Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. SCOTT BRIERLEY κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14467/11, 11/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14467/11 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v
- SCOTT BRIERLEY
- THOMAS REECE SEARLE Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 11/03/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Περγαντή. Για τον Κατηγορούμενο 2 : κ Αλ. Αλεξάνδρου. Κατηγορούμενος αρ. 2: παρόν. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν σύμφωνα με το κατηγορητήριο από κοινού, τη κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1), τη κατηγορία της διάρρηξης καταστήματος (κατηγορία 2), τη κατηγορία της κλοπής (κατηγορία 3) και την κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς (κατηγορία 4). Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ενοχή στις πιο πάνω κατηγορίες. Σε κάποιο στάδιο και πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η κατηγορούσα αρχή καταχώρησε αναστολή της ποινικής δίωξης εναντίον του 1ου κατηγορούμενου και αυτός απαλλάγηκε από τις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετώπιζε και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση μόνο για τον 2ον κατηγορούμενο (από τώρα και στο εξής «ο κατηγορούμενος») Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 6 μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον Αστ. 726 Ι. Παναγή (Μ.Κ.1), τον Γ/Αστ. 3933 Ε. Ανδρέου (Μ.Κ.2), τον κ. Scott Brieley (πρώην συγκατηγορούμενο ως Μ.Κ.3), τον κ. Kιρον Γουεικ (Μ.Κ.4), τον Λοχ. 2248 Χ.Νίττη (Μ.Κ.5) και τον Αστ. 1814 Σ. Παφίτη (Μ.Κ.6). Επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε και το τεκμήριο Α ως παραδεκτό γεγονός, το οποίο αποτελεί τη γραπτή κατάθεση κάποιου κ. Μιχάλη Τσαμαδού. Το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Επίσης, δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες κατηγορίας έχει ως ακολούθως: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης και ανέφερε τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως περιήλθαν στην αντίληψη του. Όπως προκύπτει από τις αναφορές του, στις 14/06/2010 δέχθηκε καταγγελία από τους Αλεξάντερ Σιακλέιν και Κίρον Γουέικ ότι διαρρήχθηκε το κατάστημα τους με την ονομάσια «MAGIC BOWILING» στην Πόλη Χρυσοχούς. Μετέβηκε στο μέρος όπου διαπίστωσε ότι ο δράστης (ες) πέτυχαν είσοδο - έξοδο από την κύρια αλουμινένια είσοδο την οποία παραβίασαν με αιχμηρό αντικείμενο. Από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης επίσης, διαπίστωσε ότι ένα πρόσωπο απεικονίζεται να διαρρηγνύει και να εισέρχεται στο κατάστημα και να κλέβει. Παρέλαβε την ίδια μέρα από τον τεχνικό Μιχάλη Τσαμαδό ένα ψηφιακό δίσκο που απεικονίζει την πιο πάνω σκηνή και το κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4, το οποίο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασία έπαιξε και τόσο οι διάδικοι όσο και το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να το παρακολουθήσει. Να σημειωθεί επίσης, ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το πρόσωπο που απεικονίζεται στην εν λόγω σκηνή, λόγω της ποιότητας της εικόνας. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 3 ένα φάκελο ο οποίος περιέχει κομμάτια καμένης φανέλας που του παρέδωσε η Γ/Αστ.
- Ανέφερε περαιτέρω, ότι στις 19/06/2010 κατηγόρησε τον 1ον κατηγορούμενο ο οποίος αρνήθηκε ενοχή και στις 09/11/2011 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στην υπόθεση. Κατέθεσε την εν λόγω κατάθεση ως τεκμήριο 5Α και μετάφραση αυτής 5Β. Σε περαιτέρω εξέταση του, είπε ότι ο ίδιος δεν είναι 100% βέβαιος ότι το βίντεο απεικονίζει τον κατηγορούμενο, αλλά όταν πήγε στη σκηνή και είδε το εν λόγω βίντεο με τον διαχειριστή του χώρου Κίρον Γουέικ, ο τελευταίος τον αναγνώρισε. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι η ποιότητα της εικόνας του βίντεο δεν είναι καλή και δεν μπορείς από την εικόνα και μόνο να αναγνωρίσεις το πρόσωπο του δράστη. Η Μ.Κ.2 κατέθεσε ότι εμπλάκηκε στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης στις 16/06/2010 και αναφέρθηκε στις υποδείξεις σκηνών που έγιναν από τον πρώην συγκατηγορούμενο του κατηγορούμενου, καταθέτοντας σχετικό έντυπο το οποίο τις σημείωσε ως τεκμήριο
- Ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος, τόσο σε αυτή όσο και στον Λοχ. 2248, τους υπέδειξε την οδό Ισαάκ και Σολωμού στο Προδρόμι όπου παρέλαβε τον κατηγορούμενο μετά τη διάπραξη της διάρρηξης και όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε: «Εν δαμέ που ήβρα τον Τομ μετά που επήε τζαι έκλεψε το μπόουλιγκ» Ακολούθως, τους υπέδειξε τον κύριο δρόμο Πόλης Χρυσοχούς - Προδρομίου και απάντησε «δαμέ που εν τούτα τα δένδρα που εκατέβηκε ο Τομ κάτω από το αυτοκινήτο μου». Στη συνέχεια τους οδήγησε και τους υπέδειξε την περιοχή φράγματος Ευρέτους στο σημείο όπου ο Τομ Σιέρλι έκαψε τη φόρμα που φορούσε κατά την ώρα της διάρρηξης. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «εν δαμέ που έκρουσε την φανέλλα μου ο Τομ τζαι έτα κομματούθκια που έμειναν καμένα από τη φανέλλα». Ο Μ.Κ.3 ήταν ο πρώην κατηγορούμενος αρ. 1 και συγκατηγορούμενος του κατηγορουμένου και υιοθετώντας την ανακριτική του κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία - τεκμήριο 8 - ανέφερε ότι στις 14/06/2010, το βράδυ, ήταν με τον κατηγορούμενο και κάποιο τρίτο πρόσωπο ονόματι Λώρα και πήγαν σε διάφορες μπυραρίες όπου κατανάλωσαν ποτά. Μετά που έφυγαν - αυτός και ο κατηγορούμενος - από την τελευταία μπυραρία που είχαν πάει, μπήκαν στο αυτοκίνητο του καθότι αυτός δηλαδή ο μάρτυρας ήθελε να πάει στο σπίτι του. Οδήγησε το αυτοκίνητο του και βγήκε σε ένα σημείο πίσω από το μπόουλινγκ όπου ο κατηγορούμενος του είπε να σταματήσει αλλά δεν το έπραξε διότι το όχημα του κάνει θόρυβο και συνέχισε όπου βγήκε μπροστά από το μπόουλινγκ όπου του είπε ο κατηγορούμενος να σταματήσει. Αυτός νόμιζε ότι ήθελε να κατουρήσει και σταμάτησε απέναντι από το μπόουλινγκ στην απέναντι πλευρά του δρόμου όπου είχε δένδρα. Αφού ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το όχημα του, αυτός προχώρησε περίπου εκατό μέτρα για να στρίψει αφού το σπίτι του κατηγορούμενου ήταν από την αντίθετη κατεύθυνση και όταν επέστρεψε του φώναζε αλλά δεν τον έβλεπε. Προχώρησε πιο μπροστά και επέστρεψε ξανά πίσω για να τον βρει αλλά δεν τον είδε. Προχώρησε άλλα 200 μέτρα προς το Προδρόμι, εκεί που είναι ο δρόμος που περνά πίσω από το μπόουλινγκ και τον είδε να περπατά. Σταμάτησε, μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο και του είπε να πάνε σπίτι αλλά ο κατηγορούμενος ήθελε να πάνε στην Πάφο περίπατο. Έστριψε ξανά πίσω και λόγω του ότι δεν είχε βενζίνη σταμάτησαν σε βενζινάδικο στην Πόλη Χρυσοχούς και ο κατηγορούμενος του έδωσε δύο χαρτονομίσματα των πέντε ευρώ και έβαλε βενζίνη. Στη συνέχεια αναφέρει ότι τελικά βενζίνη έβαλε στο Στρουμπί και όχι στην Πόλη Χρυσοχούς. Περιγράφοντας περαιτέρω τη σκηνή την ώρα που κατέβηκε ο κατηγορούμενος στο μπόουλινγκ, ανέφερε ότι αυτός δεν κρατούσε τίποτε στα χέρια του και ότι έκανε περίπου 10 - 15 λεπτά. Επίσης, όταν επέστρεψε δεν είδε να κρατά οτιδήποτε. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, είπε ότι ο κατηγορούμενος φόρεσε μια φόρμα δική του που ήταν στο αυτοκίνητο, είχε κουκούλα και στο κάτω μέρος δύο γραμμές μαύρες ή μπλε. Όταν επέστρεψε ο ίδιος δεν τον ρώτησε τι έκανε και πού ήταν τόση ώρα. Περαιτέρω, αναφέρει ότι όταν πήγαιναν προς Πάφο, ο κατηγορούμενος τον οδήγησε σε ένα χωράφι και εκεί με τον αναπτήρα έκαψε την φόρμα αυτή. Ακολούθως, αναφέρει ότι μετά από μια ώρα περίπου όταν πήγαιναν στην Πάφο από την Πόλη Χρυσοχούς, ο κατηγορούμενος του είπε ότι μπήκε μέσα στο μπόουλινγκ και έκλεψε λεφτά. Δεν του είπε πόσα λεφτά έκλεψε ούτε ο ίδιος ρώτησε πολλά πράγματα διότι δεν ήθελε να ανακατευτεί. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο «MAGIC BOWILING» και όταν έλειπε ο ιδιοκτήτης του, υπεύθυνος του μέρους ήταν αυτός. Στις 14/06/2010 και ώρα τέσσερις παρά είκοσι το απόγευμα πήγε στο πιο πάνω κατάστημα για να το ανοίξει και μπήκε από την πίσω πόρτα. Όταν άνοιξε το ταμείο διαπίστωσε ότι δεν είχε χρήματα μέσα ενώ στο πάτωμα είχε μερικά κέρματα, περίπου πέντε ευρώ. Στη συνέχεια πήγε να ανοίξει την μπροστινή πόρτα και διαπίστωσε ότι ήταν λίγο ανοικτή, είχε σημάδια πάνω στο αλουμίνιο και ήταν στραβωμένη. Μίλησε με την υπεύθυνη που ήταν το προηγούμενο βράδυ και του είπε ότι όταν έκλεισε όλα ήταν εντάξει και από ότι του είπε το ταμείο είχε γύρω στα διακόσια ευρώ σε μετρητά, χαρτονομίσματα και κέρματα. Ο Μ.Κ.5 ήταν μαζί με την Μ.Κ.2 όταν συνόδευσαν τον πρώην κατηγορούμενο 1 και Μ.Κ.3 ο οποίος προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών. Αναγνώρισε το τεκμήριο 3 ως τα υπολείμματα της καμένης φανέλας που τους υπέδειξε ο εν λόγω πρώην κατηγορούμενος και τα οποία παρέλαβε η Μ.Κ.2 και τα έβαλε στο συγκεκριμένο φάκελο. Ο Μ.Κ.6 αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε σε σχέση με τη διακίνηση του ψηφιακού δίσκου, τεκμήριο 4, τον οποίο είπε παρέλαβε από τον Μ.Κ.1 και απέστειλε στο Αρχηγείο Αστυνομίας όπου στην παρουσία του έγινε αναπαραγωγή του οπτικού πλάνου του δίσκου και αντέγραψε από αυτόν δύο εικόνες στις οποίες, όπως είπε, φαίνεται ο κατηγορούμενος. Ο ίδιος είδε είπε τις εν λόγω εικόνες και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που απεικονίζεται σε αυτές. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος προέβηκε στην ακόλουθη ανώμοτη δήλωση: «Εντιμότατε, δεν έχω να κάμω οτιδήποτε με αυτή την υπόθεση». Από όλη την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή προέκυψε να αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων προκύπτουν τα κάτωθι γεγονότα: Μεταξύ των ημερομηνιών 13 - 14/06/2010 παραβιάστηκε η αλουμινένια πόρτα εισόδου του καταστήματος με την επωνυμία «MAGIC BOWLING» που βρίσκεται στο Προδρόμι με αιχμηρό αντικείμενο και ένα πρόσωπο εισήλθε σε αυτό από όπου έκλεψε από το ταμείο το ποσό των €200 περίπου σε κέρματα και χαρτονομίσματα. Πέραν των πιο πάνω δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε άλλο ουσιαστικό γεγονός και το κύριο σημαντικό γεγονός στο οποίο υπήρξε αντιπαράθεση ήταν κατά πόσο το άτομο που εισήλθε εντός του πιο πάνω καταστήματος ήταν ο κατηγορούμενος. Επομένως, απαιτείται να προβώ σε αξιολόγηση ολόκληρης της μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα επί του πιο πάνω ουσιαστικού γεγονότος και άλλων παρεμφερών με αυτό. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή και εφόσον ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός κριθεί αξιόπιστος (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 219/2012, Ημερ. 29/11/2013). Προτού προχωρήσω όμως στην αξιολόγηση ενός εκάστου των μαρτύρων κατηγορίας θεωρώ ορθό στο στάδιο αυτό να αναφέρω ότι, όπως έχει διαφανεί από την όλη ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, η ουσιαστική και σημαντική μαρτυρία που εμπλέκει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη των αδικημάτων, είναι αυτή του Μ.Κ.3 και πρώην συγκατηγορούμενου του γι αυτό θεωρώ ορθό να αξιολογήσω την εν λόγω μαρτυρία τελευταία. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια με απώτερο σκοπό και στόχο να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και περιήλθαν στην κατοχή του καθώς επίσης ανέφερε και τις ενέργειες που ο ίδιος προέβηκε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Κατέθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 3, το οποίο παρέλαβε από την Μ.Κ.2 και το οποίο περιέχει όπως είπε καμένα υπολείμματα της φανέλας που φορούσε ο κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη των αδικημάτων. Το γεγονός ότι τα εν λόγω υπολείμματα είναι αυτά που παρέλαβε από την πιο πάνω μάρτυρα δεν έτυχε αμφισβήτησης. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε είναι κατά πόσο πρόκειται για υπολείμματα καμένης φανέλας και ειδικότερα αυτή που φορούσε ο κατηγορούμενος. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο καθότι από τα υπολείμματα αυτά δεν μπορείς να διακρίνεις και να αντιληφθείς οτιδήποτε. Όπως ανέφερε συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του, στο φάκελο περιέχονται καμένα κομμάτια κάποιου υλικού. Πέραν των πιο πάνω, κατέθεσε στο Δικαστήριο και το cd που λήφθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που υπήρχε στο κατάστημα όπου έγινε η διάρρηξη ως τεκμήριο 4. Η μαρτυρία αυτή που παρουσιάστηκε από το μάρτυρα είναι πραγματική (real evidence) αφού το Δικαστήριο καλείται να παρατηρήσει χώρους, περιστατικά και πρόσωπα και αφού τα αξιολογήσει σύμφωνα με τη κρίση του να καταλήξει σε συμπεράσματα (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελ. 23). Στην παρούσα περίπτωση, το γεγονός ότι επρόκειτο για αυθεντικό βίντεο και ότι απεικονίζει αυτό που ο ηλεκτρονικός υπολογιστής του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης κατέγραψε τη δεδομένη στιγμή, δεν έτυχε αμφισβήτησης ούτε προέκυψε οτιδήποτε που να δείχνει ότι είναι αλλοιωμένο ή παραποιημένο. Μια τέτοια ταινία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία αφού το Δικαστήριο βεβαιωθεί ότι η καταγραφή είναι ακριβής. Αν υπάρχει πιθανότητα ότι υπήρξε επέμβαση πάνω στην καταγραφή ή η καταγραφή είναι πολύ φτωχική ή αδύνατη, τότε δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή (βλ. R v. Maqsud Ali [1966] 1 Q.B. 688, The Statue of Liberty [1968] 2 ALL E.R. 195 και Έπαρχος Λεμεσού v. Στέλιου Γιωργάλλα
(2003)2 Α.Α.Δ. 298). Εν όψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι μπορώ να αποδεκτό το εν λόγω βίντεο. Το ερώτημα όμως, είναι κατά πόσο από το τεκμήριο αυτό μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την εν λόγω ταινία κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Προκύπτει από αυτή και φαίνεται ότι ένα πρόσωπο εισέρχεται στο μπόουλινγκ και μεταβαίνει στο χώρο του ταμείου και αφού φαίνεται να κάνει κάτι στο σημείο εκείνο για κάποιο χρονικό διάστημα ακολούθως κινείται σε άλλο χώρο του καταστήματος. Πέραν τούτου, η ποιότητα της καταγραφής δεν είναι καλή και ούτε μπορεί κάποιος να διακρίνει με βεβαιότητα το πρόσωπο του και τα χαρακτηριστικά του ατόμου αυτού και τι ακριβώς ρούχα φορούσε. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει από αυτό ότι το πρόσωπο που απεικονίζεται είναι ο κατηγορούμενος ή τουλάχιστον με βεβαιότητα ότι επρόκειτο γι αυτόν ούτε τι ρούχα φορούσε λόγο της ποιότητα του, που σύμφωνα και με αυτόν δεν είναι και τόσο καλή. Επομένως, από το τεκμήριο 4 αλλά και από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν μπορεί να προκύψει ή τουλάχιστον με την απαραίτητη βεβαιότητα ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο ούτε τι ρούχα ακριβώς φορούσε το πρόσωπο αυτό. Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 3, το οποίο επίσης αποτελεί πραγματική μαρτυρία. Δεν μπορεί να προκύψει ότι τα καμένα υπολείμματα είναι υπολείμματα φόρμας στην οποία υπήρχαν γραμμές όπως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής. Στο φάκελο αυτό περιέχονται μαύρα, προφανώς καμένα υπολείμματα κάποιου υλικού που δεν μπορεί κάποιος να πει τί ήταν αρχικά. Πόσο μάλλον, αυτά να συνδεθούν με συγκεκριμένα φόρμα και μάλιστα αυτή που φορούσε το άτομο που εισήλθε στο μπόουλινγκ τη στιγμή που ούτε στο βίντεο μπορείς να διακρίνεις αν το άτομο εκείνο φορούσε ένα τέτοιο ρούχο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία και ενέργειες του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω διευκρινήσεις σε σχέση με τα τεκμήρια 3 και 4 από τα οποία δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Η Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στις υποδείξεις σκηνών από τον πρώην κατηγορούμενο 1 και στις ακριβείς αναφορές του οι οποίες καταγράφηκαν στο σχετικό έντυπο - τεκμήριο
- Θεωρώ ότι και η μάρτυρας αυτή ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και την δική της εμπλοκή στην υπόθεση. Τα όσα ανέφερε όμως, προέρχονται από τις αναφορές του πρώην συγκατηγορούμενου και Μ.Κ.3 και αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία και η ίδια δεν έχει ιδία γνώση για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Αποδέχομαι τις ενέργειες και εμπλοκή της στην υπόθεση αλλά δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στα όσα κατέγραψε στο τεκμήριο 7 αφού προέρχονται από τις αναφορές και υποδείξεις του Μ.Κ.3, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου ακολουθεί. Αποδέχομαι επίσης, την αναφορά της ότι η ίδια παρέλαβε τα καμένα υπολείμματα τα οποία συσκεύασε σε φάκελο ο οποίος είναι το τεκμήριο 3 ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο αναγνώρισε. Δεν μπορεί να προκύψει όμως ότι επρόκειτο για καμένη φανέλα με βάση τις εξηγήσεις και αναφορές της οι οποίες φαίνεται να προκύπτουν επίσης από τις αναφορές του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε ως ο υπεύθυνος του καταστήματος μπόουλινγκ όπου έγινε η διάρρηξη και ότι ήταν το πρόσωπο που το διαπίστωσε στις 14/06/2010 το απόγευμα όταν πήγε για να ανοίξει το εν λόγω κατάστημα. Η μαρτυρία του αυτή αλλά και το τι διαπίστωσε δεν έτυχαν αμφισβήτησης και ούτε ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά την αναφορά του Μ.Κ.1 ότι στη σκηνή ο μάρτυρας αυτός αναγνώρισε τον κατηγορούμενο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, ο ίδιος ουδεμία αναφορά κάνει στην κατάθεση του για κάτι τέτοιο και ούτε αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του σε ένα τέτοιο γεγονός. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και τη διαπίστωση του ότι διαρρήχθηκε το συγκεκριμένο υποστατικό καθώς επίσης και το ποσό των χρημάτων που κλάπηκαν. Ο Μ.Κ.5 ήταν μαζί με την Μ.Κ.2 στις υποδείξεις σκηνών από τον Μ.Κ.3 και αναγνώρισε το τεκμήριο 7 ως αυτά που τους είπε και υπέδειξε ο Μ.Κ.
- Αναφορικά με το ζήτημα αυτό και το περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων ισχύουν τα ίδια με τα ανωτέρω που ανέφεραν κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Κ.
- Ο μάρτυρας αυτός επίσης, αναφερόμενος στο τεκμήριο 3 δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το τι ακριβώς ήταν προηγουμένως. Αναφέρθηκε σε ένα στερεό μαύρο αντικείμενο το οποίο έγινε μετά που κάηκε το υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένο. Ο ίδιος υποθέτει, όπως φαίνεται, ότι το υλικό αυτό ήταν ναϊλον - πλαστικό και γι αυτό συμμαζεύτηκε με τη φωτιά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατέληξαν και θεώρησαν τον κατηγορούμενο ως ύποπτο με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 και το περιεχόμενο αυτής. Φάνηκε από τη μαρτυρία του ότι δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε άλλο που να επιβεβαιώνει τον εν λόγω μάρτυρα. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεκτώ τις ενέργειες και εμπλοκή του μάρτυρα στην υπόθεση που ουσιαστικά αφορούσε τις υποδείξεις σκηνών από τον Μ.Κ.
- Πέραν τούτου, δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε άλλη βαρύτητα σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του αφού δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά κάτι άλλο σε σχέση με την υπόθεση αυτή και ειδικότερα στις αναφορές του ότι η φόρμα επιβεβαιώθηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Ουσιαστικά και ο ίδιος ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι η μόνη μαρτυρία που είχαν ήταν η κατάθεση του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.6 ουσιαστικά αναφέρθηκε στη διακίνηση τεκμήριων και ειδικότερα στο τεκμήριο 4, που εν πάσει περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε ότι επρόκειτο γι αυτό που λήφθηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του μπόουλινγκ, αλλά αντιθέτως δηλώθηκε και ως παραδεκτό γεγονός. Εκείνο στο οποίο ο μάρτυρας αυτός έτυχε αντεξέτασης ήταν σε μια αναφορά του ότι στο βίντεο απεικονίζεται ο κατηγορούμενος. Ενώ αρχικά είπε ότι σε αυτό απεικονίζεται ένα πρόσωπο στην πορεία και ερωτούμενος αν ο ίδιος αναγνωρίζει σε αυτό τον κατηγορούμενο απάντησε καταφατικά χωρίς όμως να δώσει περισσότερες εξηγήσεις για το πως καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του εν λόγω βίντεο, την κακή ποιότητα της εικόνας και ότι δεν είναι ευδιάκριτο το πρόσωπο του ατόμου που εισέρχεται στο χώρο του μπόουλινγκ καθώς επίσης και τι ρούχα ακριβώς φορεί, δεν είναι δυνατό με αυτή τη γενική και αόριστη δήλωση του, με τον τρόπο μάλιστα που προέκυψε, να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι πράγματι ο μάρτυρας αυτός είναι σε θέση να αναγνωρίσει από το βίντεο και μόνο και χωρίς άλλες επεξηγήσεις τον κατηγορούμενο. Επομένως, δεν μπορώ να αποδεκτώ ούτε και να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην αναφορά του αυτή. Ο Μ.Κ.3 και πρώην συγκατηγορούμενος του κατηγορουμένου, με τη μαρτυρία του ενοχοποιεί τον κατηγορούμενο και ουσιαστικά είναι η θέση του ότι είναι αυτός ο οποίος εισήλθε στο μπόουλινγκ και διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται περιγράφοντας τον τρόπο που το έπραξε καθώς επίσης και το τί ακολούθησε αυτού. Κατ' αρχή θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν συγκατηγορούμενος του κατηγορούμενου αντιμετωπίζοντας τις ίδιες κατηγορίες και μετατράπηκε σε μάρτυρα κατηγορίας αφού η ποινική δίωξη εναντίον του διακόπηκε και αυτός απαλλάγηκε των κατηγοριών. Επομένως, ο μάρτυρας αυτός είναι συνεργός και συναυτουργός και η μαρτυρία του θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με πολλή προσοχή. Έχω υπόψη μου ότι η αξιοπιστία ενός τέτοιου μάρτυρα κρίνεται με βάση τα ίδια κριτήρια όπως άλλων μη συνεργών μαρτύρων (βλ. R v. Jones
(2004)1 Cr. App. R. 160) αλλά στην περίπτωση μιας τέτοιας μαρτυρίας το Δικαστήριο θα πρέπει να την αντιμετωπίζει με ύψιστη προσοχή και επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται για τους κινδύνους αποδοχής της αναζητώντας προς τούτο ενισχυτική μαρτυρία. Αυτό θα πρέπει να γίνει όμως στην περίπτωση που ένας τέτοιος μάρτυρας φαίνεται αξιόπιστος. (βλ. Γερμανός και Άλλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 218/11, Ημερ. 19/07/2013 και Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων v. Δημοκρατίας (Αρ.2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα αυτό με πολλή προσοχή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχω διεξέλθει του περιεχομένου της μαρτυρίας του. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και η όλη εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο παρουσιάζει κενά, αδυναμίες και θέσεις και ισχυρισμούς που δεν μπορούν να σταθούν στη λογική. Επίσης, σε διάφορα μέρη της μαρτυρίας του δεν απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν λέγοντας ότι δεν έχει να πει κάτι, στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός ισχυρίζεται ότι σταμάτησε το αυτοκίνητο του έξω από το μπόουλινγκ όπου κατέβηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος από ότι του είπε μετά διέρρηξε και έκλεψε το εν λόγω κατάστημα. Ο ίδιος τον ανέμενε έξω και περιφερόταν στο σημείο χωρίς να μπορεί να τον εντοπίσει πού ήταν και τί έκανε και όταν τον εντόπισε, επιβιβάστηκε εκ νέου στο αυτοκίνητο και οδήγησε προς Πάφο για να πάνε περίπατο όπως του είπε ο κατηγορούμενος. Βασική του θέση και εκδοχή είναι ότι ο ίδιος είχε άγνοια για το τί έκανε τόση ώρα στο σημείο που τον κατέβασε, παρόλο που άργησε να επιστρέψει δεν διερωτήθηκε πού ήταν και τι έκανε, δεν τον ρώτησε για να μάθει διότι δεν ήθελε να γνωρίζει και ο ίδιος ουσιαστικά προσπάθησε να καταδείξει ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή και σχέση με το τί ο κατηγορούμενος έκανε. Επίσης, διακρίνεται μέσα από την κατάθεση του ότι περιγράφει αποσπασματικά κάποια γεγονότα και όπως προκύπτει κατ΄ επιλογή και αυτά που δεν θα ενοχοποιούσαν τον ίδιο. Δεν αναφέρει τα γεγονότα με τη σειρά που κατ' αυτόν έλαβαν χώρα και ειδικότερα θυμάται σε κάποιο μέρος της κατάθεσης του να αναφερθεί και στο κάψιμο της φανέλας του από τον κατηγορούμενο, γεγονός το οποίο θα έπρεπε να το αναφέρει ευθύς εξ' αρχής. Επίσης, προσπαθεί να δικαιολογήσει την μετάβαση του στο χώρο όπου κατ' αυτόν ο κατηγορούμενος έκαψε τη φανέλα του, λέγοντας ότι τον καθοδηγούσε ο κατηγορούμενος χωρίς πάλι ο ίδιος να γνωρίζει για ποιο λόγο τον οδηγεί στο σημείο αυτό. Περαιτέρω, ο ίδιος προσπαθεί να δικαιολογήσει τη μη παρέμβαση του στο κάψιμο της φανέλας του προβάλλοντας διάφορες εκδοχές, αρχικά ότι νόμιζε ότι ο κατηγορούμενος αστειευόταν και ύστερα ότι δεν πρόλαβε να τον ανακόψει. Ακόμη και μετά από αυτό δεν διερωτάται γιατί ο κατηγορούμενος να το κάνει αφού όπως προκύπτει μαθαίνει για τη διάρρηξη από τον κατηγορούμενο μετά από το γεγονός αυτό. Περαιτέρω, ακόμη και όταν του λέει τί έκανε πάλι δεν ρωτά οτιδήποτε προβάλλοντας τη θέση ότι δεν ήθελε να γνωρίζει και πολλά. Όλα αυτά που ουσιαστικά σκιαγραφούν την όλη εκδοχή του, δεν αφήνουν περιθώρια αποδοχής της. Δεν πρόκειται για την περίπτωση ενός συναυτουργού ο οποίος αναλαμβάνει το δικό του μερίδιο ευθύνης και παράλληλα ενοχοποιεί και άλλο πρόσωπο που συμμετείχε στη διάπραξη του αδικήματος. Εδώ πρόκειται για συναυτουργό ο οποίος όμως αρνείται κάθε εμπλοκή και γνώση που όπως περιέγραψε τα γεγονότα ότι εκτυλίχθηκαν, δεν μπορεί να σταθεί στη λογική, πέραν των υπόλοιπων προβλημάτων στην μαρτυρία του. Ενδιατρίβοντας περαιτέρω σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας του, διαπιστώνονται τα κάτωθι: Δεν σταμάτησε λέει το αυτοκίνητο του πίσω από το μπόουλινγκ διότι αυτό έκανε θόρυβο πολύ και εκεί είχε κατοίκους. Αφού δεν γνώριζε τι θα έκανε ο κατηγορούμενος, πού θα πήγαινε, πόση ώρα θα έκανε τί τον εμπόδιζε να σταματήσει εκεί για να δει για ποιο λόγο ήθελε να σταματήσει το όχημα του; Λέει επίσης ότι νόμιζε ότι ήθελε να κατουρήσει. Γιατί δεν τον ρώτησε κατ' αρχή για ποιο λόγο ήθελε να σταματήσει και πού θα πήγαινε; Και αν ακόμη έτσι έγινε γιατί δεν τον ανέμενε στο όχημα του στο σημείο μέχρι να επιστρέψει και άρχισε να περιφέρεται με αυτό στην περιοχή; Μήπως, ο ίδιος είχε γνώση για το τί θα έκανε, πάντοτε βέβαια σύμφωνα με την εκδοχή του, και μετακινήθηκε για να μην εντοπιστούν από κάποιο περαστικό; Αν είναι έτσι γιατί δεν το λέει ξεκάθαρα στην κατάθεση του και να επωμιστεί και ο ίδιος τις ευθύνες που του αναλογούν; Ή μήπως ουδέποτε έλαβε χώρα ένα τέτοιο περιστατικό όπως ακριβώς το περιγράφει; Προσπάθησε να αναγνωρίσει το τεκμήριο 3 ότι είναι η καμένη φανέλα του και είπε ότι είναι το μανίκι της διότι είχε γραμμές πάνω. Δεν θυμόταν τι γραμμές είχε και αν είναι μαύρες ή μπλε. Δεν ξέρω πώς να το πω είπε ούτε θυμάται. Ούτε θυμάται αν είδε φερμουάρ στο τεκμήριο 3. Ούτε θυμάται αν τον ρώτησε γιατί έκαιγε τη φόρμα του. Επίσης, φάνηκε να μην θέλει να αναφέρει τις σχέσεις που είχε με τον κατηγορούμενο και γενικά ότι δεν είχαν σχέσεις. Αντεξεταζόμενος, να πει για ποιο λόγο δεν λέει από την αρχή στην κατάθεση του ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε από το μπόουλινγκ και το λέει στο τέλος δεν μπορεί να δώσει μια σαφή απάντηση και όταν του υποβάλλεται ότι ο λόγος είναι διότι αυτό δεν είναι αλήθεια η απάντηση του ήταν ότι δεν έχει να πει τίποτε. Δεν ρωτά τον κατηγορούμενο πού θα πήγαινε όταν σταμάτησε ούτε όταν επέστεψε στο αυτοκίνητο πού ήταν. Η εξήγηση που δίνει είναι ότι δεν ρωτά κανένα τι κάνει και γιατί το κάνει. Επίσης, σε σχέση με τη φόρμα του που ήταν στο αυτοκίνητο, είπε ότι πριν κατεβεί ο κατηγορούμενος τη φόρεσε διότι ήταν με την κοντομάνικη αλλά πάλι δεν τον ρώτησε γιατί το κάνει αυτό λέγοντας «γιατί να τον ρωτήσω, δεν το ρώτησα». Περαιτέρω, δεν δίνει οποιαδήποτε απάντηση για ποιο λόγο δεν αναφέρει το όλο θέμα με τη φανέλα από την αρχή στην κατάθεση του και το θυμάται μετά λέγοντας δεν έχω απάντηση. Όταν επίσης, του υποβάλλεται ότι επινόησε αυτή την ιστορία με την φανέλα διότι φοβήθηκε μήπως τον ανακαλύψουν μετά από έρευνα της Αστυνομίας για το τι ρούχα φορούσε ο δράστης, πάλι δεν είχε απάντηση να δώσει. Όταν ερωτάται για τις συνθήκες που περιέγραψε ότι έλαβαν χώρα όταν ο κατηγορούμενος έκαψε τη φανέλα οι απαντήσεις του ήταν αόριστες, γενικές και αντιφατικές. Δεν θυμάται είπε αν είπε κάτι στον κατηγορούμενο πριν την κάψει, δεν τον ρώτησε γιατί θα το έκανε ούτε ξέρει γιατί την έκαψε και όταν του υποβάλλεται ότι είναι αυτός που την έκαψε απάντησε ότι δεν έχει να απαντήσει σε άλλες ερωτήσεις. Ερωτούμενος να καθορίσει πότε του είπε ο κατηγορούμενος ότι έκλεψε απάντησε μετά, δεν θυμόταν πόσο χρόνο μετά, ότι πρέπει να ήταν μια ώρα μετά όπως λέει στην κατάθεση του. Τέλος, όταν του υποβάλλεται ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος ήταν μαζί του στο αυτοκίνητο και ότι ουδέποτε του ζήτησε να σταματήσει στο μπόουλινγκ είπε πάλι δεν απαντώ. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν εντελώς αναξιόπιστος και δεν έχω κανένα ενδοιασμό να απορρίψω την μαρτυρία του και απορρίπτεται στην ολότητα της. Δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα προσπαθώντας, τόσο μέσα από την κατάθεση του όσο και από την μαρτυρία του, να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο αποποιούμενος οποιαδήποτε ενδεχόμενη ευθύνη φέρει και ο ίδιος. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος πρόεβηκε στην ανωτέρω αναφερόμενη ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου ούτε να προβώ σε οποιαδήποτε συμπεράσματα. Η αθωότητα του ή όχι είναι κάτι που θα διαφανεί από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται και η γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. τεκμήρια 5Α και 5Β). Σε αυτή ουσιαστικά αναφέρει ότι δεν έχει ιδέα για την παρούσα υπόθεση και τον Μ.Κ.3 δεν τον ξέρει σαν φίλο αλλά του μίλησε μερικές φορές και τον συνάντησε όλες και όλες τρεις φορές στη ζωή του και η μια ήταν στο μπόουλινγκ αλλά δεν γνωρίζει αν αυτό ήταν στις14/06/2010. Επίσης, στο μπόουλινγκ πήγε δύο με τρεις φορές και επίσης δεν συγκατατέθηκε να δώσει τα αποτυπώματα του. Έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης δεν μπορώ να δώσω σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή του στην υπόθεση και αναφέρει τις σχέσεις που είχε με τον Μ.Κ.3 και άλλα πρόσωπα που δεν προκύπτει από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Επίσης, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αναφορά η οποία να συνιστά παραδοχή ή τουλάχιστον δήλωση ενάντια στα συμφέροντα του η οποία θα μπορούσε να συνυπολογιστεί με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία. Ούτε από την άρνηση του να δώσει τα αποτυπώματα του μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα. Ως εκ τούτου δεν θα δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε οποιοδήποτε μέρος της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση γραπτών καταθέσεων παραπέμπω στις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359 και Φίλιππος Κωνσταντινίδης v. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος, πέραν του ότι στις 13-14/06/2010, διαρρήχθηκε το υποστατικό με την ονομασία «MAGIC BOWLING» που βρίσκεται στο Προδρόμι από κάποιο πρόσωπο παραβιάζοντας την μπροστινή αλουμινένια πόρτα προκαλώντας της ζημιά και ότι κλάπηκε από το ταμείο αυτού το ποσό των €200 περίπου σε χαρτονομίσματα και κέρματα, δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε άλλο εύρημα πραγματικού γεγονότος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωµοτεί µε άλλο να διαπράξει κακούργηµα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε µέρος του κόσµου η οποία αν διενεργόταν στη ∆ηµοκρατία θα ήταν κακούργηµα και η οποία είναι ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τους νόµους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήµατος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειµένου για κακούργηµα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Έχει αναφερθεί στην Αbdebraouf Ben Abdallah Gani v. Της Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου αλλά και του άρθρου 372 που αφορά τη συνομωσία προς διάπραξη πλημμελήματος, ενσωματώνουν την έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Επίσης, προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Περαιτέρω, η συνομωσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (men rea) και για τούτο, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R v. Thompson, 50 Cr. App. R.1) (βλ. Παντελής Λαζάρου κ.α v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). To άρθρο 294(α) του Ποινικού Κώδικα έχει ως ακολούθως: «294. Όποιος— (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε σχολικό κτίριο, κατάστημα, αποθήκη, γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνορεύει με κατοικία και που κατέχεται μαζί με αυτό όμως δεν αποτελεί τμήμα της και διαπράττει κάποιο κακούργημα σε αυτά· ή (β) ........................... είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Το δε άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «. 255.—
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη. Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου καταδεικνύουν ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι τα ακόλουθα: α) Πρόσωπο που αποκτά κατοχή και αποκομίζει γεωργική εσοδεία β) χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη γ) με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, και δ) με πρόθεση να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτήν. Τέλος, παραπέμπω στις πρόνοιες του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς το οποίο αναφέρει «Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές:» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα του Δικαστηρίου και την πιο πάνω νομική πτυχή είναι φανερό ότι δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε σύνδεση του κατηγορούμενου με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Βασικά, δεν έχει προκύψει από αξιόπιστη μαρτυρία ως πραγματικό γεγονός ότι το άτομο το οποίο διέρρηξε και έκλεψε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό από το πιο πάνω αναφερόμενο υποστατικό προκαλώντας και ζημιά στην αλουμινένια πόρτα εισόδου, ήταν ο κατηγορούμενος. Ούτε έχει προκύψει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος συνωμότησε με τον Μ.Κ.3 να προβούν στην διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος αρ. 2, αθωώνεται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.) ............... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο