← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 2067/11, 29/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 2067/11, 29/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2067/11 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 29.04.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Συμεού (η κα Σ. Παπαλαζάρου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Σ. Ζαννούπας Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία πλαστογραφίας εγγράφου και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 335 και 339 του Κεφ.154 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων, που είναι η πέμπτη και έκτη κατηγορία στο κατηγορητήριο. Αντίθετα με βάση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.04.15 ο κατηγορούμενος αθωώθηκε σε άλλη κατηγορία πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου καθώς επίσης στις κατηγορίες κλοπής από υπάλληλο κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Κεφ.154 και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ν.188(Ι)/2007 μετά των συναφών τροποποιήσεων που επίσης αντιμετώπιζε μέσα από το παρόν κατηγορητήριο (πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη κατηγορία). Τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.04.15, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς μετριασμού της ποινής και δεν χρειάζονται να επαναδιατυπωθούν. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε στο Δικαστήριο πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου ενώ δήλωσε πως έχουν δημιουργηθεί έξοδα ύψους €320,00 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, πράγμα που έγινε. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 55 ετών, νυμφευμένος και πατέρας ενός ενήλικα παιδιού από προηγούμενο γάμο με το οποίο διατηρεί στενή σχέση. Το παιδί αυτό είναι επίσης νυμφευμένο και εργάζεται ως ναυαγοσώστης στην Πάφο. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάφο και είχε ομαλά παιδικά και νεανικά χρόνια. Είναι απόφοιτος οικονομικού κλάδου του λυκείου και στη συνέχεια υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Ακολούθως εργάστηκε σε διάφορες εργασίες όπως σε καφενείο, ιδιοκτήτης εστιατορίου και στη ξενοδοχειακή βιομηχανία μέχρι το έτος 1999 που προσελήφθηκε από την παραπονούμενη εταιρεία. Στην παραπονούμενη εταιρεία εργάστηκε μέχρι το έτος 2009 ως υπεύθυνος πωλητής για την επαρχία Πάφου όταν η εργοδότηση του διακόπηκε ένεκα της παρούσας υπόθεσης. Έκτοτε ο κατηγορούμενος παραμένει άνεργος και αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ειδικότερα για περίοδο δύο ετών (έτη 2012 και 2013) ο κατηγορούμενος συμπλήρωνε τη συντήρηση του με βοήθεια που λάμβανε από το Κοινοτικό Παντοπωλείο Πάφου. Για ηθικούς κυρίως λόγους έπαυσε να λαμβάνει τέτοια βοήθεια. Η σύζυγος του εργάζεται και λαμβάνει από την εργασία της μηνιαίως το ποσό των €850. Ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει εις το όνομα του οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία ενώ παράλληλα επιβαρύνεται με υπόλοιπο οικιστικού δανείου ύψους €49.000,00 που σύναψε με την Alpha Bank για το οποίο η μηνιαία δόση που ανέρχεται στα €300 δεν καταβάλλεται από το έτος 2009 που κατέστη άνεργος. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας από το έτος 2000. Συγκεκριμένα πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη, κατάσταση που ρυθμίζει με τη χορήγηση ινσουλίνης. Επίσης είναι υπερτασικός και προς τούτο λαμβάνει φαρμακευτική θεραπεία. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:

(1)Το ότι ο κατηγορούμενος είναι εργατικός και οικογενειάρχης.
(2)Το έντιμο παρελθόν του.
(3)Το ότι είναι νομοταγής πολίτης.
(4)Την ηλικία του.
(5)Το λευκό ποινικό μητρώο του.
(6)Ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό.
(7)Η μη αποκόμιση οφέλους.
(8)Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση για το χρονικό διάστημα που κρίθηκε ένοχος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο του επιβάλλει ποινή.
(9)Η αναμόρφωση του κατηγορουμένου μετά το αδίκημα.
(10)Η αποχή από εγκληματική συμπεριφορά μετά το αδίκημα.
(11)Η απομακρυσμένη πιθανότητα επανάληψης του αδικήματος.
(12)Τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει.
(13)Η απόλυση του από την εργασία.
(14)Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Επ' αυτού ο συνήγορος υπεράσπισης παρέθεσε διάφορες δικαστικές αποφάσεις που θεωρεί ότι καλύπτουν και την προκειμένη περίπτωση. Ερχόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Καταλήγοντας ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα ανέστρεφε τη θετική πορεία της ζωής του κατηγορούμενου και στη βάση των πιο πάνω ζήτησε να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία υπό την έννοια αυτή να ανασταλεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων φαίνεται, κατ' αρχήν, από τις προβλεπόμενες στη σχετική νομοθεσία ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, τα αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου τιμωρούνται έκαστο δυνάμει της συνδυασμένης μελέτης των άρθρων 335 και 339 του Κεφ.154 με ποινή φυλάκισης 3 ετών, εκτός αν λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφημένου εγγράφου προβλέπεται από τον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα κάποια άλλη ποινή, που δεν είναι όμως η προκειμένη περίπτωση. Το πιο πάνω δείχνει ότι πρόκειται για σοβαρά αδικήματα. Ταυτόχρονα δείχνει την πρόθεση του νομοθέτη να τα κατατάξει στην ομάδα των σοβαρών αδικημάτων. Τα αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχει το στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και της εξαπάτησης αρχών, οργανισμών και ατόμων (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ματθαίου άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Η φύση του είδους του πλαστογραφημένου εγγράφου που χρησιμοποιείται και τίθεται σε κυκλοφορία σκοπεύει να δημιουργήσει μια εσκεμμένη πλασματική εικόνα και παράλληλα να παραπλανήσει το νομικό πρόσωπο ή το άτομο προς το οποίο προορίζεται. Πρόκειται για αδικήματα που υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών (Δρουσιώτης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2012, ημερ. 18.07.13). Η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών ενισχύεται ακόμη από το γεγονός ότι η διάπραξη τους παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση στο νησί, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που συχνά καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στη βάση των προαναφερόμενων χαρακτηριστικών που τα διέπουν καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Είναι γι' αυτό που τα Δικαστήρια, μέσα από επισημάνσεις και υποδείξεις της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντιμετωπίζουν τέτοιας φύσης αδικήματα με αυστηρότητα μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε μια προσπάθεια αναχαίτισης τους και προστασίας της κοινωνίας. Η ανάγκη επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής δημιουργεί τις συνθήκες για επιβολή ποινής στερητικής ελευθερίας του παραβάτη. Στην υπόθεση Δημητρίου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 46 που αφορούσε τη διάπραξη των αδικημάτων κλοπής επιταγής Λ.Κ.£52,80 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας) των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλαστογραφίας εγγράφου, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων και πλαστοπροσωπίας, κατόπιν ομολογίας στην αστυνομία, παραδοχής και αποζημίωσης του δικαιούχου επιβλήθηκαν σε άτομο ηλικίας 52 ετών, πατέρα 4 παιδιών που αποζημίωσε τον παραπονούμενο, αφού λήφθηκε υπόψη μία προηγούμενη καταδίκη σε παρόμοιες υποθέσεις, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3, 6, 6, 3 και 4 μηνών αντίστοιχα σε κάθε κατηγορία, παρόλο ότι παρήλθαν πέραν των 3 ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή της ποινής και εν των μεταξύ ο εφεσείοντας συνήψε γάμο και εξασφάλισε μόνιμη εργασία. Στο σημείο αυτό δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην πιο πάνω υπόθεση το έγγραφο που πλαστογραφήθηκε και τέθηκε σε κυκλοφορία αφορούσε είδος εγγράφου για τα οποία αδικήματα η νομοθεσία προνοεί ειδικά για τη διάπραξη τους ποινή φυλάκισης 14 ετών, σε αντίθεση με την προκειμένη περίπτωση όπου για το επίδικο τιμολόγιο που πλαστογραφήθηκε και τέθηκε σε κυκλοφορία η ποινή που προνοείται είναι, όπως λέχθηκε πιο πάνω, 3 χρόνια. Αν στην παρούσα υπόθεση το είδος του πλαστογραφημένου εγγράφου που τέθηκε και σε κυκλοφορία ήταν οποιοδήποτε από αυτά που καθορίζονται στα άρθρα 336, 337 και 338 του Κεφ.154 το στοιχείο της σοβαρότητας θα ήταν μεγαλύτερο και ασφαλώς η επιβληθείσα ποινή αναπόφευκτα μεγαλύτερη από ότι για ένα πλαστογραφημένο έγγραφο που καλύπτεται από τις διατάξεις του άρθρου 335 της ιδίας νομοθεσίας. Αυτό εξάλλου διαπιστώνεται διαχρονικά και μέσα από την κυπριακή νομολογία. Ωστόσο λέγοντας αυτά δεν αναιρείται η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και για τα οποία εξακολουθεί να απαιτείται η επιβολή ποινής αποτρεπτικής φύσεως στη βάση των προαναφερθέντων. Περαιτέρω στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 206 συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκαν στο γραμματέα της Σ.Π.Ε. Επιφανείου και παράλληλα εκλελεγμένο κοινοτάρχη του χωριού, ηλικίας 60 ετών, πατέρα 3 ενήλικων παιδιών, ο οποίος απολύθηκε από την εργασία του εξ' αιτίας της καταδίκης του και δεν επανεκλέγηκε στη θέση του κοινοτάρχη στις κοινοτικές εκλογές που ακολούθησαν, με λευκό ποινικό μητρώο, χωρίς να έχει αποκομίσει οικονομικό όφελος, κατόπιν παραδοχής και μεταμέλειας, με εξάλειψη των συνεπειών των αδικημάτων από το 2004 όταν πώλησε δική του ακίνητη περιουσία αποπληρώνοντας το ποσό του ελλείμματος που δημιουργήθηκε και ανερχόταν στις Λ.Κ.£70.000 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας), ύπαρξη ψυχολογικών προβλημάτων και άλλων σοβαρών προβλημάτων υγείας, ο οποίος διέπραξε 3 κατηγορίες πλαστογραφίες, μειώθηκαν σε συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 6 μηνών σε κάθε κατηγορία. Επίσης στην υπόθεση Κουμίδου v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 209 σε άτομο που διέπραξε τα αδικήματα πλαστογραφίας εγγράφου, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, το οποίο συνεργάστηκε με την αστυνομία, αποζημίωσε τον παραπονούμενο, παραδέχτηκε αμέσως τα αδικήματα, με σοβαρές συνέπειες στη ζωή της και στην καριέρα της αφού είχε απολυθεί από την εργασία της και με πολλούς προσωπικούς παράγοντες να επενεργούν υπέρ της, επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 9 μηνών, οι οποίες όμως αναστάληκαν κατ' έφεση. Επιπλέον στην υπόθεση Καλαθά v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 658 ποινή άμεσης φυλάκισης 14 μηνών σε κατηγορία πλαστογραφίας συμβολαίου ενοικιαγοράς και κυκλοφορίας ιδίου εγγράφου καθώς και 9 μηνών σε κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, ποσού £8.000 με το οποίο χρηματοδοτήθηκε η ενοικιαγορά σε άτομο που ήταν πατέρας τεσσάρων παιδιών ηλικίας 10-18 ετών, μειώθηκε κατ' έφεση σε 9 μήνες στις δύο πρώτες κατηγορίες και σε 6 μήνες στην τρίτη κατηγορία. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Εν πάσει περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει εξηγηθεί πιο πάνω, των οποίων η σοβαρότητα ενισχύεται στη βάση των προαναφερόμενων στοιχείων που χαρακτηρίζουν τα εν λόγω αδικήματα. Ένας άλλος παράγοντας που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου είναι το θράσος που επέδειξε. Ειδικότερα, παρόλο ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συγκεκριμένη αγοράστρια εταιρεία συνεργαζόταν με την παραπονούμενη εταιρεία για την προμήθεια των οινοπνευματώδη ποτών Jack Daniels και Southern Comfort και ότι ο ίδιος στα μάτια της εν λόγω εταιρείας θεωρείτο ο αντιπρόσωπος της παραπονούμενης εταιρείας στην Πάφο, εντούτοις απροκάλυπτα, χωρίς ίχνος δισταγμού και ντροπής και με θρασύτητα προχώρησε στην πλαστογράφηση του επιδίκου τιμολογίου το οποίο και παρέδωσε στον αγοραστή για την πώληση 60 Southern Comfort έναντι του συνολικού ποσού των €717,60. Η επιμονή του κατηγορουμένου να προβεί στις παράνομες ενέργειες του παρά την γνώση της αγοράστριας εταιρείας για τη θέση που κατείχε στην παραπονούμενη εταιρεία και τα καθήκοντα που είχε, δείχνουν άτομο αποφασισμένο να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό του στη βάση τρόπου δράσης που του παρείχε η ελευθερία που απολάμβανε καθημερινά στο χώρο εργασίας του, πράγμα που έπραξε. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος παράγοντας που επίσης λαμβάνεται υπόψη. Ένας επιπλέον επιβαρυντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι η συμπεριφορά απαξίωσης που ο κατηγορούμενος επέδειξε στην παραπονούμενη εταιρεία που τον εργοδοτούσε, προς την οποία ουδεμία απολογία εκφράστηκε και καμία έμπρακτη μεταμέλεια επιδείχτηκε. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν σεβάστηκε τον εργοδότη του αλλά καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που αυτός του είχε εκμεταλλευόμενος τη θέση και τα καθήκοντα του στην παραπονούμενη εταιρεία και έθεσε σε κίνδυνο με τις παράνομες πράξεις του την επαγγελματική συνεργασία της παραπονούμενης εταιρείας με την αγοράστρια εταιρεία. Η ζημιά που ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην παραπονούμενη εταιρεία με την αξιόποινη συμπεριφορά του και ανέρχεται στο ποσό των €54,69, για την οποία ουδεμία αποζημίωση υπήρξε, αν και μικρή εντούτοις δεν διαγράφεται. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Η συνεργασία των 10 ετών που είχε με την παραπονούμενη εταιρεία κατά τη διάρκεια της οποίας δεν προκάλεσε προβλήματα και/ή αναστάτωση. (γ) Το ότι δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. (δ) Το ότι ο τρόπος της αξιόποινης δράσης του χαρακτηρίζεται από το στοιχείο του ερασιτεχνισμού αφού κάποια στιγμή η παραπονούμενη εταιρεία θα αναζητούσε από τον ίδιο το τιμολόγιο που αναλογούσε στην πραγματική πώληση των οινοπνευματώδη ποτών στην αγοράστρια εταιρεία τη συγκεκριμένη ημερομηνία τη στιγμή που ο ίδιος απέστειλε επιταγή με το κατά πολύ μεγαλύτερο ποσό της επίδικης πώλησης που εκδόθηκε από την αγοράστρια εταιρεία, ενώ παράλληλα ο κίνδυνος να αποκαλυφθούν οι παράνομες ενέργειες του στην παραπονούμενη εταιρεία από τον αγοραστή δεδομένης της μεταξύ τους επαγγελματικής συνεργασίας ήταν κάτι περισσότερο από ορατός. (ε) Οι καταστροφικές συνέπειες που η διάπραξη των αδικημάτων του επέφεραν καθότι όταν ήλθαν στο φως οι παράνομες ενέργειες του και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 η εργοδότηση του κατηγορουμένου τερματίστηκε και έκτοτε ο ίδιος παρέμεινε άνεργος με αποτέλεσμα ο ίδιος να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, συνεπεία των οποίων για δύο χρόνια (έτη 2012 και 2013) ο κατηγορούμενος συμπλήρωνε τη συντήρηση του με βοήθεια που λάμβανε από το Κοινοτικό Παντοπωλείο Πάφου. (στ) Ένεκα της απόλυσης του η πιθανότητα επανάληψης του αδικήματος εις βάρος της παραπονούμενης εταιρείας είναι πλέον απομακρυσμένη. (ζ) Το ότι παρά την πλαστογράφηση του επιδίκου τιμολογίου που αφορούσε την πώληση 60 Southern Comfort στην αγοράστρια εταιρεία έναντι του συνολικού ποσού των €717,60, ευθύς εκδόθηκε από τον αγοραστή μέσα από ενέργειες του κατηγορουμένου επιταγή προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας για το ποσό των €662,91, την οποία ο κατηγορούμενος αμέσως της την απέστειλε, παρόλο ότι η εν λόγω επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη ενός μηνός. (η) Τα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει από το έτος 2000 και ειδικότερα το ότι πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη, κατάσταση που ρυθμίζει με τη χορήγηση ινσουλίνης καθώς επίσης το ότι είναι υπερτασικός και προς τούτο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. (θ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · ηλικίας 55 ετών, νυμφευμένος και πατέρας ενός παιδιού ηλικίας 31 ετών από προηγούμενο γάμο με το οποίο διατηρεί στενή σχέση. · Η σύζυγος του εργάζεται και λαμβάνει από την εργασία της μηνιαίως το ποσό των €850, που είναι και το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας. · Δεν διαθέτει εις το όνομα του οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία ενώ παράλληλα επιβαρύνεται με υπόλοιπο οικιστικού δανείου ύψους €49.000,00 που σύναψε με την Alpha Bank για το οποίο η μηνιαία δόση που ανέρχεται στα €300 δεν καταβάλλεται από το έτος 2009 που κατέστη άνεργος. · Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής θητείας του και μέχρι το 2009 εργάστηκε σε διάφορες επιχειρήσεις περιλαμβανομένου της παραπονούμενης εταιρείας. · Η εκτίμηση που τυγχάνει για την προσωπικότητα και το χαρακτήρα του στο χώρο του εμπορίου. Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Ο λόγος για τον οποίο προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του παραβάτη. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Μυροφόρα ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρόλο ότι τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 31.07.08 εντούτοις διαπιστώθηκαν περί τις 29.09.
  1. Η δε καταγγελία στην αστυνομία υπεβλήθηκε στις 09.11.09, χωρίς έτσι να προηγηθεί μεγάλη καθυστέρηση. Το κατηγορητήριο περιείχε συνολικά 6 σοβαρές κατηγορίες. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ο όγκος πληροφοριών που απαιτούσαν διερεύνηση, ο αριθμός καταθέσεων που λήφθηκαν, ο βαθμός δυσκολίας και το στοιχείο πολυπλοκότητας που η παρούσα υπόθεση περιείχε καθώς και το χαρακτηριστικό της εξειδίκευσης που έκδηλα φαίνεται να υπήρχε στην υπόθεση αυτή με την εμπλοκή εμπειρογνωμόνων όπως ελεγκτή και γραφολόγου. Η αστυνομία ολοκλήρωσε την απαγγελία κατηγοριών στον κατηγορούμενο στις 10.09.
  2. Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης, ανάμεσα σ' άλλα, λήφθηκαν τουλάχιστο 19 καταθέσεις και μελετήθηκαν σωρεία εγγράφων. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, θεωρώ ότι ο χρόνος των 17 μηνών που δαπανήθηκε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο στις 09.02.11 δεν είναι υπερβολικός και αδικαιολόγητος. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης και όταν η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου (29.03.11), ο κατηγορούμενος, εκπροσωπούμενος από δικηγόρο, δήλωσε μη παραδοχή, ως ήταν δικαίωμα του, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στις 19.05.
  3. Εκείνη την ημέρα όμως η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε μετά που ο κατηγορούμενος ζήτησε την απόσυρση του δικηγόρου του και παράλληλα το διορισμό άλλου στη βάση αίτησης για νομική αρωγή που σκόπευε στην πορεία να καταχωρήσει, ως ήταν δικαίωμα του. Τελικά ο διορισμός νέου δικηγόρου δυνάμει νομικής αρωγής έγινε κατορθωτός, κατόπιν εξέτασης και έγκρισης σχετικής αίτησης, στις 22.09.11 ενώ η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 10.01.
  4. Έκτοτε και μέχρι τις 21.03.14 που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία της, η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αναβλήθηκε 7 φορές, εκ των οποίων 4 φορές εξ' υπαιτιότητας της κατηγορούσας αρχής (10.01.12, 22.05.13, 11.10.13 και 14.01.14), 2 φορές εξ' υπαιτιότητας της υπεράσπισης (07.05.12 και 06.02.13) και μία φορά λόγω απεργίας των δικηγόρων (06.11.12). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, θεωρείται συνυπεύθυνος για την απόρροια του χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης αυτής ξεκίνησε στις 21.03.14 και ολοκληρώθηκε στις 24.02.
  5. Στο χρονικό διάστημα των 12 μηνών περίπου παρουσιάστηκαν και έδωσαν κατάθεση 11 μάρτυρες, κάποιοι από τους οποίους έτυχαν μακράς αντεξέτασης, καθώς επίσης κατατέθηκαν 42 τεκμήρια. Το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν αγνοεί το συνολικό χρόνο των 3 ετών και 5 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία που διαπιστώθηκε η διάπραξης των αδικημάτων του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή, τον οποίο και λαμβάνει υπόψη παρόλο ότι, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, δεν παρατηρείται μεταβολή στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Εξάλλου ούτε και ο συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας και συχνότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 9 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 9 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν η ποινή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  6. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην παρούσα υπόθεση δεν παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα με το κίνητρο διάπραξης τους όμως να μην είναι οικονομικό αφού μέσα από τη διάπραξη τους ο ίδιος δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Παράλληλα ο κατηγορούμενος είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου. Παρόλο ότι έχουν περάσει 3 χρόνια και 5 μήνες περίπου από τότε που έγινε αντιληπτή η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος στην παρούσα υπόθεση εντούτοις δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Αυτό δείχνει μια εκ των υστέρων θετική διαγωγή που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη με το επίδικο συμβάν να εκλαμβάνεται ως μεμονωμένο περιστατικό. Ένα περιστατικό που επέφερε καταστροφικές επιπτώσεις τόσο στην οικονομική όσο και επαγγελματική ζωή του κατηγορουμένου αφού ως αποτέλεσμα της υπόθεσης αυτής ο κατηγορούμενος απολύθηκε από την υπηρεσία της παραπονούμενης εταιρείας παραμένοντας από τότε άνεργος, δηλαδή τα τελευταία 5,5 χρόνια (από τις 29.09.09). Αυτό σαφώς του στέρησε την επαγγελματική εδραίωση στον τομέα του εμπορίου που δραστηριοποιείτο στην επαρχία Πάφου για 10 χρόνια όταν εργαζόταν εκ μέρους και για λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας ενώ παράλληλα του προκάλεσε μεγάλα οικονομικά προβλήματα οδηγώντας τον για επιβίωση στο κατώφλι του Κοινοτικού Παντοπωλείου της Πάφου. Επίσης είναι ένα περιστατικό, μέσα από το οποίο όχι μόνο δεν αποκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος αλλά και η ζημιά που προκλήθηκε στην παραπονούμενη εταιρεία ήταν μηδαμινή ως αποτέλεσμα της δικής του στάσης να της αποστείλει επιταγή με το κατά πολύ μεγαλύτερο ποσό της επίδικης πώλησης που εκδόθηκε ευθύς από την αγοράστρια εταιρεία. Συνεπώς, στη βάση των προαναφερόμενων συνθηκών και δεδομένων και κατόπιν βαθύτατου προβληματισμού, θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Τυχόν επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα αποτελούσε, υπό τις περιστάσεις, υπέρμετρη τιμωρία για τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος να καταβάλει αυθημερόν έξοδα ύψους €320,00. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence Αναφορά: Ποινικό/Πλαστογραφία εγγράφου-Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου/ Άρθρα 331, 332, 333, 335 και 339 του Κεφ.154/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.