Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ANDREI ALIN BANDITS κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 457/14, 31/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 457/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ANDREI ALIN BANDITS
- HOCA MARIUS FLORIN Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31.03.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού Για Κατηγορούμενο 1: κα Α. Σαββίδου Κατηγορούμενος 1: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε μία κατηγορία νυχτερινής διάρρηξης κατοικίας, σε δύο άλλες διαρρήξεις οικιών κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, 3 κλοπές από κατοικίες κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 20 του Κεφ.154, μία κατηγορία παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Κεφ.154 και 3 κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξης κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Κεφ.
- Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.03.15, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €67,50 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων χρησιμοποιήθηκε έκθεση που ετοιμάστηκε από το Γραφείο Ευημερίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 38 ετών, κατάγεται από τη Ρουμανία και συζεί με ομοεθνή του έχοντας αποκτήσει μαζί της μία θυγατέρα ηλικίας 16 ετών, η οποία είναι μαθήτρια σε σχολείο στην Κάτω Πάφο. Στο παρόν στάδιο ο κατηγορούμενος 1 βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και ως εκ τούτου δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα. Δεν διαθέτει οποιεσδήποτε αποταμιεύσεις και ούτε εις το όνομα του βρίσκεται εγγεγραμμένη ακίνητη ή κινητή περιουσία. Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του απεβίωσαν ενώ έχει δύο αδελφές εκ των οποίων η μία βρίσκεται στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας. Ο κατηγορούμενος 1 δεν ολοκλήρωσε το σχολείο λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η οικογένεια του με αποτέλεσμα από νεαρή ηλικία να εργάζεται στο γεωργικό τομέα μαζί με τον πατέρα του για να βοηθήσει την οικογένεια του. Επίσης λόγω οικονομικών δυσκολιών δε προχώρησε σε γάμο με τη συμβία του παρόλο ότι είναι μαζί της τα τελευταία 19 χρόνια περίπου και απέκτησαν μαζί ένα παιδί. Το έτος 2006 ο κατηγορούμενος 1 ήλθε στην Κύπρο μαζί με την οικογένεια του για σκοπούς εργασίας και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Ο κατηγορούμενος 1 εργάστηκε σε διάφορες εταιρείες ως καλουψιής μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2013 όταν απολύθηκε. Έκτοτε ήταν άνεργος και περιστασιακά εργαζόταν ως καλουψιής για κάλυψη των βασικών αναγκών της οικογένειας του. Η συμβία του στην Κύπρο εργάστηκε ως καμαριέρα σε ξενοδοχεία στην Πάφο κατά τις καλοκαιρινές περιόδους και σήμερα εργάζεται ως υπάλληλος σε καφενείο. Μετά τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος 1 συνεργάζεται με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στο Τμήμα Φυλακών επειδή αισθάνεται έντονο στρες και άγχος. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης επικαλέστηκε ως μετριαστικούς παράγοντες το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου 1, το ότι η παράνομη συμπεριφορά του πελάτη της ήταν για το περιορισμένο χρονικό διάστημα των 2 μηνών καθώς και το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων. Περαιτέρω η κυρία Σαββίδου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι το γεγονός της απόλυσης του κατηγορουμένου 1 τον Σεπτέμβριο 2013 είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την εγκληματική συμπεριφορά του αφού μέχρι τότε σεβόταν τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης η κυρία Σαββίδου επισήμανε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος 1 βρίσκεται ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές από τις 09.01.
- Καταλήγοντας, η εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στον κατηγορούμενο 1 ποινή στερητικής της ελευθερίας του συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της επικαλούμενη τις προσωπικές συνθήκες του καθώς και το ότι με την παραμονή του στις Κεντρικές Φυλακές ο κατηγορούμενος 1 έχει ήδη τιμωρηθεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ότι διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας επισύρει, με βάση το άρθρο 292(α) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 7 ετών. Αν όμως η διάρρηξη κατοικίας διαπραχτεί την νύχτα τότε ο υπαίτιος, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης 10 ετών. Το δε αδίκημα της κλοπής τιμωρείται γενικά, δυνάμει του άρθρου 262 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 3 ετών αλλά αν αντικείμενο κλαπεί σε κατοικία και η αξία υπερβαίνει τα €8,54 ο υπαίτιος, υπόκειται με βάση το άρθρο 266(β) του Κεφ.154, σε φυλάκιση 5 χρόνων. Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας η διάπραξη του επισύρει, σύμφωνα με το άρθρο 309 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Τα αδικήματα αυτά θεωρούνται αρκετά σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων της διάρρηξης, κλοπής καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Οι πολίτες της Πάφου είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα διαρρήξεων κατοικιών και κλοπών περιουσιών που παρατηρούνται στην επαρχία τους. Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά που διέπουν τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Στην υπόθεση Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013 ημερ. 26.03.13, ποινή φυλάκισης 3 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 23 ετών που διέπραξε 3 διαρρήξεις κατοικίας και 3 κλοπές από κατοικία σε διάστημα περίπου 6 μηνών μέσα από την οποία εγκληματική συμπεριφορά ερασιτέχνη αποκόμισε περιουσία σε τιμαλφή και μετρητά αξίας περίπου €64.000 χωρίς οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο να επιστραφεί στους δικαιούχους, κατόπιν παραδοχής, απολογίας και συνεργασίας του με τις αστυνομικές αρχές και που στο μεταξύ δημιούργησε δεσμό και απέκτησε παιδί ηλικίας 2 ετών κατά την επιβολή της ποινής, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Περαιτέρω στην υπόθεση Ilie κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 180-182/2011 ημερ. 16.05.12, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών που επιβλήθηκαν σε 3 εφεσείοντες ηλικίας 54 ετών, πατέρα 2 παιδιών εκ των οποίων το ένα ανήλικο και με τη σύζυγο του να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, 21 ετών, πατέρα δύο ανήλικων παιδιών και με τη σύντροφο του να εγκυμονεί και 33 ετών που εκ γενετής αντιμετώπιζε πρόβλημα με το δεξί του αυτί και πατέρα 3 ανηλίκων παιδιών, που διέπραξαν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής περιουσίας, διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από αυτής το χρηματικό ποσό των €680 καθώς ρολόγια και χρυσαφικά αξίας περίπου €220, στην κατοχή των οποίων εντοπίστηκαν μερικά από τα κλοπιμαία αντικείμενα, κατόπιν παραδοχής, δεν κρίθηκαν υπερβολικές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης στην υπόθεση Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ηλικίας 32 ετών που διέπραξε 2 διαρρήξεις κατοικιών και κλοπές από αυτές όταν οι ιδιοκτήτες τους απουσίαζαν προσωπικών αντικειμένων και χρημάτων με μικρό μέρος των κλαπέντων αντικειμένων να ανευρίσκεται, λευκού ποινικού μητρώου, κατόπιν παραδοχής, μεταμέλειας, συνεργασία με τις ανακριτικές αρχές, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, άθλια οικονομική κατάσταση, χρήστη σκληρών ναρκωτικών που διέπραξε τα αδικήματα για να εξασφαλίσει χρήματα για τη δόση του ενεργώντας κάτω από τη φόρτιση συναισθημάτων, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Επιπλέον στην υπόθεση Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104 ποινές φυλάκισης 2 ετών και 2,5 ετών αντίστοιχα που επιβλήθηκαν στους εφεσείοντες ηλικίας 18 ετών και 38 ετών που μαζί με άλλους ομοεθνείς τους διέρρηξαν κατοικία εν καιρώ νυκτός από την οποία έκλεψαν Λ.Κ.£2.070 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κύπρου), $6.700 δολάρια Η.Π.Α. και άλλα χρηματικά ποσά σε νόμισμα Κίνας, Ινδονησίας και Βιετνάμ, από τα οποία κλαπέντα ποσά ανευρέθηκε μόνο το ποσό των Λ.Κ.£2.070, με λευκό ποινικό μητρώο, κατόπιν παραδοχής και χωρίς να είχε διωχθεί ο εγκέφαλος της διάπραξης των αδικημάτων, επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως στην υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/12 ημερ. 28.03.13 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε σε 2 κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου κατά τη διάρκεια νύχτας και κλοπής μειώθηκε κατόπιν προβληματισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 15 μήνες. Παράλληλα στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή των 6 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Επίσης στην υπόθεση Huseyin Vedat v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 142/2012, ημερομηνίας 22.11.12 ποινή φυλάκισης 4 μηνών που επιβλήθηκε για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας σε σχέση με ποσό €955,00 το οποίο ανευρέθηκε στο πρόσωπο του εφεσείοντα και για το οποίο υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαίο, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι τα γεγονότα που την περιβάλλουν καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα την καθιστούν όντως σοβαρή. Συγκεκριμένα, σε διάστημα 3 μηνών περίπου και ειδικότερα από τον Οκτώβριο 2013 μέχρι 09.01.14 ο κατηγορούμενος 1 ανέπτυξε όλη την εγκληματική δραστηριότητα στην οποία κρίθηκε ένοχος και η οποία αποτελείται από τη διάπραξη 3 διαφορετικών διαρρήξεων κατοικιών εκ των οποίων η μία κατά τη διάρκεια της νύχτας και 3 κλοπών από αυτές τις οικίες όπου μεγάλος αριθμός αντικειμένων διαφόρων ειδών σημαντικής αξίας να έχουν κλαπεί καθώς και 3 κατηγορίες συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και μίας κατηγορίας παράνομης κατοχής περιουσίας αποτελούμενης και πάλι από ένα πολύ μεγάλο αριθμό αντικειμένων διαφόρων ειδών. Μάλιστα 2 από αυτές τις διαρρήξεις και κλοπές διαπράχτηκαν σε διάστημα 7 ημερών περίπου και ειδικότερα από 14.12.13 μέχρι 21.12.13 ενώ όλες διαπράχτηκαν μαζί με άλλο άτομο. Σαφώς ο κατηγορούμενος 1 επέδειξε μία επαναλαμβανόμενη, σύνθετη και συνάμα επικίνδυνη αλλά και επιζήμια για το κοινό αξιόποινη συμπεριφορά. Σίγουρα η συχνότητα και ευκολία με την οποία ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε στη διάπραξη των πολύ σοβαρών αδικημάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα μέσα από το ρόλο που αυτός διαδραμάτισε είναι επιβαρυντικός παράγοντας για τον ίδιο. Παράλληλα, το γεγονός ότι η παράνομη δράση του κατηγορουμένου 1 περιλαμβάνει διάπραξη αδικημάτων λίγες μόνο ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα αλλά και σε βραδινές ώρες δείχνει στοιχεία του μεγέθους του θράσους, της ψυχρότητας και της αποφασιστικότητας που χαρακτηρίζουν τις παράνομες επιχειρήσεις του κατηγορουμένου 1, για τις οποίες ουδεμία έμπρακτη μεταμέλεια επιδείχτηκε. Ούτε ίχνος απολογίας εκφράστηκε στο Δικαστήριο από μέρους του. Δεν παραγνωρίζεται επίσης η ποσότητα και ποικιλία των αντικειμένων που κλάπηκαν καθώς επίσης και η συνολικά μεγάλη αξία της κλαπείσας περιουσίας, πράγμα που παράλληλα σημαίνει ότι προκλήθηκε αντίστοιχη ζημιά και ταλαιπωρία στους ιδιοκτήτες της, για την οποία ουδεμία αποζημίωση υπήρξε. Ειδικότερα κλάπηκαν χρυσαφικά, κοσμήματα, ηλεκτρονικά είδη και χρήματα σε μετρητά συνολικής αξίας €2.095 πλέον ένα πορτοφόλι χρώματος μαύρου άγνωστης αξίας, ένα ρολόι μάρκας Guess άγνωστης αξίας, 7 τουρκικές λίρες και μία αγγλική λίρα, από την οποία εντοπίστηκε μέσα από συντονισμένες αστυνομικές ενέργειες μόνο περιουσία αξίας €75 πλέον ένα πορτοφόλι χρώματος μαύρου άγνωστης αξίας, ένα ρολόι μάρκας Guess άγνωστης αξίας, 7 τουρκικές λίρες και μία αγγλική λίρα. Επιπλέον δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ο μεγάλος αριθμός και η ποικιλία των ειδών αντικειμένων που παράνομα εντοπίστηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου 1, μερικά από τα οποία ήταν μέρος της προαναφερόμενης κλοπιμαίας περιουσίας. Ταυτόχρονα λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 μέσα από τις πιο πάνω παράνομες δραστηριότητες και συμπεριφορά του απέκτησε οικονομικό όφελος εις βάρος των ιδιοκτητών των κλαπέντων αντικειμένων καθώς και όλης της περιουσίας που παράνομα κατείχε. Περαιτέρω, δεν αγνοώ το γεγονός ότι η επαναλαμβανόμενη και σύνθετη αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου 1 τερματίστηκε μόνο μετά από καταγγελίες των παραπονούμενων και της άμεσης επέμβασης μελών της αστυνομίας μέσα από έρευνες. Επιπλέον, μελέτη των γεγονότων και συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου στην απόφαση του ημερομηνίας 16.03.15, φανερώνουν την εκπόνηση και εκτέλεση οργανωμένου σχεδίου δράσης από μέρους του κατηγορουμένου 1 με τη βοήθεια του αδελφότεκνου του (κατηγορουμένου 2), πράγμα που επιβαρύνει τη θέση του. Συγκεκριμένα, η κοινή πορεία και συνεργασία του με τον κατηγορούμενο 2 σε νυχτερινές ώρες που οι ιδιοκτήτες των οικιών που διέρρηξαν και έκλεψαν απουσίαζαν, η από κοινού εκτέλεση των παράνομων δραστηριοτήτων τους, η αλληλοκάλυψη και βοήθεια που ο ένας παρείχε στον άλλο και ειδικότερα η βοήθεια που ο κατηγορούμενος 1 παρείχε εκτελώντας χρέη φρουρού έξω από τις εν λόγω οικίες σε δύο περιπτώσεις και η είσοδος στην οικία στην τρίτη περίπτωση και η μεταφορά κάθε φορά της κλοπιμαίας περιουσίας έξω από την οικία, ο τρόπος και ο χώρος παραβίασης των κατοικιών κάθε φορά χωρίς να εντοπιστούν αποτυπώματα και γενετικό υλικό στους χώρους διάπραξης των διαρρήξεων και κλοπών αποκαλύπτουν την εκπόνηση οργανωμένου σχεδίου που επιτυχημένα υλοποιήθηκε στη βάση προσεκτικού τρόπου δράσης και μέσω μιας κοινής συνεργασίας με τον κατηγορούμενο 2 με απώτερο στόχο τη διάπραξη των προαναφερόμενων εγκλημάτων. Όλα αυτά είναι στοιχεία επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο 1, τα οποία και λαμβάνονται υπόψη. Από την άλλη, προς όφελος του κατηγορουμένου 1 για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι ο κατηγορούμενος 1 βρίσκεται στην Κύπρο με την οικογένεια του από το έτος 2006 και διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα περί τα τέλη του έτους 2013. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα το ότι: (α) Είναι ηλικίας 38 ετών και πατέρας μίας ανήλικης θυγατέρας ηλικίας 16 ετών, η οποία είναι μαθήτρια σε σχολείο στην Κάτω Πάφο και διαμένει μαζί με τη σύντροφο του κατηγορουμένου 1 που σήμερα εργάζεται ως υπάλληλος σε καφενείο. (β) Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής οικονομικής κατάστασης με τους γονείς του να έχουν αποβιώσει. (γ) Λόγω οικονομικών δυσκολιών ο κατηγορούμενος 1 δεν ολοκλήρωσε το σχολείο και ούτε προχώρησε σε γάμο με τη συμβία του παρόλο ότι είναι μαζί της τα τελευταία 19 χρόνια περίπου και απέκτησαν μαζί το προαναφερόμενο παιδί. (δ) Εργαζόταν σε διάφορες εταιρείες ως καλουψιής μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2013 όταν απολύθηκε και έκτοτε εργαζόταν περιστασιακά ως καλουψιής για κάλυψη των βασικών αναγκών της οικογένειας του. (ε) Στο παρόν στάδιο ο κατηγορούμενος 1 βρίσκεται υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και ως εκ τούτου δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα ενώ παράλληλα δεν διαθέτει οποιεσδήποτε αποταμιεύσεις αλλά ούτε εις το όνομα του βρίσκεται εγγεγραμμένη οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία. (στ) Μετά τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος 1 συνεργάζεται με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στο Τμήμα Φυλακών επειδή αισθάνεται έντονο στρες και άγχος. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου 1 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το γεγονός της απόλυσης του τον Σεπτέμβριο 2013. Εμμέσως πλην σαφώς είναι η θέση της κυρίας Σαββίδου ότι τα οικονομικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε κυρίως με την απόλυση του τον ώθησαν στη διάπραξη των αδικημάτων που κρίθηκε ένοχος. Το Δικαστήριο κατανοεί τη δύσκολη παιδική και εφηβική ηλικία που ο κατηγορούμενος 1 είχε λόγω των οικονομικών δυσκολιών που συνάντησε καθώς και την κακή του οικονομική κατάσταση που χειροτέρεψε με την απόλυση του από την εργασία του, γεγονός που δεν παραγνωρίζεται, αλλά δεν μπορούν με κανένα τρόπο να θεωρηθούν ότι δικαιολογούν τις εγκληματικές πράξεις και ενέργειες του. Τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργούνται από την οικονομική κρίση που μαστίζει το νησί δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ελαφρυντικός παράγοντας που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων, όπως στην παρούσα, εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών (Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερ. 26.03.13, Mixaylov και άλλοι v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 94-96/2011 ημερ. 30.03.12 και Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42). Γενικότερα οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1, όπως αυτές έχουν εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω, είναι ελαφρυντικοί παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο. Ωστόσο θα πρέπει να τονιστεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου 1 είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 και Μιχαήλ. Ψύλλος v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ως επιπλέον ελαφρυντικό παράγοντα το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358). Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου όλα τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος διαπράχτηκαν την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου 2013 μέχρι 09.01.
- Με γνώμονα ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 22.01.14, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε ολιγωρία ή καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε μη παραδοχή σε ορισμένες κατηγορίες και παραδοχή σε κάποιες άλλες, ως ήταν δικαίωμα του. Στη συνέχεια προέβηκε σε μη παραδοχή αναφορικά με όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου, ως ήταν πάλι δικαίωμα του. Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 29.05.14 και ολοκληρώθηκε στις 12.02.
- Στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας διεξήχθη και διαδικασία δίκης εντός δίκης σε σχέση με θεληματικές αναφορές και δηλώσεις τόσο του ιδίου όσο και του συγκατηγορουμένου του (κατηγορουμένου 2). Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης ο κατηγορούμενος 2 εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε παραδοχή κατηγοριών, πράγμα που έγινε όπου και του επιβλήθηκαν ποινές. Η δε εκδίκαση της υπόθεσης αυτής σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 αφορούσε 19 κατηγορίες και απαίτησε την κλήση και παρουσίαση 6 μεγάλων και βασικών μαρτύρων κατηγορίας, την ένορκη κατάθεση από μέρους του εν λόγω κατηγορουμένου καθώς και την προσκόμιση 32 τεκμηρίων με το τεκμήριο 32 να αποτελείται από δέσμη εγγράφων. Άξιο αναφοράς αποτελεί ακόμη το γεγονός ότι στο διάστημα αυτό μεσολάβησαν καλοκαιρινές διακοπές στις οποίες το Δικαστήριο απουσίαζε για ένα μήνα ενώ και η συνήγορος υπεράσπισης απουσίαζε στο εξωτερικό, όπως τότε πληροφόρησε το Δικαστήριο, για ακόμη ένα μήνα περίπου (από 04.08.14 έως 31.08.14). Επίσης η εν λόγω συνήγορος απουσίαζε και την περίοδο των Χριστουγέννων 2015 για περίπου μία εβδομάδα και συγκεκριμένα από 21.12.14 έως 29.12.
- Προγενέστερα στις 19.12.14 η δικαστική διαδικασία αναβλήθηκε λόγω ασθένειας της συνηγόρου υπεράσπισης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο χρόνος των 10 μηνών περίπου που μεσολάβησε από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας μέχρι σήμερα (31.03.15) που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή δεν είναι μεγάλος σε βαθμό που να δημιουργεί καθυστέρηση τέτοια που να θεωρείται ελαφρυντικός παράγοντας. Πέραν όμως αυτού, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας δεν σημειώνεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου 1 στο διάστημα του διαρρεύσαντα χρόνου όπως ούτε η συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε στο Δικαστήριο ένα τέτοιο γεγονός, εκμηδενίζοντας έτσι την όποια σημασία ενδεχομένως να μπορούσε να αποδοθεί. Καθοδηγούμενος από τη σχετική επί του θέματος νομολογία και συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο 1 είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο 1 ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 1 οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 18 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών 11η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών 12η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών 13η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 18 μηνών 17η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών 18η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 ετών 19η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 18 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 1 θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου 1, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως αυτή αναδύεται από το βαθμό και έκταση της ποικιλόμορφης παράνομης δράσης του, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχει περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου 1 θα αρχίσει από τις 22.01.14, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση ως υπόδικος. Έξοδα €67,50 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Όσα αντικείμενα έχουν αναγνωριστεί από τους νόμιμους δικαιούχους τους αυτά να επιστραφούν σ' αυτούς ενώ τα υπόλοιπα που δεν αναγνωρίστηκαν να παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας. Τα έξοδα της μεταφράστριας που ανέρχονται στο ποσό των €40,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Διάρρηξη κατοικίας εν καιρώ νυκτός-Κλοπή-Παράνομη κατοχή περιουσίας-Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος /Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο