Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 11289/14, 3/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11289/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 03.03.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Μανώλη Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε κατηγορία εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων καθώς και σε κατηγορία κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο εν λόγω κατηγορούμενος στις 25.05.13 στην Πάφο εισήλθε στο Εθνογραφικό Μουσείο Πάφου με σκοπό να διαπράξει κλοπή και τελικά έκλεψε το χρηματικό ποσό των €200,00 σε μετρητά, περιουσία της Χρύσως Ηλιάδη από την Πάφο. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, είναι τα ακόλουθα: Στις 25/5/13 και περί ώρα 16:30 ενώ η Χρύσω Ηλιάδη (Μ5) ετοιμαζόταν να κλείσει το Εθνογραφικό Μουσείο Πάφου, εισήλθε στο μουσείο ο κατηγορούμενος, ο οποίος της είπε να περιμένει ακόμα λίγη ώρα γιατί θα ερχόταν ένα λεωφορείο με ρώσους τουρίστες. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε μέσα στο μουσείο και μετά από πάροδο 5 λεπτών ζήτησε από την Μ5 ένα ποτήρι νερό με αποτέλεσμα αυτή να μεταβεί στην κουζίνα για να του φέρει. Όταν η Μ5 επέστρεψε δεν βρήκε τον κατηγορούμενο όπου ήταν και έτσι εξήλθε του μουσείου και τον αναζήτησε χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα επειδή αυτός είχε εγκαταλείψει το μουσείο. Επιστρέφοντας η Μ5 κοίταξε κάτω από τα βιβλία όπου και διαπίστωσε ότι είχε κλαπεί το ποσό των €200 σε χαρτονομίσματα. Στις 18/6/13 ο αστυφύλακας 3892 Αχιλλέας Νικολάου του Τ.Α.Ε. Πάφου (Μ2) συνέλαβε τον κατηγορούμενο στην οικία του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο για τα αδικήματα που διέπραξε και περιέχονται στο παρόν κατηγορητήριο αυτός απάντησε «δεν έκανα τίποτε». Στις 18/6/13 ο κατηγορούμενος προέβηκε σε υπόδειξη σκηνής στην παρουσία του Μ2 όπου και δείχνοντας το Εθνογραφικό Μουσείο ανάφερε «εν δαμέ που μπήκα και έπιασα τα €200 που ήταν που κάτω που τα βιβλία.» Στις 18/6/13 και μεταξύ των ωρών 15:20 και 15:40 ο Μ2 έλαβε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία μεταξύ άλλων ανάφερε ότι πριν από 2-3 εβδομάδες είχε μεταβεί στο Εθνογραφικό Μουσείο κοντά στην Μητρόπολη Πάφου και ότι είχε πει στην Μ5 να του φέρει τάχα νερό για να πιει και ως που να πάει αυτή να του φέρει το νερό αυτός έκλεψε €200 κάτω από κάτι βιβλία στην είσοδο του μουσείου. Στη συνέχεια απολογήθηκε και είπε ότι ο λόγος που έκανε αυτή την πράξη ήταν διότι δεν είχε δουλειά και δεν κρατούσε χρήματα. Ακολούθως στις 19/6/13 η Μ5 είδε και αναγνώρισε στο Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που έκλεψε το προαναφερόμενο ποσό από το Εθνογραφικό Μουσείο Πάφου. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε παραδέχομαι και απολογούμαι. Κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου και τη συναίνεση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 8750/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με σκοπό να ληφθεί υπόψη στην επιβολή ποινής. Η εν λόγω ποινική υπόθεση αφορά κατηγορία κλοπής. Τα γεγονότα της ποινικής υπόθεσης αυτής είναι περιληπτικά τα πιο κάτω: Στις 8/11/13 και περί ώρα 09:00 καταγγέλθηκε στον αστυφύλακα 3486 Α. Μαλεκκίδη (Μ2) από την παραπονούμενη (Μ1) ότι την 5/11/13 και περί ώρα 11:30 ενώ βρισκόταν στο φυτώριο που εργαζόταν έφυγε για λίγο από το γραφείο της και πήγε στην κουζίνα αφήνοντας την τσάντα της πάνω στον καναπέ και ότι όταν επέστρεψε διαπίστωσε ότι αυτή είχε κλαπεί. Σύμφωνα με την παραπονούμενη εντός της τσάντας της είχε το δελτίο ταυτότητας της με αρ.770091, την κυπριακή άδεια οδηγού με αρ.1/770091, την ταυτότητα του γιου της Δημήτρη Παπαδημήτρη, ένα ζευγάρι γυαλιά του ήλιου μάρκας Ray Ban αξίας €100, μια βιντεοκάμερα ΝΙΚΟΝ αξίας €350 και το χρηματικό ποσό των €
- Στις 31/1/14 ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές και κατά τη μεταφορά του από μέλη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέφρασε την επιθυμία όπως προβεί σε θεληματική κατάθεση για την παρούσα υπόθεση. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 13:00 και 13:30 ο αρχιαστυφύλακας 857 Γ. Γεωργίου (Μ3) κατέγραψε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία αυτός παραδέχεται την διάπραξη του αδικήματος. Την ίδια ημέρα περί ώρα 14:20 ο κατηγορούμενος υπέδειξε το φυτώριο με το όνομα Γιώργος Χαραλάμπους και αφού ο Μ3 του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε «εν που τούτο που έκλεψα την τσάντα» Την ίδια μέρα και περί ώρα 14:25 ο κατηγορούμενος υπέδειξε ένα πάγκο εντός του φυτωρίου και αφού ο Μ3 του επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «είναι από εδώ που έκλεψα την τσάντα». Την ίδια ημέρα και περί ώρα 14:35 ο κατηγορούμενος υπέδειξε ανοικτό χώρο δίπλα από το παλιό δρόμο παρά την Τίμη και αφού ο Μ3 του επέστησε την προσοχή του στον νόμο αυτός απάντησε «εν δαμέ που πέταξα την τσάντα». Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα. Στρεφόμενη στο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου η κυρία Μανώλη δήλωσε πως ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τις πιο κάτω προηγούμενες καταδίκες: (α) Στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 18229/08 όπου στις 10.11.08 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε 7 αδικήματα διάρρηξης κατοικίας σε ποινή φυλάκισης 3 ετών σε κάθε ένα από αυτά, σε 17 αδικήματα κλοπής κατοικίας σε ποινή φυλάκισης 2 έτη σε κάθε ένα από αυτά και σε 1 αδίκημα της παροχής ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό σε ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις υπ' αριθμό 18227/08, 18228/08 και 18231/08 που περιλάμβαναν συνολικά 5 αδικήματα πλαστογραφίας, 5 αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, 5 αδικήματα απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, 3 αδικήματα κλοπής, 1 αδίκημα απόπειρα κλοπής και 1 αδίκημα κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς. (β) Στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 15681/08 όπου στις 27.10.09 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε 5 αδικήματα κλοπής επιταγής, σε 8 αδικήματα κλοπής, σε 4 αδικήματα απόπειρας κλοπής, σε 7 αδικήματα πλαστογραφίας, σε 5 αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και σε 4 αδικήματα απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις σε ποινή φυλάκισης 30 μηνών σε κάθε αδίκημα. (γ) Στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 3271/10 όπου στις 19.04.11 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε 5 αδικήματα διάρρηξης κατοικίας, καταστήματος και κτιρίου και σε 5 αδικήματα κλοπής από κατοικία, κατάστημα και κτίριο σε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών σε κάθε αδίκημα με τριετή αναστολή. (δ) Στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17683/02 όπου στις 29.10.02 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε 4 αδικήματα πλαστογραφίας σε ποινή φυλάκισης 2,5 χρόνια σε κάθε ένα από αυτά, σε 4 αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου σε ποινή φυλάκισης 2 χρόνια σε κάθε ένα από αυτά, σε 4 αδικήματα απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε ένα από αυτά και σε ένα αδίκημα κλοπής σε ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις υπ' αριθμό 644/02, 11500/02, 15410/02, 22082/02, 31871/01 και 8772/01 που περιλάμβαναν συνολικά 2 αδικήματα πλαστογραφίας, 2 αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, 2 αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, 2 αδικήματα κλοπής, 1 αδίκημα παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης 'Β', 1 αδίκημα καπνίσματος φυτού κάνναβης, 2 αδικήματα διάρρηξης και 1 αδίκημα επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. (ε) Στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 18220/04 όπου στις 19.04.06 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε 4 αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου σε ποινή φυλάκισης 2 χρόνια και 6 μήνες σε κάθε ένα από αυτά, σε 3 αδικήματα απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε ένα από αυτά, σε 2 αδικήματα κλοπής σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε ένα από αυτά, σε 1 αδίκημα κλοπής σε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, σε 1 αδίκημα εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, σε 2 αδικήματα κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε ένα από αυτά και σε 1 αδίκημα παράνομης κατοχής περιουσίας σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη οι ποινικές υποθέσεις υπ' αριθμό 4013/06, 8665/05, 16606/05, 11869/05, 25349/05, 7147/06 και 3974/06 που περιλάμβαναν συνολικά 2 αδικήματα συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, 40 αδικήματα πλαστογραφίας, 27 αδικήματα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, 15 αδικήματα απόσπασης εμπορευμάτων και χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, 32 αδικήματα κλοπής και σε 5 αδικήματα κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών, άγαμος και άνεργος. Είναι πατέρας ενός κοριτσιού ηλικίας 9 ετών από προηγούμενη σχέση του με το παιδί σήμερα να είναι μαθήτρια δημοτικού σχολείου αλλά από την ηλικία των 5 μηνών να βρίσκεται υπό τη νομική φροντίδα της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και να είναι τοποθετημένη σε ανάδοχη οικογένεια. Τον τελευταίο χρόνο το παιδί δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι γονείς του κατηγορουμένου χώρισαν όταν ο ίδιος βρισκόταν σε νεαρή ηλικία. Το γεγονός ότι οι σχέσεις των γονέων του παρέμειναν φιλικές μετά το διαζύγιο τους ο χωρισμός τους δεν επηρέασε τον κατηγορούμενο αρνητικά. Ο πατέρας του παρουσίαζε προβλήματα υγείας με αποτέλεσμα να αποβιώσει τον Απρίλιο
- Η μητέρα του είναι άνεργη και συντηρείται οικονομικά από τη σύνταξη χηρείας που λαμβάνει από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο δε μικρότερος αδελφός του παρουσιάζει προβλήματα υγείας, είναι άνεργος, διαζευγμένος, πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών και διαμένει στη Λεμεσό. Λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος διέμενε σε ιδιόκτητη οικία της συμβίας του και συντηρείτο οικονομικά τόσο από τη σύντροφο του όσο και από την μητέρα του. Η συμβία του κατηγορουμένου είναι διαζευγμένη, μητέρα δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 7 και 8 ετών αντίστοιχα, μαθητριών δημοτικού σχολείου και λήπτρια δημοσίου βοηθήματος. Στην έκθεση ακόμη σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα και αποταμιεύσεις αλλά ούτε και χρέη, ενώ δεν διαθέτει εις το όνομα του οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Β' τάξη Γυμνασίου όπου και διέκοψε για να συνεχίσει τη φοίτηση του στο σύστημα μαθητείας στον κλάδο ξενοδοχειακών. Σε σχέση με τη στρατιωτική του θητεία ο κατηγορούμενος πήρε απαλλαγή λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε. Ακολούθως εργάστηκε σε διάφορα ξενοδοχεία ως μάγειρας. Σε ηλικία των 20 ετών ο κατηγορούμενος άρχισε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Στο παρελθόν χρειάστηκε αρκετές φορές να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο Αθαλάσσας λόγω επιδείνωσης της ψυχολογικής του κατάστασης. Τον Ιούνιο 2014 εντάχθηκε σε ανοικτό πρόγραμμα απεξάρτησης το οποίο όμως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει επειδή συνελήφθηκε. Σήμερα κρατείται στις Κεντρικές Φυλακές και παρακολουθείται από ψυχίατρο. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τους τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος αφού απολογήθηκε για την αξιόποινη συμπεριφορά του ανάφερε στο Δικαστήριο ότι επειδή έχει τάσεις αυτοκτονίας υποβάλλεται σε σχετική θεραπεία. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχει το αδίκημα της κλοπής, χωρίς να υποτιμάται ή να υποβαθμίζεται η σοβαρότητα που ενέχεται στο αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Συγκεκριμένα, το αδίκημα της κλοπής τιμωρείται δυνάμει του άρθρου 262 του Κεφ.154 με ποινή φυλάκισης 3 ετών ενώ η διάπραξη του αδικήματος της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος τιμωρείται, με βάση το άρθρο 280 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 2 ετών. Τα πιο πάνω αδικήματα θεωρούνται σοβαρά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συνδυασμένη διάπραξη τους παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα πρόσφατα στην επαρχία Πάφου η ραγδαία αύξηση της συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων κλοπής, εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη κλοπής, διάρρηξης, καθώς και άλλων ομοειδών αδικημάτων έλαβε πολύ ανησυχητικές διαστάσεις (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Πρόκειται για αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Είναι γεγονός ότι τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, AI - Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 είναι επιτακτική ανάγκη αυτού του είδους η εγκληματικότητα να ανακοπεί γιατί έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα της κλοπής και άλλων ομοειδών αδικημάτων η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας στο αδίκημα της κλοπής είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Francis Kenneth Smith and another v. The Police
(1969)2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police
(1982)2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic
(1982)2 C.L.R. 156. Charitou v. The Republic
(1987)2 C.L.R. 170, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381). Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430 όπου επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00. Ακόμη στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 222 το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη παρόμοια υπόθεση. Στη δε υπόθεση Lungu κ.α. v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 545 το Ανώτατο Δικαστήριο μειώνοντας την ποινή των 6 μηνών του πρωτόδικου δικαστηρίου επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σε κάθε εφεσείοντα που ήταν άτομα νεαρής ηλικίας 22, 20 και 20 ετών αντιστοίχως, χωρίς προηγούμενες καταδίκες, οι οποίοι συνεργάστηκαν με την αστυνομία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και παραδέχθηκαν ενοχή. Η αξία της κλαπείσας περιουσίας ήταν Λ.Κ.£280, της οποίας μεγάλο μέρος βρέθηκε και θα επιστρεφόταν στον ιδιοκτήτη της. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη απουσία ιδιαίτερου προσχεδιασμού καθώς επίσης δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες. Περαιτέρω στην υπόθεση Vedat v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 142/2012 ημερομηνίας 22.11.12 ποινή φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που έκλεψε από ταμειακή μηχανή το ποσό των €370,00 με τρεις παρόμοιες προηγούμενες καταδίκες επικυρώθηκε παρά τις οικογενειακές περιστάσεις και την επιστροφή του κλαπέντος ποσού στον ιδιοκτήτη. Επίσης, στην υπόθεση Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 158 ο εφεσείων ηλικίας 26 ετών παραδέχτηκε ενοχή σε 19 κατηγορίες διαρρήξεων κατοικίας, στις περισσότερες από τις οποίες κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθώς και κλοπές. Λήφθηκαν υπόψη άλλες 11 υποθέσεις, 9 εκ των οποίων παρόμοιας φύσης. Ο εφεσείων βαρυνόταν ακόμη με 4 προηγούμενες καταδίκες. Το Εφετείο τονίζοντας τη σοβαρότητα τέτοιας φύσης αδικημάτων και ειδικότερα των νυχτερινών διαρρήξεων κατοικίας, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 4 ετών που επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο. Επιπλέον, στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε σε άτομο του οποίου η εγκληματική συμπεριφορά συνοψίστηκε σε 6 διαρρήξεις επαγγελματικών υποστατικών, 33 διαρρήξεις εκκλησιών, 3 κλοπές από κλειδωμένα κιβώτια εισφορών εκκλησιών και 8 κοινές κλοπές, ήτοι 5 από οχήματα και 3 από κουτιά εισφορών. Μετρητά που δεν βρέθηκαν ανέρχονταν σε £860,50 πλέον $35 Αυστραλίας, μετρητά που βρέθηκαν £41,45, περιουσία που δεν ανευρέθηκε αξίας £1.011,65 και περιουσία που ανευρέθηκε αξίας £960,00. Περαιτέρω, στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 που αφορούσε υπόθεση διάρρηξης κατοικίας και κλοπής στην οποία λήφθηκαν υπόψη άλλες 10 παρόμοιες υποθέσεις όπου μέρος των κλαπέντων επιστράφηκε με τον εφεσείοντα να έχει 6 προηγούμενες καταδίκες επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3,5 ετών που επικυρώθηκε κατ' έφεση. Επιπροσθέτως, στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485 που αφορούσε διάρρηξη κατοικίας με συνολικό ποσό κλαπέντων αντικειμένων ανερχόμενο σε £2.795,00 από το οποίο επιστράφηκε ποσό £760,00 με τον εφεσείοντα να βαρύνεται με 5 προηγούμενες καταδίκες και στην οποία υπόθεση λήφθηκαν υπόψη 10 παρόμοιες υποθέσεις όπως και μία άλλη που αφορούσε κλοπή οχήματος £1.000,00 που καταστράφηκε ενώ βρισκόταν στην κατοχή του εφεσείοντος, επιβλήθηκε πενταετής φυλάκιση η οποία δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην δε πρόσφατη υπόθεση Petrica v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/12 ημερ. 28.03.13 ποινή φυλάκισης 2 ετών που επιβλήθηκε σε 2 κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου κατά τη διάρκεια νύχτας και κλοπής μειώθηκε κατόπιν προβληματισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο σε 15 μήνες. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ μέσα από τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ότι η αξιόποινη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε εδραζόταν σε οργανωμένο σχέδιο που αυτός κατάρτισε και έθεσε σε εφαρμογή. Αυτός είναι ένας επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να εισέλθει στο Εθνογραφικό Μουσείο Πάφου σε χρονική στιγμή που αυτό ετοιμαζόταν να ολοκληρώσει τη λειτουργία του στο κοινό για εκείνη την ημέρα και δεν υπήρχε κανένας πελάτης ή άλλο άτομο εκτός από την υπάλληλο όπου την έπεισε να παρατείνει την ώρα λειτουργίας του μουσείου δήθεν λόγω τελευταίας στιγμής άφιξης τουριστών σε συνδυασμό με την ενέργεια του να προφασιστεί ότι χρειαζόταν νερό να πιεί ως πρόφαση για να απομακρύνει την μοναδική υπάλληλο από το χώρο όπου προφανώς γνώριζε ότι υπήρχαν χρήματα με σκοπό να τα κλέψει, πράγμα που έπραξε ενεργώντας αστραπιαία, κάθε άλλο στιγμιαία αντίδραση φανερώνει. Αντίθετα αυτό που αναμφίβολα δείχνει είναι ένα εκπονημένο σχέδιο που τέθηκε σε εφαρμογή την κατάλληλη στιγμή και με επιτυχία υλοποιήθηκε. Εξίσου σχεδιασμένη συμπεριφορά επιδείχτηκε από τον κατηγορούμενο και στην περίπτωση της τσάντας που κλάπηκε μαζί με το περιεχόμενο της. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να δράσει τη στιγμή που η ιδιοκτήτρια της την άφησε για λίγο σε καναπέ φυτωρίου και μετέβηκε στην κουζίνα δείχνει ότι ο κατηγορούμενος ήταν γνώστης της κατάστασης που δημιουργήθηκε εκείνη τη στιγμή, την οποία και εκμεταλλεύτηκε. Η δε ενέργεια του να πετάξει αργότερα την τσάντα σε ανοικτό δρόμο δίπλα από τον παλαιό δρόμο παρά την Τίμη δείχνει ένα επιμελή τρόπο δράσης από μέρους του κατηγορουμένου. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικό στοιχείο το είδος και την ποικιλία των αντικειμένων που κλάπηκαν καθώς επίσης και την συνολικά μεγάλη αξία της κλαπείσας περιουσίας, πράγμα που παράλληλα σημαίνει ότι προκλήθηκε ταλαιπωρία και αντίστοιχη ζημιά στους ιδιοκτήτες της, στοιχεία που σε σχέση με την κλοπιμαία περιουσία που ουδέποτε επιστράφηκε, παρέμειναν μόνιμα. Η κλοπή χρημάτων σε μετρητά, μίας τσάντας, μίας βιντεοκάμερας, ενός ζεύγους γυαλιά ηλίου, συνολικής αξίας €2.200,00 καθώς και δύο δελτία ταυτότητας αλλά και μία άδεια οδήγησης δείχνει το είδος, την ποικιλία, την αξία, βαθμό αλλά και την έκταση της κλοπιμαίας περιουσίας. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος επωφελήθηκε οικονομικά μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του εις βάρος των ιδιοκτητών των αντικειμένων που κλάπηκαν ενώ παράλληλα η μη επιστροφή της κλαπείσας περιουσίας δημιουργεί στοιχείο μόνιμης ζημιάς στους νόμιμους δικαιούχους της. Περαιτέρω δεν παραγνωρίζεται το πλούσιο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, το οποίο έχει αναλυτικά σημειωθεί πιο πάνω. Αυτό που φαίνεται μέσα από αυτό είναι ότι ο κατηγορούμενος επανέλαβε τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων που στο παρελθόν είχε διαπράξει με μεγάλη συχνότητα από τον Ιούλιο 2000 μέχρι τον Αύγουστο 2008, γεγονός που αποτελεί ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους νόμους της πολιτείας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Χατζηνικολάου v. Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63). Το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου φανερώνει διαχρονική ροπή του κατηγορούμενου στη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων όπως διάρρηξης, κλοπής, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης χρημάτων και εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών και επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Παράλληλα δείχνει την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από τέτοιου είδους επαναλαμβανόμενες αξιόποινες συμπεριφορές. Βέβαια το Δικαστήριο γνωρίζει ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν οδηγούν στην τιμωρία του παραβάτη για δεύτερη φορά αλλά να επηρεάσουν το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Κυπριανίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246 και Περικλέους v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.02.96). Δυστυχώς το πλούσιο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δεν αφήνει κανένα περιθώριο στο Δικαστήριο να επιδείξει επιείκεια προς το πρόσωπο του. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Την συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και την ομολογία όλης της αξιόποινης συμπεριφοράς του βοηθώντας έτσι στην εξιχνίαση των υποθέσεων. (β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο. (γ) Την απολογία του στο Δικαστήριο. (δ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα το ότι: · Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών, άγαμος και άνεργος. · Είναι πατέρας ενός κοριτσιού ηλικίας 9 ετών από προηγούμενη σχέση του με το παιδί από την ηλικία των 5 μηνών να βρίσκεται υπό τη νομική φροντίδα της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και να είναι τοποθετημένο σε ανάδοχη οικογένεια. · Τον τελευταίο χρόνο το παιδί αυτό δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί με τον κατηγορούμενο. · Ο κατηγορούμενος προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης με τους γονείς του να χωρίζουν όταν ο ίδιος βρισκόταν σε νεαρή ηλικία. · Ο πατέρας του μετά από προβλήματα υγείας απεβίωσε τον Απρίλιο 2012 ενώ η μητέρα του είναι άνεργη και συντηρείται οικονομικά από τη σύνταξη χηρείας που λαμβάνει από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. · Ο μικρότερος αδελφός του παρουσιάζει επίσης προβλήματα υγείας ενώ είναι και αυτός άνεργος. · Η συμβία του κατηγορουμένου είναι διαζευγμένη, μητέρα δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας 7 και 8 ετών αντίστοιχα και λήπτρια δημοσίου βοηθήματος. · Ο κατηγορούμενος δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα και αποταμιεύσεις αλλά ούτε και χρέη, ενώ δεν διαθέτει εις το όνομα του οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία. · Ο κατηγορούμενος πήρε απαλλαγή από τη στρατιωτική του θητεία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε. · Σε ηλικία των 20 ετών ο κατηγορούμενος άρχισε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. · Αρκετές φορές χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο Αθαλάσσας λόγω επιδείνωσης της ψυχολογικής του κατάστασης. · Στις Κεντρικές Φυλακές όπου κρατείται παρακολουθείται από ψυχίατρο καθότι παρουσιάζει τάσεις αυτοκτονίας. Όπως προκύπτει πιο πάνω οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου σαφώς είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ωστόσο θα πρέπει να τονιστεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω της ροπής που φαίνεται να υπάρχει από μέρους του κατηγορουμένου στη διάπραξη τους αλλά και λόγω της έξαρσης των αδικημάτων αυτών, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Τα δε οικονομικά προβλήματα που κάποιος αντιμετωπίζει δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ελαφρυντικός παράγοντας που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών (Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερ. 26.03.13). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει από τις συνθήκες διάπραξης τους καθώς και από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών με σκοπό την προστασία του κοινωνικού συνόλου λόγω της ροπής που ο κατηγορούμενος παρουσιάζει στη διάπραξη τέτοιων σοβαρών αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον εν λόγω κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής σε συνδυασμό με την ανάγκη προστασίας του κοινού από την τάση του κατηγορούμενου να διαπράττει συχνά σοβαρά αδικήματα, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 18 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο δεν μένει απαθή μπροστά στα ψυχικά προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει καθώς και τις τάσεις αυτοκτονίας που επιδεικνύει, τα οποία και έλαβε σοβαρά υπόψη. Ωστόσο τα προβλήματα αυτά μπορούν κατάλληλα να αντιμετωπιστούν και να θεραπευτούν στις Κεντρικές Φυλακές σε συνεννόηση και συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Το ότι ο κατηγορούμενος ήδη βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές και παρακολουθείται από ψυχίατρο καθώς επίσης υποβάλλεται σε σχετική θεραπεία είναι γεγονός που επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Ο κατηγορούμενος δύναται από τις κεντρικές φυλακές να συνεχίσει να παρακολουθείται από ψυχίατρο και παράλληλα χωρίς πρόβλημα να ολοκληρώσει με επιτυχία το πρόγραμμα με επιτυχία θεραπείας του. Εν πάση περιπτώσει, όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που τους επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Η έκτιση της ποινής του κατηγορουμένου θα αρχίσει από τις 18.02.15, δηλαδή από την ημερομηνία που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση. Στην επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπόψη η ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 8750/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Κλοπή -Είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο