← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σύλβια Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7913/12, 18/2/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σύλβια Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7913/12, 18/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B27 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7913/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και

  1. Σύλβια Νικολάου
  2. Μαρία Νικολάου
  3. Rohini Nanediri Dewage Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18/02/
  4. Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για κατηγορούμενες 1 και 2: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενες 1 και 2 παρούσες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1ην κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη μεταξύ των μηνών Σεπτεμβρίου του 2011 και Μαρτίου του 2012, στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου 116, στη Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα την 3ην κατηγορούμενη χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η 2η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της παροχής συνδρομής στην διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα και άρθρου 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  6. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής, η 2η κατηγορούμενη κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1ην κατηγορία, παρείχε συνδρομή στις κατηγορούμενες 1 και 2 για να διαπράξουν ποινικό αδίκημα, δηλαδή το αδίκημα που αναφέρεται στην 1ην κατηγορία. Η δε 3η κατηγορούμενη, αντιμετωπίζει το αδίκημα της παράβασης των όρων άδειας εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 19

(1)(κ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, αυτή κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1ην κατηγορία, ενώ είναι αλλοδαπή από την Σριλάνκα η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 08/09/2011 με άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία του Στασή Σάββα από την Πέγεια μέχρι τις 08/09/2012, παρέβηκε την άδεια της και εργαζόταν παράνομα στην οικία που αναφέρεται στην 1ην κατηγορία για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Όλες οι κατηγορούμενες αρνήθηκαν ενοχή. Σε κάποιο στάδιο η 3η κατηγορούμενη άλλαξε απάντηση στην κατηγορία και προέβηκε σε παραδοχή και μετά από δήλωση της κατηγορούσας αρχής ότι θα χρησιμοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας, η υπόθεση εναντίον της ολοκληρώθηκε και της επιβλήθηκε ποινή. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες 1 και
  2. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Α/Αστ. 2351 Γιώργο Απόστρατο (Μ.Κ.1), την κα Νanediri Dewage, πρώην κατηγορούμενη αρ.3 (Μ.Κ.2) και τον Αστ. 1107 Νίκο Ιωάννου (Μ.Κ.3). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αυτές επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες κατηγορίας. Συνοπτικά τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 υιοθετώντας την γραπτή του κατάθεση, τεκμήριο 1, ανέφερε ότι στις 15/03/2012 προσήλθε στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου η Μ.Κ.2 και πρώην κατηγορούμενη αρ. 3 (από τώρα και στο εξής «η παραπονούμενη») με σκοπό να υποβάλει παράπονο εργατικής φύσεως εναντίον του εργοδότη της κ. Στασή Σάββα και του παρέδωσε δύο επιστολές τόσο της ίδιας όσο και του δικηγορικού γραφείου C.P. EROTOKRITOU & CO ημερομηνίας 13/03/2012 (βλ. τεκμήρια 2 και 3). Αναφορικά με το καθεστώς παραμονής της εν λόγω αλλοδαπής στην Κύπρο, μετά από έρευνες που προέβηκε διαπίστωσε ότι αυτή αφίχθηκε στην Κύπρο στις 08/09/2011 με άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία του Στασή Σάββα στην Πέγεια και της παραχωρήθηκε άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι τις 08/09/2015. Επίσης, διαφάνηκε από τον έλεγχο που προέβηκε ότι εναντίον της εν λόγω αλλοδαπής υπήρχε καταγγελία από τον εργοδότη της από τις 13/03/2012 ότι αυτή εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής και εργασίας της. Περαιτέρω, ότι στις 12/03/2012 καταγγέλθηκε για το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο και εκκρεμούσε εναντίον της ένταλμα σύλληψης και τα στοιχεία της είχαν τοποθετηθεί στο STOP - LIST. Όσον αφορά την καταγγελία της παραπονούμενης, από τις επιστολές διαφάνηκε ότι αυτή ήταν εργατικής φύσεως αλλά υπήρχαν και αναφορές που παρέπεμπαν και στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων καθότι ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αυτή εργαζόταν 2 φορές την εβδομάδα από τις 07:00 - 14:00 κατά παράβαση των όρων της άδειας εργασίας της, ως καθαρίστρια στο σπίτι της αδελφής της εργοδότριας της ονόματι Σύλβια. Ως εκ τούτου, προχώρησε στη διερεύνηση αυτών των αδικημάτων και επίστησε την προσοχή της παραπονούμενης για το αδίκημα που και αυτή διέπραξε. Ακολούθως, η παραπονούμενη καθοδήγησε τον μάρτυρα μαζί με τον Αστ. 3447 σε οικία στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ αρ. 88 και τους υπέδειξε την κατοικία αυτή ως το σπίτι της αδελφής της εργοδότριας της στο οποίο εργαζόταν παράνομα δύο φορές την εβδομάδα. Στη συνέχεια, εντόπισε την κατ' ισχυρισμό εργοδότρια της αλλοδαπής τηλεφωνικώς και αφού την ενημέρωσε για την καταγγελία του ανέφερε ότι η παραπονούμενη λέει ψέματα και ότι επισκεπτόταν το σπίτι της μόνο όταν θα έπρεπε να φροντίζει τα ανήλικα παιδιά της αδελφής της όταν αυτά βρίσκονταν εκεί. Ο μάρτυρας αυτός επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο και το έντυπο υποβολής παραπόνου εργοδοτουμένου, το οποίο έδωσε και συμπλήρωσε η παραπονούμενη και απέστειλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Σε περαιτέρω εξέταση του, ο μάρτυρας είπε ότι η αλλοδαπή δεν είχε δυσκολία στον να τους υποδείξει το σπίτι που ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν δύο φορές την εβδομάδα και όταν έφτασαν εκεί κτύπησαν την πόρτα αλλά δεν είχε κάποιο μέσα για να τους ανοίξει και γι αυτό στη συνέχεια μίλησε τηλεφωνικώς με την ιδιοκτήτρια του. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης την ανακριτική κατάθεση που της λήφθηκε για την υπόθεση αυτή υπό μορφή ερωτοαπαντήσεων, τεκμήριο 5Α στη μητρική της γλώσσα και μετάφραση αυτού στα ελληνικά τεκμήριο 5Β. Σε αυτή αναφέρει ότι ήρθε στη Κύπρο στις 08/09/2011 για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός στον Σάββα Στασή και ο λόγος που στις 13/03/2012 εγκατέλειψε το σπίτι του ήταν διότι δεν έκανε ποτέ διάλλειμα, επεξηγώντας ότι ο Σάββας την έπαιρνε στο σπίτι της Σύλβιας για να καθαρίζει 3 με 4 φορές την εβδομάδα και δεν ξεκουραζόταν τις Κυριακές. Πιο κάτω αναφέρει ότι η γυναίκα του Σάββα, η Μαρία την έπαιρνε στη Σύλβια το πρωί και μετά η Μαρία πήγαινε στο σχολείο. Η Σύλβια την έβαλε στο σπίτι της να κάνει δουλείες όπως να καθαρίζει το μπάνιο, την κουζίνα, τα τζάμια. Περαιτέρω, σε απάντηση σχετικής ερώτησης αναφέρει ότι κατάλαβε ότι αυτό ήταν παράνομο αλλά ο Σάββας της είπε ότι αν δεν δούλευε στη Σύλβια θα την έστελνε πίσω στη Σρι Λάνκα. Σε περαιτέρω εξέταση της, είπε ότι στο σπίτι της Σύλβιας την έπαιρνε η Μαρία πριν τις επτά το πρωί και την έπαιρνε όταν τέλειωνε από τη δουλειά η ώρα τρεις το απόγευμα. Δεν μπορούσε να καθορίσει συγκεκριμένες μέρες διότι δεν ήταν σταθερές και όταν ήταν στο σπίτι της Σύλβιας ήταν και αυτή εκεί και καθόταν και τη διέταζε να κάνει δουλειές. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ότι ανέλαβε την εξέταση της παρούσας υπόθεσης και στις 15/03/2012 τηλεφώνησε στη Σύλβια Νικολάου για να της ληφθεί κατάθεση και του ανέφερε ότι ήταν έγκυος και ότι είχε χαρτί από ιατρό ότι πρέπει να ξεκουράζεται. Mετέβηκε ο ίδιος στην οικία της και της έλαβε ανακριτική κατάθεση στην οποία του ανέφερε ότι γνωρίζει την αλλοδαπή γιατί είναι οικιακή βοηθός της αδελφής της και ότι πήγε συνολικά 5 φορές στην οικία της όταν την έφερνε η αδελφή της μαζί με τα παιδία της και έμενε και αυτή για να τα προσέχει διότι η ίδια είναι έγκυος και δεν μπορούσε. Αρνήθηκε ότι έβαλε την αλλοδαπή να κάνει δουλειές και πιστεύει ότι αυτή έκανε την καταγγελία για εκδικητικούς λόγους. Επίσης, ανέφερε ότι στις 19/03/2012 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Σάββα Στασή ο οποίος του ανέφερε ότι η αλλοδαπή άρχισε να εργάζεται στην οικία του από τον Σεπτέμβριο του 2011 ως οικιακή βοηθός και στις 12/03/2012 εγκατέλειψε την οικία του. Την πλήρωνε κάθε μήνα €350 για τις υπηρεσίες της και επειδή εργαζόταν και την Κυριακή με τη δική της θέληση της έδινε ακόμη €15 συν €5 ως φιλοδώρημα. Στην Σύλβια την έπαιρνε η σύζυγος του Μαρία όχι για να εργαστεί εκεί αλλά για να προσέχει τα παιδιά του και την πήρε 2 φορές. Περαιτέρω, αναφέρει ότι έλαβε και από την Μαρία Νικολάου ανακριτική κατάθεση στις 19/03/2012 η οποία του ανέφερε ότι πήρε την αλλοδαπή στο σπίτι της αδελφής της Σύλβια 2 φορές μέσα στο μήνα Οκτώβριο 2011, όχι για να εργαστεί αλλά για να προσέχει τα παιδία της λόγω του ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στην αλλοδαπή και ουδέποτε της παραπονέθηκε ότι η Σύλβια την έβαλε να εργαστεί στην οικία της. Πιστεύει ότι η καταγγελία έγινε για να πάρει το χαρτί ελευθερίας της. Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση του Αστ. 1299 Σοφοκλή Γιούπη ως τεκμήριο Α και αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός εκ μέρους του κατηγορουμένου και ουσιαστικά αναφέρεται σε αυτή ότι αυτός έλαβε την ανακριτική κατάθεση της παραπονουμένης για την παρούσα υπόθεση ενώ τελούσε υπό κράτηση για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου. Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενες προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση λέγοντας ότι είναι αθώες και ότι η καταγγελία έγινε εκδικητικά και για αλλότριους σκοπούς. Από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Η παραπονούμενη κατάγεται από την Σρι Λάνκα και στις 08/09/2011 αφίχθηκε στην Κύπρο με άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός στην οικία του Σάββα Στασή στην Πέγεια. Στις 13/03/2012 εγκατέλειψε το τόπο εργασίας της και έγινε σχετική καταγγελία από τον εργοδότη της καθώς επίσης και καταγγελία για το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο. Ακολούθως, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και τα στοιχεία της τοποθετήθηκαν στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από τη Δημοκρατία απαγορεύεται. Στις 15/03/2012 η παραπονούμενη επισκέφθηκε τα το κλιμάκιο της ΥΑΜ Πάφου με σκοπό να υποβάλει παράπονο εναντίον του εργοδότη της εργατικής φύσεως όπου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι αναγκαζόταν να εργάζεται 2 - 3 φορές στην οικία της Σύλβιας Νικολάου. Το κύριο σημείο στο οποίο υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ των μερών ήταν κατά πόσο η εν λόγω αλλοδαπή κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταφερόταν από την 2ην κατηγορούμενη και εργαζόταν στην οικία της 1ης κατηγορούμενης και για λογαριασμό της και γενικά κατά πόσο την εργοδοτούσε ή ο σκοπός των επισκέψεων και μεταφορά της 3ης κατηγορούμενης στην οικία της 1ης από την 2ην ήταν άλλος και στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της. Η θέση της κατηγορούσας αρχής επί του πιο πάνω σημείου ήταν ότι η 2η κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο μετέφερε την 3ην κατηγορούμενη στην οικία της 1ης κατά τις πρωινές ώρες και στο οποίο ασχολείτο με το καθάρισμα του. Η θέση των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από τις αναφορές τους στους μάρτυρες κατηγορίας είναι ότι η 3η κατηγορούμενη ουδέποτε μεταφερόταν στην οικία της 1ης με σκοπό την εργασία εκεί αλλά κάποτε μεταφερόταν και παρέμενε εκεί για να προσέχει τα ανήλικα τέκνα της 2ης κατηγορούμενης. Επομένως, επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων επί των ουσιωδών ζητημάτων. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Θα προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 πρώτα και ακολούθως με αυτή της Μ.Κ.2 για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της και σχετίζονται με την κατηγορία και το είδος της μαρτυρίας της μάρτυρας αυτής. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο αστυνομικός της ΥΑΜ Πάφου στον οποίο έγινε το παράπονο από την παραπονούμενη παρουσιάζοντας του δύο επιστολές, τα τεκμήρια 2 και 4 και επεξήγησε τις περαιτέρω ενέργειες του. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του έτσι ώστε να μην μπορώ να την αποδεκτώ. Η αντεξέταση του είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα και ουσιαστικά δεν έτυχαν αμφισβήτησης τα όσα ανέφερε. Όσον αφορά το τι περιήλθε στην αντίληψη του και τις ενέργειες που έκανε κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του. Αναφορικά με το κατά πόσο τα όσα κατάγγειλε η παραπονούμενη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ευσταθούν, ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση. Αποδέχομαι το γεγονός ότι η παραπονούμενη του παρουσίασε τα τεκμήρια 2 και 3 και ότι ο ίδιος της έδωσε το τεκμήριο 4 το οποίο συμπλήρωσε και απέστειλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορώ να αποδεκτώ το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων καθότι αυτό είναι εξ' ακοής μαρτυρία και προέρχεται από τον συντάξα των λόγω επιστολών και κυρίως από την παραπονούμενη, η οποία προσήλθε στο Δικαστήριο και κατέθεσε και η μαρτυρία της θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Ο Μ.Κ.3 ήταν επίσης αστυνομικός ο οποίος όπως πρόεκυψε έλαβε μέρος στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες που έκανε που ουσιαστικά ήταν η λήψη καταθέσεων από τις κατηγορούμενες και κάποιο κ. Σάββα Στάση εργοδότη της παραπονούμενης. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και κρίνω ότι παράθεσε τα γεγονότα και τις ενέργειες που έκανε χωρίς οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι αναφέρθηκε στη μαρτυρία του, περιληπτικά όπως προκύπτει, στις εκδοχές που τα πιο πάνω πρόσωπα από τα οποία έλαβε κατάθεση του ανέφεραν χωρίς να του ζητηθεί να καταθέσει στο Δικαστήριο τουλάχιστον τις ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 για να μπορεί το Δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη εικόνα της εκδοχής που πρόβαλαν στις εν λόγω καταθέσεις και να τις αξιολογήσει με βάση τις αρχές που έχουν καθιερωθεί. Εν πάσει περιπτώσει όμως, οι οποιεσδήποτε αναφορές του μάρτυρα ότι αποτελούν μέρος της κατάθεσης των κατηγορουμένων 1 και 2 δεν αποτελούν παραδοχή για τα εναντίον τους αδικήματα ή τουλάχιστον δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων του αλλά μάλλον εξηγήσεις για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα και δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, χωρίς άλλο. Σε σχέση δε με τα όσα ανέφερε ότι του είπε ο κ. Στασή, αυτά αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, ο μάρτυρας αυτός δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει, είναι ο εργοδότης της παραπονουμένης εναντίον του οποίου έγινε καταγγελία, οι αναφορές του δεν συνάδουν με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα σε αυτές. Επίσης, ο μάρτυρας αναφέρθηκε ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης η κατηγορούμενη 1 του ανέφερε ότι ήταν έγκυος και είχε προβλήματα με την εγκυμοσύνη της. Αποδέχομαι ότι του έγινε η εν λόγω δήλωση αλλά από αυτή και μόνο δεν μπορεί να προκύψει η ορθότητα της αφού δεν του παρουσίασε οτιδήποτε σχετικό που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο και την έκταση τους. Πόσο μάλλον να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι για τους προηγούμενους τουλάχιστον τέσσερις μήνες αυτή είχε τέτοια προβλήματα γι αυτό βρισκόταν στο σπίτι και δεν εργαζόταν, όπως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής. Θεωρώ ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, που αφορά τις ενέργειες που προέβηκε για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και μόνο. Δεν μπορεί όμως, να προκύψει οποιοδήποτε άλλο εύρημα. Η Μ.Κ.2 ήταν συγκατηγορούμενη των κατηγορουμένων, αντιμετωπίζοντας το αδίκημα της παράβασης των όρων άδειας εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία και όπως λέχθηκε στην αρχή της απόφασης, σε κάποιο στάδιο προέβηκε σε παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετώπιζε, της επιβλήθηκε ποινή και ακολούθως χρησιμοποιήθηκε από την κατηγορούσα αρχή ως μάρτυρας κατηγορίας. Λαμβάνοντας υπόψη το πιο πάνω γεγονός, τη φύση της κατηγορίας που αντιμετώπιζε η μάρτυρας αυτή και τη φύση των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες και όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει ότι η μάρτυρας αυτή έλαβε μέρος στη κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων από τις κατηγορούμενες και ως εκ τούτου θα πρέπει να θεωρηθεί ως συνεργός. Έχω υπόψη μου ότι η αξιοπιστία ενός τέτοιου μάρτυρα κρίνεται με βάση τα ίδια κριτήρια όπως άλλων μη συνεργών μαρτύρων (βλ. R v. Jones
(2004)1 Cr. App. R. 160) αλλά στην περίπτωση μιας τέτοιας μαρτυρίας το Δικαστήριο θα πρέπει να την αντιμετωπίζει με ύψιστη προσοχή και επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται για τους κινδύνους αποδοχής της αναζητώντας προς τούτο ενισχυτική μαρτυρία (βλ. Γερμανός και Άλλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 218/11, Ημερ. 19/07/2013 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Το Δικαστήριο προειδοποιεί τον εαυτό του ότι η μαρτυρία αυτή προέρχεται από συναυτουργό και θα προσεγγίσει τη μαρτυρία της με τη δέουσα επιφύλαξη. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής με πολλή προσοχή και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο της. Κρίνω ότι η μαρτυρία της παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και συνολικά ειδομένη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει από αυτή με την απαραίτητη ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η μάρτυρας μεταφερόταν στο σπίτι της κατηγορούμενης 2 από την κατηγορούμενη 1 επί συστηματικής βάσης 3 φόρες την εβδομάδα όπως ήταν η θέση της. Όπως έχει διαφανεί έναυσμα για την παρούσα υπόθεση ήταν η καταγγελία - παράπονο της μάρτυρος αναφορικά με τις συνθήκες εργασίας της στην οικία του κ. Σάββα Στασή και μεταξύ αυτών ανέφερε ότι εργαζόταν παράνομα και στο σπίτι της 2ης κατηγορούμενης. Αντικρίζοντας σφαιρικά και ενιαία την όλη εκδοχή της μάρτυρος δημιουργούνται αμφιβολίες κατά πόσο οι αναφορές της αυτές σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ευσταθούν ή έγιναν με απώτερο σκοπό να ενισχύσει τα υπόλοιπα παράπονα της εργασιακής φύσεως και να εξασφαλίσει χαρτί αποδέσμευσης (release paper). Προέκυψε από τη μαρτυρία της ότι από την αρχή είχε προβλήματα με την εργασία της και η ίδια δεν ήταν ευχαριστημένη, διότι είχε, όπως ανέφερε, πολλές δουλειές να κάνει, ήταν μεγάλο το σπίτι, πρόσεχε τα παιδιά, δεν έκανε διάλλειμα καθόλου και κουραζόταν. Επίσης, η ίδια άρχισε να κάνει διαβήματα για να αλλάξει εργασία μέσω του αντιπροσώπου που την έφερε αλλά και της πρεσβείας όπως είπε. Τα προβλήματα αυτά, που σύμφωνα με τη θέση της διαπίστωσε, τοποθετούνται χρονικά περίπου την ίδια περίοδο που άρχισε να μεταφέρεται στην οικία της 2ης κατηγορουμένης για εργασία, σύμφωνα με τη θέση της που εν πάσει περιπτώσει δεν μπορούσε να καθορίσει αλλά και προηγουμένως. Επομένως, προκύπτει ότι η ίδια από την αρχή της εργοδότησης της δεν ήταν ευχαριστημένη και ήθελε να φύγει, όχι όμως να επιστρέψει στην πατρίδα της αλλά να εργοδοτηθεί αλλού και αυτός ήταν ο σκοπός της. Όλα τα πιο πάνω αλλά και από το σύνολο της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής προκύπτει ότι σκοπός και στόχος της ήταν από την αρχή να εξασφαλίσει χαρτί αποδέσμευσης για να εργαστεί αλλού. Περαιτέρω, προκύπτει από τα λεγόμενα της ότι άλλες συμπατριώτισσες της, της είπαν ότι δεν επιτρέπεται να εργάζεται σε άλλη οικία και ότι αυτό ήταν παράνομο. Το πιο πάνω κίνητρο της και οι πληροφορίες που έλαβε για το παράνομο της εργασίας σε άλλη οικία δημιουργούν την αμφιβολία κατά πόσο οι αναφορές της γι αυτό το θέμα έγιναν λόγο του ότι πράγματι ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή ως ένα επιπλέον στοιχείο για να πετύχει την αποδέσμευση της και το σκοπό της. Αυτό σε συνδυασμό με τον τρόπο που περιέγραψε ότι μεταφερόταν και εργαζόταν στην οικία της 2ης κατηγορούμενης αλλά και στην όλη συμπεριφορά των εργοδοτών της. Στην προσπάθεια της να καταδείξει τις δύσκολες συνθήκες εργασίας της στην οικία της 2ης κατηγορούμενης και στον άσχημο τρόπο που της συμπεριφέρονταν, αναφέρθηκε σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της ότι δεν της έδιναν φαγητό και ότι σε μια περίπτωση όταν επιχείρησε να φάει ένα τόνο, η 2η κατηγορούμενη την κτύπησε. Στην πορεία και ερωτούμενη να επεξηγήσει το γεγονός αυτό είπε ότι δεν είπε ότι την κτύπησε αλλά ότι την τράβηξε από τον ώμο και της φώναξε. Ερωτούμενη επίσης να πει γιατί αυτό δεν το περιέλαβε στο παράπονο που συμπλήρωσε, τεκμήριο 4, είπε ότι δεν είχε χώρο στο έντυπο ενώ ούτε στην κατάθεση της το είπε διότι της είπε ο Αστυνομικός του οποίου το ανέφερε είπε, να το πει στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, ερωτούμενη γιατί δεν το ανέφερε και στις επιστολές που κατέθεσε στην Αστυνομία ως τεκμήρια 2 και 3, ανέφερε ότι το είπε στο δικηγόρο ο οποίος συνέταξε τις επιστολές αυτές αλλά δεν γνωρίζει γιατί δεν το περιέλαβε σε αυτές. Το πιο πάνω γεγονός κρίνω ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την εκδοχή και γενικότερα το παράπονο της και θα έπρεπε να ήταν από τα πρώτα γεγονότα που θα όφειλε να αναφέρει αφού η θέση της ήταν ότι οι εργοδότες της την κακομεταχειρίζονταν. Επιπρόσθετα, προσπαθεί να δικαιολογήσει την μη αναφορά του στα διάφορα έγγραφα - κατάθεση, επιστολές και έντυπο παραπόνου - προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες οι οποίες δεν μπορούν να πείσουν. Σε σχέση με το πόσες φορές και από πότε εργαζόταν στην οικία της 1ης κατηγορούμενης, η θέση της ήταν ασαφής. Ενώ είπε ότι αυτό άρχισε να γινόταν 1 ½ μήνα περίπου μετά που άρχισε να εργάζεται στην οικία της 2ης κατηγορούμενης, στην συνέχεια είπε ότι αυτό άρχισε όταν θα παντρευόταν η 1η κατηγορούμενη χωρίς να μπορεί να πει πότε ήταν αυτό και την πήραν για να καθαρίσει το σπίτι ενώ ακολούθως είπε ότι αυτό γινόταν και προηγουμένως. Επίσης, είπε ότι την μετέφεραν στο σπίτι της 1ης κατηγορουμένης 3 φορές την εβδομάδα. Στην πορεία είπε ότι αυτό δεν ήταν σταθερό και γινόταν σύμφωνα με το πρόγραμμα που έκανε ο κ. Σάββα Στασή και θα της έλεγε. Εκτός της πιο πάνω ασάφειας, εγείρεται ακόμη ένα άλλο θέμα. Ποιος τελικά αποφάσιζε και την έπαιρνε στο σπίτι της 1ης κατηγορούμενης, ο κ. Στασή ή η 2η κατηγορούμενη όπως ήταν η θέση της. Η γενική περιγραφή που έδωσε της οικίας της 1ης κατηγορούμενης και το γεγονός ότι η ίδια χωρίς δυσκολία οδήγησε την Αστυνομία στο μέρος, δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύει τα λεγόμενα της αφού 1η και 2η κατηγορούμενη είναι αδελφές και ενδεχομένως να έτυχε η μάρτυρας να επισκεφθεί την εν λόγω οικία για άλλους λόγους και όχι κατ' ανάγκη για να εργαστεί. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας ερωτούμενη για τη δική της συμπεριφορά και ευθύνη και ειδικότερα στη διάπραξη και από μέρους της ποινικού αδικήματος, φάνηκε αυτή αρχικά να αρνείται κάτι τέτοιο όταν κατηγορείται ενώ στην πορεία παραδέχτηκε αλλά είπε ότι αναγκαζόταν να το κάνει προσπαθώντας κατ΄ αυτό τον τρόπο να υποβαθμίσει το ρόλο της στη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω, είναι γεγονός ότι της καταγγελίας της μάρτυρος, προηγήθηκε καταγγελία του εργοδότη της για εγκατάλειψη της από τον χώρο εργασίας της και για κλοπή. Εν όψει τούτου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης της μάρτυρος για σκοπούς διερεύνησης της εν λόγω καταγγελίας και η μάρτυρας συνελήφθηκε. Δεν εξετάζω την ορθότητα της καταγγελίας της κλοπής εναντίον της αλλά όταν η μάρτυρας ρωτάται ότι διερευνήθηκε αυτό το αδίκημα από την αστυνομία, η ίδια το αρνείται και αναφέρει ότι δεν γνωρίζει για μια τέτοια καταγγελία. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι το τεκμήριο 2 το ετοίμασε και το υπόγραψε η ίδια. Στην πορεία και ερωτούμενη γιατί δεν περιέλαβε σε αυτό γεγονότα που ανέφερε στο Δικαστήριο και που σχετίζονται με τη συμπεριφορά των εργοδοτών της και συγκεκριμένα ότι την κτύπησαν, είπε ότι δεν είναι αυτή που το ετοίμασε και ότι η ίδια δεν γνωρίζει να μιλά και να γραφεί Αγγλικά. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η μαρτυρία της μάρτυρος παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και αντιφάσεις, δεν φαίνεται αξιόπιστη και δείχνει να αποτελεί ανασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει υποχρέωση για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας αφού ελλείπει το αντικείμενο της ενίσχυσης. Παραθέτω τα ακόλουθο απόσπασμα από την Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων v. Δημοκρατίας (ανωτέρω): «Η κυπριακή όσο και η αγγλική νομολογία, από την οποία αντλήθηκε καθοδήγηση, υποστηρίζει ότι τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός φαίνεται αξιόπιστος. [Η] αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού διενεργείται ενιαία. Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Μάρτυρας, εμφανώς αναξιόπιστος, δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης, εφόσον ελλείπει το αντικείμενο της ενίσχυσης, το, κατ' αρχήν, παραδεκτό της εκδοχής του. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξης του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών, που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για τη ανάμειξη του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Παραμένει, όμως, το δικάζον δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας, που αποδίδεται στη μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του δικάζοντος δικαστηρίου να αποδεκτεί ως βάσιμη της μαρτυρία συνεργού.» (βλ. επίσης ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΈΣ ΠΤΥΧΕΣ των κ.κ. Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ. 530 -544 αναφορικά με μάρτυρες συνεργούς και τον τρόπο αξιολόγησης τους). Ακόμη όμως και στην περίπτωση που η μαρτυρία της φαινόταν αξιόπιστη, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη ενισχυτική μαρτυρία που να την επιβεβαιώνει ούτε θα ήμουν διατεθειμένος να βασιστώ σε αυτή χωρίς άλλο καθότι δεν είναι τέτοιας ποιότητας που να την καθιστά ασφαλές υπόβαθρο να βασιστώ σε αυτή. Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενες προέβηκαν σε ανώμοτες δηλώσεις ως ανωτέρω αναφέρθηκαν. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προβαίνει ένας ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές θεωρώ ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων. Η έκφραση της θέσης ότι είναι αθώες και ότι η καταγγελία έγινε με αλλότριο κίνητρο είναι κάτι το οποίο θα κριθεί από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και από την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση, τα γεγονότα τα οποία προκύπτουν από τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Στις 08/09/2011 η Μ.Κ.2 η οποία κατάγεται από την Σρι Λάνκα αφίχθηκε στην Κύπρο με άδεια παραμονής και εργασίας στην οικία του κ. Σάββα Στασή στην Πέγεια μέχρι και τις 08/09/
  1. Στις 12/03/2012 αυτή εγκατέλειψε το τόπο εργασίας της και ο εργοδότης της προέβηκε σε καταγγελία εναντίον της για το γεγονός αυτό αλλά και για κλοπή. Ένεκα τούτου, τα στοιχεία της τοποθετήθηκαν στον κατάλογο προσώπων των οποίων η έξοδος από τη Δημοκρατία απαγορεύεται και εκδόθηκε και σχετικό ένταλμα σύλληψης το οποίο εκτελέστηκε στις 15/03/2012 όταν η ίδια μετέβηκε στο γραφεία της ΥΑΜ Πάφου για να υποβάλει παράπονο εργατικής φύσεως εναντίον του εργοδότη της. Η κατηγορούμενη 2 είναι η σύζυγος του κ. Σάββα Στασή, εργοδότη της Μ.Κ.2 κατά τον ουσιώδη χρόνο και η κατηγορούμενη 1 αδελφή της όπου διέμενε στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ΄ 88 στη Χλώρακα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 και αφορά παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.
  2. Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  3. H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος "εργοδότηση" στα πλαίσια του Κεφ.
  4. Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
  5. Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279 αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability) και αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος. Σε τέτοιας φύσης υποθέσεις δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου με την αυστηρή έννοια που δίδει στον όρο το αστικό δίκαιο. Η εργοδότηση με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες που δεν απαιτούν συμφωνία εργοδότησης, στενό έλεγχο από τον εργοδότη ή την καταβολή μισθού. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας, ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161 που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Τέλος, όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Η κατηγορία που αντιμετωπίζει η 2η κατηγορούμενη αφόρα το αδίκημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη ποινικού αδικήματος και στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
  2. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκηµα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συµµετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύµφωνα µε τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγµατι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκηµα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι µε σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήµατος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήµατος· (δ) εκείνος που συµβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήµατος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήµατος είτε σε ποινικό αδίκηµα της παροχής συµβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήµατος. Καταδίκη για το αδίκηµα της παροχής συµβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήµατος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήµατος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκηµα, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. ∆ύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Αναφορικά με την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου παραπέμπω στην Αjini v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 όπου αναφέρθηκε ότι καθένας ο οποίος ενεργεί ως συνεργός μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός χωρίς να χρειάζεται να εξειδικευθεί η εμπλοκή του στις λεπτομέρειες του αδικήματος αν και αυτό είναι επιθυμητό όταν η κατηγορούσα αρχή γνωρίζει ευθύς εξ' αρχής ποιος ήταν ο ρόλος του κατηγορούμενου (βλ. επίσης Maxwell v. D.P.P. for Northern Ireland 68 Cr. App. R. 128 (HL). Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία και συγκεκριμένα (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) στη διάπραξη αδικήματος και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω νομική πτυχή και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πέραν του γεγονότος ότι η Μ.Κ.2 είναι αλλοδαπή δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε άλλο γεγονός που να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης. Ουσιαστικά δεν έχει προκύψει ότι για την περίοδο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο η 1η κατηγορούμενη εργοδοτούσε την Μ.Κ.2 στην οικία της ούτε ότι η Μ.Κ.2 ασκούσε οποιαδήποτε εργασία για λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης. Η πιο πάνω κατάληξη συμπαρασύρει και την 2ην κατηγορία που αντιμετωπίζει η 2η κατηγορούμενη. Από τη στιγμή που δεν αποδείχθηκε η παράνομη εργοδήτηση της Μ.Κ.2 από την 1ην κατηγορούμενη, ελλείπει η οποιαδήποτε βάση γεγονότων επί των οποίων θα μπορούσε να κριθεί κατά πόσο η 2η κατηγορούμενη παρείχε συνδρομή στη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου, παρέλκει η εξέταση των άλλων ζητημάτων, δικονομικής φύσεως, που εγέρθηκαν από την υπεράσπιση κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενες 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ...................................... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.