάσης κατασκευής του Αποχετευτικού Συστήματος στην επαρχία Πάφου. Στην ίδια χρονική περίοδο υπάγονται τα διαπραχθέντα από τον 2ο κατηγορούμενο αδικήματα που καλύπτονται από τις κατηγορίες 20, 32, 34, 65, 95, 157 και
- Για τη Β' Φάση κατασκευής του αποχετευτικού Συστήματος, η οποία ξεκίνησε το 2007, το Σ.Α.ΠΑ συνεβλήθη με τέσσερις διαφορετικές εργοληπτικές εταιρείες με τις οποίες συνολικά συνήφθησαν πέντε διαφορετικά συμβόλαια (Α - Ε) ως ακολούθως: Κοινοπραξία Medcon Construction Ltd - General Construction Company Ltd (GCC Ltd) Με την εν λόγω κοινοπραξία εταιρειών το Σ.Α.ΠΑ υπέγραψε δύο διαφορετικά συμβόλαια. Το 1ο συμβόλαιο (Α') υπεγράφη στις 30.4.07 και το 2ο συμβόλαιο (Ε') στις 22.02.
- Σε σχέση με το Συμβόλαιο Α', ο 2ος κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2007 (κατηγορία 20) ήρθε σε επαφή με τους διευθυντές της ανωτέρω Κοινοπραξίας, ζητώντας από αυτούς χρήματα υπό μορφή ανταλλάγματος, ώστε στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων του, ως Γενικός Διευθυντής του Σ.Α.ΠΑ, νε ενεργήσει για να παραβλεφθούν από το Συμβούλιο κάποιες ελλείψεις που παρουσίαζε η προσφορά της εν λόγω Κοινοπραξίας ώστε αυτή να κατακυρωθεί. Εν τέλει η Κοινοπραξία, αποδεχόμενη την πρόταση του 2ου κατηγορούμενου κατέβαλε σε αυτόν, μέσω των διευθυντών της, το ποσό των Λ.Κ.50.000 (κατηγορία 20). Κατά την εκτέλεση των έργων που προέβλεπε το Συμβόλαιο Ε', ο 1ος κατηγορούμενος, σε συνεννόηση με τον 2ο κατηγορούμενο και άλλα πρόσωπα, ήρθαν σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2010, (κατηγορία 32) σε επαφή με τους διευθυντές της Κοινοπραξίας ζητώντας από αυτούς χρήματα υπό μορφή ανταλλάγματος ώστε στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων τους, ως Πρόεδρος και Γενικός Διευθυντής του Σ.Α.ΠΑ αντίστοιχα, να ενεργήσουν για να συνεχιστεί ομαλά η διεξαγωγή και εκτέλεση των εργασιών που προνοούνταν στο συμβόλαιο και να προωθούνται έγκαιρα οι πληρωμές στην Κοινοπραξία. Ενόψει του πιο πάνω αιτήματος, η Κοινοπραξία μέσω των διευθυντών της κατέβαλε, κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται ανωτέρω, δηλαδή το έτος 2010, σε διαφορετικές περιπτώσεις, προσωπικά στον 1ο κατηγορούμενο το συνολικό χρηματικό ποσό των €100.000 (κατηγορία 33). Τα χρήματα καταθέτονταν στους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι εταιρείες του 1ου κατηγορούμενου, MISIA HOLDINGS LTD και S. VERGAS CONSTRUCTION LTD, στην Τράπεζα Κύπρου. Ομοίως, η Κοινοπραξία κατέβαλε σε διαφορετικές περιπτώσεις το έτος 2010, προσωπικά στο 2ο κατηγορούμενο το συνολικό χρηματικό ποσό των €100.000 (κατηγορία 34). Nemesis Constructing Public Company Με την εν λόγω εταιρεία το Σ.Α.ΠΑ υπέγραψε το συμβόλαιο (Γ') στις 5.02.2008 Κατά την εκτέλεση των έργων που προέβλεπε το συμβόλαιο Γ', οι κατηγορούμενοι 1 και 2, ήρθαν σε επαφή με το Διευθυντή της Nemesis Constructing Public Company, Κυριάκο Χρυσοχόο, ζητώντας από αυτόν χρήματα υπό μορφή ανταλλάγματος ώστε στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων τους, ως Πρόεδρος και Γενικός Διευθυντής του Σ.Α.ΠΑ αντίστοιχα, να ενεργήσουν για να συνεχιστεί ομαλά η διεξαγωγή των εργασιών που προβλέπονταν στο συμβόλαιο και να προωθούνται οι πληρωμές στην εν λόγω εταιρεία. Υλοποιώντας το πιο πάνω αίτημα των κατηγορουμένων 1 και 2, η ρηθείσα εταιρεία, μέσω του διευθυντή της, κατέβαλε τη χρονική περίοδο μεταξύ των ετών 2008 - 2009 σε διαφορετικές περιπτώσεις προσωπικά στον 1ο κατηγορούμενο το συνολικό χρηματικό ποσό των €60.000 (κατηγορία 64). Ομοίως κατέβαλε, κατά τον ίδιο χρόνο στον 2ο κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €100.000 (κατηγορία 65). Ο κ. Χρυσοχόος παρέδιδε τα ποσά που ζητούσαν οι κατηγορούμενοι σε μετρητά, άλλοτε κατά τις συναντήσεις που είχαν στο Δημαρχείο Πάφου και άλλοτε σε συναντήσεις που διευθετούνταν από τους κατηγορούμενους στο ξενοδοχείο Hilton στη Λευκωσία. ENVITEC S.A. Με την εν λόγω εταιρεία το Σ.Α.ΠΑ υπέγραψε συμβόλαιο (Δ') στις 9.11.
- Το συμβόλαιο αφορούσε τον σχεδιασμό, κατασκευή και λειτουργία βιολογικής μονάδας / σταθμού δίπλα από το αεροδρόμιο Πάφου. Κατά την εκτέλεση των έργων που προέβλεπε το Συμβόλαιο Δ', ο 1ος κατηγορούμενος επικοινώνησε με τον εξ Ελλάδος Διευθυντή της ENVITEC S.A., Χρίστο Δρακόπουλο, ζητώντας από αυτόν χρήματα υπό μορφή ανταλλάγματος ώστε στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων του, ως Πρόεδρος του Σ.Α.ΠΑ, να ενεργήσει για να συνεχιστεί ομαλά η διεξαγωγή των εργασιών και να προωθούνται οι πληρωμές στην εταιρεία. Ανταποκρινόμενη στο ανωτέρω αίτημα, του 1ου κατηγορούμενου, η εταιρεία ENVITEC S.A., μέσω του Διευθυντή της, κατέβαλε τον Δεκέμβριο του 2007 στον 1ο κατηγορούμενο το ποσό των Λ.Κ.50.
- Το εν λόγω ποσό εμβάστηκε κατόπιν οδηγιών του 1ου κατηγορούμενου, σε τραπεζικό λογαριασμό συγγενικού του προσώπου σε τραπεζικό ίδρυμα της Ελλάδας (κατηγορία 76). Σε άλλη περίπτωση, μεταξύ των μηνών Σεπτεμβρίου 2013 και Ιανουαρίου 2014, ο 1ος κατηγορούμενος σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα ήρθαν σε επαφή με τον Χρίστο Δρακόπουλο ζητώντας του να καταβάλει στον 1ο κατηγορούμενο χρηματικό ποσό έτσι ώστε ως αντάλλαγμα να προωθήσει λόγω της θέσεως του, πληρωμές τιμολογίων της εταιρείας ENVITEC S.A. από το Σ.Α.ΠΑ για εργασίες που είχαν υλοποιηθεί. Ο Χρίστος Δρακόπουλος αποδέχθηκε την πιο πάνω πρόταση και κατέβαλε κατά την περίοδο μεταξύ των μηνών Δεκεμβρίου 2013 μέχρι Ιανουάριο 2014 το ποσό των €50.000 στον 1ο κατηγορούμενο σε μετρητά (κατηγορίες 82 και 83). Σε μια τρίτη περίπτωση, κατά το έτος 2008, ο 1ος κατηγορούμενος μετέβη ο ίδιος στην Αθήνα όπου συναντήθηκε με τον Χρίστο Δρακόπουλο και έλαβε από τον τελευταίο το ποσό των €50.000 σε μετρητά ώστε, εκ της θέσεως του ως Πρόεδρος του Σ.Α.ΠΑ, να φροντίζει για την ομαλή διεκπεραίωση της συμφωνίας και την έγκαιρη πληρωμή της ENVITEC S.A.. Για τους ίδιους λόγους ο 1ος κατηγορούμενος έλαβε, κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ 2012 μέχρι 2014 από το Χρίστο Δρακόπουλο το επιπλέον ποσό των €75.000 (κατηγορίες 102 και 120 αντίστοιχα). Εν τω μεταξύ ο 2ος κατηγορούμενος, ως Γενικός Διευθυντής του Σ.Α.ΠΑ, προσέγγισε τον Χρίστο Δρακόπουλο ζητώντας από αυτόν χρήματα υπό μορφή ανταλλάγματος ώστε στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων του να ενεργήσει για να συνεχιστεί ομαλά η διεξαγωγή των εργασιών και να προωθούνται έγκαιρα οι πληρωμές στην εν λόγω εταιρεία. Ο Χρίστος Δρακόπουλος αποδέχτηκε την πιο πάνω πρόταση και κατέβαλε στον 2ο κατηγορούμενο μεταξύ του μηνός Νοεμβρίου 2007 και του έτους 2008 το ποσό των €105.000 σε μετρητά (κατηγορία 95). Κοινοπραξία LOIZOS IORDANOUS CONSTRUCTIONS LTD - Χ.Π.Θ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Η εν λόγω κοινοπραξία υπέβαλε προσφορά για να αναλάβει την εκτέλεση έργων στα πλαίσια της Β' Φάσης του Αποχετευτικού Πάφου. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα προσέγγισαν τον Διευθυντή της εν λόγω εταιρείας, Λοϊζο Ιορδάνους, αναφέροντας του ότι η εταιρεία έπρεπε να καταβάλει χρήματα ώστε οι κατηγορούμενοι 1 και 2, υπό την ιδιότητά τους ως Πρόεδρος και Γενικός Διευθυντής του Σ.Α.ΠΑ αντίστοιχα, να ενεργήσουν ώστε να κατακυρωθεί από το Σ.Α.ΠΑ η προσφορά της κοινοπραξίας. Ο Λ. Ιορδάνους αποδέχτηκε την συμφωνία. Το Σ.Α.ΠΑ υπέγραψε σύμβαση εκτέλεσης έργου με την κοινοπραξία στις 5.12.
- Ο Λ. Ιορδάνους, ως είχε συμφωνηθεί, κατέβαλε μεταξύ του έτους 2008 και 2009 στον 1ο κατηγορούμενο, το ποσό των €100.000 ενώ στο 2ο κατηγορούμενο, το ποσό των €33.000 (κατηγορίες 158 και 159). Πέραν των προαναφερθέντων αδικημάτων που αφορούσαν τη Β' Φάση κατασκευής του Αποχετευτικού Συστήματος, ο 2ος κατηγορούμενος παραδέχτηκε τις κατηγορίες 1, 7, 13 και 14 που διαπράχθησαν στα πλαίσια της Α' Φάσης κατασκευής, η οποία ξεκίνησε το 1999 και αποπερατώθηκε το
- Το 1999 ο 2ος κατηγορούμενος απασχολείτο ως Μηχανικός Αποχετεύσεων του Δήμου Πάφου, αποκλειστικός υπεύθυνος για το αποχετευτικό σύστημα, ενώ το 2001 με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου διορίστηκε Γενικός Διευθυντής του Σ.Α.ΠΑ. Κατά την Α' Φάση κατασκευής, το Σ.Α.ΠΑ, συνεβλήθη με τις εταιρείες ΑΤΛΑΣ ΠΑΝΤΟΥ και IACOVOU BROS. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, προέκυψαν επιπλέον απαιτήσεις από τις δύο πιο πάνω εταιρείες. Ο 2ος κατηγορούμενος, κατά το έτος 2008 ήρθε σε επαφή με τον Τόνυ Τουμαζή, διευθύνοντα σύμβουλο της ΑΤΛΑΣ ΠΑΝΤΟΥ, από τον οποίο έλαβε, εκ μέρους της εν λόγω εταιρείας, το συνολικό ποσό των €60.000 υποσχόμενος ότι εν όψει της θέσης του θα προωθούσε την πληρωμή της απαίτησης της εταιρείας. Για τον ίδιο λόγο έλαβε, κατά το έτος 2007, από τον Ιάκωβο Ιακώβου, πρόεδρο του Δ.Σ. της εταιρείας IACOVOU BROS το ποσό των €60.000, ώστε να προωθήσει την πληρωμή της απαίτησης της εταιρείας. Η εταιρεία AWATECH υπέβαλε προσφορά για να αναλάβει την ανέγερση του Βιολογικού Σταθμού Πάφου. Ο 2ος κατηγορούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα, μεταξύ των ετών 1999 και 2000, ήρθαν σε επαφή με τον Γεώργιο Μπάφα, αντιπρόσωπο της προαναφερθείσας εταιρείας, από τον οποίο ζήτησαν χρήματα, ώστε ο 2ος κατηγορούμενος, εν όψει της θέσης του ως Μηχανικός Αποχετεύσεων, να βοηθήσει την εταιρεία AWATECH για να κερδίσει την προσφορά. Ο Γεώργιος Μπάφας, αποδέχτηκε την πρόταση και κατέβαλε, την ίδια χρονική περίοδο στο 2ο κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των €55.
- Εν τέλει η εταιρεία AWATECH κέρδισε το διαγωνισμό και ανέλαβε την ανέγερση του Βιολογικού Σταθμού. Ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων αδικημάτων, ο 1ος κατηγορούμενος έλαβε από τις προαναφερθείσες εταιρείες που συμβλήθηκαν με το Σ.Α.ΠΑ, προσωπικά και για δικό του όφελος το συνολικό ποσό των €520.000 (κατηγορία 166). Ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων αδικημάτων, ο 2ος κατηγορούμενος έλαβε από τις προαναφερθείσες εταιρείες που συμβλήθηκαν με το Σ.Α.ΠΑ προσωπικά και για δικό του όφελος το συνολικό ποσό των €498.000-. (κατηγορία 167). Οι κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων έχουν αγορεύσει εκτενώς για μετριασμό της ποινής εκθέτοντας όλους τους κατά την άποψη τους μετριαστικούς παράγοντες. Θα παραθέσουμε τα εκτεθέντα για τον κάθε κατηγορούμενο ξεχωριστά. Κατά πάγια τακτική, είχαν ετοιμασθεί εκθέσεις από το γραφείο ευημερίας για αμφότερους τους κατηγορούμενους το περιεχόμενο των οποίων οι συνήγοροι έχουν καλύψει με τις αγορεύσεις τους. Κατηγορούμενος 1 Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1 κ. Γεωργίου, ξεκίνησε την αγόρευση του με αναφορά στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτη του. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 50 ετών και γόνος όπως τόνισε ο συνήγορος του, μιας πολύ αξιόλογης και συγκροτημένης οικογένειας. Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος στρατιωτικός ο οποίος αφυπηρέτησε με το βαθμό του συνταγματάρχη ενώ η μητέρα του συνταξιούχα δασκάλα. Ο κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος και η σύζυγος του είναι καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης. Έχει αποκτήσει τρία παιδιά εκ των οποίων τα δύο φοιτούν στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ το τρίτο του παιδί είναι μαθητής της δευτέρας λυκείου. Ο κατηγορούμενος πήρε πτυχίο πολιτικού μηχανικού από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στην Κύπρο, όπου ίδρυσε και λειτουργούσε δύο ιδιωτικές εταιρείες. Η μία εξ αυτών δραστηριοποιείται στον τομέα της ανάπτυξης γης και η άλλη στο τομέα κατασκευών οικοδομών. Παρουσίασε τον κατηγορούμενο να έχει μία πλούσια δράση στα πολιτιστικά και πολιτικά δρώμενα του τόπου του, η οποία ξεκινά από τα μαθητικά του χρόνια. Αναμείχθηκε έντονα στα κοινά εκλεγόμενος δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Πάφου από το 1996 με αποκορύφωμα την ανάληψη της θέσεως του Δημάρχου Πάφου το
- Επέδειξε έντονο ενδιαφέρον και δράση στην προώθηση του Pafos Aphrodite Festival και του θεσμού της Όπερας και ηγήθηκε της προσπάθειας για ανάδειξη της Πάφου ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης για το έτος
- Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και υπήρξε μέχρι τη διάπραξη των αδικημάτων ένας νομοταγής πολίτης με άψογη πολιτική και επαγγελματική συμπεριφορά, γεγονός το οποίο εκτιμήθηκε από τους συμπολίτες του οι οποίοι τον ανάδειξαν στα διάφορα αξιώματα και θέσεις που κατέχει. Ο πελάτης του, υπέδειξε ο συνήγορος, είναι πραγματικά συντετριμμένος «πρωτίστως γιατί με τις πράξεις του πλήγωσε τα αισθήματα των συμπολιτών του, που του εμπιστεύθηκαν το αξίωμα του Δημάρχου, αλλά και διότι έχει προκαλέσει μεγάλο πόνο, ψυχική ταλαιπωρία και εξευτελισμό στην οικογένεια του». Αποτέλεσμα τούτου ήταν η μητέρα του να περιπέσει σε κατάθλιψη, ενώ ο πατέρας του νοσηλεύεται στο Ογκολογικό της Τράπεζας Κύπρου με μικροκυταρρικό καρκίνο του πνεύμονα (Τεκμήριο Α). Η κακή υγεία του πατέρα του βέβαια προϋπήρχε, πλην όμως επιδεινώθηκε μετά τα γεγονότα αυτά. Επιδείνωση της κατάστασης του μικρότερου παιδιού του κατηγορούμενου ο οποίος πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη από την ηλικία των τριών ετών (τεκμήριο Β), έχει εμφανιστεί μετά τα γεγονότα αυτά και αναμένεται να επιδεινωθεί αφού ένα ομαλό οικογενειακό περιβάλλον είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη θεραπεία του παιδιού. Αποτελεί τη θέση του συνηγόρου, ότι οι οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου αποτελούν παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, θέση η οποία επικροτήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε υποθέσεις που παρέπεμψε ο συνήγορος. Πέραν των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων υποδείχθησαν από το συνήγορο και οι πιο κάτω παράγοντες οι οποίοι προσμετρούν και συνηγορούν κατά την άποψη του στην επίδειξη επιείκειας εκ μέρους του Δικαστηρίου. - Η συνεργασία του κατηγορούμενου με τις ανακριτικές αρχές και η άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Η άμεση παραδοχή του, υπέδειξε ο συνήγορος, με αναφορά σε κυπριακές και αγγλικές αποφάσεις και ιδίως στη Χαρτούμπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, έχει ξεκάθαρα τονιστεί ότι πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή μέχρι και 30%. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή, με συνέπεια να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αυτό αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επεσήμανε ο συνήγορος με έμφαση πως, ο κατηγορούμενος εξέφρασε την πρόθεση παραδοχής και συνεργασίας με τους ανακριτές πολύ νωρίς από το στάδιο της ανάκρισης, ώστε με τις δύο του θεληματικές καταθέσεις ημερομηνιών 5.12.14 και 19.12.14, παραδέχθηκε όλες τις έκνομες πράξεις που διέπραξε και κατονόμασε και άλλα πρόσωπα που εμπλέκονταν στην υπόθεση. Παραδέχθηκε επίσης αδικήματα για τα οποία οι ανακριτές μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν κανένα στοιχείο είτε για τον κατηγορούμενο είτε για άλλους εμπλεκομένους. Σημείωσε ο συνήγορος πως οι καταθέσεις του κατηγορουμένου ήταν θεληματικές, τις οποίες έδωσε ως αποτέλεσμα των τύψεων που ένιωθε για τις πράξεις του, αλλά και με τη θέληση να βοηθήσει τους ανακριτές να εξιχνιάσουν πλήρως την υπόθεση και να διώξουν όλους τους εμπλεκομένους και κυρίως εκείνους για τους οποίους οι ανακριτές δεν είχαν καμία μαρτυρία. Αποτέλεσμα των καταθέσεων του κατηγορούμενου ήταν η σύλληψη και η προσαγωγή στη δικαιοσύνη και άλλων προσώπων. Σημείωσε με έμφαση ο συνήγορος πως, εάν ο πελάτης του δεν ομολογούσε, αρκετές από τις κατηγορίες δεν θα στοιχειοθετούντο διότι οι φερόμενοι ως μάρτυρες Δρακόπουλος, Χειμαρίδης και Χρυσοχόος δεν είχαν αναφέρει οτιδήποτε στην αστυνομία πριν την κατάθεση του Βέργα. Αντίθετα αρνούνταν ότι έδωσαν στο Βέργα οποιοδήποτε ποσό. Είναι η θέση του συνηγόρου πως, η ομολογία και συνεργασία του κατηγορουμένου με τις ανακριτικές αρχές, όχι μόνο αναδεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του, αλλά προσφέρει σημαντικά στη προαγωγή των σκοπών της δικαιοσύνης. Μια συνεργασία που σίγουρα συνηγορεί υπέρ του να αποδοθεί σε αυτήν από το Δικαστήριο ως μετριαστικού παράγοντα η μέγιστη δυνατή προβλεπόμενη σημασία. - Πρόσθετος παράγοντας εξίσου σημαντικός όπως προωθήθηκε από την υπεράσπιση, είναι η πρόθεση και επιθυμία του κατηγορούμενου να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας ώστε να συμβάλει με τη μαρτυρία του στο να ριχθεί άπλετο φως στα γεγονότα που περιστοιχίζουν τη παρούσα υπόθεση και να τιμωρηθούν όλοι όσοι εμπλέκονται. - Επιστροφή της περιουσίας που καρπώθηκε από τη διάπραξη των αδικημάτων αξίας €520.
- O κατηγορούμενος σε συνεννόηση με το Γενικό Εισαγγελέα και τη ΜΟΚΑΣ μεταβίβασε ήδη διά δωρεάς στην Κυπριακή Δημοκρατία ακίνητη του περιουσία αξίας €520.
- - Ο παράγων της ίσης μεταχείρισης, είναι ένα άλλο στοιχείο επικαλούμενο από την υπεράσπιση ούτως ώστε να ληφθεί υπόψη υπέρ του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα η συμπερίληψη τριών προσώπων, δηλαδή των Χειμαρίδη, Χρυσοχού και Δρακόπουλου ως μαρτύρων κατηγορίας, ενώ όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος αυτά τα άτομα έχουν διαπράξει διάφορα αδικήματα όπως δεκασμό δημοσίου λειτουργού, συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος και άλλα, ενώ στην αρχή αρνούνταν οποιαδήποτε ανάμειξη με την υπόθεση, αργότερα παραδέχθηκαν ότι προέβησαν σε χρηματισμό του πελάτη του και όμως χρησιμοποιούνται ως μάρτυρες αντί να αντιμετωπισθούν ως κατηγορούμενοι. Τούτο συνιστά κατά το συνήγορο, άνιση μεταχείριση του πελάτη του και επικαλούμενος σχετικές αποφάσεις, εισηγείται ότι είναι ένας πολύ σημαντικός μετριαστικός παράγοντας που πρέπει να προσμετρήσει υπέρ της μείωσης της ποινής. Αποτελεί τη θέση και εισήγηση του συνηγόρου ότι το Δικαστήριο με την ποινή που θα επιβάλει στον κατηγορούμενο πρέπει να δώσει στην κοινωνία με σαφήνεια να καταλάβει ότι, πρόσωπα που έχουν διαπράξει αδικήματα, αλλά δείχνουν έμπρακτα την μεταμέλεια τους, βοηθώντας τους ανακριτές να διαλευκάνουν την υπόθεση, αλλά και ταυτόχρονα δεν ταλαιπωρούν το Δικαστήριο με ανυπόστατους ισχυρισμούς, αλλά και προσφέρονται να δώσουν μαρτυρία για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς της δικαιοσύνης, δικαιούνται σαν ανταμοιβή την επίδειξη επιείκειας από το Δικαστήριο. Κατηγορούμενος 2 Ο κατηγορούμενος 2, εκφράζει δια των δικηγόρων του τη βαθιά λύπη και ειλικρινή μεταμέλεια του για την επιδειχθείσα από αυτόν αντικοινωνική συμπεριφορά και ιδιαίτερα τη συγνώμη προς τον κοινωνικό του περίγυρο και ιδίως προς την οικογένεια και τα παιδιά του, τα οποία γνωρίζει ότι θα συνεχίσουν να κουβαλούν ένα σταυρό όπως κάνουν τους τελευταίους μήνες, για ενέργειες, πράξεις και παραλείψεις του ιδίου. Αναφερόμενοι οι συνήγοροι του στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου, υπέδειξαν ότι αυτός είναι ηλικίας 58 χρόνων και ό,τι κατάφερε στη ζωή του το δημιούργησε με μεγάλο κόπο και στερήσεις. Σπούδασε χημικός μηχανικός στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο και εργάστηκε για χρονικό διάστημα 13 ετών στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως ως Υγειονολόγος - Μηχανικός και από το 1997 έως το 2014 εργαζόταν στο Σ.Α. ΠΑ ως μηχανικός και αργότερα ως Διευθυντής. Σύμφωνα με τους δικηγόρους του το στήσιμο και η στελέχωση του Σ.Α.ΠΑ, οφείλεται στον πελάτη τους. Είναι διαζευγμένος πατέρας δύο παιδιών 15 και 16 ετών. Η σύζυγος του είναι Γερμανίδα πολίτης, γεγονός το οποίο εναπόθετε στον κατηγορούμενο όλη την ευθύνη για τη σχολική φοίτηση, φροντίδα και καθοδήγηση των παιδιών του. Ο υιός του κατηγορουμένου διαμένει μαζί του ενώ η θυγατέρα του με τη σύζυγο του και καταβάλλει διατροφή €920 μηνιαίως, δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου. Υιοθέτηση έγινε για τα γεγονότα αυτά της εκθέσεως του Γραφείου Ευημερίας και έκθεσης του παιδοψυχολόγου Μάριου Αργυρίδη, η οποία για σκοπούς προστασίας των ανηλίκων τέκνων θεωρήθηκε ορθό να μην αναγνωστεί επ' ακροατηρίω (Τεκμήριο Γ). Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας όπως αυτά εμφαίνονται σε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο Δ) πάσχοντας από καρδιακά προβλήματα κυρίως λόγω της δυσλιπιδαιμίας και αρτηριακής υπέρτασης. Πάσχει επίσης από καλοήθη υπερτροφία του προστάτη και παρακολουθείται από ιατρό. Είναι η θέση των συνηγόρων υπεράσπισης του κατηγορουμένου ότι, ο χαρακτήρας, η κοινωνική προσφορά και τα γεγονότα τα οποία αναφέρθησαν προηγουμένως συνηγορούν στο γεγονός πως, ο πελάτης τους δεν είναι πρόσωπο που χρειάζεται αναμόρφωση με την επιβολή σ' αυτόν εκείνου του είδους της ποινής η οποία θα τον επαναεντάξει στην κοινωνία ως χρήσιμο πολίτη. Ο προηγούμενος έντιμος του βίος συνηγορεί υπέρ της επίδειξης επιείκειας και της θεώρησης του ως ελαφρυντικού παράγοντα όπως η νομολογία και τα σχετικά συγγράμματα (Current Sentencing Practice 1ος Τόμος, στις σελίδες 30206 - 30208 και Aggravation Mitigation and Mercy in English Criminal Justice του συγγραφέα Nigel Walker στη σελίδα 111 υπό τον τίτλο Meritorious), υποδεικνύουν. Επιπροσθέτως των ανωτέρω, έχουν υποδειχθεί εκ μέρους των συνηγόρων του κατηγορούμενου οι πιο κάτω μετριαστικοί παράγοντες. - Παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων με δεδομένη τη μη δίωξη προσώπων τα οποία εμπλέκοντο μέσω δεκασμού τον οποίο τα ίδια διενήργησαν. Τα άτομα αυτά, τα ονόματα των οποίων έχουν αναφερθεί και από τον κ. Γεωργίου (αλλά προστέθηκαν από τους συνηγόρους και άλλα), αντί να είναι συγκατηγορούμενοι βρίσκονται στον κατάλογο μαρτύρων και αυτό ενάντια της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της ισότητας την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 28
(1)του Συντάγματος. Οι συνήγοροι έχουν επικαλεστεί νομολογία και αποφάσεις υιοθετώντας τη θέση πως, το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να καταχωρήσει ή να μην καταχωρήσει ποινικές υποθέσεις εναντίον οιουδήποτε προσώπου αποτελεί προνόμιο το οποίο κατανοούν όμως δεν παύει «αυτή η καθόλα νόμιμη και κατανοητή συμπεριφορά να αποτελεί εγγενώς και να προκαλεί εκ του αποτελέσματος άνιση μεταχείριση εις βάρος των κατηγορουμένων προσώπων και αυτό θα πρέπει να έχετε υπόψη όταν θα επιβάλλετε την πρέπουσα και αρμόζουσα ποινή». - Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τους συνηγόρους στην παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου στην οποία προέβη και τη συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές και την έμπρακτη μεταμέλεια του. Θεωρούν ότι, οι παράγοντες αυτοί αποτελούν ισχυρότατους ελαφρυντικούς παράγοντες και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έννομη τάξη και τα Δικαστήρια θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα αδικοπραγήσαντα πρόσωπα να επιδείξουν έμπρακτη μεταμέλεια μέσα από τη ομολογία, τη συνεργασία με τις διωκτικές αρχές αλλά και την αποκάλυψη εν γένει κολάσιμων συμπεριφορών. Επικαλούμενοι την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Nazip ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6/2014, ημερομηνίας 21.11.2014, υπέδειξαν ότι ο κατηγορούμενος μέσα από την ομολογία του έχει αυτοκαταδικαστεί, μετατρέποντας ουσιαστικά τον εαυτό του το βασικότερο μάρτυρα κατηγορίας εναντίον του. Στην ανωτέρω απόφαση Nazip, ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί ότι κάπνισε φυτό κάνναβης και με την ομολογία του αυτή είχαν προστεθεί άλλες δύο κατηγορίες των οποίων τα γεγονότα η αστυνομία δεν θα γνώριζε άλλως πως. Στην ανωτέρω απόφαση λέχθηκε μεταξύ άλλων «. Και αυτό διότι χωρίς την παραδοχή εναντίον του ιδίου του συμφέροντος του δεν θα προστίθεντο οι κατηγορίες 3 και 4 στο κατηγορητήριο, εφόσον η δεύτερη κατηγορία ήταν ουσιαστικά απόρροια μόνο του μαχητού τεκμηρίου το οποίο δημιουργεί ο Νόμος. Δεν πρέπει με άλλα λόγια να γίνεται απλά λεκτική αναφορά χωρίς να αποδίδεται στους μετριαστικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων και των προσωπικών συνθηκών, η πρόσδωση σ' αυτούς της ανάλογης μετριαστικής επίπτωσης προς όφελος του κατηγορούμενου». Ήταν η θέση των συνηγόρων με αναφορά στην υπόθεση Andreas Pouris And Others ν. The Republic,
(1983)2CLR 148, πως σε περίπτωση παραδοχής το Δικαστήριο θα πρέπει να μειώνει τη ποινή κατά το ήμισυ εκείνης που θα επέβαλε κατόπιν ευρήματος ενοχής μετά από ακρόαση, υιοθετώντας την αρχή της υπόθεσης R. v. Mcphee,
(1980)Crim. L. R, σελ. 445, όπου η ποινή είχε μειωθεί κατά το ήμισυ προκειμένου να επιβραβευθεί το γεγονός ότι ο Εφεσείων είχε παραδεχθεί ενοχή. Αναφορά έγινε από τους συνηγόρους σε διάφορες άλλες αποφάσεις στις οποίες σύμφωνα με τους ίδιους είχαν εκδικαστεί παρόμοιας φύσεως αδικήματα όπως δεκασμός, κλοπή υπό υπαλλήλου κ.λ.π, υποδεικνύοντας ότι ο μέσος όρος ποινής για παρόμοια αδικήματα και μάλιστα με απουσία ελαφρυντικών παραγόντων είναι φυλάκιση μέχρι τρία έτη. - Αποζημίωσης του κράτους. Όπως έχουν υποδείξει οι συνήγοροι ο κατηγορούμενος έχει αποζημιώσει πλήρως το κράτος, γεγονός το οποίο επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη δεδομένου ότι καταδεικνύει και αναδεικνύει την έμπρακτή του μεταμέλεια. - Η διάπραξη των αδικημάτων αυτών έχει επιφέρει στον κατηγορούμενο μία κοινωνική απαξίωση η οποία έχει επιπτώσεις στην εργοδότηση και τη σταδιοδρομία του. Θα απωλέσει την εργασία του και όλα τα παρεμφερή ωφελήματα, γεγονότα που αποτελούν ισχυρό μετριαστικό παράγοντα. Μνεία έγινε για τούτο το γεγονός μεταξύ άλλων στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Δ.Δ. 252 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε τις αρχές σε σχέση με την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις τέτοιου είδους. Σχολιασμού έτυχε από τους συνηγόρους η υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486, η οποία παρόλο ότι υιοθέτησε την υπόθεση Κολοκασίδης εντούτοις ανέφερε ότι με το σκεπτικό της δεν έχει θέσει άκαμπτους κανόνες, υπόθεση την οποία οι συνήγοροι μας κάλεσαν να μην εφαρμόσουμε στην παρούσα περίπτωση δεδομένου όπως υπέδειξαν της διαφοροποίησης που υπάρχει με τη παρούσα όπου ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή και αποζημίωσε πλήρως. - Όπως και ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1, το ίδιο και οι συνήγοροι του κατηγορούμενου 2, μας κάλεσαν να μην επιβάλουμε ποινή στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η εισήγηση των συνηγόρων του κατηγορουμένου 2 στηρίζεται κυρίως στο σκεπτικό πως τα γεγονότα του αδικήματος τούτου καλύπτονται από τα γεγονότα του αδικήματος του δεκασμού το οποίο τιμωρείται όπως αναφέρουν με ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη, ενώ αυτό της νομιμοποίησης εσόδων μέχρι 14 έτη. Επιβολή ποινής και σε αυτό το αδίκημα, συνεχίζει η εισήγηση των συνηγόρων, ουσιαστικά θα παρέβαινε τη συνταγματική αρχή που απαγορεύσει τη καταδίκη κάποιου ατόμου εκ δευτέρου για το ίδιο αδίκημα, κάτι που καλύπτεται απόλυτα και από τη νομολογία. Αναφορά για επίρρωση της θέσης τους, δηλαδή της μη εκ δευτέρου τιμωρίας κάποιου για το ίδιο αδίκημα, έγινε και στην απόφαση του ΕΔΑΔ Case of Sergey Zolotykhin v. Russia Application No. 14939/2003 ημερ. 10.02.2009. - Ο κατηγορούμενος 2 υποστηρίζουν οι συνήγοροι του, διάπραξε τη καταδικαστέα αυτή συμπεριφορά μέχρι το 2009 και από τη ημερομηνία εκείνη απέσχε από το φαύλο κύκλο στον οποίο είχε εμπλακεί. Παρά το ότι δεν ισχυρίζεται ότι παρασύρθηκε από κομματικά στελέχη και από αιρετά στελέχη του δημοτικού συμβουλίου, εντούτοις η ιδιότητα των συγκατηγορουμένων του, οι οποίοι είναι εκλεγμένοι άρχοντες και κομματικά στελέχη, του έδωσαν την εσφαλμένη εντύπωση ότι μπορεί να εμπλέκεται στην παρανομία με ασυλία. Απαντούμε σε τούτο πως, ασυλία στην παρανομία δε δίδεται. Ούτε μπορούμε να κατανοήσουμε, πως ο κατηγορούμενος 2, όντας απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, διέθετε τέτοια λανθασμένη εντύπωση. Απλά, πίστευε και ήλπιζε ότι δεν θα αποκαλύπτονταν τα ανομήματα του. Τα αδικήματα τα οποία διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά με τη σοβαρότητα τους να αντανακλάται εναργώς από το ύψος της προβλεπόμενης κατ' ανώτατο όριο, ποινής. Το αδίκημα δεκασμού δημοσίου λειτουργού, προέβλεπε κατά το χρόνο διάπραξης μερικών εκ των αδικημάτων ποινή φυλάκισης 5 ετών, η οποία αυξήθηκε από τις 6.7.12 με τον τροποποιητικό Νόμο 95
(1)/12 σε επτά έτη. Η αύξηση αυτής της ποινής καλύπτει μέρος της χρονικής περιόδου διάπραξης των αδικημάτων όπως κατωτέρω σημειώνεται. Αξίζει να σημειωθεί πως η πενταετής ποινή φυλάκισης εισήχθηκε με το Νόμο 38
(1)/99, ημερομηνίας 30.4.1999, ενώ προηγουμένως προνοείτο 3ετής τοιαύτη. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος προβλέπει ποινή φυλάκισης 7 ετών, εκτός εάν προβλέπεται από το Νόμο μικρότερη ποινή για το αδίκημα για το οποίο υπήρξε συνομωσία (στη συγκεκριμένη περίπτωση του δεκασμού) ενώ το αδίκημα που προβλέπεται από τον Περί Παρεμπόδισης και Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο 188
(1)/2007, προνοεί 14ετή φυλάκιση. Τα αδικήματα δεκασμού, όντας ιδιαίτερα ως εκ της φύσεως τους σοβαρά, δεν έχουν απασχολήσει σε μεγάλο αριθμό τα Δικαστήρια, γι' αυτό και δεν υπάρχει επαρκής καθοδήγηση. Το Δικαστήριο όμως μπορεί να αντλήσει τέτοια από αποφάσεις ως προς τις ποινές που πρέπει να επιβάλλονται στις περιπτώσεις όπου δεσπόζον στοιχείο εγκληματικής συμπεριφοράς είναι η κατάχρηση εμπιστοσύνης. Στο σύγγραμμα του Γ. Πική, Sentencing in Cyprus, έκδοση του 1978 αναφέρεται στη σελ. 63 (σε δική μας μετάφραση), «Ψηλά επίπεδα αφοσίωσης αναμένονται από τους εργοδοτούμενους στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και από πρόσωπα που ενεργούν με την ιδιότητα του έμπιστου, όπως αντιπρόσωπος ή καταπιστευματοδόχος.. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αυτό το πεδίο καταδεικνύουν πως σοβαρή αντίκριση σταθερά λαμβάνεται για αδικήματα αυτής της φύσης, γιατί έχουν αντίκτυπο στην οικονομική ζωή της χώρας». Ανάλογη προσέγγιση αναφορικά με το θέμα της αποτροπής σε οικονομικό έγκλημα, παρέχεται με την υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486: «η Κολοκασίδης δεν έχει θέσει άκαμπτους κανόνες και δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι εκδικάστηκε πριν από 16 χρόνια όταν ενδεχομένως τα εγκλήματα αυτής της φύσης ήταν ολιγότερα. Έκτοτε η πολυπλοκότητα των συναλλαγών και οι συνθήκες της σύγχρονης κοινωνίας επέβαλαν, όχι μόνο την ανάγκη αύξησης της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής, έχοντας με τον περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο αρ. 43(Ι)/00, επιφέρει αύξηση από επτά σε δέκα χρόνια στα αδικήματα κλοπής κάτω από το Άρθρο 270, αλλά είχε εισαχθεί και ο Νόμος από το 1996, ώστε να υπάρχει στο οπλοστάσιο των διωκτικών αρχών και τρόπος ανίχνευσης των διαφόρων μεθόδων συγκάλυψης των εσόδων από εγκληματικές ενέργειες. Περαιτέρω, τονίζεται ότι, ως εκ της φύσεως τους, τα αδικήματα του είδους προϋποθέτουν την ανάμειξη ενός κατηγορούμενου σε περίτεχνες και περίπλοκες συναλλαγές, οι οποίες κατά κανόνα γίνονται αντιληπτές μόνο μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου. Η ανίχνευση αυτών των εγκληματικών πράξεων είναι όλως ιδιαιτέρως δύσκολη, διότι προϋποθέτει, μετά την ανακάλυψη του προβλήματος, την ανεύρεση πληθώρας δεδομένων (από έγγραφα μέχρι ηλεκτρονικά στοιχεία), την ομαδοποίηση και κατάταξη αυτών, τη συσχέτιση των στοιχείων με τον τρόπο της εγκληματικής ενέργειας και τη μέθοδο εργασίας του κατηγορούμενου και τέλος τον εντοπισμό των επιμέρους ποσών και του τρόπου διοχέτευσης αυτών προς άλλες κατευθύνσεις. Είναι γι' αυτό το λόγο που η παραπομπή τέτοιων υποθέσεων στο Δικαστήριο είναι χρονοβόρα και είναι αναγκαία η ορθή εκ μέρους των ανακριτικών αρχών στοιχειοθέτηση των κατηγοριών επί τη βάσει λεπτομερών αναλύσεων. Αυτό το στοιχείο ορθά εντοπίζεται στη σελ. 20 του σκεπτικού της ποινής». Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις όπου το στοιχείο της αποτροπής συνδυαζόμενο με τη σοβαρότητα του αδικήματος αναδεικνύεται έντονο, το δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως ατονεί, αφού βάσει πάγιας νομολογίας (Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478) ακόμη και στα σοβαρότερα των εγκλημάτων, το Δικαστήριο οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο αναλόγως των προσωπικών και άλλων περιστάσεων του, αλλά και της ειδικότερης εμπλοκής και ρόλου του στη διάπραξη του εξεταζόμενου αδικήματος. Χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται το καθήκον για επιβολή της αρμόζουσας ποινής που η Νομοθεσία προβλέπει και η Νομολογία υποδεικνύει. Με στάθμιση και εξέταση των εκάστοτε παραγόντων και στοιχείων. Όπως σε κάθε περίπτωση, έτσι και εδώ, θα προσπαθήσουμε να ασκήσουμε το καθήκον της επιμέτρησης της ποινής, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, έτσι ώστε τελικά η ποινή να αρμόζει τόσο στα αδικήματα, όσο και στους κατηγορούμενους. Θα λάβουμε έτσι υπόψη κατ' αρχήν, τις βασικές αρχές που πηγάζουν από τη νομολογία ως προς τους παράγοντες που προσμετρούν, αλλά και ως προς τον τρόπο αντίκρισης τέτοιων αδικημάτων μέσω ποινών που επιβλήθηκαν ή επικυρώθηκαν από το Εφετείο. Όπως ορθά τονίστηκε και στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, παρά το ότι οι προηγούμενες αποφάσεις σε θέματα ποινών, δεν προσφέρουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, παρέχουν εντούτοις μεγάλη χρησιμότητα στον εντοπισμό περιστάσεων οι οποίες λαμβάνονται υπόψη σαν μετριαστικές ή επιβαρυντικές. Μπορούν δε, να δίδουν κατευθυντήριες γραμμές ως προς τη φύση και το εύρος των ποινών και να διαμορφώνουν κάποια επίπεδα, εκεί όπου διαφαίνεται μια τάση στηριγμένη πάνω σε στέρεες βάσεις. Η συμπεριφορά, πράξεις και ενέργειες των κατηγορουμένων, δεν βρίσκουν κανένα έρεισμα αιτιολογίας ή δικαιολογίας. Πλην αυτήν της απληστίας, της ιδιοτελούς ιδιοποίησης χρημάτων, της κατάχρησης της εξουσίας και της εμπιστοσύνης με την οποία ήσαν περιβεβλημένοι. Τα αδικήματα που διέπραξαν μόνον απαξίωση - όπως και οι συνήγοροι τους αποδέχθησαν - μπορούν να προκαλέσουν. Απαξίωση και αποστροφή για το κακό αντί του καλού που έλαβαν. Ο κατηγορούμενος 1, αιρετός άρχοντας, ο πρώτος δημότης της Πόλης της Πάφου που οι συμπολίτες του τον τίμησαν με ποσοστό 65% (όπως αναφέρθηκε από το συνήγορο του) πρόδωσε την εμπιστοσύνη του κόσμου εκείνου που τον στήριξαν και τον ψήφισαν. Πρόδωσε τις υποσχέσεις και τις υποχρεώσεις του. Ο κατηγορούμενος 2, εκμεταλλεύτηκε και αυτός με το χειρότερο τρόπο την ηγετική θέση και αξίωμα που κατείχε και που η Πολιτεία του εμπιστεύτηκε. Από τις πρώτες κιόλας χρονικές περιόδους κατασκευής ενός έργου απαραίτητου και χρήσιμου για την Πάφο, αντί να εργαστεί για το κοινό καλό, δεν έχασε χρόνο να αποκομίσει όφελος. Την ίδια στάση τηρεί και ο Δήμαρχος. Τα φιλοπρόοδα έργα της Πόλης, τα μετατρέπουν σε πηγές εσόδων. Σε καιρούς δύσκολους και χαλεπούς, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, κερδίζουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Με τρόπο προκλητικό, ανέντιμο και παράνομο. Εις βάρος του κράτους, της πόλης, του κάθε φορολογούμενου πολίτη. Ενήργησαν με τρόπο μεθοδικό, αλλά και απροκάλυπτο. Εκμεταλλεύονται την ανάγκη των επιχειρηματιών για κέρδος, εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα. Χωρίς όμως να παραμένουν ως εκεί. Η αξίωση και απαίτηση των κατασκευαστικών εταιρειών για πληρωμή νόμιμων απαιτήσεων τους, δεν παραμένει ανεκμετάλλευτη. Αποτελεί ακόμη μια ευκαιρία για οικονομικό όφελος. Έχουμε μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν υποβάλει και προτείνει για μετριασμό της ποινής. Η μη δίωξη ατόμων τα οποία με κάποιο τρόπο συνέτειναν στη δημιουργία των αδικημάτων αφού οι ίδιοι κατέστησαν κοινωνοί και δεκαστές των κατηγορουμένων, αποτέλεσε κοινή συνισταμένη και άξονα γύρω από τον οποίο περιστράφηκαν οι εισηγήσεις των συνηγόρων των κατηγορουμένων. Έχει νομολογηθεί ότι η μη δίωξη τρίτου προσώπου αναμεμιγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνο όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104). Αποτελεί συνταγματική διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα η οποία δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο, ποια άτομα θα διωχθούν και ποια θα χρησιμοποιηθούν ως μάρτυρες κατηγορίας. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε το υλικό και τη μαρτυρία που υπάρχει εναντίον των προσώπων αυτών, πέραν βεβαίως των γεγονότων που ήδη έχουν τεθεί ενώπιον μας, πως τα πρόσωπα αυτά χρημάτισαν τους κατηγορούμενους για να κατακυρωθούν υπέρ τους προσφορές. Ενήργησαν, παρατηρούμε, σε κάθε περίπτωση ως επιχειρηματίες που επιδιώκουν το κέρδος, έστω και με μη νόμιμες μεθόδους, αλλά διαπιστώνουμε επίσης από τα ίδια, αδιαμφισβήτητα από τους συνηγόρους γεγονότα, πως κάθε πράξης δεκασμού και άνομης συναλλαγής, προηγείτο επαφή, προωθούμενη με πρωτοβουλία των κατηγορουμένων. Παρόλο ότι, όπως αναφέρθηκε δεν μπορούμε και δεν έχουμε δικαίωμα να κρίνουμε τη διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα, εντούτοις όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Χαρίτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 225 και στις αποφάσεις που η ίδια μνημονεύει, το Δικαστήριο έχει δικαίωμα και συνήθως λαμβάνει υπόψη το γεγονός αυτό ως μετριαστικό παράγοντα για το συγκατηγορούμενο προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος. Έχουμε ανωτέρω αναφερθεί στην αποζημίωση στην οποία οι κατηγορούμενοι προέβηκαν με τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας και παραχώρησης χρηματικού ποσού, ισάξιας με το ποσό που οικειοποιήθηκαν, επ' ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αποζημίωση που πρόσφεραν οι κατηγορούμενοι αποτελούσε μια εκ των ων ουκ άνευ υποχρέωση και οφειλή τους προς το κράτος, προς την κοινωνία και προς τον κόσμο τους και όχι μια χαριστική πράξη και δωρεά. Εξάλλου υπάρχει θεσμοθετημένη πρόνοια και μηχανισμός δυνάμει του περί Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου Ν188
(1)/2007, για δήμευση και ανάκτηση του οποιουδήποτε παράνομου εσόδου. Η κατά τα άλλα ορθή πράξη και ενέργεια τους για αποζημίωση δεν μειώνει τον παράνομο χαρακτήρα των πράξεων τους ούτε αποενοχοποιεί αυτούς, παρά το ότι όμως, όπως οφείλουμε να παραδεχθούμε, κατέχει τη θέση της στους μετριαστικούς παράγοντες, ως στοιχείο μεταμέλειας. Σαν τέτοια την εκτιμούμε ανάλογα, και της δίνουμε τη δέουσα βαρύτητα. (Παρά το ότι λέχθηκε πως η αποζημίωση του θύματος δεν αποτελεί βαρυσήμαντο στοιχείο Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46 και Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248) δεν παραγνωρίζεται τελείως η σημασία αυτής). Έχει όπως ανωτέρω αναφερθεί και προβλήθηκε εισήγηση εκ μέρους των συνηγόρων των κατηγορουμένων για επηρεασμό της οικογένειας τους από τη ποινή φυλάκισης που θα επιβληθεί. Οφείλουμε να επισημάνουμε πως, οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών παραγόντων, χωρίς όμως να είναι αποφασιστικής σημασίας στο καθορισμό της ποινής (Domotov v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 - 331). Οφείλουμε δε να υποδείξουμε πως οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι με τις πράξεις τους, οδήγησαν και επέφεραν αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Αποτελεί εισήγηση των συνηγόρων του κατηγορούμενου 2 πως, η υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 252, δεν προσφέρει ασφαλές έρεισμα και βάση για την υιοθέτηση της αναφοράς τους περί απώλειας της σταδιοδρομίας, της καριέρας και των ωφελημάτων του πελάτη τους. Υιοθέτησαν δε εκείνο που στην εν λόγω απόφαση λέχθηκε πως οι επαγγελματίες λευκού ποινικού μητρώου, δεν χρήζουν μακράς ποινής φυλάκισης, αφού από μόνη της η ποινή φυλάκισης αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος θα βρεθεί για κάποιο χρονικό διάστημα στη φυλακή είναι επαρκής τιμωρία, αφού εφαρμογής τυγχάνει η αρχή του «τραντάγματος της πόρτας των φυλακών» (clang of the prison gate). Έχουμε ανωτέρω αναφερθεί στην απόφαση Ανδρονίκου η οποία απαντά στις θέσεις της Κολοκασίδης. Λέχθηκε: «Συνάγεται ότι δεν ισχύει σήμερα με την ίδια δύναμη, όπως την εποχή της Κολοκασίδης η θέση ότι εγκλήματα αυτού του είδους δεν είναι συχνά και ότι το κατηγορούμενο πρόσωπο, όντας επαγγελματίας (λογιστής, δικηγόρος ή τραπεζικός), δεν είναι εύκολο να διαπράξει εκ νέου παρόμοιο αδίκημα, έτσι ώστε η επιβολή της ποινής φυλάκισης να είναι από μόνη της αποτρεπτικό στοιχείο χωρίς να χρειάζεται να είναι μεγάλη σε διάρκεια». Τονίζουμε και πάλιν πως η αρχή της αποτρεπτικότητας στα οικονομικά εγκλήματα, έχει δεσπόζουσα θέση. Συμμεριζόμαστε τις θέσεις του συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 πως ενδείκνυται να μεταδοθεί το μήνυμα πως η Δικαιοσύνη προσμετρά το λευκό ποινικό μητρώο, την αποζημίωση, την μεταμέλεια, την παραδοχή και τη συνεργασία των κατηγορουμένων. Από την αντίπερα όχθη όμως, δεν δικαιούμαστε να δώσουμε το μήνυμα πως παραγνωρίζεται η μακρόχρονη παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων, η αποκόμιση εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, και ότι κλείνουμε τα μάτια μπροστά σε τέτοια φαινόμενα διαφθοράς. Στην εισήγηση των συνηγόρων του κατηγορούμενου 2 περί λήψεως ως μετριαστικού παράγοντα της πιθανότητας ή και βεβαιότητας απώλειας της εργασίας ή και των όποιων άλλων ωφελημάτων του, απαντούμε, παραπέμποντας σε όσα υιοθετήθηκαν στη Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 425 (434 - 435) τα οποία αντιστοιχούν πλήρως στην παρούσα περίπτωση, αφού και σε εκείνη όπως και εδώ, το λειτούργημα και η θέση του κατηγορούμενου 2 συνδέεται απευθείας με τα επίδικα εγκλήματα και την κατάχρηση εμπιστοσύνης που επέδειξε ενόσω υπηρετούσε ως Γενικός Διευθυντής ή και Εκτελεστικός Μηχανικός του Σ.Α.ΠΑ. «Προβάλλει επίσης στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα ότι η οκταετής φυλάκιση θα οδηγήσει σε απώλεια όλων των ωφελημάτων του εφεσείοντα. Επισημαίνουμε πως τέτοιο θέμα δεν εγέρθηκε πρωτόδικα, αλλά ούτε και καλύπτεται από οποιοδήποτε λόγο έφεσης. Επί του προκειμένου, εντούτοις, θα θέλαμε να κάνουμε και αναφορά στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas v. Cyprus, Application No. 56679/00, 20th June 2002, όπου κρίθηκε ότι δεν είναι επιτρεπτή η στέρηση τέτοιας φύσης ωφελημάτων του εφεσείοντα . Επιπρόσθετα, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε πως, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Sentencing and Criminal Justice, A. Ashworth, έκδοση 2000, στη σελ. 152, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του αδικοπραγούντα, όπου τα αδικήματα είναι άσχετα με την εργασία του, είναι παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός. Αλλά όπου το έγκλημα προκύπτει από την εργοδότηση του κατηγορούμενου και μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, οι συνέπειες στη σταδιοδρομία του δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. (Δέστε και Barrick [1985] 7 Cr. App. R. (S.) 142). Στην παρούσα περίπτωση τα αδικήματα δεν είναι άσχετα με την εργασία του εφεσείοντα, αλλά, αντίθετα συνδέονται άμεσα με την θέση του». Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν προσφορά στα κοινά ζητήματα του τόπου, τον οποίον υπηρέτησαν ως εκ της θέσεως τους, και αυτόν τον παράγοντα προτάσσουν επίσης οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, ως ελαφρυντικό στοιχείο. Προτιμούμε και γι' αυτό το σημείο να υιοθετήσουμε τη Σουτζής (ανωτέρω) «.. η προσφορά προς το κράτος και την πολιτεία εν γένει, είναι πράγματι σοβαρός ελαφρυντικός παράγοντας αλλά τονίζουμε πως η μεγαλύτερη προσφορά προς την πατρίδα είναι η υπακοή στους νόμους της». Προτάσσεται ως επιπλέον μετριαστικός παράγοντας εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 η παρέλευση χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι της επιβολής ποινής. Κρίνουμε πως ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπήρξε καθυστέρηση από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι τη δίωξη του, αν ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε εμπλοκή και είχε διαπράξει τα αδικήματα του δεκασμού από το 1999 μέχρι το 2010 - αυτή δεν οφείλεται σε κωλυσιεργία των διωκτικών αρχών αλλά προήλθε από άλλους παράγοντες αφού όπως και η Ανδρονίκου υποδεικνύει δεν είναι δυνατή η έγκαιρη ανίχνευση και ο εντοπισμός των αξιόποινων πράξεων προερχόμενη από οικονομικά εγκλήματα. Συνεπώς τούτο, δεν μπορεί να προσμετρήσει υπέρ του ως ελαφρυντικό. Πρόσθετη εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου 1 την οποία υιοθέτησαν και οι συνήγοροι του κατηγορουμένου 2 με κάποιες πρόσθετες εισηγήσεις, είναι πως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιβάλλει ποινή στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων, μεγαλύτερη από εκείνη που προβλέπεται για το γενεσιουργό αδίκημα που καλύπτεται από τις υπόλοιπες κατηγορίες δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος 1 επέστρεψε στο σύνολο της την περιουσία που καρπώθηκε. Αναφοράς έτυχε (μια έντιμη τοποθέτηση οφείλουμε να αναγνωρίσουμε) από το συνήγορο, η απόφαση στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή στο αδίκημα της συγκάλυψης, μεγαλύτερη της ποινής για τα γενεσιουργά αδικήματα. Επεσήμανε όμως ο ίδιος συνήγορος δύο παράγοντες. Ότι ο κατηγορούμενος ούτε παραδέχθηκε ούτε επέστρεψε τα χρήματα και ότι η ποινή που επιβλήθηκε στο αδίκημα της συγκάλυψης ήταν χαμηλότερη από τη μέγιστη επιτρεπόμενη για τα γενεσιουργά αδικήματα ποινή. Απαντώντας σε τούτη την εισήγηση παρατηρούμε πως, στη Θεοχάρους, ναι μεν δεν πρόσφεραν αυτόβουλα οι κατηγορούμενοι αποζημιώσεις, πλην όμως το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα δήμευσης της περιουσίας τους (όπως αναγράφεται στην ίδια την απόφαση) και η εκείθεν επιβληθείσα ποινή ήταν σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων παραγόντων και με την παρατηρηθείσα μεγάλη καθυστέρηση στη δίωξη και εκδίκαση της υπόθεσης. Η ίδια δε η ρηθείσα απόφαση Θεοχάρους απαντά το προταθέν από τον κ. Γεωργίου επιχείρημα, τονίζοντας πως οι δύο αυτές κατηγορίες αδικημάτων διακρίνονται νομοθετικώς (με διαφορετικό και το ανώτατο προβλεπόμενο όριο ποινής) με το ερώτημα στην κάθε περίπτωση να άπτεται, εν πάση περιπτώσει της προσήκουσας στάθμισης των πραγμάτων και κατάληξη στην ορθή υπό τις περιστάσεις ποινή. Προσθέτουμε δε πως το αδίκημα της συγκάλυψης είναι ένα αυτοτελές αδίκημα, η σοβαρότητα του οποίου ούτε μπορεί να μειωθεί από τη προσφερθείσα αποζημίωση, αλλά ούτε και μπορεί να παραγνωριστεί. Ο ίδιος ο Νόμος που θεσμοθετεί το συγκεκριμένο αδίκημα, προνοεί και για τις προϋποθέσεις και δυνατότητες δήμευσης της κλαπείσας περιουσίας στην περίπτωση διάπραξης γενεσιουργών αδικημάτων. Όπως ο ίδιος ο Νόμος προνοεί, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων ενδέχεται να διαπραχθεί είτε από το δράστη του γενεσιουργού αδικήματος είτε από τρίτο πρόσωπο. Η κατοχή, χρήση και διαχείριση των εσόδων της παρανομίας, σκοπείται να παταχθεί με το Νόμο τούτο, είτε το γενεσιουργό αδίκημα διαπράχθηκε εντός ή εκτός Δημοκρατίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Το επιχείρημα των συνηγόρων του κατηγορούμενου 2 σχετικά με το ίδιο θέμα έχει ανωτέρω καταγραφεί. Επιγραμματικά, επαναλαμβάνοντας το, εισηγούνται πως η επιβολή ποινής σε τούτο το αδίκημα, αποτελεί εν ολίγοις αντισυνταγματική ενέργεια, αφού πρόκειται για τα ίδια γεγονότα και πράξεις για τις οποίες δε θα πρέπει να διωχθεί ο κατηγορούμενος δύο φορές. Έχουμε μελετήσει τις αποφάσεις στις οποίες παραπεμφθήκαμε όπως επίσης και εκείνη του ΕΔΑΔ, Case of Sergey Zolotykhin v. Russia Application No. 14939/2003, ημερομηνίας 10.02.2009. Χωρίς να αγνοούμε την αρχή ότι ουδείς δικάζεται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα, κρίνουμε πως διαφέρει ουσιωδώς της κρινόμενης περίπτωσης. Σε εκείνη, ο προσφεύγων στο Δικαστήριο είχε διωχθεί για αδικήματα που συνθέτονταν από τα ίδια γεγονότα τόσο στα πλαίσια Διοικητικής διαδικασίας, όσο και ποινικής, σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες. Πέραν των ανωτέρω εκφρασθέντων σημειώνουμε και το εξής: Ακόμη και στη περίπτωση που τα ίδια γεγονότα συνθέτουν διαφορετικά αδικήματα, εκείνο που η Νομολογία υποδεικνύει είναι η επιβολή ποινής στο σοβαρότερο εξ αυτών, όπως αυτό προδιαγράφεται από τη προβλεπόμενη ποινή (δέστε μεταξύ άλλων Θεοχάρους ανωτέρω, Alexandrou v. Director of Customs
(1985)2 CLR 47). Εδώ ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε διάφορα αδικήματα επί του ιδίου κατηγορητηρίου, τα οποία θα τύχουν της αρμόζουσας αντιμετώπισης. Ενδεικτικό πιστεύουμε για το θέμα της διαχείρισης περιουσίας από παράνομα έσοδα, αποτελεί το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 1995, το οποίο πραγματεύεται το άρθρο 22 του Thred & Act 1968 (σε δική μας μετάφραση). «Η μέγιστη διαθέσιμη ποινή για το χειρισμό κλοπιμαίας περιουσίας είναι σημαντικά ψηλότερη από αυτή που είναι διαθέσιμη για την κλοπή, αντανακλώντας την άποψη ότι μερικές περιπτώσεις χειρισμού συνιστούν πιο σοβαρά αδικήματα από οιαδήποτε περίπτωση απλής κλοπής» Μπορεί επομένως στην κατάλληλη περίπτωση ο καταδικασθείς για αδίκημα συγκάλυψης να λάβει και να ενδείκνυται να λάβει βαρύτερη ποινή από εκείνη για την οποία καταδικάστηκε για το γενεσιουργό αδίκημα. Άλλωστε το άρθρο 4 του Νόμου 188
(1)/2007, καλύπτει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων όπως εμφαίνεται στις σχετικές παραγράφους του. Λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, προς όφελος των κατηγορουμένων, πέραν όλων των ανωτέρω παραγόντων που εκθέσαμε, τις προσωπικές και οικογενειακές τους συνθήκες. Το μέχρι σήμερα ακηλίδωτο παρελθόν τους. Τις όποιες επιπτώσεις η καταδίκη τους θα επιφέρει τόσο σε αυτούς όσο και την οικογένεια τους. Την άμεση ενώπιον του Δικαστηρίου παραδοχή και τη συνεργασία τους με τις Διωκτικές Αρχές. Την προθυμία και επιθυμία τους να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας. Την προσφερθείσα αποζημίωση. Έχουμε μελετήσει τη νομολογία την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι μας παρέπεμψαν καθώς και άλλη σχετική. Συμφωνούμε πως καμία από τις προταθείσες αυθεντίες θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως όμοια, παρόμοια ή η ίδια με την παρούσα. Κάθε μία, όπως είναι γνωστό κρίνεται με τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και διακρίνεται από τις υπόλοιπες, τόσο αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όσο και την προσωπικότητα, χαρακτήρα, ρόλο και θέση που οι κατηγορούμενοι κατείχαν, ο προγραμματισμός, τη χρονική διάρκεια της τέλεσης των αδικημάτων. Έχει προταθεί από τον κατηγορούμενο 2 η εισήγηση περί διαφοροποίησης της ποινής του από τους λοιπούς κατηγορούμενους, δεδομένου πως οι υπόλοιποι ήσαν αιρετά και εκλελεγμένα μέλη. Η εισήγηση βέβαια αυτή, είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να συσχετισθεί με τους κατηγορούμενους 3 - 6, οι οποίοι αρνούνται τις κατηγορίες. Φρονούμε πως σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 τουλάχιστον σ' αυτή την προτεινόμενη πτυχή καμία διαφοροποίηση δικαιολογείται. Ο κατηγορούμενος 2 κατέχει ένα αξίωμα, εξίσου σημαντικό στην αποτελεσματικότητα του και ως Γενικός Διευθυντής του Σ.Α.ΠΑ, η θέση του, του επέβαλλε αυξημένα καθήκοντα. Εξετάσαμε τη δυνατότητα διαφοροποίησης σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες και τις οικογενειακές περιστάσεις. Όντως, παρουσιάζει κάποια προβλήματα υγείας και τα παιδιά του εμφανίζονται ευάλωτα. Πρόβλημα υγείας βέβαια αντιμετωπίζει και το τρίτο παιδί του κατηγορούμενου 1. Τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου 2 δεν είναι τέτοια που να μην μπορούν να αντιμετωπισθούν επαρκώς και όπου χρειάζεται είμαστε βέβαιοι για την επίδειξη αρωγής στα πλαίσια του ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος και έργου του προσωπικού του σωφρονιστικού ιδρύματος. Για τούτους τους λόγους θεωρούμε δίκαιο να μην προβούμε σε διαφοροποίηση της ποινής. Συνυπολογίζοντας κάθε πτυχή την οποία έχουμε αναλύσει κρίνουμε πως αναπόφευκτή είναι η ποινή φυλάκισης. Καθορίζοντας το είδος και ύψος της τιμωρίας, δεν λησμονήσαμε πως το νομοθετικό ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ένας κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, μιας και η ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο έργο της επιμέτρησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 636-637), χωρίς ποτέ βεβαίως να παραγκωνίζει την εμπεδωμένη αρχή πως (στο πλαίσιο που εξετάζεται), η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κουτσούδης v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 574, 578). Επιβάλλουμε στις κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1, Σάββα Βέργα Στην κατηγορία 33, δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2010), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 64, δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2008 μέχρι 2009), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 76, δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (χρόνος διάπραξης Δεκέμβριος 2007), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 83, δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (χρόνος διάπραξης Δεκέμβριος 2013 - Ιανουάριος 2014), ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Στην κατηγορία 102 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2008), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 120 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2012 - 2014), ποινή φυλάκισης 4 χρόνων. Στην κατηγορία 158 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2008 - 2009), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 166 νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ποινή φυλάκισης 6 χρόνων. Κατηγορούμενος 2, Ευτύχιος Μαληκίδης Στην κατηγορία 1 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2008), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 7 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2007), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 14 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 1999 - 2000), ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Στην κατηγορία 20 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2007), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 34 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2010), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 65 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2008 - 2009), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 95 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2007 - 2008), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 159 δεκασμός δημοσίου λειτουργού, (έτος διάπραξης 2008 - 2009), ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Στην κατηγορία 167 Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ποινή φυλάκισης 6 χρόνων. Έχουμε αποφασίσει να μην επιβάλλουμε ποινή στα αδικήματα της συνομωσίας που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν (κατηγορίες 32, 157, 82 και 13), ακολουθώντας τη νομολογιακή επιταγή όπως εδόθη με την απόφαση Ντάνυ Χασσάν κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις 196/2013 και 197/2013, ημερ. 14.10.14, όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «. όπου κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη αδικήματος και σε αντίστοιχες κατηγορίες ότι διέπραξαν τα αδικήματα που αναφέρονται στις κατηγορίες της συνωμοσίας, δεν ενδείκνυται η επιβολή ποινής στις κατηγορίες της συνωμοσίας αφού τα γεγονότα που τις τεκμηριώνουν απορροφούνται (περιλαμβάνονται) στα γεγονότα που τεκμηριώνουν τα διαπραχθέντα, στη συνέχει αδικήματα». Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ο χρόνος τον οποίο οι κατηγορούμενοι διετέλεσαν υπό καθεστώς προφυλάκισης, να συνυπολογιστεί ως προνοεί το άρθρο 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. (Υπ)............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο