← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΙΟΝΙΔΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΜΙΝΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 5839/12, 9/2/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΙΟΝΙΔΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΜΙΝΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 5839/12, 9/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5839/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΔΙΟΝΙΔΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΜΙΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09.02.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κα Ε. Θεοχάρους Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία διάρρηξης καταστήματος κατά παράβαση των άρθρων 291 και 294(α) του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς επίσης 2 κατηγορίες κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 20.05.11 και 21.05.11 στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων στην Κάτω Πάφο: (α) διέρρηξε και εισήλθε στο κατάστημα με την ονομασία "CHRIS AND MIRANDA RENTALS", ιδιοκτησία του Χρυσόστομου Κούρσαρου από την Πάφο, όπου και διέπραξε κλοπή (πρώτη κατηγορία), (β) έκλεψε από το πιο πάνω κατάστημα 47 αντικλείδια αυτοκινήτων αξίας €2.000,00 και δύο πινακίδες εγγραφής αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ZKRP 381 αξίας €8, περιουσία του Αντώνη και Χρυσόστομου Κούρσαρου από την Πάφο (δεύτερη κατηγορία), (γ) έκλεψε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KRB 537 μάρκας Toyota Avanza αξίας €9.000,00, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο έξω από το προαναφερόμενο κατάστημα (τρίτη κατηγορία). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα την αστυφύλακα 3025 Έλενα Παρπέρη (ΜΚ1) και τον Γιώργο Κούρσαρο (ΜΚ2), υπάλληλο της παραπονούμενης εταιρείας και αδελφό του ιδιοκτήτη αυτής. Παράλληλα παρουσιάστηκαν 19 τεκμήρια. Από αυτά τα πιο κάτω τεκμήρια, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν από κοινού, το περιεχόμενο των οποίων τα μέρη αποδέχονται ως αληθές:

(1)Τεκμήριο 11 - Έκθεση Εργαστηρίου Δακτυλοσκοπίας ημερομηνίας 08.06.11 με βάση την οποία τα αποτυπώματα που λήφθηκαν από δεξιά μπροστινή πόρτα του οδηγού του οχήματος πάνω από το χερούλι ανοίγματος, από πισινή αριστερή πόρτα οχήματος με αρ. εγγραφής ZKRB 381 και από πάνω μέρος δεξιάς πλευράς τηλεόρασης μάρκας LG δεν ανήκουν στον κατηγορούμενο αλλά το αποτύπωμα από πισινή αριστερή πόρτα οχήματος με αρ. εγγραφής ZKRB 381 πάνω από το χερούλι ανοίγματος ανήκει στον κατηγορούμενο
(2)Τεκμήριο 12 - Γραπτή κατάθεση αστυφύλακα 1830 Ν. Παπαριστοδήμου ημερομηνίας 08.06.11 στην οποία αναφέρεται ότι ο εν λόγω αστυφύλακας παρέλαβε από την ΜΚ1 δακτυλικά αποτυπώματα του κατηγορουμένου τα οποία και παρέδωσε στον υπαστυνόμο Χρ. Τρισελιώτη του Εργαστηρίου Δακτυλοσκοπίας της ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων
(3)Τεκμήριο 13Α - Γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 05.06.11 του φωτογράφου και ειδικού στη διερεύνηση σκηνών εγκλήματος αρχιαστυφύλακα 1825 Α. Χριστοφίδη σύμφωνα με την οποία στις 22.05.11 και ώρα 08:45 το εν λόγω άτομο μετέβηκε στην οδό Γρίβα Διγενή στη Χλώρακα για εξετάσεις στο όχημα με αρ. εγγραφής ZKRB 381 που είχε καταγγελθεί ως κλοπιμαίο από τον ΜΚ2. Από προκαταρκτικό έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι στο χώρο των αποσκευών και στο πίσω κάθισμα του οχήματος υπήρχαν δύο τηλεοράσεις. Μεταξύ των ωρών 09:11-09:15 της ίδιας ημέρας ο εν λόγω αστυνομικός προέβηκε σε φωτογράφηση του οχήματος τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Ακολούθως τη ίδιας ημέρας ο εν λόγω αστυνομικός προέβηκε σε δειγματοληπτικό και δακτυλοσκοπικό έλεγχο του οχήματος. Επίσης ο αστυνομικός αυτός προέβηκε σε φωτογράφηση καθώς και σε δειγματοληπτικό και δακτυλοσκοπικό έλεγχο των δύο τηλεοράσεων.
(4)Τεκμήριο 13Β - Γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 08.06.11 του φωτογράφου και ειδικού στη διερεύνηση σκηνών εγκλήματος αρχιαστυφύλακα 1825 Α. Χριστοφίδη σύμφωνα με την οποία στις 07.06.11 και ώρα 12:25, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορουμένου, έλαβε δακτυλικά αποτυπώματα του τα οποία την ίδια ημέρα και ώρα 16:00 παρέδωσε στην ΜΚ1 για να σταλούν για επιστημονικές εξετάσεις
(5)Τεκμήριο 14 - Γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 08.06.11 του αστυφύλακα 1898 Λούη Γεωργιάδη του ΤΑΕ Πάφου στην οποία αναφέρεται η λήψη παρειακών επιχρισμάτων του κατηγορουμένου μετά από γραπτή συγκατάθεση του στην παρουσία διερμηνέα στη ρωσική γλώσσα, τα οποία αφού συσκεύασε και σφράγισε τα παρέδωσε στην ΜΚ1
(6)Τεκμήριο 15 - Γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 08.06.11 του αστυφύλακα 4889 Μ. Αναστάση του ΤΑΕ Πάφου στην οποία αναφέρεται ότι στις 25.05.11 παρέλαβε τεκμήρια από την ΜΚ1 τα οποία και παρέδωσε στον Π. Πολυκάρπου του Ινστιτούτου Γενετικής και Νευρολογίας για να γίνουν οι απαιτούμενες επιστημονικές εξετάσεις
(7)Τεκμήριο 16 - Γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 23.05.11 του αστυφύλακα 2588 Ανδρέα Παπακλεοβούλου του Κλιμακίου Φωτογράφων και Δακτυλοσκόπων του ΤΑΕ Πάφου στην οποία αναφέρεται ότι στις 21.05.11 μετέβηκε στην λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων αρ.76 στην Πάφο σχετικά με υπόθεση διάρρηξη καταστήματος και κλοπής όπου και διενέργησε δακτυλοσκοπικές και δειγματολογικές εξετάσεις μέσα από τις οποίες παρέλαβε, συσκεύασε και σφράγισε διάφορα τεκμήρια, τα οποία και παρέδωσε στην ΜΚ1. Περαιτέρω στις 23.05.11 έλαβε δύο φωτογραφίες που δείχνουν κλειδιά αυτοκινήτων που σχετίζονται με την πιο πάνω υπόθεση.
(8)Τεκμήριο 17 - Γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 08.06.11 του αστυφύλακα 1422 Γ. Λεωνίδα του ΤΑΕ Πάφου στην οποία αναφέρεται ότι στις 23.05.11 κατόπιν πληροφορίας του ΜΚ1, ο εν λόγω αστυνομικός εντόπισε σε ανοικτό χωράφι ακριβώς δίπλα από το επίδικο κατάστημα μία νάυλο τσάντα που περιείχε 36 δέσμες κλειδιών μαζί με 5 controls αυτοκινήτων, τα οποία και παρέλαβε ως τεκμήρια. Επίσης από τη σκηνή ο εν λόγω αστυφύλακας παρέλαβε από τη σκηνή ένα αποτσίγαρο άγνωστης μάρκας, 7 πλαστικά άσπρα χειρουργικά γάντια και ένα μικρό κομμάτι άσπρο χαρτί υγείας, τα οποία συσκεύασε, σφράγισε και παρέδωσε στην ΜΚ
  1. Ακολούθως την ίδια ημέρα παρέδωσε στον ΜΚ2 τις 36 δέσμες κλειδιών και τα 5 controls αυτοκινήτων. Στις 06.06.11 και ώρα 17:05 στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού με τη βοήθεια διερμηνέα ο εν λόγω αστυφύλακας συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Τίποτε". Ακολούθως την ίδια ημέρα ο εν λόγω αστυφύλακας με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω σημειώνεται ότι στις 10.06.11 στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο εν λόγω αστυφύλακας με τη βοήθεια διερμηνέα κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε "Δεν παραδέχομαι". Τα παραδεχτά γεγονότα που προκύπτουν από το κοινώς αποδεκτό ως αληθές περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων, τα οποία κατατέθηκαν μαζί από αμφότερα μέρη, εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 18 και 19, που είναι η γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου ημερομηνίας 06.06.11 καθώς και το αστυνομικό έντυπο κατηγοριών ημερομηνίας 10.06.11, αυτά επίσης κατατέθηκαν από κοινού με την υπεράσπιση όμως να αποδέχεται μόνο την ύπαρξη τους. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως προκύπτει από την μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, συνοψίζεται ως εξής: Η ΜΚ1 υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου και κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν τοποθετημένη στο Κλιμάκιο Διαρρήξεων. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της η εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε σαν Τεκμήριο 1 γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 08.06.11 σύμφωνα με την οποία στις 21.05.11 ο Γιώργος Κούρσαρος (ΜΚ2) της κατάγγειλε ότι άγνωστος/οι διέρρηξε/αν το γραφείο/κατάστημα ενοικιάσεων αυτοκινήτων με την επωνυμία "Chris and Miranda Rentals Ltd" που βρίσκεται στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων αρ.76 στην Πάφο στο οποίο εργάζεται ως υπάλληλος από το οποίο έκλεψε/αν δύο πινακίδες εγγραφής αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ZKRP 381 αξίας €8, μία νάυλο τσάντα που περιείχε αντικλείδια 47 αυτοκινήτων αξίας €2.000,00 καθώς και από τον εξωτερικό χώρο του γραφείου το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KRB 537 μάρκας Toyota Avanza αξίας €9.000,00, όλα ιδιοκτησίας της πιο πάνω εταιρείας. Αμέσως η ΜΚ1 μετέβηκε στο μέρος και προέβηκε σε επιτόπιες εξετάσεις ενώ παράλληλα έλαβε μέρος στις έρευνες προς εντοπισμό του/των δράστη/ών. Μέσα από τις εξετάσεις στη σκηνή διαπιστώθηκε ότι ο/οι δράστης/ες πέτυχε/αν είσοδο-έξοδο από την πίσω αλουμινένια πόρτα του γραφείου, η οποία παραβιάστηκε με αιχμηρό αντικείμενο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης της και στα πλαίσια απόδειξης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής η εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: Τεκμήριο 2 - Δύο παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου Τεκμήριο 3 - Δειγματοληψία από χερούλι ερμαριού στο εσωτερικό του προαναφερόμενου καταστήματος/γραφείου που λήφθηκε στις 21.05.11 και ώρα 10:00 π.μ. Τεκμήριο 4 - Δειγματοληψία από χερούλι ερμαριού πίσω από το γραφείο στο εσωτερικό του προαναφερόμενου καταστήματος/γραφείου που λήφθηκε στις 21.05.11 και ώρα 10:15 π.μ. Τεκμήριο 5 - Δειγματοληψία από χερούλι συρταριού στο προαναφερόμενο κατάστημα/γραφείο που λήφθηκε στις 21.05.11 και ώρα 10:20 π.μ. Τεκμήριο 6 - Δειγματοληψία από κλειδί αυτοκινήτου από το έδαφος έξω στο πίσω του προαναφερόμενου καταστήματος/γραφείου στο που λήφθηκε στις 21.05.11 και ώρα 10:25 π.μ. Τεκμήριο 7 - Κουτάκι χρώματος χακί εντός του οποίου υπάρχει ένα αποτσίγαρο άγνωστης μάρκας που παραλήφθηκε στις 23.05.11 και ώρα 11:00 π.μ. από χωράφι δίπλα από το προαναφερόμενο κατάστημα/γραφείο Τεκμήριο 8 - Κουτάκι χρώματος άσπρο που περιέχει 7 χειρουργικά γάντια που παραλήφθηκαν στις 23.05.11 και ώρα 11:04 π.μ. από χωράφι δίπλα από το προαναφερόμενο κατάστημα/γραφείο Τεκμήριο 9 - Κουτάκι χρώματος χακί που περιέχει ένα μικρό κομμάτι άσπρο χαρτί υγείας που παραλήφθηκε στις 23.05.11 και ώρα 11:06 π.μ. από χωράφι δίπλα από το προαναφερόμενο κατάστημα/γραφείο Αντεξεταζόμενος η ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως από ότι έχει ενημερωθεί από τους ανωτέρους της ο κατηγορούμενος συνδέεται με δαχτυλικά αποτυπώματα. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2 παρουσίασε σαν Τεκμήρια 10Α, 10Β και 10Γ τρεις γραπτές καταθέσεις ημερομηνίας 21.05.11, 22.05.11 και 23.05.11 που έδωσε στην αστυνομία. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 10Α, στις 21.05.11 ο ΜΚ2 ερχόμενος στο χώρο εργασίας του διαπίστωσε ότι η πίσω πόρτα του καταστήματος ήταν ανοικτή και παραβιασμένη. Από έλεγχο που ο εν λόγω μάρτυρας έκανε διαπίστωσε ότι από το κατάστημα είχαν κλαπεί σε συρτάρι δίπλα από το γραφείο του μία νάυλο τσάντα εντός της οποίας υπήρχαν αντικλείδια των οχημάτων που η εταιρεία ενοικιάζει αξίας €9.000,00 περίπου καθώς και ένα σετ πινακίδων με αριθμούς εγγραφής ZKRB 381 αξίας €8 περίπου. Επίσης ο ΜΚ2, κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε στα ενοικιαζόμενα οχήματα που βρίσκονταν σταθμευμένα μπροστά από το κατάστημα, διαπίστωσε ότι είχε κλαπεί το όχημα με αρ. εγγραφής KRB 537 μάρκας Toyota Avanza αξίας €9.000,00 περίπου. Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10Β σημειώνεται ότι στις 22.05.11 και ώρα 08:00 ο μάρτυρας εντόπισε το πιο πάνω κλεμμένο όχημα να βρίσκεται σταθμευμένο στην οδό Γρίβα Διγενή στη Χλώρακα. Το όχημα αυτό ήταν κλειδωμένο και αντίς να είχε πινακίδες με αρ. εγγραφής KRB 537 είχε πινακίδες με αρ. εγγραφής ZKRB 381 που είναι ιδίου τύπου, μάρκας και χρώματος. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία και μέσα από τις εξετάσεις που έγιναν εντός του οχήματος ανευρέθηκαν δύο τηλεοράσεις να είναι κρυμμένες με μια κουβέρτα καθώς και κάτω από το χαλάκι του συνοδηγού εντοπίστηκαν να είναι κρυμμένα ένα μεγάλο κατσαβίδι και ένα λιβέρι που δεν ανήκαν στην εταιρεία του ΜΚ
  2. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 10Γ, στις 23.05.11 και περί ώρα 10:30 π.μ. ενώ ο ΜΚ2 έκανε σχολαστικό περιμετρικό έλεγχο του καταστήματος εντόπισε σε χωράφι τα κλοπιμαία κλειδιά των αυτοκινήτων και μερικά άσπρα πλαστικά χειρουργικά γάντια. Ο ΜΚ2 αμέσως ειδοποίησε την αστυνομία, μέλη της οποίας ήλθαν και τα παρέλαβαν. Ακολούθως την ίδια ημέρα και περί ώρα 16:55 ο εν λόγω μάρτυρας είδε και αναγνώρισε 36 δέσμες κλειδιών και 5 controls των αυτοκινήτων ως μέρος της περιουσίας που κλάπηκε από το κατάστημα. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΚ2 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το κατάστημα ανήκει στον αδελφό του Χρυσόστομο Κούρσαρο, το επίδικο όχημα στον άλλο αδελφό του Αντώνη Κούρσαρο ενώ τα κλοπιμαία κλειδιά ανήκουν και στους δύο πιο πάνω αδελφούς του. Όσον αφορά το δικό του ρόλο στην εταιρεία ο ΜΚ2 είπε ότι βοηθούσε στη λειτουργία του καταστήματος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ο χώρος του καταστήματος δεν είναι περιφραγμένος και έτσι οποιοσδήποτε δύναται να εισέλθει στον περιμετρικό χώρο των οχημάτων αγγίζοντας τα χωρίς εμπόδιο. Ερωτώμενος σχετικά με την κλοπιμαία περιουσία, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι του έχει επιστραφεί το επίδικο όχημα καθώς και μέρος των κλειδιών ενώ μέρος των κλειδιών που κλάπηκαν δεν του έχει επιστραφεί. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως το επίδικο όχημα δεν είχε ενοικιαστεί σε οποιονδήποτε πριν από το χρόνο κλοπής του. Μέσα από την ανακριτική κατάθεση του ο κατηγορούμενος ανάμεσα σ' άλλα: (α) δήλωσε πως δεν γνωρίζει που βρίσκεται το επίδικο κατάστημα, (β) ανάφερε ότι ουδέποτε μετέβηκε στο επίδικο κατάστημα και ενοικίασε από εκεί οποιοδήποτε όχημα, (γ) είπε ότι ουδέποτε εισήλθε σε οποιοδήποτε όχημα ενοικιάσεως της εταιρείας "CHRIS AND MIRANDA RENTALS" που διαχειρίζεται και λειτουργεί το προαναφερόμενο επίδικο κατάστημα. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι δεν υπάρχει επιστημονική και/ή επαρκής περιστατική μαρτυρία που να συνδέει άμεσα τον κατηγορούμενο με την ανευρεθείσα κλοπιμαία περιουσία και τα τεκμήρια που περισυλλέγησαν στη σκηνή καθώς και γενικότερα με τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Όπως η κυρία Θεοχάρους είπε, με την μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την κατηγορούσα αρχή. Σύμφωνα με τη συνήγορο υπεράσπισης η ύπαρξη αποτυπώματος του κατηγορουμένου στην πίσω πόρτα του επιδίκου οχήματος δεν αποδεικνύει οτιδήποτε περισσότερο από την επαφή του σ' αυτή σε άγνωστο χρόνο και τόπο, πράγμα που δεν δημιουργεί δέουσα και επαρκή περιστατική μαρτυρία. Καταλήγοντας η εν λόγω συνήγορος εισηγήθηκε πως το σκεπτικό και το αποτέλεσμα στην ποινική υπόθεση Γεωργίου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 485 δύναται να εφαρμοστεί σ' αυτό το στάδιο της παρούσας υπόθεσης. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε είναι τέτοια που δικαιολογεί την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Σύμφωνα με την κυρία Παπαλαζάρου υπάρχει επιστημονική μαρτυρία που συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη των αδικημάτων που περιέχονται στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Παραπέμποντας στο αποτύπωμα του κατηγορουμένου που όπως είπε εντοπίστηκε στην πόρτα του οχήματος που κλάπηκε και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της γραπτής ανακριτικής κατάθεσης του, μέσα από την οποία ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι μετέβηκε στο επίδικο κατάστημα, η κυρία Παπαλαζάρου σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δώσει εξηγήσεις για την ύπαρξη του πιο πάνω αποτυπώματος. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτη και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Όπως λέχθηκε πιο πάνω, αυτό που ουσιαστικά αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι μεταξύ των ημερομηνιών 20.05.11 και 21.05.11 διέρρηξε και εισήλθε στο κατάστημα/γραφείο με την ονομασία "CHRIS AND MIRANDA RENTALS" που βρίσκεται στη λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων στην Κάτω Πάφο από το οποίο έκλεψε 47 αντικλείδια αυτοκινήτων αξίας €2.000,00 και δύο πινακίδες εγγραφής αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ZKRP 381 αξίας €8 καθώς επίσης ότι έκλεψε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KRB 537 μάρκας Toyota Avanza αξίας €9.000,00, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο έξω από το προαναφερόμενο κατάστημα/γραφείο. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της διάρρηξης καταστήματος/γραφείου. Με το αδίκημα αυτό πραγματεύονται τα άρθρα 291 και 294(α) του Κεφ.
  1. Μελέτη των διατάξεων του άρθρου 294(α) καθιστούν αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της διάρρηξης καταστήματος/γραφείου είναι τα εξής: (α) Ο κατηγορούμενος διαρρήχνει και εισέρχεται σε κατάστημα/γραφείο, (β) με σκοπό διάπραξης κακουργήματος. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής αναφέρεται στο ότι η πισινή θύρα του επιδίκου καταστήματος/γραφείου φαίνεται να έχει εντοπιστεί να είναι ανοικτή συνεπεία φερόμενης παραβίασης της με αιχμηρό αντικείμενο. Η μαρτυρία ακόμη επεκτείνεται στην μετακίνηση και εξαφάνιση από το υποστατικό όπου βρίσκονταν εκεί τοποθετημένα 47 αντικλειδιών αυτοκινήτων καθώς και δύο πινακίδων εγγραφής οχήματος. Τα πιο πάνω, ανεξαρτήτως αν μέρος των αντικειμένων που μετακινήθηκαν ανευρέθηκαν μεταγενέστερα, παραπέμπουν σε διάρρηξη και είσοδο στο επίδικο κατάστημα/γραφείο με το δράστη ή τους δράστες να σκοπεύουν τη διάπραξη κακουργήματος από αυτό και συγκεκριμένα την κλοπή των προαναφερόμενων αντικειμένων από αυτό. Συνεπώς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετείται. Θα εξετάσω στη συνέχεια αν εκ πρώτης όψεως τεκμηριώνεται το πρώτο συστατικό στοιχείο και συγκεκριμένα θα εξετάσω αν η προσκομισθείσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής καταδεικνύει για σκοπούς του σταδίου αυτού ότι ο κατηγορούμενος είναι ο φερόμενος δράστης ή ένας από τους φερόμενους δράστες. Η δεύτερη και τρίτη κατηγορία σχετίζονται με το αδίκημα της κλοπής. Το αδίκημα αυτό διέπεται από τα άρθρα 255 και 262 του Κεφ.
  2. Συνδυασμένη μελέτη των εν λόγω άρθρων καθιστούν σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή και αποκόμισε περιουσία του παραπονούμενου και (β) η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (γ) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη και (δ) ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε με δόλιο τρόπο ή (ε) αν ο κατηγορούμενος κατέχει την περιουσία της παραπονούμενης νόμιμα με δόλιο τρόπο σφετερίζεται τη χρήση της για λογαριασμό του ιδίου ή άλλου προσώπου εκτός από την παραπονούμενη και (στ) ότι κατά τον χρόνο απόκτησης κατοχής ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει μόνιμα την περιουσία από την παραπονούμενη. Η υπάρχουσα μαρτυρία, εξεταζόμενη στην όψη της και μόνο, καταδεικνύει ότι τα πράγματα που μετακινήθηκαν από τους χώρους στους οποίους βρίσκονταν και εξαφανίστηκαν και συγκεκριμένα τα 47 αντικλείδια, οι δύο πινακίδες οχήματος με εγγραφής ZKRP 381 και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KRB 537 μάρκας Toyota Avanza, έστω και αν εκ των υστέρων μέρος από αυτά φέρεται να ανευρέθηκαν, αποτελούν περιουσία των παραπονούμενων της υπόθεσης αυτής που εκ του αποτελέσματος που φέρεται να συνέβηκε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Κατά συνέπεια εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετείται το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Το κατά πόσο εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετούνται τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού εξαρτάται από το αν ο κατηγορούμενος συνδέεται με τη μετακίνηση και εξαφάνιση της πιο πάνω περιουσίας. Θα εξετάσω τώρα αν από την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος φαίνεται να συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την υπόθεση αυτή. Η μοναδική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής που φέρεται να συνδέει τον κατηγορούμενο με την υπόθεση αυτή είναι ο εντοπισμός αποτυπώματος του πάνω από το χερούλι ανοίγματος στην πισινή αριστερή πόρτα του επιδίκου οχήματος. Πέραν αυτού ουδεμία άλλη μαρτυρία υπάρχει που να τον εμπλέκει. Άλλα αποτυπώματα που διαπιστώθηκαν πάνω από το χερούλι ανοίγματος στη δεξιά μπροστινή πόρτα του οδηγού του οχήματος, στην πισινή αριστερή πόρτα αυτού καθώς και στο πάνω μέρος δεξιάς πλευράς τηλεόρασης μάρκας LG που εντοπίστηκε στο ίδιο επίδικο όχημα, το οποίο μεταγενέστερα βρέθηκε σταθμευμένο σε οδό διαφορετική από αυτή στην οποία ήταν ο χώρος όπου σ' αυτόν τελούσε προς ενοικίαση, σχετίζονται με άτομα άγνωστα της υπόθεσης αυτής. Στην υπόθεση Γεωργίου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 485 αποφασίστηκε ότι η ανεύρεση γενετικού υλικού του εφεσείοντα στο χερούλι της πόρτας του αυτοκινήτου απλά υποδεικνύει την πιθανότητα το πρόσωπο αυτό να είχε ακουμπήσει στο χερούλι εκείνο και τίποτα περισσότερο ελλείψει άλλης σχετικής μαρτυρίας. Στην ίδια υπόθεση ακόμη λέχθηκε ότι η ανεύρεση του γενετικού υλικού του εφεσείοντος δεν είχε την αμεσότητα και σύνδεση με το αδίκημα που υπήρχε στις αποφάσεις Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 και Γρηγορίου v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 571, από τις οποίες και κρίθηκε ότι διαφοροποιείται. Επιπλέον στην υπόθεση Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 51/2012 ημερομηνίας 22.10.13 ο εντοπισμός γενετικού υλικού στην πάνω πλευρά νάυλου διαφανές σακουλιού που παρεμβαλλόταν μεταξύ δοχείου και του πώματος σε υπόθεση ναρκωτικών που εντοπίστηκαν στην αυλή της οικίας των γονιών του εφεσείοντα κρίθηκε ανεπαρκής μαρτυρία για να τον καταδικάσει καθότι μπορούσε, εφόσον επρόκειτο για μεταφερόμενο αντικείμενο, να συμβιβαστεί με επαφή του εφεσείοντα με το σακούλι σε κάποιο άλλο, άσχετο με τα ναρκωτικά, χρονικό σημείο. Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση αυτή, η ευκολία με την οποία ένας κατηγορούμενος μπορεί αθώα να είχε έλθει σε επαφή με ένα τέτοιο αντικείμενο μπορεί να είναι τέτοια που, ακόμα και στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης εκ μέρους του, να μην μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα επαρκούς σύνδεσης μεταξύ του και του εγκλήματος (βλέπε επίσης Campell v. HM Advocate
(2008)S.C.L. 1245). Περαιτέρω στην υπόθεση Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428 τονίστηκε ότι η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε άλλης περιστατικής μαρτυρίας, πλην του εντοπισμού γενετικού υλικού του εφεσείοντα στη σκηνή, αφαιρεί την ασφάλεια του υπόβαθρου της καταδίκης. Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση αυτή, σε μια τέτοια περίπτωση η κατάληξη σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου από την παράλειψη του να δώσει εξηγήσεις για την ύπαρξη γενετικού του υλικού στη σκηνή ουσιαστικά θα μετέθετε το βάρος απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου, ο οποίος ουσιαστικά θα κληθεί να αποδείξει την αθωότητα του, πράγμα ανεπίτρεπτο στο κυπριακό νομικό δίκαιο. Το κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές' των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη σελίδα 419 με αναφορά στην πιο πάνω κυπριακή υπόθεση Μιχαήλ καθώς και στις αυστραλιανές υποθέσεις R v. Ogden
(2013)EWCA Crim 1294, Fitzgerald v. The Queen
(2014)HCA 28, R v. Grant
(2008)EWCA και R v. Lashley
(2000)EWCA Crim 88 σημειώνει ότι, στην απουσία άλλης σχετικής μαρτυρίας, η μαρτυρία γενετικού υλικού κάτω από τις περιστάσεις που αυτή προσδιορίζεται στις πιο πάνω υποθέσεις είναι ανεπαρκής ακόμα και για κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση η ύπαρξη αποτυπώματος του κατηγορουμένου πάνω από το χερούλι ανοίγματος στην πισινή αριστερή πόρτα του επιδίκου οχήματος απλά δείχνει επαφή του κατηγορουμένου στο σημείο εκείνο και τίποτα περισσότερο. Μέσα από προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής παρατηρώ ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που τείνει να προσδιορίζει το χρόνο, τον τόπο καθώς και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η πιο πάνω επαφή στο σημείο εκείνο του επιδίκου οχήματος από τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να προσδιορίζει πότε, που και πως εναποτέθηκε το αποτύπωμα του κατηγορουμένου πάνω από το χερούλι ανοίγματος στην πισινή αριστερή πόρτα του επιδίκου οχήματος. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας που έστω εκ πρώτης όψεως να τείνει να αποκλείσει το ενδεχόμενο τυχαίας εναπόθεσης του δακτυλικού αποτυπώματος στο σημείο εκείνο του οχήματος που εντοπίστηκε από τον κατηγορούμενο. Η προσκόμιση μαρτυρίας επί το ότι το επίδικο όχημα δεν είχε ενοικιαστεί σε οποιονδήποτε πριν από το χρόνο κλοπής του δεν είναι κάτι που βοηθά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Η ύπαρξη του αποτυπώματος είναι ένα στοιχείο εντελώς απογυμνωμένο από άλλη στοιχειώδη μαρτυρία που είναι απαραίτητη για τη σύνδεση του κατηγορουμένου με το χρονικό σημείο διάπραξης του αδικήματος της κλοπής του επιδίκου οχήματος, την πορεία που το όχημα αυτό ακολούθησε από το δράστη ή δράστες αλλά και με το περιεχόμενο που εντοπίστηκε σ' αυτό. Καμία επίσης μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάρρηξη του καταστήματος/γραφείου και κλοπής από αυτό 47 αντικλειδιών αυτοκινήτων αξίας €2.000,00 καθώς και δύο πινακίδων εγγραφής αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ZKRP 381 αξίας €8. Το γεγονός της απομονωμένης ύπαρξης αποτυπώματος στο επίδικο όχημα από μόνο του και στην απουσία άλλης σχετικής μαρτυρίας δεν δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην κατηγορούσα αρχή για τα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής του επιδίκου καταστήματος/γραφείου. Από τα πιο πάνω εξόφθαλμα προκύπτει ότι ο εντοπισμός του αποτυπώματος στο επίδικο όχημα δεν έχει αμεσότητα και σύνδεση με τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται το σκεπτικό των υποθέσεων Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 485 και Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.51/2012 ημερομηνίας 22.10.13. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, εξεταζόμενη στην όψη της και μόνο, είναι αντικειμενικά αδύνατη και εξόφθαλμα ανεπαρκής για να δικαιολογήσει την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων που περιέχονται στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου και των συστατικών στοιχείων αυτών. Στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι εξόφθαλμα ανεπαρκής και αντικειμενικά αδύνατη σε βαθμό τέτοιο που να μην μπορεί από αυτό το στάδιο να στηρίξει καταδίκη του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ενώ ταυτόχρονα η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση του κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Τυχόν κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία θα είναι όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις αδυναμίες, τις ατέλειες και τα κενά που εξόφθαλμα παρατηρούνται στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αναφορικά με όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Ειδικότερα η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της διάρρηξης καθώς επίσης όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής, με εξαίρεση βέβαια το δεύτερο συστατικό στοιχείο που όπως λέχθηκε πιο πάνω εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετείται. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έξοδα €30 που έχουν δημιουργηθεί μέσα από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Διάρρηξη καταστήματος και κλοπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.