Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. P. KINNIS SPARE PARTS SUPPLIES LTD κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 11477/13, 9/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 11477/13 Μεταξύ Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας -ν-
- P. KINNIS SPARE PARTS SUPPLIES LTD
- ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 9 Φεβρουαρίου, 2015 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χ»Γιάννη Για Κατηγορούμενη: κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος 2: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 2 κατόπιν παραδοχής κρίθηκε ένοχος στα αδικήματα που αντιμετωπίζει και αφορούν παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95
(1)/2000, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») και των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1, αντιμετωπίζει 11 συνολικά κατηγορίες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 1-10 οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα στον Έφορο Φ.Π.Α τα ποσά τα οποία φαίνονται ως καταβλητέα στις φορολογικές δηλώσεις που αφορούν τις φορολογικές περιόδους από 1.10.09 μέχρι 31.3.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 20, οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στον Έφορο Φ.Π.Α ποσό συνολικού ύψους €35,16 ήτοι πρόσθετο φόρο €32,36 και τόκο €2,80 που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α για τη φορολογική περίοδο 1.1.13-31.3.
- Η ποινική δίωξη αναφορικά με τις κατηγορίες 11-19 διακόπηκε στις 23.1.14 και ο κατηγορούμενος 2 απαλλάχθηκε σε σχέση με αυτές. Τα γεγονότα, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, έχουν ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι το συνολικά οφειλόμενο ποσό αρχικά ανερχόταν στις €6.260,92 και σήμερα ανέρχεται στις €5.695,
- Δήλωσε επίσης ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση στην πρώτη κατηγορία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του πελάτη του. Ανέφερε ο κ. Φωτίου ότι πρόθεση του πελάτη του ήταν και είναι η πληρωμή προς το Φ.Π.Α κάθε οφειλόμενου ποσού και απόδειξη τούτου είναι η μερική συμμόρφωση που επιδείχθηκε από τον κατηγορούμενο
- Παρά την εκδηλωθείσα πρόθεση του ωστόσο ήταν εκ των πραγμάτων ανέφικτο να παρουσιαστεί συμμορφωμένος ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω της οικονομικής του αδυναμίας. Αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 ανέφερε ότι δυστυχώς η επιχείρηση που λειτουργούσε ο κατηγορούμενος 2 μέσω της κατηγορούμενης 1 δεν ήταν προσοδοφόρα, γεγονός το οποίο εμφαίνεται και από τα ποσά που περιλαμβάνονται στις επίδικες φορολογικές δηλώσεις. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2, ο κ. Φωτίου υιοθέτησε την κοινωνικοοικονομική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Σύμφωνα με αυτή, ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 36 ετών νυμφευμένος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών ηλικίας 9 και 14 ετών αντίστοιχα. Τα μοναδικά εισοδήματα στην οικογένεια προέρχονται από την εργασία του ιδίου και της συζύγου του και συμποσούνται στο ποσό των €1560,00 μηνιαίως, ενώ την ίδια ώρα υπάρχουν έξοδα ύψους €500,00 μηνιαίως που αφορούν τη δόση στεγαστικού δανείου και €130,00 μηνιαίως που αφορούν τα φροντιστήρια των παιδιών της οικογένειας. Τέλος, ο κ. Φωτίου κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει την μέγιστη δυνατή επιείκεια προς τον κατηγορούμενο 2 και εισηγήθηκε όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης το Δικαστήριο αναστείλει την εκτέλεση της εν λόγω ποινής. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 2 είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Πρόκειται δε για αδικήματα τα οποία δυστυχώς βρίσκονται σε έξαρση, γεγονός για το οποίο το Δικαστήριο είναι σε θέση να λάβει δικαστική γνώση από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που εκδικάζονται ενώπιον του και αφορύν αδικήματα αυτής της φύσης. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: « Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)». Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: « Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: «......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .................................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας.» Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο, καθώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης από την μία και να εξατομικεύσει την ποινή στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Έχει ασφαλώς κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση των στοιχείων εκείνων που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Προς τον σκοπό μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του κατηγορούμενου 2, το λευκό ποινικό μητρώο του και τη μερική συμμόρφωση που έχει επιδείξει. Σύμφωνα με τη νομολογία η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, όπως αυτές καταγράφονται αναλυτικά στη σχετική έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας και αναπτύχθηκαν περαιτέρω από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος 2 είναι πολύ σοβαρά και υπάρχει ανάγκη για αποτροπή τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας (Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θεωρώ πως το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που τέθηκαν ενώπιον μου δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής αλλά απλώς το εύρος της. Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχω πιο πάνω αναφέρει, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του κατηγορούμενου 2. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή προς το πρόσωπο του επιείκεια, επιβάλλω στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες και λαμβάνοντας υπόψη μου, την πιο πάνω επιβληθείσα ποινή καθώς και την αρχή της συνολικότητας της ποινής όπως αυτή εξειδικεύεται ως προς την ανάγκη αποφυγής υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής σε σχέση με τη συνολική παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 για αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω ποινής. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: « Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 3
(2)ότι ο νομοθέτης διεύρυνε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161). Στην υπόθεση Τζιαουχάρη (πιο πάνω) επαναλήφθηκε εκ νέου η αρχή ότι ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Ως προς τις περιστάσεις της υπόθεσης και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ενώπιον μου, λαμβάνω υπόψη μου το ότι απουσιάζει το στοιχείο του προσχεδιασμού. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τη μερική συμμόρφωση που επέδειξε ο κατηγορούμενος 2 την οποία και εκλαμβάνω ως ένδειξη έμπρακτης μεταμέλειας. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του προσδίδω ιδιαίτερη βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του, καθώς και στο γεγονός ότι πρόκειται για οικογενειάρχη πατέρα δύο ανήλικων παιδιών. Ισοζυγίζοντας το σύνολο των πιο πάνω αναφερόμενων περιστάσεων, χωρίς να παραγνωρίζω την σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, κρίνω ότι δικαιολογείται η παραχώρηση μίας δεύτερης ευκαιρίας στον κατηγορούμενο 2. Κατά συνέπεια θα ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια και θα αναστείλω την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο