← Κύπρος

Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. I.C.E. DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15563/12, 30/3/2015

Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. I.C.E. DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15563/12, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15563/12 Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας v.

  1. I.C.E. DEVELOPERS LTD, από την Πάφο
  2. ΠΕΤΡΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ (Α.Δ.Τ. 457258) από την Πάφο
  3. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (Α.Δ.Τ. 527170) από την Πάφο
  4. ΠΑΥΛΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ (Α.Δ.Τ. 670570) από την Πάφο Κατηγορουμένων ____________________________ Ημερομηνία: 30.03.2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Χατζηγιάννη Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ Χ. Φωτίου Κατηγορούμενος 3 : παρών ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν πέντε συνολικά κατηγορίες. Στις κατηγορίες 1, 2 και 3 αντιμετωπίζουν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση των άρθρων 46

(9), 20
(1)και 48 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν. 95
(1)/2000, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής θα καλείται ως ο «Νόμος») και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των εν λόγω αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα στον Έφορο Φ.Π.Α ποσά Φ.Π.Α ύψους €86.256,72, €24.339,48 και €32.065,45, τα οποία ποσά εμφαίνονται ως καταβλητέα στις φορολογικές δηλώσεις των περιόδων 1.8.10-31.10.10, 1.11.10-31.1.11 και 1.2.11-30.4.11 αντίστοιχα. Στις δε κατηγορίες 3 και 4 κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να καταβάλουν πρόσθετο φόρο και τόκο κατά παράβαση των άρθρων 46(10Α), 46
(9), 20
(1)και 48 του Νόμου και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και 4, οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα στον Έφορο Φ.Π.Α ποσά ύψους €4.218,74 και €5.117,02 που αποτελούν πρόσθετο φόρο και τόκο που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α για τις φορολογικές περιόδους 1.11.10-31.1.11 και 1.2.11-30.4.11 αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δήλωσαν τα πιο κάτω αναφερόμενα γεγονότα ως παραδεκτά, τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο:
  1. Ο Πέτρος Ιωαννίδης, πρώην κατηγορούμενος 2, εγγράφηκε στο μητρώο που τηρείται στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 από τις 10/02/2001 και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα αδιαλείπτως να κατέχει το εν λόγω αξίωμα.
  2. Ο Παύλος Ελευθεριάδης, πρώην κατηγορούμενος 4, εγγράφηκε στο μητρώο που τηρείται στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 από τις 17/03/2003 και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα αδιαλείπτως να κατέχει το εν λόγω αξίωμα.
  3. Ο Χριστόδουλος Χαραλάμπους, κατηγορούμενος 3, εγγράφηκε στο μητρώο που τηρείται στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 από τις 10/02/2001 και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα αδιαλείπτως να κατέχει το εν λόγω αξίωμα.
  4. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία εγγράφηκε στο μητρώο Φ.Π.Α. με ημερομηνία έναρξης ισχύος της την 01/06/2002 και παραμένει εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου από 01/06/2002 μέχρι και σήμερα.
  5. Τα Τεκμήρια 1 και 2, ήτοι πιστοποιητικά του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη που αφορούν τη σύσταση της κατηγορούμενης 1, το εγγεγραμμένο γραφείο της, ότι εξακολουθεί να βρίσκεται στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και πιστοποιητικό του Εφόρου Φορολογίας με το οποίο βεβαιώνεται ότι η κατηγορούμενη 1 από την 1.6.02 μέχρι σήμερα είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Φ.Π.Α, είναι παραδεκτά ως προς το περιεχόμενό τους. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης κάλεσε δύο μάρτυρες, ήτοι τον Σ. Παφίτη (ΜΚ1) και τον Π. Ελευθεριάδη, πρώην κατηγορούμενο 4 (ΜΚ2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3 και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η κατηγορούμενη 1 κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης τον Μ. Αταλιώτη (ΜΥ1). Ο δε κατηγορούμενος 3 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Ο ΜΚ1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι εκτελεί καθήκοντα Λειτουργού Φ.Π.Α και είναι εξουσιοδοτημένος από τον Έφορο Φορολογίας να εκτελεί τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ανατίθενται σε αυτόν από την περί Φ.Π.Α νομοθεσία. Η κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλε ποσά τα οποία όφειλε δυνάμει συγκεκριμένων φορολογικών δηλώσεων ως εμφαίνονται στο Πιστοποιητικό που ετοίμασε (Τεκμήριο 3). Συγκεκριμένα δεν καταβληθήκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα ποσά των €86.256,72, €24.339,48 και €32.065,45 που αποτελούν οφειλόμενου φόρους δυνάμει φορολογικών δηλώσεων των περιόδων 1.8.10-31.10.10 (Τεκμήριο 4), 1.11.10-31.1.11 (Τεκμήριο 5) και 1.2.11-30.4.11 (Τεκμήριο 6) αντίστοιχα. Επίσης, δεν καταβλήθηκαν οι χρηματικές επιβαρύνσεις λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής φόρου με τους αναλογούντες τόκους για την περίοδο 1.11.10-31.1.11 και 1.2.11-30.4.11 εκ ποσού €4.218,74 και €5.117,02 αντίστοιχα. Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι υπήρξαν πληρωμές και συγκεκριμένα για τη φορολογική περίοδο 1.8.10-31.10.10 υπάρχουν 10 έντυπα πληρωμής (Δέσμη Τεκμηρίου 7), για τη φορολογική περίοδο 1.11.10-31.1.11 υπάρχουν 3 έντυπα πληρωμής (Δέσμη Τεκμηρίου 8) και για τη φορολογική περίοδο 1.2.11-30.4.11 υπάρχουν 4 έντυπα πληρωμής (Δέσμη Τεκμηρίου 9). Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων ότι οι φορολογικές δηλώσεις (Τεκμήρια 4-6) φέρουν το όνομα και την υπογραφή του Παύλου Ελευθεριάδη (πρώην κατηγορούμενος 4). Στην ερώτηση κατά πόσο οι εν λόγω φορολογικές δηλώσεις υποβλήθηκαν από τον πρώην κατηγορούμενο 4 ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν ήταν παρών στην υποβολή τους. Αναφορικά με τις πληρωμές που έγιναν ανέφερε ότι πέραν όσων εμφαίνονται στα Τεκμήρια 7-9 δεν υπήρξαν άλλες πληρωμές, ενώ το υπόλοιπο σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι ανέρχεται στο ποσό των €13.854,
  1. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Φωτίου ο ΜΚ2 είπε πως δεν γνωρίζει αν υπήρξε συμφωνία για να καταβληθεί το υπόλοιπο με μηνιαίες δόσεις από τον πρώην κατηγορούμενο 4, ούτε και γνωρίζει αν ο πρώην κατηγορούμενος 4 περιλαμβανόταν στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ1 ανέφερε περαιτέρω ότι όταν υποβάλλονται φορολογικές δηλώσεις, αυτό το οποίο ελέγχεται είναι κατά πόσο οι φορολογικές δηλώσεις είναι υπογεγραμμένες. Ερωτηθείς κατά πόσο οι χρηματικές επιβαρύνσεις που αναφέρονται στις κατηγορίες 4 και 5 κοινοποιήθηκαν στους Διευθυντές της κατηγορούμενης 1 και συγκεκριμένα στον κατηγορούμενο 3, ο ΜΚ1 απάντησε ότι εκδίδεται κατάσταση λογαριασμού και έντυπο χρηματικών επιβαρύνσεων το οποίο αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατηγορούμενης
  2. Τέλος, ο ΜΚ1 είπε πως δεν γνωρίζει αν ο πρώην κατηγορούμενος 4 πληροφόρησε το Φ.Π.Α ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 και ο κατηγορούμενος 3 του παρέδωσαν στις 24.11.10 την αποκλειστική διοίκηση της κατηγορούμενης
  3. Η εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΚ1 ήταν θετική. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες, αυθόρμητες και θεωρώ ότι μετέφερε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Για όσα ζητήματα ερωτήθηκε, ιδίως κατά την αντεξέταση του, και δεν γνώριζε την απάντηση, ο ΜΚ1 με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει χωρίς να καταφύγει σε αοριστολογίες και υπεκφυγές. Στην αντεξέταση του δεν επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία του ΜΚ1, στον οποίο υποβλήθηκαν κυρίως διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο ΜΚ2 (πρώην κατηγορούμενος 4) στην κυρίως εξέταση του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι από το 2003 μέχρι και σήμερα Διευθύνων Σύμβουλος και μέτοχος της κατηγορούμενης
  4. Υπό αυτήν του την ιδιότητα και βάσει πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 10Α) υπέγραψε τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις (Τεκμήρια 4-6). Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ2 αναγνώρισε πως εκκρεμεί στο Ε.Δ. Πάφου η Γενική Αίτηση αρ. 709/13, διαφώνησε ωστόσο ότι αφορά οικονομικές του ατασθαλίες. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων ότι στις 24.11.10 υπεγράφη πολυμερής συμφωνία (Τεκμήριο 11) ανάμεσα στον ίδιο, την εταιρεία IOANNIDES & CHARALAMBOUS CONSTRUCTIONS LTD, τον κατηγορούμενο 3 και τον πρώην κατηγορούμενο
  5. Η εν λόγω συμφωνία ωστόσο δεν τελεσφόρησε και ο ίδιος δεν ανέλαβε αποκλειστικά τη διαχείριση της κατηγορούμενης
  6. Σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Φωτίου, ο ΜΚ2 απάντησε πως και μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 11 ο πρώην κατηγορούμενος 2 και ο κατηγορούμενος 3 εξακολουθούσαν να εκπροσωπούν την κατηγορούμενη 1, αφού η συμφωνία (Τεκμήριο 11) δεν τελεσφόρησε και δεν έγινε οποιαδήποτε αλλαγή στο διοικητικό συμβούλιο ή το μετοχικό κεφάλαιο της κατηγορούμενης
  7. Το γραφείο της κατηγορούμενης 1, στα πλαίσια μίας ευρύτερης συμφωνίας, αγοράστηκε από μία εκ των εταιρειών του, ωστόσο ο κατηγορούμενος 3 και ο πρώην κατηγορούμενος 2 είχαν πρόσβαση στο γραφείο και αρνήθηκε ότι άλλαξε τις κλειδαριές και δεν τους επέτρεπε την είσοδο στο γραφείο. Ο ΜΚ2 συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων ότι ο ίδιος υπέγραψε τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις (Τεκμήρια 4-6). Στην ερώτηση του κ. Φωτίου κατά πόσο είχε τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορούμενου 3 και του πρώην κατηγορούμενου 2 για την υποβολή τους, ο ΜΚ2 είπε ότι οι φορολογικές δηλώσεις πάντα ελέγχονται πριν υποβληθούν και επομένως είχαν ελεγχθεί από όλους τους Διευθυντές της κατηγορούμενης
  8. Η μη πληρωμή των οφειλόμενων φόρων οφείλεται σε οικονομική αδυναμία της κατηγορούμενης 1 λόγω της ύφεσης. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ο ΜΚ2 είπε ότι δεν ήταν υπόχρεος να ενημερώσει τους άλλους Διευθυντές της κατηγορούμενης 1 για τη μη πληρωμή των οφειλόμενων φόρων. Όλοι αντλούσαν πληροφόρηση από τις ίδιες πηγές και γνώριζαν και οι τρεις τους για τις υποχρεώσεις και τα χρέη της κατηγορούμενης
  9. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε την υποβολή του κ. Φωτίου ότι ετοίμασε ο ίδιος τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις και σε σχετική ερώτηση για το πρόσωπο που τις ετοίμασε απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί συγκεκριμένα, προφανώς όμως ετοιμάστηκαν από το λογιστή ή τον ελεγκτή της κατηγορούμενης
  10. Αναφορικά με το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 10Α) ο ΜΚ2 συμφώνησε ότι ανακλήθηκε με το Τεκμήριο 10Β και επίσης συμφώνησε ότι μετά την ημερομηνία ανάκλησής του χρησιμοποίησε τη σφραγίδα της κατηγορούμενης 1 στις 14.11.13 στο έντυπο πληρωμής (Δέσμη Τεκμηρίου 9). Περαιτέρω, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ήταν και ο ίδιος κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και συμφώνησε με τον κ. Φωτίου ότι απαλλάχθηκε μετά από συμφωνία που έκανε για πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 και ο κατηγορούμενος 3 παραιτήθηκαν από Διευθυντές της κατηγορούμενης 1 και ότι κατά τον επίδικο χρόνο μόνο ο ίδιος ήταν Διευθυντής και υπεύθυνος για πληρωμή των οφειλόμενων φόρων. Επίσης αρνήθηκε ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 και ο κατηγορούμενος 3 δεν γνώριζαν για την μη πληρωμή των οφειλόμενων φόρων λέγοντας ότι ήταν ενήμεροι για τα πάντα. Τέλος, αρνήθηκε ότι κακοδιαχειρίστηκε την κατηγορούμενη
  11. Ο ΜΚ2 μου προξένησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται από τα κατατεθέντα τεκμήρια, αλλά και από τα παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα, η θέση του ΜΚ2 ότι ο ίδιος υπέγραψε τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις (Τεκμήρια 4-6) και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής των φορολογικών δηλώσεων ήταν διοικητικός σύμβουλος της κατηγορούμενης 1 δεν αμφισβητήθηκαν. Στην αντεξέταση του αρνήθηκε την υποβολή ότι ο πρώην κατηγορούμενος 2 και ο κατηγορούμενος 3 παραιτήθηκαν από διευθυντές της κατηγορούμενης 1, με τη συγκεκριμένη θέση των κατηγορουμένων όχι απλά να παραμένει ατεκμηρίωτη αλλά και να έρχεται σε σύγκρουση με τα παραδεκτά γεγονότα στα οποία δηλώθηκε ότι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο τόσο ο κατηγορούμενος 3 όσο και πρώην κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντές της κατηγορούμενης
  12. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 προβλήθηκε έντονα η θέση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων ότι ο κατηγορούμενος 3 και ο πρώην κατηγορούμενος 2 δεν είχαν οποιαδήποτε ενεργό ανάμειξη στη διαχείριση της κατηγορούμενης 1, της οποίας την διοίκηση είχε αποκλειστικά ο ίδιος. Γενικότερα προβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος 3 ουδεμία γνώση είχε αναφορικά με τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις και τα οφειλόμενα στο Φ.Π.Α ποσά. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε σε σχέση με τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου 3 και του πρώην κατηγορούμενου 2 για τις οποίες καταχωρήθηκε η Γενική Αίτηση αρ. 709/13 Ε.Δ. Πάφου. Τα ζητήματα ωστόσο που αναφέρονται αμέσως πιο πάνω εκφεύγουν, κατά την κρίση μου, των επιδίκων θεμάτων. Το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε για τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις ή αν αυτές κατατέθηκαν με τη δική του σύμφωνη γνώμη ή αν δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διοίκηση της κατηγορούμενης 1 είναι ζητήματα άσχετα με τα επίδικα θέματα. Το άρθρο 48 του Νόμου δεν συνδέει την διάπραξη του αδικήματος με την ύπαρξη πρόθεσης ή γνώσης εκ μέρους των συμβούλων ή διευθύνοντων αξιωματούχων του νομικού προσώπου. Δεν χρειάζεται επομένως να στοιχειοθετηθεί υποκειμενική υπόσταση για να διαπιστωθεί η διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο
  13. Όπως επίσης δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση οι όποιες διαφορές υπάρχουν μεταξύ του ΜΚ2 αφενός και του κατηγορούμενου 3 και πρώην κατηγορούμενου 2 αφετέρου. Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κκ Ηλιάδη και Σάντη στη σελ. 68 υπό τον τίτλο «Σχετικότητα Μαρτυρίας» αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Ο γενικός κανόνας, ορίζει ότι μαρτυρία που είναι τελείως άσχετη (irrelevant), ή ανεπαρκώς σχετική με τα επίδικα θέματα (όπως αυτή που συνδέεται με την ύπαρξη πρόθεσης, γνώσης ή κινήτρων του κατηγορούμενου σε αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης [R v Byrne
(2)Cr App R 311, R v Sandhu
(1997)Crim LR 288]), δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή (Commissioners of Customs and Excise v Harz and Another
(1967)1 All ER 177).» Κατά συνέπεια η μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, καθώς δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα κι αν λαμβανόταν υπόψη, δεν θεωρώ ότι δημιουργεί ρήγμα στη μαρτυρία του ΜΚ2 ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του. Ενόψει των ανωτέρω, το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ2 το οποίο είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα και το οποίο, όπως ανέφερα πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκε και επιβεβαιώνεται από τα παραδεκτά γεγονότα και τα κατατεθέντα τεκμήρια (βλ. Τεκμήρια 4-6) γίνεται αποδεκτό. Ως ΜΥ1 κατέθεσε ο Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Πάφου, Μ. Αταλιώτης. Ο ΜΥ1 κατέθεσε από τον φάκελο της Γενικής Αίτησης με αρ. 709/13 Ε.Δ. Πάφου ως Τεκμήριο 13 πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης ημερομηνίας 24.1.14 των Καθ' ων η Αίτηση στην εν λόγω διαδικασία μαζί με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας η οποία υπογράφεται από τον πρώην κατηγορούμενο 4 (ΜΚ2). Η εν λόγω αίτηση αφορά την κατηγορούμενη 1 και την εταιρεία KARVELIA LTD. Καταχωρήθηκε από τους IOANNIDES & CHARALAMBOUS CONSTRUCTIONS LTD, Πέτρο Ιωαννίδη (πρώην κατηγορούμενος 2) και Χριστόδουλο Χαραλάμπους (κατηγορούμενος 3) και απευθύνεται προς τους Παύλο Ελευθεριάδη (πρώην κατηγορούμενος 4 και ΜΚ2), την κατηγορούμενη 1, την εταιρεία KARVELIA LTD, τον Έφορο Εταιρειών και τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ο ΜΥ1 κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 11Α, δέσμη αποτελούμενη από 4 έγγραφα τα οποία επισυνάπτονταν ως Παραρτήματα στην συμφωνία (Τεκμήριο 11), η οποία συμφωνία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του πρώην κατηγορούμενου 4 ημερομηνίας 24.1.
  1. Ερωτηθείς κατά πόσο εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερόμενης αίτησης, ο ΜΥ1 απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα στις 15.7.
  2. Τέλος, ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 αντίγραφο επιστολής της Δικηγορικής Εταιρείας Λ. Λουκαϊδου-Θεοφάνους ΔΕΠΕ μαζί με τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 και σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής, απάντησε ότι η Γενική Αίτηση με αρ. 709/13 καταχωρήθηκε στις 3.12.
  3. Η μαρτυρία του ΜΥ1 περιστράφηκε γύρω από τη Γενική Αίτηση με αρ. 709/13 Ε.Δ. Πάφου. Η εν λόγω Αίτηση ωστόσο και οι όποιες διαφορές των διαδίκων σε αυτήν, αφενός δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση και αφετέρου θα εκδικαστούν ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι η παρούσα υπόθεση αφορά την παράλειψη πληρωμής οφειλόμενων ποσών βάσει φορολογικών δηλώσεων και τη μη πληρωμή πρόσθετων επιβαρύνσεων λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής των οφειλόμενων δυνάμει των φορολογικών δηλώσεων ποσών. Τα επίδικα θέματα επομένως περιορίζονται στα πιο πάνω ζητήματα. Κατά συνέπεια και για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ2, θεωρώ ότι η μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον ΜΥ1 εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων και ως τέτοια δεν λαμβάνεται υπόψη ως άσχετη προς τα επίδικα θέματα. Ο κατηγορούμενος 3, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι από την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας (Τεκμήριο 11) η διοίκηση και οικονομική διαχείριση της κατηγορούμενης 1 παραδόθηκε στον πρώην κατηγορούμενο
  4. Ο πρώην κατηγορούμενος 4 δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από τη συμφωνία (Τεκμήριο 11), κακοδιαχειρίστηκε τα οικονομικά της κατηγορούμενης 1 και προέβη σε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της σε τρίτα πρόσωπα. Ενόψει των πιο πάνω καταχωρήθηκε από τον ίδιο και τον πρώην κατηγορούμενο 2 η Γενική Αίτηση 709/13 Ε.Δ. Πάφου για να διεξαχθεί έλεγχος των οικονομικών της κατηγορούμενης
  5. Ο πρώην κατηγορούμενος 4 από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας (Τεκμήριο 11) απέκλεισε τόσο τον ίδιο όσο και τον πρώην κατηγορούμενο 2 από την πρόσβαση που είχαν στο γραφείο της κατηγορούμενης
  6. Δεν έχει διαπράξει, ούτε συμμετάσχει στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, ενώ όσον αφορά τον πρώην κατηγορούμενο 4 η ενοχή του προκύπτει και από το γεγονός ότι συμφώνησε με την κατηγορούσα αρχή όπως ανασταλεί η ποινική δίωξη εναντίον του υπό τον όρο της καταβολής του οφειλόμενου ποσού. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι το οφειλόμενο ποσό στο Φ.Π.Α ανερχόταν στις €50.000, σήμερα όμως με τις πληρωμές που έγιναν από τον πρώην κατηγορούμενο 4 δεν υπερβαίνει τις €8.
  7. Τέλος, ανέφερε ότι κατά την περίοδο που βρισκόταν ενεργά στην κατηγορούμενη 1 ασχολείτο μόνο με τα εργοτάξια και δεν είχε σχέση με τα λογιστικά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο πρώην κατηγορούμενος 4 δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που όφειλε με βάση τη συμφωνία (Τεκμήριο 11) να τηρήσει. Όταν του υποδείχθηκε ο όρος 11 α. του Τεκμηρίου 11, ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση μη υλοποίησης των όρων της συμφωνίας εντός τριών μηνών από σήμερα (ενν. από 24.11.10), η συμφωνία θα θεωρείται άκυρη και ως μη γενόμενη, ο κατηγορούμενος 3 είπε ότι δεν το γνώριζε αυτό. Μετά την πάροδο όμως της ημερομηνίας εντός της οποίας έπρεπε να υλοποιηθεί η συμφωνία (Τεκμήριο 11) επισκέφθηκε με τον πρώην κατηγορούμενο 2 τον πρώην κατηγορούμενο 4 και του ζήτησαν να συνεχίσουν μαζί τις δραστηριότητες της κατηγορούμενης 1, ο πρώην κατηγορούμενος 4 όμως ζήτησε πίστωση χρόνου λέγοντας ότι θα τα τακτοποιήσει όλα. Στην ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε σε σχέση με καλόπιστους τρίτους που συναλλάσσονταν με την κατηγορούμενη 1, απάντησε ότι πριν αποχωρήσει δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Από την ημερομηνία που αποχώρησε δεν γνωρίζει τις συναλλαγές της κατηγορούμενης
  8. Συμφώνησε ωστόσο με την κα. Χατζηγιάννη ότι δεν στάληκε οποιαδήποτε επιστολή στο Φ.Π.Α με την οποία να ενημερώνεται η υπηρεσία για τις εξελίξεις στην κατηγορούμενη
  9. Τέλος, στην ερώτηση κατά πόσο από την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 11 δεν ενδιαφέρθηκε για τις οικονομικές υποχρεώσεις της κατηγορούμενης 1, ο κατηγορούμενος 3 δεν απάντησε ευθέως στην ερώτηση λέγοντας ότι αυτό ήταν το σχέδιο του πρώην κατηγορούμενου 4 προκειμένου να κερδίσει χρόνο. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 στο σύνολο της εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων. Ο κατηγορούμενος 3 ουσιαστικά αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις και γενικά με τις υποθέσεις της κατηγορούμενης 1 από τις 24.11.10, ημερομηνία κατά την οποία υπογράφηκε η συμφωνία (Τεκμήριο 11). Επίσης, αναφέρθηκε στην κακοδιαχείριση που υπήρξε από τον πρώην κατηγορούμενο 4 η οποία και οδήγησε στη λήψη δικαστικών μέτρων με την καταχώρηση της Γενικής Αίτησης 709/13 Ε.Δ. Πάφου. Όπως ανέφερα και πιο πάνω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΥ1, μαρτυρία η οποία είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα απορρίπτεται. Ως εκ των πιο πάνω η μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 δεν γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η κατηγορούμενη 1 συστάθηκε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 10.2.01 και έκτοτε είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Επίσης, εγγράφηκε στο Μητρώο Φ.Π.Α με ημερομηνία έναρξης ισχύος της εγγραφής της την 1.6.02 και από τότε μέχρι και σήμερα παραμένει εγγεγραμμένη στο Μητρώο Φ.Π.Α. Οι πρώην κατηγορούμενοι 2 και 4 καθώς και ο κατηγορούμενος 3 είναι διευθυντές της κατηγορούμενης 1, ο μεν κατηγορούμενος 3 και ο πρώην κατηγορούμενος 2 από τις 10.2.01 και ο δε πρώην κατηγορούμενος 4 από τις 17.3.
  10. Όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα από την ημερομηνία διορισμού τους μέχρι και σήμερα εξακολουθούν αδιάλειπτα να κατέχουν το αξίωμα τους. Η κατηγορούμενη 1 υπέβαλε τις πιο κάτω αναφερόμενες φορολογικές δηλώσεις: Φορολογική δήλωση για την περίοδο 1.8.10 - 31.10.10 στην οποία εμφαίνεται ως καταβλητέος Φ.Π.Α το ποσό των €86.256,
  11. Φορολογική δήλωση για την περίοδο 1.11.10 - 31.1.11 στην οποία εμφαίνεται ως καταβλητέος Φ.Π.Α το ποσό των €24.339,
  12. Φορολογική δήλωση για την περίοδο 1.2.11 - 30.4.11 στην οποία εμφαίνεται ως καταβλητέος Φ.Π.Α το ποσό των €32.065,
  13. Οι πιο πάνω αναφερόμενες φορολογικές δηλώσεις υπογράφονται από τον πρώην κατηγορούμενο
  14. Τα οφειλόμενα σύμφωνα με τις πιο πάνω φορολογικές δηλώσεις ποσά δεν καταβλήθηκαν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, δηλαδή μέχρι τις 10.12.10, 10.3.11 και 10.6.11 αντίστοιχα. Οι αναλογούσες χρηματικές επιβαρύνσεις λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής του Φ.Π.Α για την περίοδο 1.11.10 - 31.1.11 καθώς και οι τόκοι μέχρι τις 10.7.12 ανέρχονταν στο ποσό των €4.218,74 και οι αντίστοιχες χρηματικές επιβαρύνσεις για την περίοδο 1.2.11 - 30.4.11 ανέρχονταν στο ποσό των €5.117,
  15. Έναντι των πιο πάνω οφειλόμενων ποσών υπήρξαν πληρωμές και το συνολικό ποσό που οφείλεται σε σχέση με όλες τις κατηγορίες ανέρχεται στο ποσό των €13,854,
  16. Νομική βάση Τα άρθρα 46
(9), (10Α) και 48 του Νόμου έχουν ως ακολούθως: «.........................................
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. ................................ (10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» « 48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Τα συστατικά στοιχεία επομένως του αδικήματος του άρθρου 46
(9)του Νόμου είναι, (α) η παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α, (β) ο οποίος είναι καταβλητέος δυνάμει φορολογικής δήλωσης και (γ) δεν καταβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Όσον αφορά το αδίκημα του άρθρου 46(10Α) τα συστατικά του στοιχεία έγκεινται στην (α) παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου, (β) που επιβλήθηκαν δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών. Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, δηλαδή την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αποδεκτή, τα παραδεκτά γεγονότα, την νομική πτυχή, το βάρος απόδειξης και τα ευρήματα, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 3. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1,2 και 3 έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η καταχώρηση των φορολογικών δηλώσεων (Τεκμήρια 4 - 6) στις οποίες εμφαίνονται ως καταβλητέος Φ.Π.Α τα ποσά των €86.256,72, €24.339,48 και €32.065,45 αντίστοιχα. Τα πιο πάνω ποσά δεν καταβλήθηκαν εντός της προθεσμίας που προβλέπουν οι περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικοί) Κανονισμοί, Κ.Δ.Π 314/01, ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί και συγκεκριμένα το αργότερο μέχρι τη δέκατη μέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου που αφορά η κάθε φορολογική δήλωση (βλ. Κανονισμό 17
(1)). Επομένως, για τη φορολογική δήλωση της περιόδου 1.8.10 - 31.10.10 (Τεκμήριο 4) ο οφειλόμενος Φ.Π.Α θα έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο την 10.12.10, για τη φορολογική δήλωση της περιόδου 1.11.10 - 31.1.11 (Τεκμήριο 5) το αργότερο μέχρι την 10.3.11 και για τη φορολογική δήλωση της περιόδου 1.2.11 - 30.4.11 (Τεκμήριο 6) το αργότερο μέχρι την 10.6.11. Όσον αφορά τις κατηγορίες 4 και 5 έχουν επίσης αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι χρηματικές επιβαρύνσεις εκ ποσού €4.218,74 και €5.117,02 που αφορούν τις περιόδους 1.11.10 - 31.1.11 και 1.2.11 - 30.4.11 αντίστοιχα. Τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα επιβεβαιώθηκαν και με σχετικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 3) που κατέθεσε ο ΜΚ1 δυνάμει της παραγράφου 10
(1)του δέκατου παραρτήματος του Νόμου. Η πιο πάνω αναφερόμενη διάταξη ορίζει ότι το εν λόγω πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Με την κατάθεση επομένως του εν λόγω πιστοποιητικού δημιουργείται εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο και μεταφέρεται πλέον το βάρος απόδειξης στην υπεράσπιση για να αποδείξει ότι τα όσα βεβαιώνονται σε αυτό δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εν προκειμένω, τα πιο πάνω γεγονότα δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, η οποία επικεντρώθηκε στον ισχυρισμό ότι υπήρξε κακοδιαχείριση της κατηγορούμενης 1 από τον πρώην κατηγορούμενο 4 και ότι ο κατηγορούμενος 3 ουδεμία σχέση ή γνώση είχε για τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις τις οποίες υπέγραψε ο πρώην κατηγορούμενος
  1. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 3 στην τελική του αγόρευση εισηγείται ότι οι φορολογικές δηλώσεις (Τεκμήρια 4-6) δεν δεσμεύουν την κατηγορούμενη 1, διότι αυτές θα έπρεπε να υποβληθούν από κοινού από τους διοικητικούς συμβούλους της κατηγορούμενης 1 δηλαδή και από τον κατηγορούμενο 3 και από τον πρώην κατηγορούμενο
  2. Ο κ. Φωτίου επικαλείται τα άρθρα 80 επ. του Πίνακα Α' του Πρώτου Παραρτήματος του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στην αγόρευση του αναφέρεται και στο Δεύτερο Παράρτημα του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το οποίο όμως είναι άσχετο καθώς ρυθμίζει τα της άδειας για κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας. Θεωρώ ότι η εν λόγω εισήγηση δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Επισημαίνω ότι κατά την ακροαματική διαδικασία δεν έγινε οποιαδήποτε μνεία στο καταστατικό της κατηγορούμενης
  3. Θεωρώ σημαντικό το εν λόγω γεγονός, καθώς στο άρθρο 10 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 αναφέρεται ότι το καταστατικό δύναται να υιοθετήσει όλους ή οποιουσδήποτε από τους κανονισμούς του Πίνακα Α' του Πρώτου Παραρτήματος. Επομένως, η εισήγηση του κ. Φωτίου ότι η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων θα έπρεπε να γίνει από κοινού από του συμβούλους της κατηγορούμενης 1 παραμένει μετέωρη ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας περί της ύπαρξης και του περιεχομένου του καταστατικού της κατηγορούμενης
  4. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο πρώην κατηγορούμενος 4 ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του, το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των επίδικων φορολογικών δηλώσεων οι οποίες εξακολουθούν να είναι δεσμευτικές για την κατηγορούμενη
  5. Ο Έφορος Φ.Π.Α (νυν Έφορος Φορολογίας) είχε κάθε δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι επίδικες φορολογικές δηλώσεις ήταν δεσμευτικές για την κατηγορούμενη 1 αφ' ης στιγμής έφεραν την υπογραφή ενός εκ των διευθυντών της. Στην υπόθεση Σ.Π.Ε Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ 722 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η εφεσίβλητη είχε την υποχρέωση να εξετάσει πριν την έκδοση της εγγύησης κατά πόσο η εφεσείουσα έχει συμμορφωθεί προς τις διατάξεις των εσωτερικών κανονισμών της. Η απάντηση είναι ότι όταν ένας διευθυντής ή αξιωματούχος μιας εταιρείας που διορίζεται νόμιμα ενεργεί καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχονται, η εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις του, σύμφωνα με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand [1856] E and B 327 1843-1860] All E.R. Rep. 435). Στην πιο πάνω υπόθεση μια εταιρεία υπέγραψε μια εγγύηση που έφερε τη σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή δύο διευθυντών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του καταχωρημένου εγγράφου (registered deed of settlement) που αντιστοιχούσε προς το περιεχόμενο του καταστατικού (articles ofassociation), οι διευθυντές θα μπορούσαν να δανεισθούν με εγγύηση τέτοια ποσά που θα εγκρίνονταν σε συνεδρία με σύνηθες ψήφισμα (ordinary resolution). Ουδεμία συνεδρία συγκλήθηκε και ουδεμία απόφαση λήφθηκε για τη σύναψη οποιουδήποτε δανείου. Αποφασίστηκε ότι η εγγύηση ήταν δεσμευτική για την εταιρεία, αφού οι δανειστές είχαν το δικαίωμα να συμπεράνουν ότι είχε ληφθεί σχετική απόφαση για τη σύναψη του δανείου. Η απόφαση Turquand υιοθετήθηκε αργότερα σε μεγάλο άλλο αριθμό υποθέσεων όπως στην Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586 και στην Rolled Steel Products(Holdings) Ltd.ν. British Steel Corporation and others [1985] 3 All E.R. 52 στην οποία εξετάστηκε η διαφορά μιας συμφωνίας που συνάπτεται καθ' υπέρβαση των σκοπών της εταιρείας (ultra vires) και της υπέρβαση των εσωτερικών κανονισμών από αξιωματούχους της εταιρείας. .................................. Ένα πρόσωπο που συναλλάττεται με μια εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να διερευνά και να βεβαιώνεται ότι οι εσωτερικές διαδικασίες έχουν ακολουθηθεί κανονικά. Αντίθετα μπορεί να βασισθεί στον κανόνα ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα. (Omnia praesumuntur rite et solemniter esse acta). (Βλ.Palmers "Company Law" 21η Έκδοση, σελ. 245).» Όσον αφορά τώρα την ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου 3, αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 48 του Νόμου. Το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ότι η ποινική ευθύνη του συμβούλου ή διευθύνοντα αξιωματούχου ενός νομικού προσώπου είναι αντικειμενική. Εφόσον διαπραχθεί αδίκημα από το νομικό πρόσωπο, τότε την ευθύνη για το εν λόγω αδίκημα φέρει και ο σύμβουλος ή διευθύνων αξιωματούχος του. Αρκεί δηλαδή να αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε το αδίκημα. Εν προκειμένω, όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη των αδικημάτων από την κατηγορούμενη 1. Επίσης, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 από τις 10.2.01 μέχρι και σήμερα εξακολουθεί αδιαλείπτως να είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1. Ενόψει των πιο πάνω το ζήτημα της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου 3 τελειώνει εδώ. Δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 48 του Νόμου, ο κατηγορούμενος 3 να επικαλεστεί προς υπεράσπιση του ότι δεν συμμετείχε στη διάπραξη των αδικημάτων. Το στοιχείο της συμμετοχής περιλαμβανόταν στο αρχικό άρθρο 48 πριν την τροποποίηση του από το Ν.95
(1)/2004, με τον οποίο διαγράφηκε η φράση ότι: «οι σύµβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωµατούχοι του νοµικού προσώπου θεωρούνται ότι συµµετέχουν στη διάπραξη του αδικήµατος και ότι είναι ένοχοι γι' αυτό αν είχαν ή έχουν συµµετοχή στη λήψη της σχετικής απόφασης». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων στην τελική του αγόρευση ήγειρε ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 48 του Νόμου. Συγκεκριμένα, ο κ. Φωτίου υποστήριξε ότι το άρθρο 48 του Νόμου αντίκειται στο άρθρο 12 του Συντάγματος, καθώς ο πελάτης του διώκεται χωρίς να υπήρξε εκ μέρους του οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, ενώ το άρθρο 12 του Συντάγματος ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι ουδείς κηρύσσεται ένοχος αδικήματος λόγω πράξης ή παράλειψης που δεν συνιστά αδίκημα. Καταρχάς, παρατηρώ, ότι θα ήταν ορθότερο το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρθρου 48 του Νόμου να εγειρόταν στο στάδιο πριν την απάντηση στο κατηγορητήριο σαν μια από τις ειδικές απαντήσεις που προβλέπονται από τον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155. (βλ. Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας Ν. Α. Λοϊζου, σ. 315) Οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην υπόθεση The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και συνοψίζονται ως ακολούθως:
  1. Κάθε Νόμος θεωρείται συνταγματικός, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμία νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των Νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελειώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78). 3. Αν είναι δυνατόν τα Δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Matsis v. The Republic
(1969)3C.L.R. 245). 4. H δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Ανδρέας Κ. Ψαράς ν. Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας
(1971)3 C.L.R. 151, Μηλιώτης Λτδ ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12, Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 και Χαράλαμπος Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd
(2005)2 Α.Α.Δ. 57). Θεωρώ σκόπιμο, προς τον σκοπό εύκολης παρακολούθησης, να παραθέσω το άρθρο 12.1 του Συντάγματος στο οποίο στηρίζει ο κ. Φωτίου την επιχειρηματολογία του περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 48 του Νόμου: «12.1. Ουδείς κηρύσσεται ένοχος οιουδήποτε αδικήματος λόγω πράξεως ή παραλείψεως μη συνιστώσης αδίκημα συμφώνως τω νόμω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής και εις ουδένα επιβάλλεται δι' αδίκημά τι ποινή βαρυτέρα της ρητώς προβλεπομένης υπό του κατά τον χρόνον της τελέσεως ισχύοντος νόμου.» Το άρθρο 12.1 του Συντάγματος διακηρύσσει την θεμελιώδη αρχή ότι για τον ποινικό κολασμό ενός προσώπου θα πρέπει να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη του εγκλήματος και της ποινής, η οποία νομοθετική πρόβλεψη θα πρέπει να ισχύει κατά τον χρόνο τέλεσης του αδικήματος. Στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας σελ. 79-80 (βλ. ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 12.1 του Συντάγματος: «Η πρώτη παράγραφος του Άρθρου 12 καθιερώνει την αρχή του nullum delictum, nulla poena sine lege, ότι κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς νόμο, -και ο νόμος αυτός πρέπει να ισχύει κατά το χρόνο της τέλεσης του αδικήματος,- και σε κανένα δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από αυτή που ρητά προβλέπεται από τον κατά το χρόνο της τέλεσης ισχύοντα νόμο.» Εν προκειμένω, κατά τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων από την κατηγορούμενη 1 το άρθρο 48 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.95
(1)/2004, ήταν σε ισχύ. Οι δε πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος 3, είναι οι πράξεις ή παραλείψεις της κατηγορούμενης 1, ήτοι η παράλειψη πληρωμής του καταβλητέου Φ.Π.Α που εμφαίνεται στις επίδικες φορολογικές δηλώσεις και η παράλειψη καταβολής των χρηματικών επιβαρύνσεων. Σκοπός δηλαδή του νομοθέτη είναι να καταστήσει ποινικά υπεύθυνους για τις πράξεις ή παραλείψεις του νομικού προσώπου που συνιστούν αδίκημα δυνάμει του Νόμου και τους συμβούλους ή διευθύνοντες αξιωματούχους του. Στην υπόθεση Μελάς ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 412 έγινε αναφορά στο άρθρο 54 του καταργηθέντος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν246/90, του οποίου η διατύπωση είναι πανομοιότυπη με αυτήν του άρθρου 48 του Νόμου. Επομένως, όσα αναφέρθηκαν στην εν λόγω υπόθεση για το άρθρο 54 ισχύουν mutatis mutandis για το άρθρο 48 του Νόμου. Συγκεκριμένα ειπώθηκαν τα εξής: « Ο Εφεσείων 2 μπορεί να μην έχει ιδιότητα του χρεώστη, αλλά ο σκοπός του νομοθέτη, όπως επισημαίνεται στη Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, στη σελ. 320, είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του. .............................. Η παράλειψη δημιουργήθηκε, όπως ορθά ανέφερε το πρωτόδικο Δικαστήριο, από την μη καταβολή του φόρου μετά την εκπνοή της δεκαήμερης προθεσμίας η οποία προβλέπεται από το Άρθρο 25
(1)του Νόμου 246/90, οπότε και διαπράττεται το αδίκημα δυνάμει του Άρθρου 53
(8)και αποδίδεται δυνάμει του Άρθρου 54 ευθύνη στους αξιωματούχους του νομικού προσώπου» Ενόψει των πιο πάνω δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων 1 και 3 ότι το άρθρο 48 του Νόμου αντίκειται στο άρθρο 12 του Συντάγματος. Δεν έχω πειστεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 48 του Νόμου. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία του ή τη συμφωνία του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, θεωρώ ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 3. Κατά συνέπεια οι κατηγορούμενοι 1 και 3 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1-5. (Υπ.)............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.