← Κύπρος

Athinodorou Beton Ltd ν. DECO SWIMMING POOLS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18326/12, 5/3/2015

Athinodorou Beton Ltd ν. DECO SWIMMING POOLS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18326/12, 5/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18326/12 Athinodorou Beton Ltd, από την Πάφο v.

  1. DECO SWIMMING POOLS LTD
  2. IVICA FICEKOVA
  3. Θεόδουλος Παλαμάς Κατηγορουμένων ____________________________ Ημερομηνία: 05.03.2015 Για Παραπονούμενους: κ Ν. Μάντης Για τον Κατηγορούμενο 3 : κ Γ. Κωνσταντίνου με κ Μ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος 3: παρών ____________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει δύο αδικήματα που αφορούν την έκδοση ισάριθμων επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 20(β) και 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης και έκτης κατηγορίας του τροποποιημένου κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος 3 στις 24.7.09 στη Λεμεσό υπό την ιδιότητα του ως εκδότης και/ή υπογραφέας παρείχε συνδρομή και/ή παρακίνησε την πρώην κατηγορούμενη 1 στην έκδοση των επιταγών με αρ. 20146058 και 20146059 της Emporiki Bank ημερομηνίας 30.8.09 και 30.9.09 για τα ποσά των €10.000 και €14.368 αντίστοιχα, οι οποίες με την εμφάνιση τους εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους και/ή λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε και δεν εξοφλήθηκαν εντός 15 ημερών από την ημερομηνία παρουσιάσεως τους. Η υπόθεση όσον αφορά τους πρώην κατηγορούμενους 1 και 2 αποσύρθηκε καθώς δεν κατέστη δυνατή η επίδοση του κατηγορητηρίου και ως εκ τούτου οι πρώην κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάχθηκαν. Προς απόδειξη της υπόθεσης των παραπονουμένων κατέθεσαν τέσσερεις συνολικά μάρτυρες, ήτοι ο Γ. Μαλακτός (ΜΚ1), ο Α. Χαραλάμπους (ΜΚ2), η Ν. Παπαδοπούλου (ΜΚ3) και ο Π. Ποτονίδης (ΜΚ4). Περαιτέρω, κατατέθηκε εκ συμφώνου αντίγραφο διορισμού δικηγόρου από την πρώην κατηγορούμενη 1 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 3382/10 Ε.Δ. Πάφου ως Τεκμήριο 18 και αντίγραφο της πρώτης σελίδα του κλητηρίου εντάλματος της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής ως Τεκμήριο 19. Δηλώθηκε δε ως παραδεκτό γεγονός από τους συνηγόρους των διαδίκων και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι τα Τεκμήρια 18 και 19 είναι αντίγραφα τα οποία έχουν ληφθεί από τον φάκελο που τηρείται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σε σχέση με την αγωγή αρ. 3382/10 και ότι εντός του φακέλου του Δικαστηρίου που αναφέρεται πιο πάνω δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να εξουσιοδοτεί τον κατηγορούμενο 3 όπως υπογράψει για λογαριασμό της εταιρείας DECO SWIMMING POOLS LTD (πρώην κατηγορούμενης 1). Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου 3 και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος 3 επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( Ζαβρού v.Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447, και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα Ο ΜΚ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Τεκμήριο 1) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είναι υπεύθυνος εισπράξεων των παραπονουμένων και το πρόσωπο που παρέλαβε τις επίδικες επιταγές. Οι παραπονούμενοι κατά τα έτη 2008 και 2009 προμήθευσαν την πρώην κατηγορούμενη 1 με έτοιμο σκυρόδεμα. Ο κατηγορούμενος 3 καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας των δύο εταιρειών ήταν ο μόνος αντιπρόσωπος της πρώην κατηγορούμενης 1 και το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο ο ίδιος επικοινωνούσε για τις οφειλές της πρώην κατηγορούμενης
  1. Στις 24.7.09 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 3 , ο οποίος του παρέδωσε προς πληρωμή των οφειλών της πρώην κατηγορούμενης 1 τις επίδικες επιταγές, ήτοι τις επιταγές της Emporiki Bank (στο εξής η «τράπεζα») με αρ. 20146058 για το ποσό των €10.000 (Τεκμήριο 6) και με αρ. 20146059 για το ποσό των €14.368 (Τεκμήριο 7). Οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν στην Emporiki Bank προς πληρωμή, η μεν πρώτη (Τεκμήριο 6) στις 31.8.09, η δε δεύτερη (Τεκμήριο 7) στις 30.9.
  2. Οι επίδικες επιταγές δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και λόγω του ότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν παγοποιήθηκε και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Ο κατηγορούμενος 3 είχε τον πλήρη έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης 1 και του τραπεζικού λογαριασμού της, πράγμα το οποίο προκύπτει από την επιστολή ημερομηνίας 8.11.10 (Τεκμήριο 5) την οποία απέστειλε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου 3 στους δικηγόρους των παραπονουμένων και στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε τον έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης
  3. Επίσης, αυτό προκύπτει και από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.6.11 (Τεκμήριο 9) που υπέγραψε ο κατηγορούμενος 3 στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 3382/10 που καταχωρήθηκε από τους παραπονούμενους εναντίον της πρώην κατηγορούμενης
  4. Περαιτέρω, πληροφορήθηκε από υπάλληλο της τράπεζας ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν το μοναδικό πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να χρησιμοποιεί τον επίδικο λογαριασμό εντός του
  5. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το μοναδικό πρόσωπο που έδιδε παραγγελίες και επικοινωνούσε με τους παραπονούμενους για λογαριασμό της πρώην κατηγορούμενης 1 ήταν ο κατηγορούμενος
  6. Τέλος, ανέφερε ότι οι παραπονούμενοι δεν διέθεταν στοιχεία επικοινωνίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου πέραν του κατηγορούμενου
  7. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι παραπονούμενοι εργοδοτούν γύρω στα 50-70 πρόσωπα και τις παραγγελίες που γίνονται προς τους παραπονούμενους τις λαμβάνει το τμήμα παραγγελιών. Ο ίδιος δεν λαμβάνει παραγγελίες, από έλεγχο ωστόσο που διενήργησε στο αρχείο είναι σε θέση να γνωρίζει ότι για λογαριασμό της πρώην κατηγορούμενης 1 τις παραγγελίες τις έδιδε ο κατηγορούμενος
  8. Δεν γνωρίζει την ιδιότητα και τη θέση που κατέχει ο κατηγορούμενος 3 στην πρώην κατηγορούμενη 1, ούτε και γνώριζε ότι η πρώην κατηγορούμενη 2 έλαβε από τις 22.5.09 τις μετοχές και τη διεύθυνση της πρώην κατηγορούμενης
  9. Σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 ότι τον οικονομικό έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης 1 τον είχε η πρώην κατηγορούμενη 2, ο ΜΚ1 απάντησε ότι τις επιταγές τις λάμβανε πάντα από τον κατηγορούμενο 3 ο οποίος και έλεγχε τις ημερομηνίες που θα εξαργυρώνονταν οι επιταγές. Στην επισήμανση του κ. Κωνσταντίνου ότι έλεγχε τις ημερομηνίες για να είναι βέβαιος ότι ενεργούσε στα πλαίσια των οδηγιών της πρώην κατηγορούμενης 2, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Τέλος, στην υποβολή του κ. Κωνσταντίνου ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν απλά υπάλληλος της πρώην κατηγορούμενης 1 και υπέγραφε με εξουσιοδότηση και με τις οδηγίες της ιδιοκτήτριας της πρώην κατηγορούμενης 1, ήτοι της πρώην κατηγορούμενης 2, ο ΜΚ1 είπε ότι αυτό που γνωρίζει είναι πως ο κατηγορούμενος 3 έκδιδε και υπέγραφε επιταγές για την πρώην κατηγορούμενη 1 για το μπετόν που αγόραζε από τους παραπονούμενους. Στην επανεξέταση του και μετά από σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των παραπονουμένων, ο ΜΚ1 διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος 3 όταν υπέγραφε επιταγές έλεγχε το βιβλιάριο επιταγών προτού αναγράψει την ημερομηνία πληρωμής τους για να είναι βέβαιος πως θα υπάρχουν χρήματα για να εξοφληθούν. Ο ΜΚ1 σε γενικές γραμμές μου προξένησε θετική εντύπωση και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την αλήθεια. Υπάρχουν ωστόσο μέρη της μαρτυρίας του τα οποία δεν μπορώ να αποδεχθώ για τους λόγους που θα αναφέρω αμέσως πιο κάτω. Ο ΜΚ1 σε διάφορα σημεία της γραπτής κατάθεσης του (Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε τον πλήρη έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης
  10. Αυτές τις αναφορές δεν μπορώ να τις δεχθώ, καθώς αποτελούν την γνώμη ή τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο ΜΚ1 ερμηνεύοντας ουσιαστικά τα Τεκμήρια 5 και
  11. Είναι καλά γνωστό πως οι μάρτυρες καταθέτουν για γεγονότα και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν την γνώμη τους πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν. Δεν μπορώ επίσης να δεχθώ τον ισχυρισμό που προέβαλε ο ΜΚ1, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 3 είχε τον έλεγχο του επίδικου λογαριασμού. Όπως ο ίδιος αναφέρει στην παράγραφο 8 του Τεκμηρίου 1 την εν λόγω πληροφόρηση την έλαβε από υπάλληλο της τράπεζας. Πρόκειται δηλαδή για εξ ακοής μαρτυρία, η οποία ναι μεν δεν αποκλείεται από μόνο τον λόγο ότι είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9), αλλά η βαρύτητα που θα αποδοθεί στην εν λόγω μαρτυρία εξαρτάται από διάφορες περιστάσεις ορισμένες εκ των οποίων μνημονεύονται στο άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στο άρθρο 27
(2)(α) αναφέρεται ως ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας το κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, ενώ στο άρθρο 27
(3)τονίζεται ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Εν προκειμένω δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στο πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, αλλά ο ΜΚ1 αναφέρθηκε αόριστα σε υπάλληλο της τράπεζας. Στην βάση επομένως των πιο πάνω, θεωρώ πως δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη συγκεκριμένη αναφορά του ΜΚ1. Σημειώνω ωστόσο ότι για το ζήτημα του ελέγχου του λογαριασμού έγινε λόγος και από τον ΜΚ2 και θα επανέλθω στο εν λόγω ζήτημα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ1, με εξαίρεση τα σημεία που παραθέτω ανωτέρω, γίνεται αποδεκτή. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Ο ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 14) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπάλληλος της τράπεζας και έχει γνώση του επίδικου λογαριασμού με αρ. 454-40004310-0 που διατηρούσε η πρώην κατηγορούμενη 1 στην τράπεζα και από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Οι επίδικες επιταγές παρουσιαστήκαν στην τράπεζα και σφραγίστηκαν κατά την ημέρα παρουσίασης τους. Δεν τιμήθηκαν ωστόσο διότι δεν υπήρχαν στον λογαριασμό τα απαραίτητα κεφάλαια για να πληρωθούν αλλά και λόγω του ότι ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί αφού η πρώην κατηγορούμενη 1 είχε καταχωρηθεί στο Κ.Α.Π στις 27.7.
  1. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 15Α και 15Β αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμού της πρώην κατηγορούμενης 1 που αφορούν την περίοδο 1.1.09 - 31.12.
  2. Οι επίδικες επιταγές έφεραν την υπογραφή του κατηγορούμενου 3, ο οποίος δυνάμει πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώην κατηγορούμενης 1 ημερομηνίας 11.9.07 (Τεκμήριο 16) ήταν το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να χρησιμοποιεί τον λογαριασμό. Κατά συνέπεια είχε πλήρη γνώση του υπολοίπου του. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι πέραν του κατηγορούμενου 3 δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για τον επίδικο λογαριασμό. Ο επίδικος λογαριασμός ήταν λογαριασμός όψεως με πιστωτικό όριο €40.
  3. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των παραπονουμένων, ο ΜΚ2 απάντησε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονται μηνιαίως και η συνήθης διαδικασία που ακολουθεί η τράπεζα είναι να αποστέλλονται στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας στις περιπτώσεις νομικών προσώπων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θυμόταν τη διεύθυνση στην οποία αποστέλλονταν οι καταστάσεις λογαριασμού. Αναφορικά με το όριο των €40.000 ο ΜΚ2 είπε ότι κατά το 2009 υπήρξαν περιπτώσεις που η πρώην κατηγορούμενη 1 ξεπέρασε σε μεγάλο ή σε μικρότερο βαθμό το όριο των €40.
  4. Κατά την ημερομηνία παρουσίασης της επιταγής (Τεκμήριο 6) την 1.9.09 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €34.313,33 και στις 2.10.09 ημερομηνία παρουσίασης της δεύτερης επιταγής (Τεκμήριο 7) το χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν σε €34.135,
  5. Στις 24.7.09 το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός ήταν €50.922,
  6. Τέλος, ο ΜΚ2 είπε ότι η τράπεζα ενημερώθηκε για τις αλλαγές στους αξιωματούχους και μετόχους της πρώην κατηγορούμενης 1 και μετά τις εν λόγω αλλαγές δεν δόθηκε οποιαδήποτε νέα εξουσιοδότηση. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με το όριο του επίδικου λογαριασμού ανέφερε πως όταν υπάρχει έγκριση από ανώτερη εγκριτική αρχή της τράπεζας, τότε μπορεί να υπάρξει υπέρβαση του ορίου. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου 3 ότι ο επίδικος λογαριασμός για μεγάλη χρονική περίοδο εντός του 2009 (βλ. Τεκμήρια 15Α και 15Β) κινείτο αρκετά πέραν του ορίου των €40.
  7. Βλέποντας τις εν λόγω καταστάσεις προκύπτει πως η πρώην κατηγορούμενη 1 έτυχε έγκρισης για υπέρβαση του ορίου για κάποια συγκεκριμένη περίοδο, δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί ποια ήταν αυτή η περίοδος. Από τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 15Α και 15Β) προκύπτει επίσης ότι από τον 8.09 το χρεωστικό υπόλοιπο περιορίστηκε κάτω από τις €40.
  8. Στη θέση που προβλήθηκε από τον κ. Κωνσταντίνου ότι ο λογαριασμός ουδέποτε περιορίστηκε στο όριο των €40.000 αλλά αυξομειωνόταν φθάνοντας μέχρι και το χρεωστικό υπόλοιπο των €68.000, ο ΜΚ2 είπε πως για να φθάσει ο λογαριασμός μέχρι το εν λόγω υπόλοιπο φαίνεται ότι η τράπεζα το είχε αποδεχθεί. Ωστόσο μπορεί η ανοχή μέχρι του ποσού των €68.000 να δόθηκε για συγκεκριμένη χρονική περίοδο η οποία να παρήλθε και η πρώην κατηγορούμενη 1 να αδυνατούσε να επαναφέρει το λογαριασμό στο εγκεκριμένο όριο. Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 ότι οι επίδικες επιταγές με βάση την πρακτική που ακολουθούσε η τράπεζα θα έπρεπε να πληρωθούν, ο ΜΚ2 απάντησε ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί αυτό καθώς ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος. Σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση, ο ΜΚ2 είπε πως όταν αναφέρεται σε πρόσωπο που χειρίζεται τον λογαριασμό εννοεί το πρόσωπο που δικαιούται να υπογράφει (signatory) και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 3 ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει. Εξ όσων γνωρίζει ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν διευθυντής ή μέτοχος της πρώην κατηγορούμενης
  9. Στην υποβολή του κ. Κωνσταντίνου ότι ήταν απλώς υπάλληλος που εκτελούσε τις οδηγίες της πρώην κατηγορούμενης 2, ο ΜΚ2 είπε πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα πιο πάνω. Ερωτηθείς για την αναφορά του στη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 14) ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε πλήρη γνώση του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού, ο ΜΚ2 είπε ότι αυτό που εννοεί είναι πως από την αποστολή των μηνιαίων καταστάσεων του λογαριασμού στην πρώην κατηγορούμενη 1, εφόσον ο ίδιος χειριζόταν τον λογαριασμό θεωρείται ότι είχε γνώση του υπολοίπου. Διευκρίνισε όμως ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει αν όντως ο κατηγορούμενος 3 λάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού. Τέλος, ανέφερε ότι στις καταστάσεις λογαριασμού δεν αναγραφόταν και το όνομα του κατηγορούμενου 3 παρά μόνο το όνομα της πρώην κατηγορούμενης
  10. Κατά την επανεξέταση ο ΜΚ2 ανέφερε πως από το σύστημα που τηρείται στην τράπεζα επιβεβαίωσε ότι το όριο του επίδικου λογαριασμού είναι €40.
  11. Επίσης είπε ότι η συνήθης πρακτική είναι όπως σε περιπτώσεις που χορηγείται έγκριση για υπέρβαση του ορίου, αυτή να καταχωρείται στον φάκελο του πελάτη. Ο ΜΚ2 κατέθεσε σε γενικές γραμμές για τα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του και αφορούν τον λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα η πρώην κατηγορούμενη
  12. Υπήρξαν φυσικά και αναφορές για τις οποίες δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς απαντήσεις. Πιο συγκεκριμένα ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει αν όντως υποβλήθηκε αίτημα για αύξηση του ορίου, πότε υποβλήθηκε, ποια περίοδο και τι ποσό αφορούσε. Η εν λόγω αδυναμία του όμως θεωρώ ότι δεν μπορεί να επηρεάσει όσα κατέθεσε για τη λειτουργία του λογαριασμού και επιβεβαιώνονται και από τα τεκμήρια που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν μπορώ ωστόσο να αποδεχθώ τη δήλωση του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε πλήρη γνώση του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού της πρώην κατηγορούμενης
  13. Από το σύνολο της μαρτυρίας του προκύπτει ότι η εν λόγω δήλωση αποτελεί την προσωπική γνώμη του ΜΚ
  14. Όπως και ο ίδιος δήλωσε κατά την αντεξέταση του, κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα εκ του γεγονότος ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν στην πρώην κατηγορούμενη 1 και επειδή ο κατηγορούμενος 3 χειριζόταν τον λογαριασμό θεώρησε ότι είχε και γνώση των καταστάσεων λογαριασμού. Ταυτόχρονα όμως ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν όντως ο κατηγορούμενος 3 λάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού. Επισημαίνω επίσης ότι, όπως διευκρινίστηκε στην αντεξέταση του, η αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος 3 «χειρίζεται» τον εν λόγω λογαριασμό σημαίνει ότι ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει με βάση και το Τεκμήριο
  15. Είναι φανερό επομένως ότι αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό καθώς αφορά την προσωπική του γνώμη όπως αυτή διαμορφώθηκε από την ερμηνεία που ο ίδιος έδωσε στα γεγονότα που ανέφερα πιο πάνω. Αποτελεί γενική αρχή ότι οι μάρτυρες καταθέτουν μόνο για τα γεγονότα που έχουν περιέλθει στην αντίληψη τους και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν την γνώμη και τα συμπεράσματα τους, πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ Ηλιάδη και Σάντη σελ. 605 επ.). Με εξαίρεση επομένως το σημείο που αναφέρω πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2 (βλ. Mohamed και Ιωσηφίδη ανωτέρω). Η ΜΚ3, υπάλληλος της τράπεζας, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 20) δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ο επίδικος λογαριασμός από τις 14.10.08 έχει όριο €40.000 για το οποίο όμως εντός του 2009 έγιναν διάφορες αιτήσεις από τον λειτουργό του λογαριασμού Ανδρέα Χαραλάμπους κατόπιν συνεννόησης με τον ΜΚ3 για αύξηση του. Για την αύξηση του ορίου απαιτείτο γραπτή αίτηση και το όριο του επίδικου λογαριασμού ουδέποτε αυξήθηκε σε μόνιμη βάση πέραν του ποσού των €40.
  16. Αυτό το οποίο έγινε ήταν η αύξηση του ορίου για συγκεκριμένο ποσό για ορισμένη περίοδο. Το όριο του επίδικου λογαριασμού στις 30.6.09 επανήλθε στις €40.000 και έκτοτε δεν αυξήθηκε ξανά. Ενημερώθηκε από τον Ανδρέα Χαραλάμπους ότι, για τις εν λόγω αυξήσεις, επαφή είχε μόνο με τον κατηγορούμενο
  17. Από το φάκελο της πρώην κατηγορούμενης 1 φαίνεται ότι οι καταστάσεις λογαριασμού στέλλονταν κάθε μήνα στη διεύθυνση Τζων Κέννεντυ κτήριο Γλαύκος Κωρτ Διαμ. 631 Κάνικα Εναέριος Λεμεσός. Στη δια ζώσης μαρτυρίας της ανέφερε ότι ο λειτουργός του επίδικου λογαριασμού από το άνοιγμα του μέχρι και σήμερα είναι ο Ανδρέας Χαραλάμπους. Για τον επίδικο λογαριασμό υπήρχαν εγγυήσεις από τον κατηγορούμενο 3 και την Παναγιώτα Παλαμά. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ3 είπε πως κατά τον επίδικο χρόνο δεν εργαζόταν στο κατάστημα στο οποίο διατηρείτο ο λογαριασμός και όσα ανέφερε στη μαρτυρία της απορρέουν από όσα η ίδια είδε στο φάκελο της πρώην κατηγορούμενης 1 που τηρείται στην τράπεζα και απ' όσα της ανέφερε ο Ανδρέας Χαραλάμπους. Υποδείχθηκαν στη ΜΚ3 διάφορες χρεώσεις επί του Τεκμηρίου 15Β οι οποίες έγινα μετά τις 30.6.09 από τις οποίες προκύπτει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού εξακολουθούσε και μετά τις 30.6.09 να είναι πολύ πέραν των €40.
  18. Η ΜΚ3 ανέφερε ότι με βάση το σύστημα της τράπεζας οι επιταγές που παρουσιάζονταν χρεώνονταν είτε υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια είτε όχι. Ο Διευθυντής του καταστήματος ήταν αυτός που αποφάσιζε τον περαιτέρω χειρισμό των επιταγών για τις οποίες δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Δηλαδή οι επιταγές αυτές είτε με έγκριση της τράπεζας πληρώνονταν, είτε με κατάθεση από μέρους του πελάτη. Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 ότι το όριο του λογαριασμού ουδέποτε περιορίστηκε στις €40.000, η ΜΚ3 ανέφερε ότι μπορούσε να γίνει υπέρβαση του ορίου αναλόγως της πρακτικής που ακολουθούσε ο συνάδελφος της που χειριζόταν το λογαριασμό. Ανέφερε περαιτέρω η ΜΚ3 ότι στις 13.5.09 είχε δοθεί προσωρινή αύξηση του ορίου από €40.000 σε €55.000 μέχρι 30.6.09 και δεν εντόπισε οποιαδήποτε άλλη έγκριση. Συμφώνησε ωστόσο με την θέση του κ. Κωνσταντίνου ότι και μετά τις 30.6.09 πληρώνονταν επιταγές και το χρεωστικό υπόλοιπο ανήλθε μέχρι και τις €67.
  19. Κατά την επανεξέταση της διευκρίνισε ότι όταν ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση και παρουσιαζόταν μία επιταγή προς πληρωμή, ο υπεύθυνος του λογαριασμού ενημέρωνε το Διευθυντή του καταστήματος και αποφάσιζαν κατά πόσο θα ζητούσαν εσωτερική έγκριση από την τράπεζα για να χρεωθεί η επιταγή σε υπέρβαση ή αν θα επιστρεφόταν απλήρωτη. Από τη μαρτυρία της ΜΚ3, το μέρος εκείνο το οποίο αφορά τις αιτήσεις για αύξηση του ορίου του επίδικου λογαριασμού πέραν των €40.000 θεωρώ ότι συνιστά μη αποδεκτή μαρτυρία. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας για το εν λόγω ζήτημα αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία αφού η γνώση της πηγάζει από την πληροφόρηση που έλαβε από το λειτουργό του λογαριασμού Ανδρέα Χαραλάμπους που προφανώς είναι ο ΜΚ
  20. Όπως ανέφερα και πιο πάνω η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από μόνο τον λόγο ότι είναι εξ ακοής, αλλά η βαρύτητα που θα της δοθεί εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων (βλ. άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9). Εν προκειμένω, το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, ήτοι ο ΜΚ2, στη δική του μαρτυρία δεν ανέφερε ότι υπήρξε δέκτης αιτημάτων από τον κατηγορούμενο 3 για αύξηση του ορίου. Ούτε και ανέφερε ότι ο ίδιος προώθησε τέτοιου είδους αιτήματα μετά από συνεννόηση με τον κατηγορούμενο
  21. Ο ΜΚ2 περιορίστηκε να αναφέρει ότι από τις καταστάσεις λογαριασμού προκύπτει πως παραχωρήθηκε αύξηση του ορίου λέγοντας όμως ότι δεν θυμάται την περίοδο και το ποσό που κάλυπτε η εν λόγω αύξηση. Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από τη ΜΚ3 για το πώς ο ΜΚ2 θυμήθηκε αυτά τα οποία η ίδια μετέφερε στο Δικαστήριο μετά από πληροφόρηση που έλαβε από τον ίδιο. Δεν υποστηρίχθηκε για παράδειγμα ότι ο ΜΚ2 μετά τη μαρτυρία του στο δικαστήριο προέβη σε κάποια έρευνα και διαπίστωσε αυτά τα οποία ανέφερε η ΜΚ3 στη δική της μαρτυρία. Ακόμα και στην περίπτωση που ο Ανδρέας Χαραλάμπους δεν είναι ο ΜΚ2, αλλά άλλο πρόσωπο που τυγχάνει συνονόματο του ΜΚ2 το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Δεν θα μπορούσε δηλαδή να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία της ΜΚ3 αφ' ης στιγμής δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει το συγκεκριμένο πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση (βλ. άρθρο 27
(2)(α) και
(3)του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9). Από τη μαρτυρία της αποδέχομαι ότι στον επίδικο λογαριασμό παραχωρήθηκε προσωρινή αύξηση του ορίου από €40.000 σε €55.000 για την περίοδο 13.5.09 - 30.6.
  1. Επίσης, αποδέχομαι ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της πρώην κατηγορούμενης 1, ήτοι στην οδό Τζων Κέννεντυ Γλαύκος Κωρτ Διαμ. 631 Κάνικα Εναέριος Λεμεσός. Περαιτέρω, αποδέχομαι ότι ο κατηγορούμενος 3 και η Παναγιώτα Παλαμά εγγυήθηκαν την πρώην κατηγορούμενη 1 αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό. Τα πιο πάνω γεγονότα άλλωστε δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Όπως ανέφερα και πιο πάνω το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να αποδεχθεί άλλο. (βλ. Mohamed και Ιωσηφίδη ανωτέρω). O MK4 υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 21), δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των παραπονουμένων και συγκεκριμένα εργάζεται στο τμήμα εισπράξεων. Με βάση πληροφόρηση που έλαβε από το Γεώργιο Μαλακτό (ΜΚ1), ο οποίος είχε αναλάβει την είσπραξη των οφειλόμενων από την πρώην κατηγορούμενη 1, ο τελευταίος επικοινωνία είχε μόνο με τον κατηγορούμενο 3 και με κανένα άλλο πρόσωπο. Επίσης, ο ΜΚ1 ουδέποτε του ανέφερε πως ο κατηγορούμενος 3 όταν υπέγραφε τις επιταγές του δήλωσε ότι ενεργούσε κατόπιν οδηγιών άλλου προσώπου. Η πρώτη φορά που ενημερώθηκαν οι παραπονούμενοι για το ποιος ήταν ο μέτοχος και διευθυντής της πρώην κατηγορούμενης 1 ήταν με την επιστολή ημερ. 8.11.10 (Τεκμήριο 5). Περαιτέρω, από πληροφόρηση που έλαβε από τον δικηγόρο των παραπονουμένων, Νικόλα Μάντη, ουδέποτε προβλήθηκε από το δικηγόρο του κατηγορούμενου 3 ο ισχυρισμός ότι ο τελευταίος δεν είχε τον έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης
  2. Επίσης από τον πιο πάνω αναφερόμενο δικηγόρο πληροφορήθηκε πως μετά από επικοινωνία που είχε με την τράπεζα ο κατηγορούμενος 3 και η Παναγιώτα Παλαμά είναι εγγυητές της πρώην κατηγορούμενης 1 για τον επίδικο λογαριασμό και αυτό καταδεικνύει ότι η αλλαγή στους αξιωματούχους ήταν τυπικής μορφής και την ευθύνη για την πρώην κατηγορούμενη 1 και τον λογαριασμό την φέρει ο κατηγορούμενος
  3. Η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της πρώην κατηγορούμενης 1 είναι η Τζων Κέννεντυ Γλαύκος Κώρτ Διαμ 631, Κανικα Εναέριος Λεμεσός και η εν λόγω διεύθυνση είχε δηλωθεί και ως διεύθυνση της πρώην κατηγορούμενης 2 αλλά και της προηγούμενης διευθύντριας και μετόχου της πρώην κατηγορούμενης 1, Παναγιώτας Παλαμά. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με άλλες πληροφορίες καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε τον έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης
  4. Επίσης, από πληροφόρηση που έλαβε από την επιδότρια Ρίτα Νέρουππου ο κατηγορούμενος 3 παρέλαβε την αγωγή με αρ. 3382/10 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 23) αναφέροντας της ότι είναι διευθυντής της πρώην κατηγορούμενης
  5. Ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε το υπόλοιπο του λογαριασμού και ότι το όριο από τις 30.6.09 επανήλθε στις €40.
  6. Γνώριζε επίσης ότι υπήρχαν 3 επιστρεπτέες επιταγές ως αποτέλεσμα των οποίων στις 27.7.09 η πρώην κατηγορούμενη 1 καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π, δηλαδή τρεις μέρες μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως δεν γνωρίζει προσωπικά τον κατηγορούμενο 3, ουδέποτε μίλησε μαζί του, ούτε και παρέλαβε οποιαδήποτε επιταγή από αυτόν. Όλα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του είναι από πληροφορίες που έλαβε από τον ΜΚ1 και τους δικηγόρους των παραπονουμένων. Ερωτηθείς κατά πόσο ο ίδιος προσωπικά γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος 3 είχε τον έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης 1, ο ΜΚ4 είπε ότι η γνώση του προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκμήριο 5) στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος 3 έχει τον έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης
  7. Στην υποβολή ότι η πρώην κατηγορούμενη 2 έλεγχε την πρώην κατηγορούμενη 1 και ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν απλά υπάλληλος, ο ΜΚ4 είπε ότι οι πράξεις του δείχνουν το αντίθετο και ότι το 2009 ήταν ο μόνος που έλεγχε το λογαριασμό. Τέλος, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι την πληροφόρηση για όσα δήλωσε στην παράγραφο 11 της κατάθεσης του (Τεκμήριο 21), δηλαδή όσα ανέφερε για τις τρεις επιστρεπτέες επιταγές, την έλαβε από τους δικηγόρους των παραπονουμένων. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΚ4 είναι στο σύνολο της μη αποδεκτή μαρτυρία για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Καταρχάς, όπως ο ίδιος δήλωσε κατά την αντεξέταση του δεν έχει προσωπική γνώση επί οποιουδήποτε ζητήματος που αφορά τα επίδικα θέματα αλλά έλαβε πληροφόρηση για όσα κατέθεσε από τον ΜΚ1 και τους δικηγόρους των παραπονουμένων. Ουσιαστικά ο ΜΚ4 επανέλαβε τη μαρτυρία του ΜΚ1, ανέπτυξε επιχειρηματολογία και κατέληξε στη διατύπωση συγκεκριμένων συμπερασμάτων. Η επιχειρηματολογία όμως δεν αποτελεί έργο των μαρτύρων, αλλά έργο των συνηγόρων. Ούτε επίσης επιτρέπεται ένας μάρτυρας να εκφέρει τη γνώμη και τα συμπεράσματα του. Όπως ανέφερα και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ2, οι μάρτυρες καταθέτουν μόνο για τα γεγονότα που έχουν περιέλθει στην αντίληψη τους και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν την γνώμη και τα συμπεράσματα τους. Περαιτέρω, η αναφορά του ΜΚ4 στην πληροφόρηση που έλαβε από την επιδότρια Ρίτα Νέρουππου, είναι σαφές ότι συνιστά εξ ακοής μαρτυρία. Δεν δόθηκε όμως οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο η εν λόγω επιδότρια δεν κλήθηκε ως μάρτυρας. Κατά συνέπεια και λαμβάνοντας υπόψη μου το άρθρο 27
(2)(α) και
(3)του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη συγκεκριμένη δήλωση του ΜΚ
  1. Επίσης, εξ ακοής μαρτυρία αποτελεί και η δήλωση του ΜΚ4 ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε πως υπήρχαν τρεις επιστρεπτέες επιταγές για τις οποίες καταχωρήθηκε το όνομα της πρώην κατηγορούμενης 1 στο Κ.Α.Π (βλ. παράγραφος 11 Τεκμηρίου 21). Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι έλαβε την εν λόγω πληροφόρηση από τους δικηγόρους των παραπονουμένων. Η αναφορά ωστόσο του ΜΚ4 είναι αόριστη, καθώς δεν συγκεκριμενοποιείται στη δήλωση του ποιες είναι οι τρεις επιταγές που ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε ότι είναι επιστρεπτέες, από ποιο λογαριασμό εκδόθηκαν και κατά πόσο τις υπέγραψε ο κατηγορούμενος
  2. Επιπρόσθετα δεν διευκρινίζεται πως περιήλθε στη γνώση των δικηγόρων των παραπονουμένων ο εν λόγω ισχυρισμός. Επομένως, το κατά πόσο πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού παραμένει αδιευκρίνιστο (άρθρο 27
(2)(β) του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9). Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ πως δεν μπορώ να αποδώσω βαρύτητα ούτε στην υπό αναφορά δήλωση του ΜΚ4. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, κρίνω πως δεν μπορώ να αποδώσω την παραμικρή βαρύτητα στο σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ4 η οποία και απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος 3 προέβη σε ανώμοτη δήλωση (Τεκμήριο 24). Σε αυτήν αναφέρει τα ακόλουθα: « Εγώ ο Θεόδουλος Παλαμάς, από την Λεμεσό, κατηγορούμενος αρ. 3 στην πιο πάνω ποινική υπόθεση, δηλώνω τα ακόλουθα: Σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία κατηγορούμαι δηλώνω αθώος. Εγώ πήρα οδηγίες για να εκδώσω τις επιταγές από την διευθύντρια και ιδιοκτήτρια της εταιρείας DECO SWIMMING POOLS LTD και IVICA FICEKOVA, δεν ήμουν αναμεμειγμένος στα οικονομικά αλλά ούτε και στη διοίκηση της εταιρείας. Ο οικονομικός έλεγχος και η διοίκηση της Εταιρείας είχε περάσει στην IVICA FICEKOVA από την ημέρα που η εταιρεία μεταβιβάστηκε σ' αυτήν δηλαδή την 22/5/2009 και εγώ δεν ήμουν καθόλου αναμεμειγμένος. Για τις συγκεκριμένες επιταγές η IVICA FICEKOVA μου είπε να τις βάλω ως πληρωτέες τις συγκεκριμένες ημερομηνίες. Καλώ το σεβαστό Δικαστήριο όπως με αθωώσει.» Σύμφωνα με τη νομολογία η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία, η οποία πρέπει να εξεταστεί και αξιολογηθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας. Ασφαλώς η αξία της δεν είναι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να αντικρούσει μία ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ. Ιωάννου v. Δημοκρατία
(2001)2 Α.Α.Δ 195). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Η δήλωση του κατηγορούμενου 3 ότι η πρώην κατηγορούμενη 2 είναι διευθύντρια της πρώην κατηγορούμενης 1, αποτελεί γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους παραπονούμενους και επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο
  1. Κατά τα λοιπά θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου
  2. Το γεγονός αυτό όμως ουδόλως ανατρέπει το τεκμήριο αθωότητας και την υποχρέωση των παραπονουμένων να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
  3. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, καθώς και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι παραπονούμενοι και η πρώην κατηγορούμενη 1 διατηρούσαν συνεργασία την περίοδο 2008 - 2009, καθώς οι πρώτοι προμήθευαν την τελευταία με έτοιμο σκυρόδεμα. Διευθύντρια και μέτοχος της πρώην κατηγορούμενης 1 από τις 25.5.09 είναι η Ivica Ficekova, πρώην κατηγορούμενη 2, ενώ προηγουμένως ήταν η Παναγιώτα Παλαμά. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν το πρόσωπο που εκ μέρους της πρώην κατηγορούμενης 1 είχε επαφή με τους παραπονούμενους. Στις 24.7.09 συναντήθηκε με τον Γεώργιο Μαλακτό (ΜΚ1) στον οποίο παρέδωσε δύο επιταγές της Emporiki Bank, ήτοι την επιταγή με αρ. 20146058 ημερομηνίας 30.8.09 για το ποσό των €10.000 και την επιταγή με αρ.20146059 ημερομηνίας 30.9.09 για το ποσό των €14.368 για πληρωμή οφειλών της πρώην κατηγορούμενης 1 προς τους παραπονούμενους. Οι εν λόγω επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο
  4. Ο λογαριασμός της πρώην κατηγορούμενης 1 με αρ. 454-40004310-0 από τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές ήταν λογαριασμός όψεως το πιστωτικό όριο του οποίου από τις 14.10.08 ανερχόταν σε €40.
  5. Ο κατηγορούμενος 3 ήταν το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει για τον πιο πάνω αναφερόμενο λογαριασμό εκ μέρους της πρώην κατηγορούμενης
  6. Στον λογαριασμό παραχωρήθηκε προσωρινή αύξηση ορίου από €40.000 σε €55.000 για την περίοδο 13.5.09 - 30.6.
  7. Παρά ταύτα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού για την περίοδο 1.1.09 - 29.7.09, δηλαδή μέχρι την ημερομηνία που παγοποιήθηκε, και με εξαίρεση ορισμένες ημερομηνίες εντός Μαΐου και Ιουνίου 2009, βρισκόταν συνεχώς σε υπέρβαση του ορίου των €40.
  8. Οι επιταγές παρουσιάστηκαν προς πληρωμή στην Emporiki Bank την 1.9.09 και την 2.10.10 αντίστοιχα, αλλά δεν τιμήθηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων και λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος καθώς η πρώην κατηγορούμενη 1 στις 24.7.09 καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. Οι επιταγές εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Οι παραπονούμενοι καταχώρησαν εναντίον της πρώην κατηγορούμενης 1 την αγωγή με αρ. 3382/10 Ε.Δ. Πάφου, η οποία αφορούσε και τις επίδικες επιταγές και εναντίον της εκδόθηκε στις 17.1.12 εκ συμφώνου απόφαση. Νομική Πτυχή Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 , ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « 305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει το αδίκημα της συνέργειας στην έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 20 (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο έχει ως εξής: «
  6. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) ............................... (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) ................................ (δ) ................................. ...................................» Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Νόμου. (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Νόμου βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 261 αναφέρθηκε ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α του Νόμου είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια. Τα όσα διατυπώθηκαν στην υπόθεση Παυλόπουλος (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009, Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, στην οποία αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): « Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή.» Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι ( Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: " Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος 3 ότι παρείχε συνδρομή για να καταστεί δυνατή η διάπραξη του από την πρώην κατηγορούμενη 1, θεωρώ ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί η έκδοση των επιταγών από την πρώην κατηγορούμενη 1 (βλ. Τεκμήρια 6 και 7), η παρουσίαση τους στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, ήτοι την Emporiki Bank, την 1.9.09 και την 2.10.09 αντίστοιχα, δηλαδή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες. Επίσης έχει αποδειχθεί ότι η μη πληρωμή των επίδικων επιταγών οφείλεται στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, καθώς και στο ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος (βλ. τις σφραγίδες επί των Τεκμηρίων 6 και 7 και το Τεκμήριο 17). Τέλος, έχει αποδειχθεί ότι οι επίδικες επιταγές εξακολουθούν μέχρι σήμερα να παραμένουν απλήρωτες. Σημειώνω ότι τα πιο πάνω γεγονότα δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Το ζήτημα ωστόσο για τον κατηγορούμενο 3 δεν τελειώνει εδώ. Όπως ανέφερα και πιο πάνω κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής, για να στοιχειοθετηθεί η ποινική του ευθύνη θα πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη ή αντικειμενική υπόσταση (actus reus) η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία, ήτοι
(1)την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση
(2)σε αδίκημα. Επίσης θα πρέπει να αποδειχθεί και η ένοχη διάνοια ή υποκειμενική υπόσταση (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού (βλ. Παυλόπουλος ανωτέρω). Θα ήθελα να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης (Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) και επαναλήφθηκε με ακόμα πιο ξεκάθαρο τρόπο στη Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποινική Έφεση 150/2009, ημερομηνίας 15/10/2012 η συνέργεια σε σχέση με το αδίκημα του Άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) των αδικημάτων, η οποία εν προκειμένω συνίσταται στην υπογραφή των επίδικων επιταγών, θεωρώ ότι πληρούται. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1, ο κατηγορούμενος 3 υπέγραψε ενώπιον του και του παρέδωσε στις 24.7.09 τις επίδικες επιταγές. Το γεγονός άλλωστε της υπογραφής των επιταγών από τον κατηγορούμενο 3 δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο αποδείχθηκε και η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος 3 κατά τον χρόνο υπογραφής των επιταγών γνώριζε ότι παρείχε βοήθεια ή παρακινούσε την κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Θα πρέπει επομένως να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 στις 24.7.09, ημερομηνία υπογραφής των επίδικων επιταγών, γνώριζε ή αντιλαμβανόταν ή ήταν πρόδηλο ότι οι εν λόγω επιταγές δεν θα εξοφλούνταν την ημερομηνία πληρωμής τους λόγω παγοποίησης του λογαριασμού ή έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Η υποκειμενική υπόσταση επομένως έχει δύο πτυχές στην παρούσα περίπτωση, καθώς οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν και λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και λόγω του ότι ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί. Ως προς την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, θεωρώ πως υπάρχουν κενά στη μαρτυρία των παραπονουμένων. Δεν υπάρχει, κατά την κρίση μου, οποιαδήποτε άμεση ή περιστατική μαρτυρία από την οποία να μπορεί με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 3 κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων επιταγών γνώριζε ή είχε λόγο να πιστεύει ότι αυτές δεν θα εξοφλούνταν. Καταρχάς δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε γνώση της κίνησης του λογαριασμού. Το γεγονός ότι ήταν το μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να υπογράφει (signatory) εκ μέρους της πρώην κατηγορούμενης 1 αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό, καθώς και το ότι ήταν το πρόσωπο που προέβαινε στις παραγγελίες προς τους παραπονούμενους δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η αναφορά του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος 3 είχε πλήρη γνώση του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού, όπως ανέφερα και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, αποτελεί απλά τη γνώμη του και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ερμηνεύοντας το Τεκμήριο
  1. Ωστόσο από το Τεκμήριο 16 δεν μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αυτό το οποίο προκύπτει από την παράγραφο 2 του Τεκμηρίου 16 είναι πως ο κατηγορούμενος 3 εξουσιοδοτήθηκε όπως υπογράφει εκ μέρους της πρώην κατηγορούμενης
  2. Δεν υποστήριξε, για παράδειγμα, ο ΜΚ2 ότι είχε οποιαδήποτε επαφή με τον κατηγορούμενο 3 ενημερώνοντας τον για τις υπερβάσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός. Όταν δε ερωτήθηκε στην αντεξέταση κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 λάμβανε τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, ο ΜΚ2 απάντησε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της πρώην κατηγορούμενης 1 και δεν γνώριζε αν τις παραλάμβανε ο κατηγορούμενος
  3. Σημειώνω επίσης ότι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της πρώην κατηγορούμενης 1 δηλώθηκε (βλ. Τεκμήριο 5) και ως η διεύθυνση της πρώην κατηγορούμενης 2 η οποία είναι η διευθύντρια και γραμματέας της πρώην κατηγορούμενης
  4. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν ούτε αξιωματούχος ούτε και μέτοχος της πρώην κατηγορούμενης 1 αλλά, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 9 το οποίο παρουσίασαν οι παραπονούμενοι, ήταν υπάλληλος της πρώην κατηγορούμενης 1 δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο λάμβανε ή είχε γνώση των καταστάσεων λογαριασμού. Επιπρόσθετα, παρά το γεγονός ότι ο λογαριασμός είχε όριο μέχρι το ποσό των €40.000, οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 15Α και Β) καταμαρτυρούν ότι κινείτο συνεχώς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πέραν του εγκεκριμένου ορίου μέχρι και την παγοποίηση του στις 27.7.
  5. Σημειώνω χαρακτηριστικά ότι στις 13.7.09 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανήλθε στο ποσό των €67.790,
  6. Το εν λόγω γεγονός το επιβεβαίωσε και ο ΜΚ2 ο οποίος ανέφερε ότι ο λογαριασμός επανήλθε στο όριο των €40.000 από τον Αύγουστο του 2009 μετά δηλαδή την παγοποίηση του. Σημειώνω επίσης ότι οι ΜΚ2 και 3 ανέφεραν ότι σε περιπτώσεις που παρουσιάζονταν επιταγές πέραν του εγκεκριμένου ορίου, αυτές μπορούσαν να τιμηθούν αν λαμβανόταν έγκριση από ανώτερη εγκριτική αρχή της τράπεζας, πράγμα που όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ2 και τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 15Α και Β) συνέβηκε με τον επίδικο λογαριασμό. Στη βάση επομένως των πιο πάνω δεδομένων δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε στις 24.7.09 ή είχε λόγο να πιστεύει ότι οι επίδικες επιταγές δεν θα πληρώνονταν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων, καθώς η λειτουργία του λογαριασμού αλλά και η μαρτυρία των ΜΚ2 και 3 δεικνύει ότι η τράπεζα επέτρεπε ο λογαριασμός να κινείται πέραν του εγκεκριμένου ορίου του. Ούτε και το γεγονός της προσωρινής αύξησης του ορίου από €40.000 σε €55.000 για την περίοδο 13.5.09 -30.6.09 και της επαναφοράς του ακολούθως στις €40.000 διαφοροποιεί τα πράγματα. Η πραγματική εικόνα του λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 15Β) καταδεικνύει ότι και μετά τις 30.6.09 ο λογαριασμός εξακολουθούσε να κινείται πέραν του ορίου των €40.000 αλλά και πέραν του προσωρινού ορίου των €55.
  7. Όπως ανέφερα και πιο πάνω στις 13.7.09 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανήλθε στο ποσό των €67.790,
  8. Σημειώνω επίσης ότι και κατά την περίοδο ισχύος της προσωρινής αύξησης ο λογαριασμός δεν περιορίστηκε εντός του προσωρινού ορίου των €55.000 αλλά και πάλι κινείτο καθ' υπέρβαση του. Ενδεικτικά και πάλι αναφέρω ότι στις 9.6.09 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανήλθε στο ποσό των €66.542,42 (βλ. Τεκμήριο 15Α). Θα ήθελα επίσης να επισημάνω πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου που να υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος 3 ενημερώθηκε από την τράπεζα ότι η τακτική που εφαρμοζόταν για την πληρωμή επιταγών και την χρέωση του λογαριασμού πέραν του εγκεκριμένου ορίου έπαυσε πλέον να ισχύει. Ειδικότερα όσον αφορά την καταχώρηση της πρώην κατηγορούμενης 1 στο Κ.Α.Π και τη συνακόλουθη παγοποίηση του λογαριασμού σημειώνω ότι η καταχώρηση στο Κ.Α.Π έγινε στις 27.7.09 (βλ. Τεκμήριο 17), δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερη της έκδοσης των επίδικων επιταγών. Κατά συνέπεια δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε κατά τον χρόνο υπογραφής των επιταγών στις 24.7.09 ότι δεν θα πληρώνονταν διότι ο λογαριασμός θα ήταν παγοποιημένος. Στην τελική αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων υποστηρίζει ότι ο κατηγορούμενος 3 κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών γνώριζε ότι είχε εκδώσει τρεις άλλες επιταγές οι οποίες δεν είχαν τιμηθεί και για τις οποίες τελικά η πρώην κατηγορούμενη 1 καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. Καταρχάς σημειώνω ότι η εν λόγω επιχειρηματολογία δεν στηρίζεται σε μαρτυρία η οποία έχει γίνει αποδεκτή. Ο μοναδικός μάρτυρας που αναφέρθηκε στο εν λόγω ζήτημα ήταν ο ΜΚ4 ο οποίος δήλωσε ότι την πληροφόρηση για όσα κατάθεσε επί του προκειμένου την άντλησε από τους δικηγόρους των παραπονουμένων. Η μαρτυρία ωστόσο του ΜΚ4 για τους λόγους που εξηγούνται στην αξιολόγηση της δεν έγινε αποδεκτή. Πέραν τούτου σημειώνω ότι ουδείς εκ των ΜΚ2 και 3 υποστήριξαν ότι οι εν λόγω τρεις επιταγές εκδόθηκαν από τον επίδικο λογαριασμό και ότι ενημερώθηκε ο κατηγορούμενος 3 για τη μη πληρωμή τους και για το ενδεχόμενο καταχώρησης της πρώην κατηγορούμενης 1 στο Κ.Α.Π. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων εκδόθηκαν οι εν λόγω τρεις επιταγές επικοινώνησαν με τον κατηγορούμενο 3 και τον ενημέρωσαν για τα πιο πάνω. Το μοναδικό σχετικό στοιχείο που υπάρχει ενώπιον μου είναι το Τεκμήριο 17 το οποίο απλά αναφέρει την ημερομηνία καταχώρησης της πρώην κατηγορούμενης 1 στο Κ.Α.Π και τον λόγο καταχώρησης, ότι δηλαδή υπήρξαν τρεις απλήρωτες επιταγές, χωρίς όμως να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τις εν λόγω επιταγές. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο σε σχέση με το λογαριασμό από τον οποίο εκδόθηκαν οι εν λόγω τρεις επιταγές, για το αν τις υπέγραψε ο κατηγορούμενος 3, ακόμα και για το πότε ήταν πληρωτέες και επιστραφήκαν απλήρωτες. Εν κατακλείδι δεν διευκρινίστηκε αν η καταχώρηση στο Κ.Α.Π σχετιζόταν με τον επίδικο λογαριασμό Δεν μπορεί επομένως να συναχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε πως θα μεσολαβούσε η καταχώρηση της πρώην κατηγορούμενης 1 στο Κ.Α.Π. Το τελευταίο σημείο που θα ήθελα να σχολιάσω είναι την επιστολή ημερομηνίας 8.11.10 (Τεκμήριο 5) για την οποία έγινε αρκετός λόγος, καθώς αποτέλεσε το κύριο βάθρο επί του οποίου στηρίχθηκαν οι παραπονούμενοι για να αποδείξουν ότι τον έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης 1 τον είχε ο κατηγορούμενος
  9. Παραθέτω αυτούσιο το επίμαχο μέρος του Τεκμηρίου 5: « .................................. Τον έλεγχο της πιο πάνω εταιρείας και την υπογραφή των επιταγών είχεν ο Θεόδουλος Παλαμάς και οι επίδικες επιταγές είναι υπογραμμένες από τον Θεόδουλο Παλαμά. ........................ ......... » Καταρχάς, σημειώνω ότι το Τεκμήριο 5 στάληκε στα πλαίσια άλλης ποινικής υπόθεσης και συγκεκριμένα της ποινικής υπόθεσης με αρ. 12091/10 Ε.Δ. Πάφου στην οποία κατηγορούμενοι ήταν η πρώην κατηγορούμενη 1 και η Παναγιώτα Παλαμά. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν περιλαμβανόταν στο κατηγορητήριο της πιο πάνω υπόθεσης. Επίσης, σημειώνω ότι η εν λόγω επιστολή στάληκε πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Επομένως, θεωρώ πως από το Τεκμήριο 5 δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, καθώς αφενός στάληκε στα πλαίσια άλλης υπόθεσης στην οποία ο ίδιος δεν ήταν κατηγορούμενος και αφετέρου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο δικηγόρος Γιώργος Κωνσταντίνου κατά τον χρόνο αποστολής του Τεκμηρίου 5 εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο 3 και ήταν εξουσιοδοτημένος από αυτόν για να προβεί σε δηλώσεις που αφορούν το πρόσωπο του. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για δήλωση η οποία έγινε στα πλαίσια αλληλογραφίας μεταξύ των συνηγόρων, εκτός Δικαστηρίου και χωρίς ασφαλώς να είναι παρών ο κατηγορούμενος 3 (βλ. άρθρο 19 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9). Ως εκ τούτου δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να θεωρηθεί ότι από το Τεκμήριο 5 προκύπτει παραδοχή του κατηγορούμενου 3 πως είχε τον έλεγχο της πρώην κατηγορούμενης
  10. Κανένα λοιπόν από τα πιο πάνω στοιχεία της μαρτυρίας των παραπονουμένων λαμβανόμενο είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου για διάπραξη του αδικήματος από τον κατηγορούμενο 3 ως συνεργού. Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν τον ειρμό, τη συνοχή και την αποδεικτική δύναμη της περιστατικής μαρτυρίας, που μπορεί να οδηγήσει χωρίς αμφιβολία σε τέτοιο συμπέρασμα (Fournides ν. Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Ως εκ τούτου οποιοδήποτε συμπέρασμα για την ύπαρξη του νοητικού αυτού στοιχείου από τον κατηγορούμενο 3 θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Υποθέσεις όμως, όσο εύλογες κι αν είναι δεν επιτρέπονται (Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι οι παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου 3 και εναντίον των παραπονουμένων ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.