Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μαρίας Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 4724/13, 24/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4724/13 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. Μαρίας Γεωργίου Κατηγορούμενης ____________________________ Ημερομηνία: 24.02.2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ Ν. Νεοκλέους Για την Κατηγορούμενη : κ Ν. Μάντη Κατηγορούμενη: παρούσα ____________________________ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση των άρθρων 210,211,213 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και των άρθρων 19 και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου Ν.86/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη την 3.5.12 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και άνευ προθέσεως οδηγώντας το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΚΡ 820 στη Λεωφ. Χρυσορογιατίσσης στην Αμαργέτη της Επαρχίας Πάφου επέφερε τον θάνατο στον Φειδία Κανάρη, τέως από την Αμαργέτη. Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, o ευπαίδευτoς συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο οποίος εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε εφτά μάρτυρες, ήτοι τον Αστ. 2543 Τ. Τρύφωνος (ΜΚ1), τον Αστ. 2558 Π. Πέτρου (ΜΚ2), τον Αστ. 1142 Κ. Κωνσταντίνου (ΜΚ3), τον Υπ/μο Ζ. Ψαθίτη (ΜΚ4), τον Θ. Θεμιστοκλέους (ΜΚ5), τον Α/Αστ 2350 Μ. Ιεροκηπιώτη (ΜΚ6) και την ιατροδικαστή Δρ. Ε. Αντωνίου (ΜΚ7). Περαιτέρω, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω αναφερόμενα, τα οποία και εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο: 1) Τα τεκμήρια τα οποία περιγράφονται στις εκθέσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1 - 3 διακινήθηκαν κανονικά και νομότυπα. 2) Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- 3) Τα αποτελέσματα της επιστημονικής εξέτασης όπως αυτά καταγράφονται στις σελίδες 5 και 6 του Τεκμηρίου
- 4) Τα τεκμήρια τα οποία αναφέρονται και καταγράφονται στην Κατάθεση με αρ. Τεκμηρίου 22, λήφθηκαν νομότυπα. Στην έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (Τεκμήριο 1) αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι το κομμάτι σάρκας που λήφθηκε από το σασί του οχήματος της κατηγορούμενης με αρ. εγγραφής KKP820 (βλ. φωτογραφίες 9 και 10 Τεκμηρίου 11) ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το δείγμα αίματος του Φειδία Κανάρη (στο εξής το «θύμα»). Περαιτέρω, στην έκθεση του Αστυνόμου Β' Β. Κοσμά (Τεκμήριο 3), στα αποτελέσματα της επιστημονικής εξέτασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι μαύρες ίνες υφάσματος που λήφθηκαν από την άσφαλτο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου όπου επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα είναι όμοιου τύπου με τις ίνες υφάσματος του σακακιού χρώματος μαύρου που λήφθηκε από τη σορό του θύματος και προέρχονται από αυτό. Επίσης, οι μπλε/άσπρες ίνες υφάσματος που λήφθηκαν από την σκηνή του δυστυχήματος και συγκεκριμένα από την αριστερή λωρίδα και το αριστερό ασφάλτινο παγκέτο είναι όμοιου τύπου με τις ίνες υφάσματος του παντελονιού τζιν που παραλήφθηκε από τη σορό του θύματος και προέρχονται από αυτό. Στην συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 6). Σε αυτήν, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι αποσπασμένος στο ΤΑΕ ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στη διερεύνηση σκηνών εγκλημάτων. Την 3.5.12 και περί ώρα 22.50 μετέβηκε με τον Αστ. 2588 Α. Παπακλεοβούλου στον κύριο δρόμο Αμαργέτης προς Παναγιά για εξετάσεις σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση φόνου εκ προμελέτης του θύματος. Μεταξύ των ωρών 23.06-23.13 στην παρουσία Υπ/μου Κ. Κλεάνθους έλαβε 16 φωτογραφίες της σκηνής και ακολούθως καθ' υπόδειξη της ιατροδικαστού Δρ. Ε. Αντωνίου (ΜΚ7) έλαβε 4 φωτογραφίες της σορού του θύματος. Στη συνέχεια μετέβη στο χωριό Παναγιά όπου έλαβε 8 φωτογραφίες του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΚΡ
- Στις 4.5.12 στον κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου μετά από υπόδειξη της ιατροδικαστού Ε. Αντωνίου έλαβε 5 φωτογραφίες του Θέμη Θεμιστοκλέους (ΜΚ5) κατά την ιατροδικαστική εξέταση του. Την ίδια ημέρα στο Γ.Ν. Πάφου καθ' υπόδειξη της ΜΚ7 έλαβε 53 φωτογραφίες της σορού του θύματος κατά την νεκροψία που διενεργήθηκε από τη ΜΚ
- Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΚΡ 820 ανήκει στην κατηγορούμενη και το όχημα με αρ. εγγραφής AAF 459 στον ΜΚ5, ο οποίος, όπως ενημερώθηκε, πιθανόν να εμπλεκόταν στη διερευνώμενη υπόθεση. Μετά από σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ο Θεμιστοκλέους (ΜΚ5) είναι το πρόσωπο που απεικονίζεται στη δέσμη φωτογραφιών Τεκμήριο 7 οι οποίες λήφθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση του. Τέλος, ερωτηθείς σε σχέση με τις φωτογραφίες υπ' αρ. 21-28 του Τεκμηρίου 4 απάντησε ότι παρουσιάζουν το μπροστινό μέρος του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΚΡ 820 και συγκεκριμένα φαίνεται στις εν λόγω φωτογραφίες το κτύπημα που υπήρχε στις πινακίδες εγγραφής του εν λόγω οχήματος. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 είπε ότι δεν ασχολείται με υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων και ο λόγος που εμπλάκηκε στην παρούσα υπόθεση ήταν διότι αρχικά εξεταζόταν υπόθεση φόνου εκ προμελέτης. Τη σκηνή του εγκλήματος τη φωτογραφίζει πάντοτε κατόπιν υποδείξεων και στην προκείμενη περίπτωση λάμβανε οδηγίες από τον Υπ/μο Κ. Κλεάνθους. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης απάντησε ότι στη σκηνή υπήρχαν λαμπτήρες της Α.Η.Κ, ωστόσο το φως ήταν λίγο. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη κατάθεση του (Τεκμήριο 8). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας και είναι τοποθετημένος στη υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών. Στις 4.5.12 μετέβη με τον Ανώτερο Αστυνόμο Ν. Κερίμη και τον Λοχ. 2748 Ν. Νεοφύτου στο χωριό Αμαργέτη στην Πάφο για εξέταση σκηνής πρόκλησης θανάτου εξ αμελείας. Έλαβε αριθμό φωτογραφιών του κύριου δρόμου Αμαργέτης - Πενταλιάς. Επίσης, στο μηχανουργείο της Α.Δ.Ε. Πάφου φωτογράφισε τα οχήματα με αρ. εγγραφής ΚΚΡ 820 και AAF 459, καθώς και τις υποδείξεις της κατηγορούμενης και του ΜΚ5 στον κύριο δρόμο Αμαργέτης - Πενταλιάς παρά το χωριό Αμαργέτη. Ο ΜΚ2 κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίων 9-12 τις φωτογραφίες που έλαβε. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ο ΜΚ2 είπε ότι οι φωτογραφίες 9 και 10 του Τεκμηρίου 11 στο σημείο που δεικνύει το πράσινο βέλος φαίνεται κομμάτι το οποίο μοιάζει με σάρκα. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο φωτισμός στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν επαρκής. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι την κατάθεση του (Τεκμήριο 8) την ετοίμασε στις 3.8.12, τρεις δηλαδή μήνες μετά το επίδικο συμβάν. Η αναφορά του στην κατάθεση (Τεκμήριο 8) ότι ο θάνατος του θύματος προκλήθηκε εξ αμελείας έγινε μετά από επικοινωνία που είχε με το ΤΑΕ και την τροχαία Πάφου. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης, ο ΜΚ2 είπε ότι οδηγίες για τη λήψη των φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος και της εξέτασης των οχημάτων με αρ. εγγραφής ΚΚΡ 820 και AAF 459 έλαβε από τον Λοχ. 2748 Ν. Νεοφύτου, ενώ για τις υποδείξεις που έγιναν από την κατηγορούμενη και τον ΜΚ5 οδηγίες έλαβε από τον Υπ/μο Κ. Κλεάνθους. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 13). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι αποσπασμένος στο τμήμα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων στην τροχαία Πάφου. Στις 4.5.12 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος με τον Υπ/μο της τροχαίας Πάφου Ζ. Ψαθίτη (ΜΚ4) και τον Λοχ. 1297 Γ. Ναθαναήλ. Η σκηνή είχε ήδη επιθεωρηθεί από την υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών και είχαν τοποθετηθεί ως σημεία οι αριθμοί 1-23 που αντιπροσωπεύουν τα διάφορα ευρήματα. Ως σημείο πρώτης επαφής του οχήματος της κατηγορούμενης με το θύμα υπέδειξε το σημείο 4, το οποίο βρίσκεται στην αριστερή λωρίδα του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε το όχημα της κατηγορούμενης. Στο εν λόγω σημείο υπήρχε εκδορά-τρίψιμο στην άσφαλτο μήκους 1,9μ και στη συνέχεια στο σημείο 5 υπήρχαν ίχνη από τρίχες του θύματος μήκους 30 εκ. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος στο οποίο συμπεριέλαβε όλα τα σημεία που τοποθέτησε το κλιμάκιο της ΥΠΕΓΕ και στη συνέχεια ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακας 1:250 (Τεκμήριο 17). Την ίδια ημέρα και περί ώρα 19.50 μετέβηκε πάλι στη σκηνή του δυστυχήματος, όπου είχαν μεταφερθεί η κατηγορούμενη και ο ΜΚ5 για να προβούν σε υποδείξεις. Η κατηγορούμενη υπέδειξε το σημείο στο οποίο ένιωσε χτύπημα στο όχημα της, το οποίο και σημείωσε ως Α
- Επίσης, ως Α2 σημείωσε το μέρος όπου η κατηγορούμενη ανέφερε πως σταμάτησε το όχημα της μετά το χτύπημα. Από έλεγχο που διενεργήθηκε στο όχημα της κατηγορούμενης από τον Λοχ. 1289 Π. Αναστάση στην παρουσία του, διαπιστώθηκε ότι η μπροστινή δεξιά λάμπα του οχήματος της δεν λειτουργούσε στη χαμηλή στάση. Στις 8.5.12 και περί ώρα 19.50 μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος με το όχημα της κατηγορούμενης και περί ώρα 20.20 έλεγξε την ακτίνα των φώτων τροχαίας του οχήματος. Συγκεκριμένα τοποθέτησε μετρική κορδέλα μπροστά από το όχημα και διαπίστωσε ότι όταν άναβαν τα ψηλά φώτα στη χαμηλή στάση, χωρίς να ανάβουν και οι προβολείς, η ορατότητα ήταν 19 μέτρα και μπορούσε να δει σκιά μέχρι τα 30 μέτρα. Όταν άναβαν οι προβολείς η ορατότητα επεκτεινόταν μέχρι τα 25 μέτρα και υπήρχε πάλι σκιά μέχρι τα 30 μέτρα. Στις 10.5.12 κατηγόρησε γραπτώς τον ΜΚ5 για την πρόκληση θανάτου του θύματος και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο τελευταίος απάντησε: «Δεν παραδέχομαι». Ακολούθως στις 21.6.12 κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη για την πρόκληση θανάτου του θύματος και η κατηγορούμενη απάντησε: «Δεν θέλω να πω τίποτε». Ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το δυστύχημα βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή και το όριο ταχύτητα είναι 50ΧΑΩ. Στο σημείο του δυστυχήματος ο δρόμος είναι ευθύς και ανηφορικός σύμφωνα με την πορεία του οχήματος της κατηγορούμενης. Υπήρχε οδικός φωτισμός, ο οποίος όμως δεν ήταν επαρκής αφού υπήρχαν μόνο 3 πάσσαλοι με λαμπτήρες χαμηλής τάσης ευρισκόμενοι στη δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία της κατηγορούμενης και σε απόσταση 8.40μ, 7μ και 8,70μ από το κέντρο του δρόμου. Το όχημα της κατηγορούμενης έφερε ελαφρά ζημιά στην μπροστινή πινακίδα που βρισκόταν στο κέντρο του οχήματος σε ύψος 33 μέχρι 44 εκ. Επίσης, ο μπροστινός προφυλακτήρας που είχε ύψος από το έδαφος 28εκ. έφερε κόψιμο στο αριστερό κάτω μέρος σε απόσταση 50 εκ. από την μπροστινή αριστερή γωνία. Στην προφορική μαρτυρία του ο ΜΚ3 διευκρίνισε ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 17) ετοιμάστηκε επί κλίμακας 1:200 και όχι 1:250 ως λανθασμένα καταγράφεται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 13). Η κόκκινη γραμμή που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 17 και εκτείνεται από το σημείο 8 και φθάνει μεταξύ των σημείων 16 και 17 αντιπροσωπεύει την πορεία που σύρθηκε το σώμα του θύματος. Από το σημείο πρώτης επαφής του οχήματος της κατηγορούμενης με το θύμα (σημείο 4) η ορατότητα προς βορρά και νότο είναι περί τα 80μ. Ερωτηθείς σε σχέση με το σημείο 22 (Τεκμήριο 17) ο ΜΚ3 είπε ότι στο εν λόγω σημείο υπήρχε κηλίδα που έμοιαζε με αίμα και είναι το σημείο που υπέδειξε ο ΜΚ5 ότι εντόπισε το θύμα. Από το σημείο 22 το θύμα μεταφέρθηκε από τον ΜΚ5 στο σημείο
- Η απόσταση μεταξύ του σημείου πρώτης επαφής (σημείο 4) και της αριστερής άκρης του δρόμου είναι 80εκ. και το συνολικό πλάτος της αριστερής λωρίδας είναι 2,50εκ. Σε σχέση με την κόκκινη διακεκομμένη γραμμή που ξεκινά από το σημείο 4 και εκτείνεται μέχρι την αναγραφή του αριθμού 1,40 μετά το σημείο 6, ο ΜΚ3 είπε ότι απεικονίζει τρίψιμο στην άσφαλτο που δημιουργήθηκε από το σώμα του θύματος προφανώς από τα ρούχα ή τα παπούτσια του. Ο ΜΚ3 σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής απάντησε ότι οι κηλίδες αίματος που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 17 συνδέονται με το θύμα. Ερωτηθείς για ποιο λόγο αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 17 ότι το θύμα συρόταν στην άσφαλτο, ο ΜΚ3 απάντησε ότι μετά την επαφή που είχε το θύμα με το όχημα της κατηγορούμενης, το θύμα εγκλωβίστηκε κάτω από το όχημα της και συρόταν από αυτό. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Νεοκλέους ο ΜΚ3 είπε ότι η απόσταση μεταξύ του πασσάλου Ο1 και του σημείου 4 είναι 10μ και μεταξύ των πασσάλων Ο και Ο1 είναι 28,5μ. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ελέγχθηκε το κάτω μέρος και του οχήματος του ΜΚ5 και από τον έλεγχο, ο οποίος διενεργήθηκε από μέλη της ΥΠΕΓΕ, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε. Κατά τον έλεγχο της ακτίνας των φώτων τροχαίας του οχήματος της κατηγορούμενης τοποθέτησαν στο δρόμο μαύρο φουσκωμένο σακούλι και διαπίστωσε ότι μπορούσε να το διακρίνει από απόσταση 19μ. Οι διαστάσεις του σακουλιού ήταν 89εκ. μήκος επί 50-60εκ. πλάτος. Το σακούλι, κατά τον έλεγχο, δεν το είχαν στήσει στο δρόμο το ύψος του όμως ήταν περί τα 40εκ. Τέλος, αναφερόμενος στο έντυπο ζημιών του οχήματος της κατηγορούμενης (Τεκμήριο 21) είπε ότι πέραν της ζημιάς, που εντοπίστηκε στις μπροστινές πινακίδες εγγραφής, στο εξωστ του οχήματος υπήρχε ίχνος σαν ξεσκόνισμα. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ3, συμφώνησε ότι η κατηγορούμενη υπέδειξε ως τον χώρο στον οποίο ήταν σταθμευμένο το όχημα του ΜΚ5 ένα σημείο δεξιά του σημείου 12 εντός του δρόμου (βλ. έντυπο υποδείξεων σκηνών, Τεκμήριο 18 υπόδειξη 3). Την συγκεκριμένη αναφορά της κατηγορούμενης δεν την αποτύπωσε στο σχέδιο (Τεκμήριο 17) αν και θα ήταν ορθότερο να την είχε σημειώσει. Ο ΜΚ3 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορουμένης ότι ο ΜΚ5 στο έντυπο υπόδειξης σκηνών (Τεκμήριο 19) υπέδειξε το σημείο 4 (Τεκμήριο 17) ως το σημείο που το θύμα άφησε τα χέρια του από το όχημα του. Παρά ταύτα δεν κατέγραψε το εν λόγω σημείο στο Τεκμήριο 17, αλλά το σημείο Β1 επί του Τεκμηρίου 17 ως το σημείο που έφυγαν τα χέρια του θύματος από το όχημα διότι ο ΜΚ5 υπέδειξε εκείνο τελικά το σημείο (δηλαδή το Β1) όταν επισκέφθηκε ξανά τη σκηνή στις 10.5.
- Το ίδιο ισχύει και για τον χώρο που υπέδειξε ο ΜΚ5 ότι σταμάτησε το όχημα του. Στο Τεκμήριο 19 δηλαδή υπέδειξε το σημείο 7 επί του Τεκμηρίου 17, ενώ ακολούθως στις 10.5.12 όταν μετέβη ξανά στη σκηνή υπέδειξε το σημείο Β2 επί του Τεκμηρίου 17, το οποίο και τελικά κατέγραψε στο Τεκμήριο
- Ερωτηθείς σε σχέση με την εξέταση που έκανε με το μαύρο σακούλι, ο ΜΚ3 είπε ότι η εξέταση έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Το σακούλι είχε διαστάσεις 80εκ. μήκος, 60εκ. πλάτος και 40εκ. ύψος. Ο ΜΚ3 συμφώνησε ότι οι εν λόγω διαστάσεις δεν συνάδουν με διαστάσεις ενός ανθρωπίνου σώματος. Περαιτέρω, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι όταν διενήργησε τον εν λόγω έλεγχο δεν υπήρχε ομίχλη. Συμφώνησε με την υπόδειξη του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης ότι στην κατάθεση του Ivan Iliev (Τεκμήριο 24 σελ. 7-8) αναφέρεται ότι το επίδικο βράδυ υπήρχε ομίχλη στη σκηνή του δυστυχήματος. Σε σχετική ερώτηση του κ. Μάντη είπε ότι η ομίχλη μπορεί να επηρεάσει την ορατότητα ενός οδηγού, αλλά η έκταση του επηρεασμού εξαρτάται από την πυκνότητα της. Αναφορικά με τις ζημιές που εντοπίστηκαν στο όχημα της κατηγορούμενης, ο ΜΚ3 είπε ότι όπως φαίνεται και στο έντυπο ζημιών (Τεκμήριο 21) δεν υπάρχει οποιαδήποτε ζημιά στο μπροστινό καπό και συμφώνησε με τον κ. Μάντη ότι το γεγονός αυτό σημαίνει πως το θύμα κατά την σύγκρουση δεν ήταν σε όρθια θέση. Δεν ήταν ωστόσο σε θέση να καθορίσει την ακριβή στάση του σώματος του θύματος κατά την σύγκρουση. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης, ο ΜΚ3 απάντησε ότι και ο ΜΚ5 κατηγορήθηκε για την πρόκληση θανάτου του θύματος. Συγκεκριμένα κατηγορήθηκε βάσει οδηγιών της νομικής υπηρεσίας για την ενέργεια του να προχωρήσει με το όχημα του ενώ το θύμα κρατούσε σε αυτό με αποτέλεσμα το θύμα να πέσει από το όχημα. Στην ερώτηση του κ. Μάντη κατά πόσο το θύμα βρέθηκε εντός του δρόμου λόγω των ενεργειών του ΜΚ5, ο ΜΚ3 είπε ότι ο ΜΚ5 τράβηξε το θύμα με το όχημα του και μετά το θύμα βρέθηκε στο δρόμο. Περαιτέρω, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο ΜΚ5 έφερε εκδορές και για τον λόγο αυτό υποβλήθηκε σε ιατροδικαστική εξέταση (βλ. δέσμη φωτογραφιών Τεκμήριο 7). Στην υποβολή του κ. Μάντη ότι οι εν λόγω εκδορές είναι ένδειξη ότι υπήρξε πάλη ανάμεσα στο θύμα και τον ΜΚ5, ο ΜΚ3 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό. Αναφορικά με τα σημεία 7,8,9 και 12 επί του Τεκμηρίου 17 είπε ότι απεικονίζουν κηλίδες που ομοιάζουν με αίμα και τα εν λόγω σημεία επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης ότι σταμάτησε το όχημα της στην άκρη του δρόμου μετά που ένιωσε κτύπημα σε αυτό. Στην ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης κατά πόσο τα σημεία 13-17 επί του Τεκμηρίου 17 διαγράφουν την πορεία που τρίφτηκε το σώμα του θύματος, ο ΜΚ3 απάντησε ότι την πορεία του θύματος και του οχήματος της κατηγορούμενης καθορίζει η κόκκινη γραμμή και το σημείο
- Τέλος, στην υποβολή του κ. Μάντη ότι η κατηγορούμενη δεν ευθύνεται για το θάνατο του θύματος, ο ΜΚ3 είπε πως το θύμα παρασύρθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης όταν βρισκόταν στο δρόμο και αφού είχε αφήσει το όχημα του ΜΚ
- Κατά την επανεξέταση του και μετά από σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ3 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τη θέση στην οποία βρισκόταν το σώμα του θύματος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Ως ΜΚ4 κατέθεσε ο Υπ/μος Ζ. Ψαθίτης, οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, την κατάθεση του (Τεκμήριο 25). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπεύθυνος στο τμήμα τροχαίας της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Στις 3.5.12 περί ώρα 23.45 αφίχθηκε στη σκηνή του δυστυχήματος. Το θύμα βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου αρκετά μέτρα από το συνεργείο ελαστικών και έφερε εμφανή τραύματα σε διάφορα σημεία του σώματος του. Ευρισκόμενος στη σκηνή πληροφορήθηκε ότι ενωρίτερα η ΜΚ7 είχε επιθεωρήσει το θύμα και διαπίστωσε το θάνατο του χωρίς να αποκλείσει την εγκληματική ενέργεια. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεση είχε ως βοηθό του τον ΜΚ3 ο οποίος με δικές του οδηγίες προέβη σε όλες τις ενέργειες που αναφέρονται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 13). Μετά από σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ4 είπε ότι όταν μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο για να επισημάνει. Περαιτέρω, ανέφερε πως δεν υπήρχε ομίχλη και η ορατότητα ήταν καλή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το επίδικο δυστύχημα έγινε περί ώρα 20.00, ενώ ο ίδιος μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος περί ώρα 23.
- Συμφώνησε ότι η ύπαρξη ομίχλης αποτελεί σημαντικό στοιχείο στη διερεύνηση τροχαίου ατυχήματος αφού ενδέχεται να επηρεάσει την ορατότητα. Ως εξεταστής δεν έδωσε οδηγίες να διερευνηθεί το ζήτημα της ύπαρξης ομίχλης στη σκηνή του δυστυχήματος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, διότι η κατηγορούμενη δεν ισχυρίστηκε πως δεν μπορούσε να δει μπροστά της. Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης ότι η κατηγορούμενη ανέφερε πως υπήρχε ομίχλη και ήταν σκοτεινά, ο ΜΚ4 απάντησε ότι δεν ήταν τελείως σκότος και υπήρχε ορατότητα. Αναφορικά με τον οδικό φωτισμό ο ΜΚ4 είπε ότι υπήρχε φωτισμός ο οποίος μπορεί να μην ήταν επαρκής. Συγκεκριμένα, υπήρχαν δύο πάσσαλοι της ΑΗΚ οι οποίοι βρίσκονταν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Μάντη, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι τα σημεία 13-21 του Τεκμηρίου 17 αφορούν ίνες ρούχου χρώματος μπλε οι οποίες εντοπίστηκαν στην αριστερή διαπλάτυνση του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε το όχημα της κατηγορούμενης. Αρνήθηκε ωστόσο ότι σχηματίζουν τα εν λόγω σημεία μία πορεία που δεικνύει ότι το σώμα του θύματος σύρθηκε μεταξύ των εν λόγω σημείων στη διαπλάτυνση. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι πρόκειται για πολύ λεπτές ίνες που μπορούν εύκολα να μετακινηθούν με ελαφρό αέρα. Η πορεία στην οποία σύρθηκε το σώμα του θύματος είναι αυτή που φαίνεται από τα ίχνη που εντοπίστηκαν στο δρόμο, τα οποία ίχνη δεν μπορούν να μετακινηθούν από τον αέρα. Αναφορικά με το σημείο πρώτης επαφής του οχήματος της κατηγορούμενης με το θύμα (σημείο 4 επί του Τεκμηρίου 17) ο ΜΚ4 είπε ότι δεν βρίσκεται στο κέντρο της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία οδηγούσε η κατηγορούμενη το όχημα της αλλά λίγο αριστερότερα σύμφωνα με την πορεία της. Στην υποβολή του κ. Μάντη ότι η σύγκρουση με το όχημα της κατηγορούμενης προκλήθηκε λόγω της ξαφνικής ενέργειας του θύματος να αφήσει τα χέρια του από το όχημα του ΜΚ5 σε συνδυασμό με το σπρώξιμο του ΜΚ5 στο θύμα, ο ΜΚ4 δήλωσε ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί. Ο ΜΚ5 κατά την κυρίως εξέταση του και όταν ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής κατά πόσο υιοθετεί το περιεχόμενο των τριών ανακριτικών καταθέσεων του (Τεκμήρια 23Α, 23Β και 23Γ αντίστοιχα), απάντησε ότι σε ορισμένα σημεία συμφωνεί με αυτές σε άλλα όμως διαφωνεί υπό την έννοια ότι στην υπόδειξη της σκηνής τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Όταν κλήθηκε να υποδείξει τα σημεία με τα οποία διαφωνεί, ο ΜΚ5 ανέφερε τα πιο κάτω: Ενώ στην κατάθεση του (Τεκμήριο 23Α) δήλωσε ότι από τη σκηνή του δυστυχήματος μπορεί να έφυγε πρώτη η κατηγορούμενη, τελικά ήταν ο ίδιος που έφυγε πρώτος από τη σκηνή. Στην κατάθεση του (Τεκμήριο 23Α σελ.8) αναφέρει ότι έσπρωξε το θύμα. Αυτό ωστόσο το οποίο εννοούσε είναι ότι έσπρωξε το χέρι του θύματος που κρατούσε το τιμόνι του οχήματος του. Δεν έσπρωξε δηλαδή στο σώμα του το θύμα, αλλά μόνο το χέρι του. Αυτό άλλωστε αναφέρει και στην κατάθεση του, Τεκμήριο 23Β σελ. 2-3, απλώς στην σελίδα 3 αντί να γραφεί «.έσπρωξα το...» γράφηκε «..έσπρωξα τον....» . Συνοπτικά στις τρεις ανακριτικές του καταθέσεις (Τεκμήρια 23Α,Β και Γ) ο ΜΚ5 αναφέρει ότι εξασκεί ερασιτεχνικά το επάγγελμα του μηχανικού προκειμένου να λαμβάνει ένα επιπρόσθετο εισόδημα. Στα πλαίσια αυτής της ενασχόλησης του γνωρίστηκε με το θύμα καθώς κατά διαστήματα του έφερνε διάφορα μηχανήματα για να τα επιδιορθώσει. Την εβδομάδα που προηγήθηκε του επίδικου δυστυχήματος παρέλαβε το όχημα του θύματος για να το επιδιορθώσει. Αγόρασε τα απαραίτητα εξαρτήματα και κατέβαλε για την αγορά τους το ποσό των €300,
- Ακολούθως επιδιόρθωσε το όχημα και κάλεσε το θύμα στο συνεργείο του για να το παραλάβει και να του καταβάλει την αμοιβή του εκ ποσού €500,
- Το θύμα του κατέβαλε άμεσα τα €300,00 και συμφώνησαν όπως τα υπόλοιπα €200,00 του τα καταβάλει αργότερα. Δύο μέρες μετά που παρέλαβε το θύμα το όχημα του, του τηλεφώνησε και του είπε πως το όχημα «έκρουσε». Επισκέφθηκε τον χώρο στον οποίο βρισκόταν το όχημα και αφού το έλεγξε ανέφερε στο θύμα ότι θα έπρεπε να το μεταφέρει στο συνεργείο του για επιδιόρθωση. Το θύμα συμφώνησε και του ανέφερε ότι θα του έφερνε το όχημα την επόμενη ημέρα το πρωί, ήτοι την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος. Τελικά, το θύμα δεν έφερε το όχημα και σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με το θύμα, ο τελευταίος τον κατηγόρησε ότι ευθύνεται για την ζημία που προκλήθηκε στο όχημα και υπήρξε έντονη λογομαχία και απειλές. Ο ΜΚ5 κατευθύνθηκε προς την Αμαργέτη για να εντοπίσει το όχημα του θύματος και πράγματι το εντόπισε σταθμευμένο στο πεζοδρόμιο μπροστά από την οικία του Αντρέα Νεοκλέους ο οποίος στον εν λόγω χώρο διατηρεί και συνεργείο επιδιόρθωσης ελαστικών. Το εν λόγω πρόσωπο είπε στον ΜΚ5 ότι θα τον ειδοποιούσε την ώρα που θα ερχόταν το θύμα στο συνεργείο προκειμένου να έλθει και ο ίδιος και να συναντήσει το θύμα. Όντως ο εν λόγω Αντρέας Νεοκλέους του τηλεφώνησε λίγο πριν νυχτώσει και μετέβη στον χώρο με το όχημα με αρ. εγγραφής AAF
- Όταν έφθασε στο συνεργείο το θύμα ετοιμαζόταν να αναχωρήσει. Σταμάτησε το όχημα του μπροστά από το όχημα του θύματος για να τον αναγκάσει να σταματήσει και στη συνέχεια προχώρησε λίγο πιο μπροστά και στάθμευσε το όχημα του. Κατέβηκε από το όχημα του, κατευθύνθηκε προς το όχημα του θύματος και προσπάθησε να σβήσει το όχημα του βγάζοντας τα κλειδιά. Υπήρξε έντονη λογομαχία, το θύμα εξήλθε του οχήματος φωνάζοντας ότι θα πρέπει να του πληρώσει τη ζημιά των €
- Ο ΜΚ5 βλέποντας ότι η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά, κατευθύνθηκε προς το όχημα του για να αποχωρήσει και τότε το θύμα τον προσέγγισε από την μεριά του οδηγού, έβαλε το ένα του χέρι στο τιμόνι και με το άλλο κρατούσε το εξωτερικό καθρεφτάκι της πόρτας του οδηγού. Ξεκίνησε το όχημα του για να φύγει, όμως του έσβησε, ξεκίνησε ξανά και προχώρησε για 3-4 μέτρα. Τότε «πάλαρε» του οχήματος του και είδε ότι τα χέρια του θύματος έφυγαν από το καθρεφτάκι του οχήματος και το τιμόνι, δεν είδε όμως κατά πόσο το θύμα έπεσε στην άσφαλτο ή ήταν όρθιος. Βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν πλέον στο όχημα του, ελέγχοντας από το εξωτερικό καθρεφτάκι της πόρτας του οδηγού. Υπολόγισε ότι θα κατευθύνθηκε προς το συνεργείο του Νεοκλέους. Προχώρησε με το όχημα του ορισμένα μέτρα και σταμάτησε για να βρει το κινητό του τηλέφωνο. Τότε άκουσε ένα θόρυβο και σταμάτησε το όχημα της κατηγορούμενης λίγο πιο πίσω. Η κατηγορούμενη του φώναξε και του είπε πως νομίζει ότι κάτι κτύπησε. Κοίταξε προς τα πίσω, δηλαδή προς την κατεύθυνση της Αξύλου, αλλά δεν είδε το θύμα και είπε στην κατηγορούμενη να αποχωρήσει. Στη συνέχεια έγραψε σε μία κόλλα (Τεκμήριο 16
(1)) τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος της κατηγορούμενης και ξεκίνησε το όχημα του με κατεύθυνση την Παναγιά. Προχώρησε λίγο και έκανε επαναστροφή για να κατευθυνθεί προς την Αξύλου και τότε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από αυτήν που οδηγούσε είδε το θύμα πεσμένο στην άσφαλτο. Κατέβηκε από το όχημα του και τον μετακίνησε εκτός του δρόμου. Έφυγε για να σκεφτεί τι θα κάμει και αφού προχώρησε γύρω στα 200 μέτρα τηλεφώνησε από το κινητό του τηλέφωνο στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς όπου και ανέφερε ότι κάποιος κτύπησε το θύμα και μάλλον είναι νεκρός και ζήτησε να καλέσουν ασθενοφόρο. Ακολούθως, ο ΜΚ5 κατευθύνθηκε στο σπίτι του. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο ΜΚ5 απάντησε ότι όταν έφθασε στη σκηνή στάθμευσε το όχημα του στη διαπλάτυνση στα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε προς Παναγιά. Συγκεκριμένα στάθμευσε το όχημα του λίγο μετά τα 10 πόδια της εισόδου του συνεργείου ελαστικών στην οποία ήταν σταθμευμένο το όχημα του θύματος. Το όχημα του βρισκόταν συνεχώς στη διαπλάτυνση ακόμα και όταν το θύμα είχε βάλει τα χέρια του και κρατούσε το τιμόνι και το καθρεφτάκι του οδηγού. Όταν διαπίστωσε ότι τα χέρια του θύματος δεν βρίσκονταν στο τιμόνι και το καθρεφτάκι του οδηγού, προχώρησε ορισμένα μέτρα στη διαπλάτυνση, σταμάτησε και αφού βεβαιώθηκε πως το θύμα δεν βρισκόταν στο όχημα προχώρησε ορισμένα μέτρα και στάθμευσε το όχημα του στη διαπλάτυνση για να βρει το κινητό του τηλέφωνο. Σε εκείνο το σημείο ήρθε η κατηγορούμενη και του ανέφερε ότι κάτι κτύπησε με το όχημα της. Περαιτέρω, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι εξ όσων θυμάται κατά τον χρόνο του δυστυχήματος δεν υπήρχε ομίχλη. Τέλος, ανέφερε ότι με το θύμα γνωρίζονταν πολύ καλά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η κατηγορούμενη έφυγε πρώτη από τη σκηνή του δυστυχήματος και στη συνέχεια έφυγε και ο ίδιος. Φεύγοντας από τη σκηνή προχώρησε περί τα 100μ, όπου εισήλθε στο γήπεδο της Αμαργέτης και έκανε επαναστροφή για να κατευθυνθεί προς το σπίτι του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περάσει ξανά από τη σκηνή του δυστυχήματος. Ο λόγος για τον οποίο δεν έκανε επαναστροφή στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν διότι δεν ήταν ασφαλές καθώς ο δρόμος στο σημείο εκείνο είναι ευθύς και τα οχήματα κινούνται με μεγάλη ταχύτητα. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης, ο ΜΚ5 απάντησε ότι έσπρωξε μόνο το χέρι του θύματος και όχι το σώμα του. Όταν έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος στάθμευσε το όχημα του μπροστά από τα 10 πόδια της εισόδου του συνεργείου, ενώ το όχημα του θύματος βρισκόταν εντός της εισόδου του συνεργείου και δεν καταλάμβανε μέρος της διαπλάτυνσης. Κατευθύνθηκε προς το θύμα, το οποίο βρισκόταν εντός του οχήματος του για να συζητήσουν για τη ζημία που υπέστη το όχημα. Το θύμα άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε από το όχημα και ξεκίνησε να κατευθύνεται προς την πίσω μεριά του οχήματος ζητώντας του να τον ακολουθήσει για να του δείξει τη ζημιά. Ο ΜΚ5 δεν ακολούθησε το θύμα και κατευθύνθηκε προς το δικό του όχημα, καθώς ήδη είχε επιθεωρήσει τη ζημιά του οχήματος όταν το είχε ενωρίτερα εντοπίσει στο εν λόγω συνεργείο. Ο ΜΚ5 αρνήθηκε ότι όταν βρισκόταν το θύμα στο όχημα, έπιασε τα κλειδιά του οχήματος και για αυτόν το λόγο τον ακολούθησε το θύμα στο δικό του όχημα. Επίσης αρνήθηκε πως είπε στο θύμα ότι όταν του φέρει τα χρήματα που του όφειλε, τότε θα του έδιδε και τα κλειδιά του οχήματος. Περαιτέρω, αρνήθηκε πως λόγω της ενέργειας του να πιάσει τα κλειδιά του θύματος υπήρξε συμπλοκή μεταξύ των δύο από την οποία και προκλήθηκε το τραύμα που έφερε στο πρόσωπο του. Ανέφερε ότι ουδέποτε υπήρξε χειροδικία, ούτε καν τον άγγιξε το θύμα και επομένως ήταν αδύνατο το τραύμα να προκλήθηκε από το θύμα. Ειδικότερα σε σχέση με το τραύμα που έφερε στο πρόσωπο του είπε ότι πιθανόν να προκλήθηκε προτού μεταβεί στη σκηνή, καθώς αμέσως πριν ήταν στο χωράφι του όπου οδηγούσε τράκτορ και «έβγαζε» το αμπέλι. Αναφορικά με τη στάση του σώματος του θύματος κατά τον χρόνο που κρατούσε στο τιμόνι και το καθρεφτάκι του οχήματος του, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι ήταν όρθιος και έγερνε ελαφρώς προς τα μέσα. Δεν ήταν «κολλημένο» το σώμα του στο όχημα, υπήρχε μία μικρή απόσταση μεταξύ τους. Όταν έφυγε το χέρι του από το τιμόνι και παρέμεινε το άλλο του χέρι στο εξωτερικό καθρεφτάκι, το θύμα γύρισε το σώμα του προς την κατεύθυνση που ακολουθούσε το όχημα και περπάτησε με κανονικό βηματισμό για απόσταση περί τα 2-3 μέτρα. Στη συνέχεια όταν έφυγε και το άλλο χέρι του από το εξωτερικό καθρεφτάκι του οχήματος, έλεγξε και αφού βεβαιώθηκε ότι το θύμα δεν βρισκόταν στο όχημα του εκκίνησε και δεν ξαναείδε το θύμα. Στη διευκρινιστική ερώτηση του κ. Μάντη κατά πόσο κοίταξε και εντός του δρόμου, ο ΜΚ5 απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι κοίταξε και δεν τον είδε. Κάλυψε μία απόσταση μέχρι λίγο πριν από το σημείο που απεικονίζεται μία σωρός από πέτρες επί του Τεκμηρίου 17, όπου και στάθμευσε το όχημα του. Ο λόγος που στάθμευσε ήταν διότι διαπίστωσε ότι το τηλέφωνο του δεν ήταν στο ταμπλό του οχήματος του και ως εκ τούτου σταμάτησε για να το βρει. Βγήκε έξω από το όχημα και έσκυψε μέσα και κοιτάζοντας ανάμεσα στις μαξιλάρες προσπαθούσε να εντοπίσει το τηλέφωνο του. Ευρισκόμενος σε αυτή την θέση άκουσε ένα θόρυβο και ταυτόχρονα ήλθε κοντά του η κατηγορούμενη η οποία του είπε ότι κάτι κτύπησε. Το όχημα της η κατηγορούμενη το είχε σταθμεύσει κοντά στο δικό του, βρισκόταν εντός του δρόμου αλλά δεν θυμόταν αν ήταν μπροστά ή πίσω από το όχημα του. Την σύγκρουση δεν την είδε και όταν ήλθε κοντά του η κατηγορούμενη και του είπε ότι κάτι κτύπησε δεν είχε καταλάβει εκείνη την ώρα πως είχε κτυπήσει το θύμα. Περπάτησε μαζί της προς το όχημα της και αφού κοίταξαν και οι δύο αριστερά και δεξιά του πεζοδρομίου και προς τα πίσω στο δρόμο και δεν αντιλήφθηκαν κάτι, η κατηγορούμενη τον ρώτησε τι να κάνει και ο ΜΚ5 της είπε αν ήθελε να φύγει. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης ο ΜΚ5 απάντησε ότι δεν θυμόταν το ακριβές χρονικό σημείο κατά το οποίο σημείωσε τους αρ. εγγραφής του οχήματος της κατηγορούμενης. Ο λόγος για τον οποίο προέβη σε αυτήν την ενέργεια ήταν διότι η κατηγορούμενη δεν ήταν ξεκάθαρη σε σχέση με το τι κτύπησε, καθώς του είπε ότι μπορούσε να ήταν και άνθρωπος αυτό που κτύπησε. Αρνήθηκε την υποβολή του κ. Μάντη ότι έλαβε τους αρ. εγγραφής διότι κατάλαβε πως είχε κτυπηθεί άνθρωπος αν και στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι πέρασε από το μυαλό του αυτή η υποψία. Ερωτηθείς γιατί δεν κάλεσε ασθενοφόρο εφόσον είχε την υποψία αυτή, ο ΜΚ5 απάντησε ότι την στιγμή εκείνη δεν γνώριζε τι ακριβώς είχε κτυπήσει η κατηγορούμενη και βρισκόταν και ο ίδιος σε σύγχυση. Αρνήθηκε δε την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούμενης ότι κατέγραψε τους αρ. εγγραφής του οχήματος της κατηγορούμενης διότι γνώριζε από εκείνη τη στιγμή ότι είχε κτυπηθεί το θύμα. Ο ΜΚ5 αρνήθηκε την υποβολή του κ. Μάντη πως παρέσυρε το θύμα εντός της διαπλάτυνσης από το σημείο 10 μέχρι το σημείο 21 επί του Τεκμηρίου 17, καθώς μεταξύ των σημείων αυτών εντοπίστηκαν ίχνη από τα ρούχα που φορούσε το θύμα. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι το θύμα είχε πιαστεί στο όχημα του από την μεριά του συνοδηγού και ότι τον παρέσυρε για απόσταση περί τα 50 μέτρα. Τέλος, αρνήθηκε τη θέση του κ Μάντη πως έσπρωξε το θύμα εντός του δρόμου στην πορεία που ακολουθούσε η κατηγορούμενη και ότι με τον τρόπο αυτό προκάλεσε την σύγκρουση. Δεν υπήρξε επανεξέταση από την κατηγορούσα αρχή και σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ο ΜΚ5 απάντησε ότι το γήπεδο στο οποίο κατευθύνθηκε για να κάνει επαναστροφή ήταν στα αριστερά του σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Περαιτέρω, ο ΜΚ5 ανέφερε ότι αφού έκανε την επαναστροφή και κατευθυνόταν προς το χωριό του, Ελεδιώ, είδε το όχημα της κατηγορούμενης η οποία είχε ξεκινήσει από τη σκηνή του δυστυχήματος και ακολουθούσε την αντίθετη κατεύθυνση προς Παναγιά. Σε εκείνο το σημείο, όταν δηλαδή συνάντησε ξανά στο δρόμο την κατηγορούμενη, μπορεί να κατέγραψε τους αρ. εγγραφής του οχήματος της. Επί του εν λόγω σημείου σε ερωτήσεις του κ. Μάντη, ο ΜΚ5 είπε ότι πάντοτε στο όχημα του έχει πέννες και κατέγραψε σαν οδηγούσε τους αρ. εγγραφής του οχήματος της κατηγορούμενης. Για αυτό άλλωστε είναι γραμμένοι βιαστικά στην κόλλα που παρέδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 16
(1)). Ο ΜΚ6 υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του, την γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 4.5.12 (Τεκμήριο 26). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι αποσπασμένος στον Αστυνομικό Σταθμό Παναγιάς. Περί ώρα 20.15 έλαβε τηλεφώνημα στο σταθμό από τον ΜΚ5 ο οποίος τον πληροφόρησε ότι στον κύριο δρόμο Αμαργέτης - Πεντάλιας εντόπισε εντός του δρόμου θανάσιμα τραυματισμένο το θύμα και το μετακίνησε στην άκρια του δρόμοι προκειμένου να μην χτυπηθεί από άλλο αυτοκίνητο. Περί ώρα 20.30 μετέβη στον χώρο που του ανέφερε ο ΜΚ5, δεν μπόρεσε ωστόσο να εντοπίσει το θύμα. Κάλεσε προς βοήθεια τον Ανδρέα Νεοκλέους, ιδιοκτήτη του συνεργείου ελαστικών, ο οποίος και του υπέδειξε το όχημα του θύματος με αρ. εγγραφής KSS 856. Ο Νεοκλέους του ανέφερε πως δεν αντιλήφθηκε να είχε συμβεί οτιδήποτε και όταν τον πληροφόρησε για το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον ΜΚ5, του ανέφερε ότι το θύμα και ο ΜΚ5 είχαν οικονομικές διαφορές. Ακολούθως, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ΜΚ5 και τον κάλεσε να μεταβεί στη σκηνή για να του υποδείξει το ακριβές σημείο που τοποθέτησε το θύμα. Ταυτόχρονα συνέχισε πεζός να ερευνά το μέρος και αντιλήφθηκε το θύμα να είναι ξαπλωμένο ανάσκελα στο αριστερό ασφάλτινο παγκέττο σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Στη σκηνή αφίχθηκε και ο ΜΚ5, ο οποίος του ανέφερε πως κατέχει τους αρ. εγγραφής του οχήματος που χτύπησε το θύμα. Ζήτησε από τον ΜΚ5 να παραμείνει στη σκηνή για να δώσει γραπτή κατάθεση, ο τελευταίος όμως σε κατάσταση έντονης ταραχής αποχώρησε λέγοντας του ότι είναι σοκαρισμένος. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ6 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορουμένης πως οι λαμπτήρες που υπήρχαν στην περιοχή δεν φώτιζαν καθόλου τον δρόμο. Συμφώνησε επίσης πως κατά τον χρόνο άφιξης του στη σκηνή, περί ώρα 20.30, υπήρχε ομίχλη σε σημείο μάλιστα που πέρασε δίπλα από το θύμα με το υπηρεσιακό του όχημα και τους φάρους του σε λειτουργία χωρίς όμως να το εντοπίσει. Σε σχετική ερώτηση του κ. Μάντη, απάντησε πως το θύμα βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά από αυτήν που ίδιος κινείτο με το υπηρεσιακό του όχημα και προσδιόρισε την απόσταση που τον χώριζε από το θύμα σε 10 περίπου μέτρα. Ως ΜΚ7 κατέθεσε η ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, τη γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 4.5.12 (Τεκμήριο 27). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 4.5.12 στα κρατητήρια του κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου εξέτασε τον ΜΚ5 με την γραπτή του συγκατάθεση λόγω διερευνώμενης υπόθεσης φόνου εκ προμελέτης. Κατά την εξωτερική εξέταση του ΜΚ5 διαπίστωσε ότι ο τελευταίος έφερε στην αριστερή κάτω παρειά έξωθεν της γενειακής χώρας γραμμοειδή εκδορά μήκους 3 εκ. και άνωθεν αυτής της εκδοράς έφερε ακόμα μία μικρή εκδορά 0,2 χ 0,2 εκ. Πρόκειται για εκδορές οι οποίες πιθανότατα έγιναν από νύχια. Η ΜΚ7 προέβη επίσης στη νενομισμένη νεκροψία της σωρού του θύματος στις 4.5.12, η οποία έλαβε χώρα στο νεκροτομείο του Γ.Ν. Πάφου. Ετοίμασε μεταθανάτια ιατροδικαστική έκθεση (Τεκμήριο 28) στην οποία ως αιτία θανάτου καταγράφει τον πολυτραυματισμό από μηχανοκίνητο όχημα. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η ΜΚ7 απάντησε πως σε περίπτωση που το θύμα ήταν ξαπλωμένο στο έδαφος ανάσκελα το ύψος του θα έφθανε τα 30 περίπου εκ. Σε περίπτωση που ήταν μπρούμυτα το ύψος θα ήταν το ίδιο με ελάχιστη διαφορά των 3 μέχρι 5 εκ. πιο ψηλό. Εάν δε το σώμα ακουμπούσε με τον ώμο ευρισκόμενο σε πλάγια θέση, τότε η απόσταση από τον έναν ώμο μέχρι τον άλλο είναι γύρω στα 40-45 εκ. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ7 και σε σχέση με τις εκδορές που διαπίστωσε στο πρόσωπο του ΜΚ5 ανέφερε ότι είναι δύσκολο να προκλήθηκαν από κλαριά καθώς σε μία τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να είχαν πιο μεγάλο μήκος. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης απάντησε ότι ένας άνθρωπος μπορεί να στερεωθεί στον ένα του ώμο όταν θεληματικά το δοκιμάσει και βρίσκεται σε φυσιολογική κατάσταση. Στην προκείμενη περίπτωση αποκλείεται το θύμα να στερέωσε το σώμα του με τον ένα του ώμο. Αναφορικά με τα κατάγματα που διαπίστωσε πως έφερε το θύμα, η ΜΚ7 είπε ότι δεν θα μπορούσαν να προκληθούν τόσα πολλά κατάγματα από πέσιμο ή σπρώξιμο του θύματος. Τα τραύματα τα οποία έχουν προκαλέσει το θάνατο του θύματος είναι οι θλάσεις στο αναπνευστικό σύστημα, οι πολλαπλές θλάσεις του αριστερού πνεύμονα, η μεγάλη αιμορραγία από το συντριπτικό κάταγμα της δεξιάς λεκάνης, η αιμορραγική θλάση του νεφρού, οι αιμορραγικές θλάσεις του αριστερού πνεύμονα και τα πολλαπλά κατάγματα της λεκάνης. Επειδή ακριβώς υπήρξαν πολλά όργανα που διαδραμάτισαν ρόλο στο θάνατο του θύματος για αυτόν τον λόγο και ονομάζεται πολυτραυματισμός. Στην ερώτηση του κ Μάντη κατά πόσο μπορούσε να διαπιστώσει αν ο θάνατος του θύματος προήλθε από τη σύγκρουση με το όχημα της κατηγορούμενης ή από προηγούμενες ενέργειες του ΜΚ5, η ΜΚ7 απάντησε ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει απόλυτα ποια τραύματα έγιναν από το ένα όχημα και ποια από το άλλο. Όταν τα τραύματα γίνονται στο ίδιο χρονικό διάστημα έχουν ζωτική αντίδραση και δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποιο τραύμα προηγήθηκε και πιο επακολούθησε. Διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να διακρίνει κατά πόσο το θύμα ήταν νεκρό όταν διαπεράστηκε από το όχημα της κατηγορούμενης. Τέλος, η ΜΚ7 αρνήθηκε ότι τραύματα που έφερε το θύμα στο κεφάλι του μπορούσαν να προκαλέσουν τον θάνατο του καθώς πρόκειται για εκχυμώσεις, οι οποίες δεν επιφέρουν τον θάνατο, ενώ ο εγκέφαλος ήταν χωρίς κακώσεις. Κατά την επανεξέταση της η ΜΚ7 διευκρίνισε ότι αν το θύμα κρατούσε το καθρεφτάκι του οχήματος του ΜΚ5 και σερνόταν θα είχε τραύματα μόνο στο πρόσθιο μέρος του σώματος του και με τα τραύματα αυτά δεν θα μπορούσε να προκληθεί ο θάνατος του. Στην υπόθεση Azinas and Another v. The Republic
(1981)2 C.L.R 9 υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 (All E.R.) 448) η οποία καθορίζει τα κριτήρια για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθείται εξ' αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή (Βλέπε Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of The Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England Issued in 1962 -
(1962)1 All E.R. 448). Η κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Azinas and another v. Police (πιο πάνω). Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής ο «Νόμος») διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «210. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει πως το κατηγορούμενο πρόσωπο λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς επέφερε το θάνατο άλλου προσώπου. Στην Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 233 το Εφετείο ερμηνεύοντας το άρθρο 210 του Νόμου ανέφερε τα εξής σχετικά: «Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση, σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού.» Θα πρέπει επομένως να καταδειχθεί κάποια παράλειψη ή λάθος εκ μέρους της κατηγορούμενης. Από το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων και της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι γεγονός ότι απουσιάζει οποιαδήποτε μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα ή άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με τις ενέργειες της κατηγορούμενης τη δεδομένη στιγμή. Ο μοναδικός μάρτυρας που ήταν παρών στη σκηνή κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο ΜΚ5, ο οποίος όμως δήλωσε πως δεν είδε το δυστύχημα. Τα μόνα αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες οδηγούσε η κατηγορούμενη είναι τα πιο κάτω αναφερόμενα: Το επίδικο δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας. Ο οδικός φωτισμός δεν ήταν επαρκής, καθώς οι πάσσαλοι με τους λαμπτήρες της Α.Η.Κ βρίσκονταν σε απόσταση από το σημείο σύγκρουσης και στην αντίθετη πλευρά από εκείνη στην οποία επήλθε η σύγκρουση (βλ. μαρτυρία ΜΚ 3 και 6). Συγκεκριμένα η απόσταση μεταξύ του πασσάλου Ο1 επί του Τεκμηρίου 17, ο οποίος ήταν ο πλησιέστερος προς το σημείο πρώτης επαφής (σημείο 4 επί του Τεκμηρίου 17) και του εν λόγω σημείου ήταν 10μ. Το θύμα ήταν ενδεδυμένο με σκουρόχρωμα ρούχα (βλ. φωτογραφίες 15 και 16 Τεκμηρίου 10). Στη σκηνή υπήρχε ομίχλη κατά τον επίδικο χρόνο (βλ. μαρτυρία ΜΚ6, γραπτή κατάθεση Ivan Iliev Bogdanov Τεκμήριο 24 και γραπτή κατάθεση κατηγορούμενης Τεκμήριο 14). Περαιτέρω, χωρίς ασφαλώς το Δικαστήριο να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα πράγμα το οποίο θα ήταν ανεπίτρεπτο, προκύπτει πως το θύμα όταν ήρθε σε επαφή και παρασύρθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης δεν ήταν σε όρθια θέση. Αυτό δήλωσε, όταν ερωτήθηκε σχετικά ο ΜΚ3, και θα έλεγα ότι αποτελεί απόρροια της κοινής λογικής. Δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση στο γεγονός ότι το μοναδικό σημείο που εντοπίστηκαν ζημιές στο όχημα της κατηγορούμενης ήταν στις μπροστινές πινακίδες εγγραφής και στον μπροστινό προφυλακτήρα του (βλ. έντυπο περιγραφής ζημιών Τεκμήριο 21 και φωτογραφίες 22-24 Τεκμηρίου 4). Σύμφωνα δε με τον ΜΚ3 η ζημιά εντοπίστηκε σε ύψος 33 μέχρι 44 εκ. στις πινακίδες εγγραφής. Η δε ΜΚ7 ανέφερε ότι στην περίπτωση κατά την οποία το θύμα ήταν ξαπλωμένο στο έδαφος ανάσκελα το ύψος του θα έφθανε περίπου τα 30 εκ. ενώ σε περίπτωση που ήταν μπρούμυτα το ύψος θα ήταν το ίδιο με ελάχιστη διαφορά 3 μέχρι 5 εκ. πιο ψηλό. Επιπρόσθετα, σημειώνω πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα της κατηγορουμένης. Από την άλλη, η κατηγορούμενη τόσο στην κατάθεση της ημερομηνίας 4.5.12 (Τεκμήριο 15) όσο και στην κατάθεση της ημερομηνίας 6.5.12 (Τεκμήριο 14) ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε το όχημα της είδε ξαφνικά «...ένα μαύρο πράμα να πετάσσεται μπροστά της..». Το γεγονός και μόνο ότι η κατηγορούμενη τη δεδομένη στιγμή οδηγούσε το όχημα της και ήρθε σε επαφή με το θύμα παρασύροντας το, δεν οδηγεί άνευ ετέρου και στο συμπέρασμα ότι οδηγούσε αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα. Στην πρόσφατη απόφαση στην Ποινική Έφεση 52/2011 Ιωάννου ν. Αστυνομίας ημερομηνίας 29.7.14, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 210 του Νόμου (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο. Απαιτείται η ύπαρξη λανθασμένης ενέργειας, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, χωρίς να παραβλέπουμε ότι η διαφορά μεταξύ των δύο αφορά στο βαθμό του σφάλματος σε συνάρτηση με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ή κατάσταση πραγμάτων όπως τονίστηκε από την Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, 124, στο πιο κάτω απόσπασμα: «Περαιτέρω δεν δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄ αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αναζητούμε αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Στην R. v. Gosney η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητο της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγων, από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιε γι΄ αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ήταν λανθασμένος ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας. Το αδίκημα δεν ήταν απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι από αυτή την άποψη, όπως εξηγείται, που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης.»» Στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία αντικειμενικά να στοιχειοθετεί έστω και εκ πρώτης όψεως ότι ο τρόπος με τον οποίο η κατηγορούμενη οδηγούσε ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος. Δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει την ύπαρξη κάποιου λάθους ή παράλειψης εκ μέρους της κατηγορούμενης. Επιπρόσθετα, θεωρώ πως από την τεθείσα μαρτυρία απουσιάζει ένα απαραίτητο στοιχείο για να μπορέσει το Δικαστήριο να προχωρήσει και να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται μεταξύ της αποδιδόμενης στην κατηγορούμενη πράξης ή συμπεριφοράς και του θανάτου του θύματος η απαραίτητη αιτιώδης συνάφεια (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντωνίου Ποινική Έφεση 241/12 ημερομηνίας 16.12.14). Θεωρώ δηλαδή πως δεν έχει καταδειχθεί ότι το θύμα κατά την στιγμή που ήρθε σε επαφή και παρασύρθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης ήταν ζωντανό. Στις αμέσως επόμενες παραγράφους θα προσπαθήσω να γίνω πιο συγκεκριμένος επί του εν λόγω ζητήματος. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης πέραν από τραγικά, καθώς άπτονται του θανάτου ενός συνανθρώπου μας, είναι τολμώ να πω και ιδιάζοντα. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι το θύμα πριν παρασυρθεί από το όχημα της κατηγορούμενης είχε εμπλακεί σε επεισόδιο με τον ΜΚ5 και το όχημα του. Σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, όπως αυτή προωθήθηκε μέσω της μαρτυρίας του ΜΚ5, το θύμα είχε πιαστεί στο όχημα του κρατώντας με το ένα του χέρι το τιμόνι του οχήματος και με το άλλο το εξωτερικό καθρεφτάκι. Ενώ το θύμα βρισκόταν σε αυτήν τη στάση, το όχημα του ΜΚ5 ήταν σε κίνηση εντός της διαπλάτυνσης και σε κάποια στιγμή, αρχικά το χέρι του θύματος που βρισκόταν στο τιμόνι και στη συνέχεια το χέρι που βρισκόταν στο καθρεφτάκι, άφησαν το τιμόνι και το καθρεφτάκι αντίστοιχα (μάλιστα ο ΜΚ5 ανέφερε ότι έσπρωξε το χέρι του θύματος) και ως εκ τούτου το θύμα δεν κρατούσε πλέον στο όχημα του ΜΚ
- Σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του ΜΚ5, όταν διαπίστωσε ότι το θύμα δεν κρατούσε στο όχημα του το οποίο συνεχώς βρισκόταν εντός της διαπλάτυνσης, έλεγξε και δεν είδε το θύμα είτε να στέκεται, είτε να βρίσκεται στο έδαφος, είτε να είναι εντός του δρόμου. Ακολούθως, άκουσε ένα θόρυβο και είδε το όχημα της κατηγορούμενης να σταματά πλησίον του. Ο ίδιος δεν είδε την σύγκρουση. Όλα τα πιο πάνω περιστατικά διαδραματίστηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στην βάση επομένως της πιο πάνω αναφερόμενης εκδοχής που προωθήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, αυτό το οποίο προκύπτει ως αντικειμενικό δεδομένο είναι πως υπάρχει κενό από τη στιγμή που το θύμα δεν κρατούσε πλέον στο όχημα του ΜΚ5 μέχρι την στιγμή που παρασύρθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης. Αναπόδραστα προκύπτει, μεταξύ άλλων, το ερώτημα τι απέγινε το θύμα και σε ποια κατάσταση βρισκόταν, ήταν δηλαδή εν ζωή όταν παρασύρθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης ή ήταν ήδη νεκρός; Το τελευταίο πρόσωπο που είδε το θύμα ζωντανό ήταν ο ΜΚ
- Μετά όμως από το επεισόδιο που έλαβε χώρα, το οποίο περιγράφω πιο πάνω, ο ΜΚ5 έλεγξε και δεν εντόπισε οπουδήποτε το θύμα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι βρισκόταν εν ζωή. Επομένως, δεν υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι το θύμα κατά τη στιγμή που χτυπήθηκε και παρασύρθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης ήταν ζωντανό. Το μόνο αντικειμενικό δεδομένο που υπάρχει ενώπιον μου είναι ότι σε κάποια στιγμή το θύμα σταμάτησε να κρατά επί του οχήματος του ΜΚ5 και έκτοτε ουδείς τον είδε, παρά μόνο όταν απεγκλωβίστηκε από το κάτω μέρος του οχήματος της κατηγορούμενης και το εντόπισε ο ΜΚ5 εντός του δρόμου. Ούτε μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή του τεκμηρίου της συνέχειας, έτσι ώστε συμπερασματικά να διαπιστωθεί ότι το θύμα εξακολούθησε να είναι ζωντανός. Τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ούτε και η πραγματική μαρτυρία είναι διαφωτιστική επί του ζητήματος αυτού. Όπως καταμαρτυρεί το Τεκμήριο 17 κηλίδες από αίμα αλλά και ίχνη από ίνες των ρούχων που φορούσε το θύμα εντοπίστηκαν τόσο εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας όσο και εντός της διαπλάτυνσης. Κατά συνέπεια απουσιάζει μία απαραίτητη προϋπόθεση (condition sine qua non) του αδικήματος που καθιερώνει το άρθρο 210 του Νόμου, αφού για να μπορούσε η όποια πράξη της κατηγορούμενης να επιφέρει το θάνατο του θύματος, το τελευταίο θα έπρεπε να ήταν ζωντανό πριν την εν λόγω πράξη. Μόνο σε υποθέσεις θα μπορούσε κάποιος να προβεί ως προς την κατάσταση του θύματος, καθώς δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να αναφέρει ότι το θύμα από τη στιγμή που δεν βρισκόταν πλέον επί του οχήματος του ΜΚ5 μέχρι τη στιγμή που παρασύρθηκε από το όχημα της κατηγορούμενης ήταν ζωντανός. Είναι καλά γνωστό ότι υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες κι αν είναι δεν επιτρέπονται (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Σημειώνω επίσης τις απαντήσεις της ΜΚ7 όταν ρωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση: «Α: ................ Δεν μπορώ να σας πω απόλυτα. Εδώ ενέχονται 2 οχήματα. Για να επέλθει ο θάνατος και ακόμα εάν αντιλήφθηκα σωστά στην ερώτησή σας, μπορεί να πιθανολογείτε ότι σκοτώθηκε από τον πρώτο και πετάχτηκε για να τον πατήσει ο δεύτερος, σας έχω πει και ξεχωρίσει απόλυτα όταν τα τραύματα είναι ακριβώς, γίνονται στο ίδιο χρονικό διάστημα, έχουν όλα ζωτική αντίδραση και δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε ποιο τραύμα έγινε πριν 2 λεπτά ή ποιο τραύμα έγινε μετά από 3 λεπτά ιατρικά. ....... Ε: Δηλαδή δεν μπορείς να μας πεις με βεβαιότητα ποιος προκάλεσε τον θάνατο εάν είναι το παράσυρμα με το πρώτο αυτοκίνητο είτε με το δεύτερο αυτοκίνητο; Α: Απάντησα, ότι εγώ δεν μπορώ να ξεχωρίσω εάν αυτός ο άνθρωπος ήταν νεκρός και τον έριξαν για να τον διαπεράσει άλλο αυτοκίνητο. Το ότι έχει διαπεραστεί και από δεύτερο αυτοκίνητο εάν προέκυψε πρώτα το τραύμα με την τριβή και τον πέταξαν για να τον πατήσει, να τον διαπεράσει και το άλλο αυτοκίνητο, εγώ αυτό δεν μπορώ να το ξέρω.» Ναι μεν η ΜΚ7 στην έκθεση της (Τεκμήριο 28) καταγράφει ως αιτία θανάτου τον πολυτραυματισμό από μηχανοκίνητο όχημα, την ίδια ώρα όμως αποτελεί κοινή βάση ότι υπήρξε εμπλοκή δύο μηχανοκίνητων οχημάτων, ήτοι του οχήματος του ΜΚ5 και του οχήματος της κατηγορούμενης. Για τον ίδιο λόγο δεν θα μπορούσε να εξεταστεί κατά πόσο η ενέργεια της κατηγορούμενης να συνεχίσει την πορεία της αφότου αντιλήφθηκε ότι κάτι κτύπησε συνιστά αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη κατά παράβαση του άρθρου 210 του Νόμου. Η ΜΚ7 όταν ρωτήθηκε σχετικά στην επανεξέταση απάντησε ότι δεν μπορούσε να αναφέρει απόλυτα αν ο θάνατος προήλθε στα πρώτα 10 μέτρα ή στα επόμενα όταν επανεκκίνησε το όχημα. Τέλος, δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 211 του Νόμου. Δεν τίθεται δηλαδή ζήτημα κατά πόσο μεταξύ της πράξης ή συμπεριφοράς της κατηγορούμενης παρεμβλήθηκε η πράξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου η οποία επέφερε το θάνατο του θύματος. Το κρίσιμο ερώτημα στο οποίο επαναλαμβάνω υπάρχει απόλυτο κενό, είναι κατά πόσο το θύμα ήταν ζωντανό πριν την οποιαδήποτε πράξη της κατηγορουμένης. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, έτσι ώστε να δικαιολογείται η κλήση της σε απολογία. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη, θεωρώ ότι απλώς θα έδιδε το δικαίωμα στην κατηγορούσα αρχή να διορθώσει τις ατέλειες της δικής της μαρτυρίας, πράγμα ανεπίτρεπτο στο ποινικό μας σύστημα. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση θεμελιακών ζητημάτων για την ευθύνη του κατηγορούμενου μπορεί, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/12, 6/12, 7/12, 8/12 και 9/12 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α. ημερομηνίας 11.12.12 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: « Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.)............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΘΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο