← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. PETRONEL MIHAILA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4243/12, 23/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. PETRONEL MIHAILA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4243/12, 23/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4243/12 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Κατηγορούσας Αρχής v. PETRONEL MIHAILA

  1. ALEXANDRU MIXAILA Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 23/03/
  2. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ειρ. Σάββα. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1 : κ. Κ. Μανώλη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αντιμετωπίζουν, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, την κατηγορία της Παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, την 28ην Ιανουαρίου 2012 στην Λεωφόρο Δανάης στην Πάφο, είχαν στην κατοχή τους, διάφορα αλκοολούχα ποτά, ένα ζεύγος κιάλια και ένα μαγνητόφωνο όλα συνολικής αξίας €150,25 για τα οποία υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι ήταν κλοπιμαία. Η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου αρ. 2 σε κάποιο στάδιο διακόπηκε λόγω αδυναμίας επίδοσης σε αυτόν του κατηγορητηρίου και αυτός απαλλάγηκε από την κατηγορία. Ο δε κατηγορούμενος αρ. 1 (από τώρα και στο εξής «ο κατηγορούμενος») αρνήθηκε την πιο πάνω κατηγορία και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστ. 1844 Ε. Αλεξάνδρου (Μ.Κ.1), τον Α/Αστ. 1635 Α. Χ΄΄Βασίλη (Μ.Κ.2) και τον Αστ. 3396 Μ. Κλεοβούλου (Μ.Κ.3). Με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον κ. Αντώνη Χ΄΄ Κωστή (Μ.Υ.1). Συνοπτικά, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβηκε στα πλαίσια διερεύνηση της. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι στις 28/01/2012 και περί ώρα 02:50 παρέλαβε από τον Αστ. 1635 Ανδρέα Χ΄΄βασίλη τα κάτωθι αντικείμενα: 1) Μία κλειστή μπουκάλα ουίσκι 70cl μάρκας TEACHERS. 2) Μία κλειστή μπουκάλα κρασί 750ml μάρκας ΟFFLEY. 3) Μία ανοικτή μπουκάλα Vodka ενός λίτρου μάρκας SMIRNOFF. 4) Μία ανοικτή μπουκάλα ουίσκι ενός λίτρου μάρκας JACK DANIELS. 5) Μία ανοικτή μπουκάλα ουίσκι 70cl μάρκας JOHN BARR. 6) Μία ανοικτή μπουκάλα Liquer 700ml μάρκας CAPRICE. 7) Ένα κουτάλι παγωτού μάρκας ZEROLL. 8) Μία μεταχειρισμένη διόπτρα μάρκας CHINON. 9) Αριθμό κερμάτων του ενός, των δύο, των 5, των 10 και 20 σεντς συνολικού ποσού των 5,06 ευρώ, 10) Ένα μεταχειρισμένο μαγνητόφωνο μάρκας Phillips. Όλα τα οποία πάνω αντικείμενα είπε, κατασχέθηκαν ως τεκμήρια από τον Αστ.1635 από τους κατηγορουμένους αρ. 1 και
  3. Κατέθεσε επίσης στο Δικαστήριο έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει δύο φωτογραφίες που λήφθηκαν στην παρουσία του και οι οποίες απεικονίζουν τα εν λόγω αντικείμενα (βλ. τεκμήριο 2). Ανέφερε περαιτέρω, ότι στις 30/01/2012 κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορούμενους και κατέθεσε γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου αρ. 1 ως τεκμήριο 3 στην οποία απάντησε ότι «Όλα αυτά τα αγόρασα». Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι αγόρασε τα πιο πάνω αντικείμενα από κάποιο ονόματι Ανδρέα από τη Βουλγαρία χωρίς να δώσει περαιτέρω στοιχεία και το άτομο αυτό δεν ανευρέθηκε ποτέ. Ανέφερε επίσης, ότι έγιναν διάφορες έρευνες σε διάφορα μέρη, καταστήματα, μπυραρίες για να διαπιστωθεί αν είχε κλαπεί οτιδήποτε χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σε σχέση με την αξία των εν λόγω αντικειμένων, είπε ότι με βάση καταθέσεις που λήφθηκαν από διάφορα πρόσωπα που ασχολούνται με τέτοια αντικείμενα διαπιστώθηκε ότι η αξία τους ήταν €150,25 σεντ. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι του δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι τα αντικείμενα κατέχοντα παράνομα λαμβάνοντας υπόψη το σκοπό που κατέχονταν, την ώρα και τόπο που ανευρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου, η αξία που ανέφερε ότι τα αγόρασε που ήταν €50 και ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε κατεύθυνση για να διαπιστωθεί ότι τα κατείχε νόμιμα. Όσον αφορά το ποσό των χρημάτων που κατείχε διαπιστώθηκε, είπε, ότι ήταν φιλοδώρημα από τη δουλειά του και γι αυτό δεν κατηγορήθηκε και γι αυτό το ποσό. Ο Μ.Κ.2 ήταν αυτός που μαζί με την Γ/Αστ. 3708 εντόπισαν τον κατηγορούμενο μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο αρ. 2 να κατέχουν τα συγκεκριμένα αντικείμενα και ανέφερε τον τρόπο και τις περιστάσεις που αυτό έλαβε χώρα. Συγκεκριμένα, είπε ότι στις 28/01/2012 και περί ώρα 02:25 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στη Λεωφόρο Δανάης στην Κ. Πάφο αντιλήφθηκε δύο πρόσωπα να οδηγούν ποδήλατα πάνω στο πεζοδρόμιο μπροστά από το πανεπιστήμιο «ΝΕΑΠΟΛΙΣ» με βόρεια κατεύθυνση. Ο ένας από αυτούς κρατούσε με το ένα του χέρι ένα μαγνητόφωνο ενώ ο δεύτερος είχε περασμένη στην πλάτη του μια τσάντα μαύρου - μπλε χρώματος. Ακολούθως, σταμάτησε το υπηρεσιακό του όχημα και τους αποκάλυψε την ταυτότητα του. Αυτός που κρατούσε την τσάντα του ανέφερε ότι ονομάζεται Petronel Mihaila και του είπε ότι είναι αδέλφια με το άλλο πρόσωπο και κατάγονται από τη Ρουμανία. Ακολούθως, διενέργησε έρευνα στην τσάντα που κρατούσε ο κατηγορούμενος και διαπίστωσε ότι αυτή περιείχε τα οινοπνευματώδη ποτά που αναφέρθηκαν ανωτέρω από τον Μ.Κ.
  4. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και του απάντησε στα αγγλικά ότι τα αγόρασε από κάποιο γνωστό του με το όνομα «Ανδρέα» για να κάνει πάρτι για τα γενέθλια της φίλης του. Στη συνέχεια σε σωματική έρευνα που διενέργησε στον κατηγορούμενο, βρήκε στην μπροστινή τσέπη του μπουφάν που φορούσε μια μεταχειρισμένη διόπτρα μάρκας CHINON και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο του απάντησε στα αγγλικά ότι «τα αγόρασε και αυτά από τον Ανδρέα». Επίσης, στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του υπήρχε αριθμός κερμάτων του ενός, των δύο, των πέντε, των 10 και 20 σεντς συνολικού ποσού 5,06 ευρώ για τα οποία του είπε ότι είναι tips από τη δουλειά του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι περί ώρα 02:35 τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο νόμο στην αγγλική γλώσσα και αυτός απάντησε «τα αγόρασα όλα για 50 ευρώ». Σε σχέση με το μαγνητόφωνο που κρατούσε ο πρώην συγκατηγορούμενος του, ο κατηγορούμενος είπε ότι ήταν και αυτό μεταξύ των πραγμάτων που αγόρασε. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν με πολιτική περιβολή και όταν σταμάτησε το όχημα της Αστυνομίας δίπλα στους κατηγορούμενους αυτοί δεν προσπάθησαν να διαφύγουν ούτε όταν τους υπέδειξαν και τις αστυνομικές τους ταυτότητες. Αναφορικά με το συμπέρασμα του για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας από τους κατηγορούμενους, ο μάρτυρας είπε ότι το εξήγε από την αόριστη αναφορά του κατηγορουμένου ότι τα αγόρασε από κάποιο Ανδρέα χωρίς να δίδει περισσότερα στοιχεία προς εντοπισμό του, από τον χρόνο που εντοπίστηκαν να κατέχουν τα εν λόγω αντικείμενα και από το χώρο, όπου γύρω γύρω είναι αρκετά υποστατικά που ήταν κλειστά όπως μπυραρίες, καταστήματα και διαμερίσματα. Επίσης, είπε ότι κατά τη στιγμή του εντοπισμού των κατηγορουμένων δεν υπήρχε κάποια καταγγελία για κλοπή παρόμοιων αντικειμένων και ούτε γνωρίζει μέχρι σήμερα αν υπήρξε ένα τέτοιο γεγονός. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες που έκανε και την εμπλοκή του στην διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης που ουσιαστικά ήτα η λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  5. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση - τεκμήριο 6 - ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Σε αυτή αναφέρει ότι είναι από τη Ρουμανία και τους τελευταίους 6 μήνες εργάζεται ως σερβιτόρος στο εστιατόριο Saint Marino που βρίσκεται στην Λεωφ. Τάφοι των Βασιλέων. Συνήθως, τελειώνει από την εργασία του γύρω στα μεσάνυκτα. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, αναφέρει ότι στις 27/01/2012 σχόλασε τα μεσάνυκτα και πήγε λίγο στο σπίτι του και ξεκουράστηκε. Πριν σχολάσει και όταν ήταν στην δουλειά του, γύρω στις 18:00 και σκούπιζε έξω από το εστιατόριο ήρθε ένας άντρας τον οποίο βλέπει να περνά συχνά από εκεί και του είπε αν ήθελε να του πωλήσει ποτά. Του είπε και στο παρελθόν αλλά ποτέ δεν αγόρασε ποτά από αυτόν. Στις 25 Φεβρουαρίου είναι τα γενέθλια της φίλης του και αποδέχτηκε να αγοράσει κάποια ποτά. Συμφώνησαν να του δώσει €50 και να του φέρει τα ποτά που βρήκε η Αστυνομία στην κατοχή του. Του είπε ότι το όνομα του ήταν Ανδρέας αλλά δεν ήταν Κύπριος, νομίζει ήταν από την Βουλγαρία και δίνει περιγραφεί του σωματότυπου του. Δεν του έδωσε τηλέφωνο αλλά συμφώνησαν να βρεθούν η ώρα 01:30 κοντά στο robin hood και αφού τον πλήρωσε του έδωσε τα ποτά, το μαγνητόφωνο και την διόπτρα. Όταν πήρε τα πράγματα μαζί με τον αδελφό του, ξεκίνησαν να πάνε σπίτι και τους σταμάτησε η αστυνομία. Πιο κάτω αναφέρει ότι ο λόγος που ήταν εκεί που τους βρήκε η αστυνομία ήταν γιατί ήθελαν να πάνε λίγο περίπατο. Τέλος, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει που βρήκε ο άλλος τα ποτά που αγόρασε ούτε το μαγνητόφωνο και την διόπτρα. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι είναι ο εργοδότης του κατηγορουμένου και ότι ο κατηγορούμενος τα τελευταία 4 χρόνια εργάζεται στο εστιατόριο του ως σερβιτόρος και δεν του δημιούργησε κανένα πρόβλημα. Υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 8 και αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης. Μεταξύ άλλων στην κατάθεση του ο μάρτυρας αυτός αναφέρει ότι ο αδελφός του κατηγορούμενου γνωρίζει ότι έχει πρόβλημα υγείας και δεν μπορεί να δουλέψει γι αυτό συντηρείται από τον κατηγορούμενο. Επίσης, αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του έχει πει πρόσφατα ότι τον βοηθά με τρόφιμα κα γενικά για να περνά οικονομικά κάποιος Ανδρέας αλλά ο ίδιος αυτό τον Ανδρέα ποτέ δεν τον είδε και ούτε του μίλησε και δεν ξέρει κανένα στοιχείο του. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι ο εν λόγω Ανδρέας νομίζει είναι Κύπριος. Περαιτέρω, είπε ότι ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο να μιλά με κανένα Βούλγαρο στο εστιατόριο διότι όπως είπε, αυτός πάει πιο μετά από τον κατηγορούμενο στο εστιατόριο. Μετά τη σύλληψη του, ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί πήρε ποτά από τον εν λόγω Βούλγαρο όπως του είχε πει και γιατί δεν ζήτησε από τον ίδιο να του δώσει και αυτός του απάντησε ότι το έπραξε διότι ο Βούλγαρος πήγε στο εστιατόριο το απόγευμα και του είπε ότι θα έφευγε για την πατρίδα του και αν ήθελε είχε κάτι πράγματα για να του πουλήσει. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης ως ο εξεταστής που ήταν. Αναφέρθηκε στα αντικείμενα τα οποία παρέλαβε από τον Μ.Κ.2 και τις υπόλοιπες ενέργειες του. Ουσιαστικά οι ενέργειες του μάρτυρα αυτού δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και η αντεξέταση του είχε περισσότερο διευκρινιστικό χαρακτήρα και για να καταδείξει ότι η εν λόγω περιουσία δεν διαπιστώθηκε να κλάπηκε από συγκεκριμένο υποστατικό ούτε αναζητήθηκε από οποιοδήποτε. Περαιτέρω, ούτε η αξία των εν λόγω αντικειμένων όπως ο μάρτυρας την ανέφερε δεν έτυχε αμφισβήτησης. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει κάτι μεμπτό στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο αστυνομικός που εντόπισε τον κατηγορούμενο με τον αδελφό του να κατέχουν τα αναφερόμενα αντικείμενα και εξήγησε τον τρόπο που αυτό έλαβε χώρα καθώς επίσης και τις αναφορές του κατηγορουμένου όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο. Ούτε στον μάρτυρα αυτό έχω διακρίνει κάτι μεμπτό, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του δεν έτυχε ουσιαστικά αμφισβήτησης και οι ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του ήταν διευκρινιστικού χαρακτήρα. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία του και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Κ.3 ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει την εμπλοκή του στην υπόθεση και το γεγονός ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Αναφορικά με την ενέργεια του αυτή, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Η αντεξέταση του επικεντρώθηκε σε ζητήματα όπως κατά πόσο γνώριζε τα γεγονότα με βάση τα οποία του επίστησε την προσοχή του στο Νόμο και πώς προέκυπτε η εύλογη υπόνοια σύνδεσης του με τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας με το μάρτυρα να παραπέμπει στην κατάθεση του Μ.Κ.
  1. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το εν λόγω αντικείμενα ήταν κλοπιμαία ή όχι ή κατά πόσο μέχρι σήμερα αναζητηθήκαν και παρέπεμψε στον εξεταστή της υπόθεσης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του που ουσιαστικά αφορούσε τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του με πολλή προσοχή και τους ισχυρισμούς τους οποίου προέβαλε αναφορικά με τον τρόπο απόκτησης της κατοχής των επίδικων αντικειμένων και έλαβα υπόψη μου και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την κατάθεση του στο Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο διαπιστώνω είναι ότι η όλη εκδοχή του παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, κενά και ερωτηματικά τα οποία εμποδίζουν το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ο κατηγορούμενος δια της μαρτυρίας του προσπάθησε να πείσει για τη νόμιμη κατοχή των εν λόγω αντικειμένων κατονομάζοντας συγκεκριμένο πρόσωπο ότι του τα πούλησε χωρίς όμως να είναι σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με την ταυτότητα του εν λόγω προσώπου, διαμονή του ή άλλα στοιχεία έτσι ώστε να δύναται να εντοπιστεί. Αναφέρεται σε κάποιο Ανδρέα από την Βουλγαρία τον οποίο γνώρισε στο εστιατόριο που εργαζόταν όταν αυτός περνούσε από εκεί και μιλούσαν. Ισχυρίστηκε ότι τη συγκεκριμένη μέρα του πρότεινε να του πουλήσει αλκοολούχα ποτά και αυτός αποδέχτηκε δίνοντας ως δικαιολογία ότι τα ήθελε για να κάνει πάρτι στη φίλη του που είχε γενέθλια. Ο ίδιος δεν συνηθίζει να πίνει είπε και όταν θέλει να πιεί αγοράζει μπύρα από συγκεκριμένο κατάστημα και όταν χρειάζεται μπουκάλα από αλκοόλ από υπεραγορά και περίπτερο. Ενώ αναφέρει ότι και στο παρελθόν το συγκεκριμένο πρόσωπο του πρότεινε να του πουλήσει ποτά και δεν αποδέχτηκε διότι δεν τα είχε ανάγκη, την ημέρα εκείνη αποδέχτηκε δίνοντας τη δικαιολογία ότι τα χρειαζόταν για να κάνει πάρτι της φίλης του. Πιο κάτω όμως, αναφέρει ότι ο λόγος που τα πήρε ήταν διότι ήταν φθηνά. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι εκτός των ποτών αγόρασε, όπως ισχυρίζεται και μαγνητόφωνο και διόπτρα. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι χρειαζόταν και το μαγνητόφωνο για το πάρτι, τότε τι χρειαζόταν τη διόπτρα. Ο λόγος που δίνει και το κίνητρο του στην αγορά των εν λόγω αντικειμένων είναι αντιφατικός και μη πειστικός. Περαιτέρω, σε περαιτέρω διευκρινήσεις αναφορικά με τα στοιχεία του εν λόγω ατόμου και ποια η οικονομική του κατάσταση, ισχυρίζεται ότι του έλεγε ότι είναι άνεργος και θα επιστρέψει πίσω στη Βουλγαρία χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πού βρήκε τα εν λόγω αντικείμενα και ότι δεν υποψιάστηκε ότι μπορεί να είναι κλοπιμαία. Προσπαθεί να παρουσιάσει την εικόνα ότι ήθελε να πουλήσει τα προσωπικά του αντικείμενα διότι θα έφευγε χωρίς να το έχει πει στην κατάθεση του και δεν προκύπτει και από οπουδήποτε αλλού το γεγονός αυτό για να δικαιολογήσει τη θέση του ότι δεν του πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να ήταν κλοπιμαία. Ακόμη και έτσι να ήταν, τότε για ποιο λόγο και προηγουμένως να του έλεγε ότι είχε ποτά να του πουλήσει, όταν ο ίδιος αρνείτο να το πράξει; Ούτε τότε υποψιάστηκε ότι μπορεί να ήταν κλοπιμαία; Επίσης, είπε ότι το εν λόγω πρόσωπο του είπε ότι είχε ανάγκη από λεφτά διότι θα έφευγε για τη χώρα του, εκδοχή που προβάλει πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, η θέση του για τη γνωριμία με τον εν λόγω άνθρωπο δεν επιβεβαιώνεται και από άλλη μαρτυρία που παρουσίασε. Ο Μ.Υ.1 τον οποίο παρουσίασε είπε ότι δεν γνωρίζει ένα τέτοιο άτομο ούτε γνωρίζει αν περνούσε από το εστιατόριο του και μιλούσε με τον κατηγορούμενο, για τους λόγους που φυσικά δίνει. Το σημαντικό όμως, είναι ότι ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος του έλεγε για κάποιο Ανδρέα, Κύπριο όμως νομίζει που διέμενε στη γειτονιά του και τον βοηθούσε με τρόφιμα και οικονομικά γενικά και ουδέποτε του ανέφερε για κάποιο Ανδρέα από τη Βουλγαρία. Δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να αποδεχτεί τη γενική και αόριστη θέση του κατηγορουμένου ότι απέκτησε τα εν λόγω αντικείμενα αγοράζοντας τα από κάποιο Ανδρέα χωρίς περαιτέρω στοιχεία και λεπτομέρειες. Ούτε δίνει επαρκείς εξηγήσεις για ποιο λόγο αυτό το άτομο δεν του έφερε την εν λόγω περιουσία στο εστιατόριο που εργαζόταν αλλά τον συνάντησε κάπου στο bar- street στην Κ. Πάφο, όπως είπε, χωρίς πάλι να δίνει άλλες λεπτομέρειες. Η δικαιολογία ότι του είπε ότι ήταν πολλά τα αντικείμενα και δεν μπορούσε να του τα μεταφέρει εκεί, θα μπορούσε να γίνει δεκτή αν ο κατηγορούμενος μαζί με τον αδελφό του μετέβαιναν στο σπίτι του για να τα πάρουν. Για ποιο λόγο δεν ήταν δυνατή η μεταφορά τους στο εστιατόριο όπου εργαζόταν και ήταν δυνατή στο σημείο που ανέφερε. Και αν ακόμα ήταν το σπίτι του εν λόγω ατόμου εκεί κοντά, δεν αναφέρει ότι τους τα παρέδωσε ή τα κατέβασε κάτω από το σπίτι του. Όλα τα πιο πάνω αλλά και τα υπόλοιπα που περιέχονται στη μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν είναι ικανά να πείσουν το Δικαστήριο ότι πράγματι ο κατηγορούμενος απέκτησε τα εν λόγω αντικείμενα με τον τρόπο που ανέφερε. Ουσιαστικά δίνει ένα όνομα, το οποίο μάλιστα ισχυρίζεται ότι ήθελε να φύγει από την Κύπρο. Δεν γνώριζε άλλα στοιχεία του, πού διέμενε, πού βρήκε τα εν λόγω αντικείμενα και παρουσιάζει και την εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχε ανάγκη από λεφτά διότι θα έφευγε από την Κύπρο και ήθελε να πουλήσει τα εν λόγω αντικείμενα γα πρώτη φορά. Κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ την εκδοχή του κατηγορούμενου και δεν την αποδέχομαι και ολόκληρη η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ο Μ.Υ.1 κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα γεγονότα που ο ίδιος γνώριζε. Όλες οι αναφορές του σε σχέση με τον τρόπο που ο κατηγορούμενος απέκτησε την εν λόγω περιουσία είναι εξ΄ ακοής μαρτυρία και προέρχεται από τις αναφορές του κατηγορούμενου, η αξιολόγηση της οποίας έγινε ανωτέρω και απορρίφθηκε. Πέραν τούτου, οι αναφορές του σε σχέση με την ύπαρξη του συγκεκριμένου Βούλγαρου που ανέφερε ο κατηγορούμενος δεν είναι βοηθητικές για την εκδοχή του αφού ο ίδιος δεν έτυχε να γνωρίσει ένα τέτοιο άτομο ούτε γνωρίζει αν υπάρχει και περνούσε από το εστιατόριο του. Εκείνο το οποίο ανέφερε όμως, είναι ότι ο κατηγορούμενος είχε οικονομικά προβλήματα καθότι συντηρούσε και τον αδελφό του ο οποίος λόγω προβλήματος υγείας δεν εργαζόταν και από ότι του έλεγε τον βοηθούσε κάποιο άτομο επ' ονόματι Ανδρέας ο οποίος όμως ήταν Κύπριος και διέμενε στη γειτονιά του. Οι εν λόγω αναφορές του δημιουργούν περαιτέρω αμφιβολίες αναφορικά με την ταυτότητα και γενικά την ύπαρξη του προσώπου που ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι του πούλησε τα εν λόγω αντικείμενα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή παρέμεινε αναντίλεκτη, τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Στις 28/01/2012 και περί ώρα 02:25 ο Α/Αστ.1635 Ανδρέας Χ΄΄Βασίλη ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με την Γ/Αστ. 3708 Π. Γεωργίου του ΤΑΕ Πάφου στην Λεωφόρο Δανάης στην Κ. Πάφο, εντόπισαν τον κατηγορούμενο μαζί με τον αδελφό του να οδηγούν ποδήλατα πάνω στο πεζοδρόμιο μπροστά από το πανεπιστήμιο «ΝΕΑΠΟΛΙΣ». Ο κατηγορούμενος είχε περασμένη στην πλάτη του μια τσάντα στην οποία περιέχονταν, μεταξύ άλλων, 1) μία κλειστή μπουκάλα ουίσκι 70cl μάρκας TEACHERS, 2) μία κλειστή μπουκάλα κρασί 750ml μάρκας ΟFFLEY, 3) μία ανοικτή μπουκάλα Vodka ενός λίτρου μάρκας SMIRNOFF, 4) μία ανοικτή μπουκάλα ουίσκι ενός λίτρου μάρκας JACK DANIELS, 5) μία ανοικτή μπουκάλα ουίσκι 70cl μάρκας JOHN BARR και 6) μία ανοικτή μπουκάλα Liquer 700ml μάρκας CAPRICE. Από όλες τις ανοικτές μπουκάλες απουσίαζε ποτό και δεν ήταν γεμάτες. Επίσης, μέσα στην μπροστινή τσέπη του μπουφάν που φορούσε είχε μια μεταχειρισμένη διόπτρα μάρκας CHINON. Ο αδελφός του κατηγορούμενου κρατούσε με το ένα του χέρι ένα μαγνητόφωνο. Αφού επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο, απάντησε ότι όλα τα πιο πάνω τα αγόρασε από κάποιο γνωστό του με το όνομα Ανδρέα για το ποσό των €
  2. Πέραν τούτου, δεν ήταν σε θέση να δώσει άλλα στοιχεία και λεπτομέρειες για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρχε ένα τέτοιο πρόσωπο που ισχυρίστηκε και να εντοπιστεί. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι η αξία των εν λόγω αντικειμένων είναι €150,25 και ότι δεν είχε καταγγελθεί από οποιοδήποτε η κλοπή τους. Περαιτέρω, στην περιοχή που ανευρέθηκαν τα πιο πάνω αντικείμενα στην κατοχή του κατηγορουμένου και του αδελφού του, υπάρχουν καταστήματα και μπυραρίες και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κλειστά καθώς επίσης και διαμερίσματα. Τέλος, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ως σερβιτόρος σε εστιατόριο, είχε να συντηρήσει και τον αδελφό του ο οποίος δεν εργαζόταν λόγω προβλημάτων υγείας και αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η νομική βάση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι το άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο έχει ως ακολούθως: «
  3. Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι α) η κατοχή κινητής περιουσίας και β) η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι είναι κλοπιμαία (βλ. CZARI FERENCZ v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 242/2012, Ημερ. 3/7/2014). Όσον αφορά το εύλογο των υπονοιών, αυτό αποδεικνύεται ως αντικειμενικό γεγονός από το σύνολο της μαρτυρίας, κριτής του οποίου είναι το Δικαστήριο και όχι με την έκφραση υποκειμενικής κρίσης και αντίληψης του οποιουδήποτε (βλ. Τζώννης Καριπίδης v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 237). Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εκείνο το οποίο αναζητείται είναι εύλογες υπόνοιες ότι τα αντικείμενα είναι προϊόν κλοπής και όχι ότι πράγματι αποτελούν προϊόν κλοπής (βλ. Police v. Neoklis Haralambous & Stefanis Yanni 14 C.L.R. 109). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, εφόσον αποδειχθούν τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, παρέχεται η υπεράσπιση στον κατηγορούμενο να αποδείξει το νόμιμο της κατοχής τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές αλλά και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της πέραν πάσας λογικής αμφιβολίας. Κατ' αρχή, το ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε κινητή περιουσία είναι αδιαμφισβήτητο. Αυτός κατείχε εν τη έννοια του Νόμου όλη την πιο πάνω περιουσία που αναφέρθηκε στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Άλλωστε, το γεγονός αυτό δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να κριθεί στην παρούσα, είναι κατά πόσο όλα τα πιο πάνω γεγονότα που αναφέρονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, εγείρουν εύλογες υπόνοιες ότι η περιουσία που κατείχε ο κατηγορούμενος ήταν προϊόν κλοπής. Το γεγονός και μόνο ότι ο κατηγορούμενος κατείχε και μετέφερε η ώρα 02:25 έξι μπουκάλες οινοπνευματωδών ποτών σε μια τσάντα που είχε περασμένη στον ώμο, μια διόπτρα που είχε στην μπροστινή τσέπη του μπουφάν του και ένα μεταχειρισμένο μαγνητόφωνο το οποίο κρατούσε ο αδελφός του, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα γεγονότα που θα αναφέρω κατωτέρω, κρίνω ότι είναι αρκετά για να εγείρουν εύλογες υπόνοιες σε κάποιο τρίτο πρόσωπο και στην παρούσα τον Μ.Κ.2 που τον εντόπισε, ότι η περιουσία αυτή που κατείχε ήταν κλοπιμαία. Εκτός από το είδος των εν λόγω αντικειμένων και την ώρα που ανευρέθηκαν να κατέχονται από τον κατηγορούμενο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η περιοχή όπου εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος να τα κατέχει, που ήταν κοντά σε καταστήματα και μπυραρίες που ήταν κλειστά την ώρα εκείνη καθώς επίσης και σε διαμερίσματα. Περαιτέρω, η κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα αντικείμενα που ανευρέθηκαν ενδυναμώνει τις εν λόγω υπόνοιες. Τόσο το μαγνητόφωνο όσο και η διόπτρα ήταν μεταχειρισμένα. Αναφορικά με τα ποτά, κάποια μπουκάλια ήταν σφραγισμένα ενώ κάποια άλλα ήταν ανοικτά και απουσίαζε και ποτό από μέσα. Επίσης, ο κατηγορούμενος έδωσε ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό αναφορικά με τον τρόπο απόκτησης τους και συγκεκριμένα ότι τα απέκτησε από κάποιο «Ανδρέα» χωρίς αυτό το πρόσωπο να μπορεί να εντοπιστεί και να ελέχθη τουλάχιστον η ύπαρξη του. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και οικονομικές δυσκολίες. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία και γεγονότα, κρίνω ότι είναι τέτοια που αντικειμενικά ιδωμένα δημιουργούν εύλογες υπόνοιες σε ένα τρίτο πρόσωπο που έρχεται αντιμέτωπος με αυτά ότι η περιουσία αυτή είναι προϊόν κλοπής. Η κατάληξη λοιπόν είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει και έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η εκδοχή του κατηγορούμενου αναφορικά με τον τρόπο απόκτησης τους και γενικότερα κατά πόσο αυτά αποκτήθηκαν νόμιμα έχει απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενο κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.