Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 248/12, 29/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2015:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 248/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 29.04.15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για Κατηγορούμενο: κος Μ. Βασιλειάδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 03.08.11 στο χωριό Κρήτου Τέρρα της επαρχίας Πάφου επιτέθηκε εναντίον του Γεώργιου Παναγιωτίδη προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα τον αρχιαστυφύλακα 2177 Γεώργιο Κουλουντή (ΜΚ1) και τον Γεώργιο Παναγιωτίδη (ΜΚ2), παραπονούμενο στην υπόθεση αυτή. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής καλώντας παράλληλα δύο μάρτυρες υπεράσπισης και συγκεκριμένα τον κοινοτάρχη του χωριού Κρήτου Τέρρας Δέρβη Χαραλάμπους (ΜΥ1) και τον Δημήτρη Δημητρίου (ΜΥ2), κάτοικο του χωριού Δρούσιας της επαρχίας Πάφου. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 6 τεκμήρια. Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και στην κυρίως εξέταση του προσκόμισε γραπτή κατάθεση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στις 04.08.11 και μεταξύ των ωρών 00:25-00:50 προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό Πόλης Χρυσοχούς ο ΜΚ2 καταγγέλλοντας ότι ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε και τον κτύπησε με τα χέρια του σε διάφορα μέρη τους σώματος. Επίσης σημειώνεται ότι την 06.08.11 ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε γραπτώς ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία λέει πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Η ανακριτική κατάθεση παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- την ίδια ημέρα ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε 'Δεν παραδέχομαι'. Η γραπτή κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και οποιοσδήποτε άλλος συνάδελφος του μετέβηκε στη σκηνή του επεισοδίου. Ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι όταν ο παραπονούμενος προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό απευθύνθηκε στον ίδιο και αυτός του έλαβε γραπτή κατάθεση. Όπως επίσης δήλωσε, ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι χτυπήθηκε σε διάφορα μέρη του σώματος του αλλά δεν του έδειξε κάτι συγκεκριμένο και ούτε του είπε οτιδήποτε σχετικά με θέμα τραυμάτων. Ωστόσο ο ΜΚ1 έδωσε στον κατηγορούμενο ιατρικό έντυπο για να επισκεφτεί το νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς. Ο ΜΚ2 παρουσίασε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του δύο γραπτές καταθέσεις ημερομηνίας 04.08.11 και 05.08.11, οι οποίες προσκομίστηκαν σαν Τεκμήρια 4 και
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, στις 03.08.11 και περί ώρα 23:30 ο παραπονούμενος περνούσε έξω από το καφενείο του χωριού Κρήτου Τέρρα με προορισμό την οικία του όταν εκεί πρόσεξε 35-40 άτομα να διασκεδάζουν. Επειδή ο δρόμος εκεί ήταν εκείνη τη στιγμή πολύ στενός και δεν φορούσε να προχωρήσει με το όχημα του σταμάτησε. Τότε κάποιος του έριξε ένα λεμόνι πάνω στο αυτοκίνητο του. Όταν τον προσέγγισε ο κουμπάρος του Ανδρέας Στυλιανού ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του και τον ρώτησε ποιοι ήταν αυτοί που του έριχναν λεμόνια. Αμέσως ήλθαν κοντά του περίπου 10 άτομα τους οποίους δεν γνώριζε και άρχισαν να τον κτυπούν με τα χέρια τους σε διάφορα μέρη του σώματος του καθώς επίσης μερικοί από αυτούς να τον εξυβρίζουν αποκαλώντας τον 'γάρο'. Στη συνέχεια ήλθε και ο κατηγορούμενος, ο οποίος με τα χέρια του τον κτύπησε πάνω στο κεφάλι και τους ώμους του ενώ με τα πόδια του τον κλώτσησε δύο φορές. Όπως επιπλέον σημειώνεται από τα κτυπήματα που δέχτηκε δεν προκλήθηκαν τραύματα και γι' αυτό ο κατηγορούμενος δεν επιθυμούσε να επισκεφτεί ιατρό για να εξεταστεί. Στο Τεκμήριο 5 γίνεται αναφορά στο πρόσωπο που διοργάνωνε το προαναφερόμενο πάρτι καθώς ονομάζονται μερικά από τα άτομα που συμμετείχαν στη διασκέδαση στο καφενείο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο κατηγορούμενος ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος είναι πρώτος εξάδελφος του πατέρα του και συνεπώς θείος του. Ακόμη απέδωσε την αρχική άρνηση του να εξεταστεί από ιατρό στην ταραχή που είχε που τον έκανε να μην αισθάνεται πόνο. Τελικά όμως την επόμενη ημέρα επισκέφτηκε ιατρό επειδή πονούσε στο λαιμό όπου είχε γδάρσιμο καθώς και το κεφάλι του, το οποίο έφερε μώλωπες. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως όταν προσέγγισε το χώρο του καφενείου πρόσεξε ότι τόσο μπροστά του όσο και πίσω του υπήρχε αυτοκίνητο ενώ στη μέση υπήρχε τραπεζάκι με άτομα να κάθονται γύρω από αυτό και να διασκεδάζουν. Σε κάποια στιγμή που έδωσε προτεραιότητα σε άλλο όχημα να περάσει, κάποιος ή κάποιοι του έριξαν αντικείμενα που από το θόρυβο που έκαναν πέφτοντας στο όχημα του αντιλήφθηκε ότι πρέπει να ήταν λεμόνια. Ο κατηγορούμενος τότε προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην αστυνομία αλλά ήλθε κοντά του ο κουμπάρος του Ανδρέας Στυλιανού και έκλεινε το τηλέφωνο παρεμποδίζοντας την επικοινωνία με την αστυνομία. Το τηλέφωνο έπεσε κάτω στο πάτωμα της καρέκλας του οδηγού και τότε ο παραπονούμενος εξήλθε για να το πάρει. Αμέσως μετά και ενώ ο παραπονούμενος στεκόταν μεταξύ του καθίσματος του οδηγού και της ανοικτής πόρτας του οχήματος έχοντας απέναντι του τη βεράντα του καφενείου περί τα 10 άγνωστα προς τον ίδιο άτομα ήλθαν κοντά του εξυβρίζοντας τον και του επιτέθηκαν από πίσω. Ο δε Στυλιανού είχε τα χέρια του γύρω από τους ώμους του παραπονούμενου που στεκόταν μπροστά από την πόρτα του οδηγού του οχήματος του, ουσιαστικά εγκλωβίζοντας τον από του να αντιδράσει. Ενόσω ο παραπονούμενος δεχόταν κτυπήματα από τα άγνωστα άτομα στο αυτοκίνητο ήλθε ο κατηγορούμενος που του ήταν γνωστός, ο οποίος αφού στάθηκε απέναντι του τον κτύπησε 3-5 φορές πάνω στο κεφάλι χρησιμοποιώντας τους γρόνθους του με κίνηση από πάνω προς τα κάτω, χωρίς να γνωρίζει το λόγο που το έπραξε. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο παραπονούμενος προέβηκε σχεδιαστικά σε αναπαράσταση του περιστατικού σημειώνοντας με το σημείο 'Α' τη θέση του ενώ ακόμη υπέδειξε τη θέση των αγνώστων προσώπων, του Στυλιανού και του κατηγορουμένου. Το πρόχειρο και άνευ κλίμακας σχεδιάγραμμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο την επόμενη ημέρα του επεισοδίου διαπίστωσε ότι στο λαιμό του υπήρχε ένα εμφανές γδάρσιμο καθώς και αρκετά καρούμπαλα πάνω στο κεφάλι του. Ο παραπονούμενος συμφώνησε στη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα τραύματα προκλήθηκαν από τα κτυπήματα των 10 περίπου ατόμων στα οποία δεν περιλαμβάνεται ο κατηγορούμενος. Επιπλέον αργότερα επισήμανε ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να πει ποιος από όλους που τον κτύπησε ήταν αυτός που του προκάλεσε το γδάρσιμο στο λαιμό. Επανεξεταζόμενος ο παραπονούμενος είπε ότι ο ιατρός που τον εξέτασε εντόπισε γδάρσιμο στο λαιμό και ορισμένα καρούμπαλα πάνω στο κεφάλι του. Μέσα από την ανακριτική κατάθεση του ο κατηγορούμενος δεν ανάφερε οτιδήποτε επί της ουσίας αλλά περιορίστηκε να πει πως ότι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο. Στη συνέχεια κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ο κατηγορούμενος, όπως λέχθηκε πιο πάνω, άσκησε το δικαίωμα της σιωπής. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 ανάφερε ότι γνωρίζει τόσο τον κατηγορούμενο όσο και τον παραπονούμενο που οδηγεί το όχημα με αριθμούς εγγραφής EZP164 χρώματος μπλε προς πράσινο. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι εκείνο το βράδυ πρόσεξε το πιο πάνω όχημα του παραπονούμενου να κατευθύνεται από τη δεξιά μεριά του καφενείου και να σταθμεύει στο δρόμο. Ωστόσο δεν γνωρίζει οτιδήποτε περισσότερο. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανάφερε ότι, εκμεταλλευόμενος την πείρα που απέκτησε εργαζόμενος στο τμήμα τροχαίας κατά την 33χρονη υπηρεσία του στην αστυνομία, προέβηκε σε μέτρηση του ύψους του οχήματος του παραπονούμενου από την οποία το ύψος του πάνω μέρους της πόρτας που εφάπτεται με το ύψος της καμπίνας του οχήματος είναι 1,68 μέτρα ενώ το πάτωμα του οχήματος απέχει από το έδαφος 40 εκατοστά. Το δε πλάτος της πόρτας είναι 1, 18 μέτρα ενώ η απόσταση του εδάφους από τη μασχάλη του παραπονούμενου είναι 1,30 μέτρα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως προέβηκε σε μέτρηση του οχήματος του παραπονούμενου ενώ αυτό βρισκόταν σταθμευμένο έξω από το χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Συνεχίζοντας είπε ότι χωρίς να προσεγγίσει το εν λόγω όχημα αλλά από απόσταση ενός μέτρου προέβηκε σε μέτρηση του χρησιμοποιώντας μέτρο. Ερωτώμενος για το επίδικο επεισόδιο ο ΜΥ1 είπε πως απλά είδε συμπλοκή αλλά όχι αν άτομα χτυπιούνταν μεταξύ τους. Ο ΜΥ2 είπε στην κυρίως εξέταση του ότι το απόγευμα της 03.08.11 βρισκόταν στην Κρήτου Τέρρα λόγω ενός πάρτι που διοργάνωνε ο κυνηγετικός σύλλογος της περιοχής στον οποίο ήταν μέλος ενόψει της πρώτης κυνηγετικής εξόρμησης της φάσσας. Ο ίδιος γνωρίζει τον κατηγορούμενο αλλά και τον παραπονούμενο. Το πάρτι έγινε στο κέντρο του χωριού Κρήτου Τέρρα, εκεί που είναι η πλατεία και κοντά στο καφενείο. Για σκοπούς του πάρτι αποκόπηκε ένας πολύ στενός και μικρός δρόμος αλλά αφέθηκε ανοικτή η κεντρική λωρίδα του δρόμου του χωριού για να επιτυγχάνεται η διέλευση οχημάτων. Στρεφόμενος στο επίδικο περιστατικό ο μάρτυρας αυτός ανάφερε ότι όταν ο παραπονούμενος προσέγγισε τον χώρο ο ίδιος βρισκόταν σε απόσταση 3-4 μέτρων από αυτόν και από τη συμπεριφορά του αντιλήφθηκε ότι ζητούσε να μετακινηθούν πράγματα και να ανοίξει ο δρόμος για να κινηθεί το όχημα του. Τότε πήγαν κοντά του κάποιοι συγγενείς και συγχωριανοί του να τον πείσουν να χρησιμοποιήσει άλλο δρόμο χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Ενώ βρισκόταν στο όχημα του ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην αστυνομία καταγγέλλοντας την αποκοπή του δρόμου και ζητούσε τον τερματισμό της ψυχαγωγικής συγκέντρωσης. Ένα από τα άτομα που προσπάθησε να πείσει τον παραπονούμενο να χρησιμοποιήσει άλλο δρόμο ήταν ο κατηγορούμενος. Ο παραπονούμενος στο μεταξύ εξήλθε του οχήματος κρατώντας το τηλέφωνο και επικοινωνώντας με την αστυνομία. Μπροστά στις εκκλήσεις του κατηγορουμένου ο παραπονούμενος αντέδρασε με αποτέλεσμα να γίνει συμπλοκή. Ακολούθως ο παραπονούμενος έφυγε από το χώρο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως δεν θυμάται οποιοσδήποτε να είχε ρίξει λεμόνι στο όχημα του παραπονούμενου. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι όταν ο παραπονούμενος προσέγγισε το χώρο τους έγνεψε με τα χέρια να μετακινήσουν τα πράγματα του πάρτι. Τότε ήλθαν άτομα που τον γνώριζαν για να τον πείσουν. Αυτός βρισκόταν εντός του οχήματος και μιλούσε στο τηλέφωνο και από ότι ο μάρτυρας αυτός κατάλαβε ήταν για να επικοινωνήσει με την αστυνομία. Ακολούθως ο παραπονούμενος εξήλθε του οχήματος του κρατώντας το τηλέφωνο και αντιλήφθηκε ότι επικοινωνούσε με την αστυνομία. Ο ΜΥ2 απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε τον παραπονούμενο. Τελικές Αγορεύσεις: Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία του παραπονούμενου ως αναξιόπιστη καθότι περιέχει σωρεία αντιφάσεων. Προς υποστήριξη του επιχειρήματος του ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε μέσα από ην προσαχθείσα μαρτυρία του παραπονούμενου διάφορα παραδείγματα που κατά τη γνώμη του επαληθεύουν την πιο πάνω θέση του. Είναι περαιτέρω θέση του κυρίου Βασιλειάδη ότι η αντιφατική μαρτυρία του παραπονούμενου σε συνδυασμό με την απουσία προσκόμισης σχετικής ιατρικής μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει την πρόκληση των τραυμάτων που αυτός επικαλείται συνεπεία κατ' ισχυρισμού επίθεσης που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο καθώς και η αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης, οδηγούν σε μη στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας που ο πελάτης του αντιμετωπίζει. Στη βάση αυτών ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση του κατηγορουμένου. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι παρόλο ότι δεν υπάρχει ιατρικό πιστοποιητικό εντούτοις υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τα χέρια του στο λαιμό και στο κεφάλι του παραπονούμενου. Είναι η θέση της κυρίας Παπαλαζάρου ότι ο παραπονούμενος ήταν σταθερός και ειλικρινής μάρτυρας ενώ οι μάρτυρες υπεράσπισης ήλθαν και κατάθεσαν με σκοπό να βοηθήσουν την υπόθεση του κατηγορουμένου με την μαρτυρία τους να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής η μοναδική αξιόπιστη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή του παραπονούμενου, η οποία οδηγεί στην ενοχή του κατηγορουμένου. Με βάση το σκεπτικό αυτό η κυρία Παπαλαζάρου ευσεβάστως εισηγήθηκε την καταδίκη του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Επίσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Η παρούσα υπόθεση είναι από αυτές που θα κριθεί με γνώμονα την αξιοπιστία των εμπλεκομένων ατόμων που πρωταγωνίστησαν στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή του παραπονούμενου και του κατηγορουμένου, αλλά και των άλλων ατόμων που τοποθετούνται στην σκηνή τη στιγμή του περιστατικού. Είναι μέσα από την αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτών των προσώπων που θα καθοριστεί το πλαίσιο των επίδικων γεγονότων. Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές των μερών αφού πρώτα αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΚ1 ήταν ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του εστιάζεται στις διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής. Οι ενέργειες του αυτές ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξ' ου και ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε στις πράξεις του αυτές. Κάτω από αυτά τα δεδομένα αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, η οποία και περιστρέφεται γύρω από τις αναντίλεκτες ενέργειες που αυτός έλαβε στα πλαίσια διερεύνησης αυτής της υπόθεσης περιλαμβανομένου της γραπτής κατάθεσης του που είναι το Τεκμήριο 1 και αποτελεί μέρος της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Βέβαια από το Τεκμήριο 1 δεν λαμβάνω υπόψη μου την αναφορά του μάρτυρα σε ιατρικά ευρήματα καθότι η ύπαρξη ή όχι αυτών επαφίεται σε επιστημονική τεκμηρίωση στη βάση σχετικής ιατρικής μαρτυρίας από τον ιατρό που εξέτασε τον παραπονούμενο. Ειδικότερα από την μαρτυρία του ΜΚ1 δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας υπό την ιδιότητα του αστυνομικού εξεταστή και στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής προέβηκε, ανάμεσα σ' άλλα, στις πιο κάτω αδιαμφισβήτητες ενέργειες: (α) Στις 04.08.11 και μεταξύ των ωρών 00:25-00:50 προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό Πόλης Χρυσοχούς ο παραπονούμενος, ο οποίος προέβηκε σε γραπτή καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου λέγοντας πως ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε και τον κτύπησε με τα χέρια του στο κεφάλι και στους ώμους ενώ με τα πόδια του τον κλώτσησε, δίδοντας προς τούτο στον ΜΚ1 γραπτή κατάθεση. (β) Στις 06.08.11 έλαβε από τον κατηγορούμενο γραπτή ανακριτική κατάθεση μέσα από την οποία ο τελευταίος λέει πως ότι είχε να πει θα το έλεγε στο Δικαστήριο. (γ) Ακολούθως της ίδιας ημέρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο με την κατηγορία του κατηγορητηρίου αφού προηγουμένως του επέστησε την προσοχή στο νόμο, την οποία και απέρριψε (Τεκμήριο 3). (δ) Στις 15.08.11 έλαβε κατάθεση από τον Ανδρέα Στυλιανού. Περαιτέρω, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, δέχομαι ότι το Τεκμήριο 3 αντικατοπτρίζει μέρος των ενεργειών του ΜΚ1. Ο παραπονούμενος (ΜΚ2) ήταν ο μοναδικός μάρτυρας της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής ως προς τον προσδιορισμό των ουσιωδών γεγονότων που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Ως μάρτυρας έκανε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη στάση και συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του φανερώνουν ένα άτομο που δεν ήλθε για να εξιστορήσει τα γεγονότα όπως πραγματικά διαδραματίστηκαν. Έδωσε την εικόνα ότι δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα όσα συνέβησαν την επίμαχη ημερομηνία αλλά να πει αυτά που κατά την άποψη του θα ήταν επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του παραπονούμενου, όπως προκύπτει μέσα από τις δύο γραπτές καταθέσεις του (Τεκμήρια 4 και 5), διαφέρει ουσιωδώς από τη μεταγενέστερη δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Ο παραπονούμενος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μια εκδοχή που τελικά δεν ήταν σταθερή και συνεπής. Κατ' αρχήν μέσα από την πρώτη κατάθεση του στην αστυνομία (Τεκμήριο 4) ο παραπονούμενος τονίζει κατηγορηματικά και με σαφήνεια ότι τα κτυπήματα που δέχτηκε δεν του προκάλεσαν τραύματα ή κακώσεις. Ωστόσο στη δια ζώσης μαρτυρία του υπαναχώρησε από την αρχική του δήλωση λέγοντας πως τη στιγμή εκείνη λόγω της ταραχής και αγανάκτησης που αισθανόταν δεν μπορούσε να αντιληφθεί πόνο. Η εκ των υστέρων αναφορά αυτή όμως δεν μπορεί να σταθεί στη λογική. Όταν κάποιος δεχτεί επίθεση από 10 άτομα που τον κτυπούν σε διάφορα μέρη του σώματος του, όπως ο ίδιος είπε, με τον κατηγορούμενο στη συνέχεια να τον κτυπά με τα χέρια του πάνω στο κεφάλι και πάνω στους ώμους και με τα πόδια του να τον κλωτσήσει δύο φορές, είναι αδύνατο να μην αισθάνεται πόνο όση ταραχή και αγανάκτηση αν έχει. Δηλαδή ο βαθμός και η έκταση των κατ' ισχυρισμό κτυπημάτων σε όλο το σώμα δεν δικαιολογεί ανυπαρξία πόνου. Εν πάση περιπτώσει αν για σκοπούς συζήτησης δεχτώ ότι ο παραπονούμενος εκείνη τη στιγμή δεν αισθάνθηκε πόνο επειδή ήταν ταραγμένος και συνάμα αγανακτισμένος, την επόμενη ημέρα θα έπρεπε να αισθανόταν πόνο και παράλληλα να έφερε στο σώμα του κάποιες ενδείξεις από την προηγούμενη ημέρα της επίθεσης. Ωστόσο την επόμενη ημέρα που μετέβηκε εκ νέου στην αστυνομία και έδωσε συμπληρωματική κατάθεση ουδεμία τέτοια αναφορά γίνεται, γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε μέσα από τη δια ζώσης μαρτυρία του ότι ως αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχτηκε υπέστηκε γδάρσιμο στο λαιμό καθώς και μώλωπες και καρούμπαλα-πρηξίματα στο κεφάλι. Δεν συνδέει όμως τον κατηγορούμενο με την πρόκληση αυτών των κατ' ισχυρισμό τραυμάτων. Αντίθετα επιρρίπτει την ευθύνη της πρόκλησης τους στα 10 άτομα που αρχικά του επιτέθηκαν αποκλείοντας τον κατηγορούμενο. Ένα άλλο στοιχείο που θα πρέπει να λεχθεί και σχετίζεται με τον ισχυρισμό του παραπονούμενου περί τραυμάτων που υπέστηκε είναι ότι ουδεμία σχετική ιατρική μαρτυρία προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει την εν λόγω θέση του στο θέμα αυτό. Ούτε οποιοσδήποτε από τους αστυνομικούς που έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο αμέσως μετά την κατ' ισχυρισμό επίθεση πρόσεξε οποιοδήποτε σημάδι στο σώμα του. Ούτε όμως ο παραπονούμενος τους υπέδειξε οτιδήποτε. Όλα αυτά αφήνουν τον πιο πάνω ισχυρισμό του μετέωρο, πλήττοντας έτσι περισσότερο την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Επιπλέον, όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, το περιεχόμενο των καταθέσεων του παραπονούμενου διαφέρει σημαντικά από τη δια ζώσης μαρτυρία του, γεγονός που πληγώνει ακόμη περισσότερο την εικόνα του μάρτυρα. Συγκεκριμένα: (α) Ενώ στο Τεκμήριο 4 ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι όταν το όχημα του ήταν ακινητοποιημένο στο δρόμο του καφενείου κάποιος έριξε πάνω σ' αυτό ένα λεμόνι, στη δια ζώσης μαρτυρία του ελίχθηκε λέγοντας πως στο όχημα του ρίχτηκαν 3-4 αντικείμενα που από το θόρυβο που έκαναν αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν πέτρες ή κόκκαλα ή ψωμί αλλά να ήταν λεμόνια. (β) Ενώ στο Τεκμήριο 4 αναφέρει ότι παρέμεινε εντός του οχήματος του και όταν τον προσέγγισε κάποιος με το όνομα Ανδρέας Στυλιανού ρωτώντας τον από που ερχόταν εξήλθε από αυτό για να τον ρωτήσει με τη σειρά του ποιος του έριξε τα αντικείμενα, στη δια ζώσης μαρτυρία του διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως ήταν εντός του οχήματος όταν του έριξαν τα λεμόνια και προσπάθησε να τηλεφωνήσει με το κινητό του τηλέφωνο την αστυνομία αλλά ο Ανδρέας Στυλιανού που στο μεταξύ ήλθε κοντά του τον εμπόδιζε με αποτέλεσμα να του πέσει κάτω στο πάτωμα του οχήματος στη θέση του οδηγού που βρισκόταν. Επειδή δυσκολευόταν να το πάρει ο παραπονούμενος άνοιξε την πόρτα του οδηγού, εξήλθε του οχήματος του και στάθηκε και ακολούθως έσκυψε και το μάζεψε. (γ) Ενώ στα Τεκμήρια 4 και 5 ουδεμία αναφορά γίνεται για προσπάθεια του παραπονούμενου να τηλεφωνήσει στην αστυνομία, στη δια ζώσης μαρτυρία του ο παραπονούμενος επικαλείται επικοινωνία με την αστυνομία με τη βοήθεια του κινητού του μέσα από την οποία υπήρξε ενημέρωση για επίθεση που δέχτηκε. (δ) Ενώ στο Τεκμήριο 4 ο παραπονούμενος παρουσιάζει τον Ανδρέα Στυλιανού ως το πρόσωπο που απλά τον προσέγγισε και απλά τον ρώτησε από πού ερχόταν εκείνη τη στιγμή, στη δια ζώσης μαρτυρία του και μάλιστα για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε λέγοντας πως ο Ανδρέας Στυλιανού ήταν το άτομο που τον εμπόδιζε να τηλεφωνήσει στην αστυνομία διακόπτοντας τη λειτουργία του τηλεφώνου, ότι ήταν το άτομο που με τις ενέργειες του προκάλεσε το πέσιμο του τηλεφώνου στο πάτωμα του οχήματος και ότι ήταν το άτομο που τον πήρε από τους ώμους και τον κρατούσε στην πόρτα του οδηγού του οχήματος εγκλωβίζοντας τον. (ε) Ενώ στο Τεκμήριο 4 ο παραπονούμενος επικαλείται ότι ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε δύο φορές με τα πόδια του, μέσα από τη δια ζώσης μαρτυρία του κανένας τέτοιος ισχυρισμός προβάλλεται. Συνεπώς, με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του παραπονούμενου, ειδικότερα καθ' όσον αφορά τα γεγονότα όπως ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο ότι είχαν διαδραματιστεί καθώς και στις συνέπειες που επικαλείται ότι υπήρξαν με αποτέλεσμα το Δικαστήριο μοιραία να αδυνατεί να αποδεχθεί και να στηριχθεί στη μαρτυρία του για να καταλήξει σε ασφαλή και αξιόπιστα ευρήματα. Αυτό συμπαρασύρει και τις δύο γραπτές καταθέσεις του που είναι τα Τεκμήρια 4 και 5 καθώς και το πρόχειρο σχέδιο άνευ κλίμακας που ετοίμασε κατά την ένορκη μαρτυρία του προκειμένου να στηρίξει την εκδοχή του (Τεκμήριο 6), έγγραφα τα οποία αποδίδω μηδενική βαρύτητα (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ., 266 και Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερομηνίας 29.11.13). Η άσκηση του δικαιώματος σιωπής από τον κατηγορούμενο σε συνδυασμό με την άρνηση του να δώσει τη δική του εκδοχή στην γραπτή ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε από τον ΜΚ1 (Τεκμήριο 2) φανερώνει ανυπαρξία μαρτυρίας από μέρους του με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα αξιολόγησης. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2, η μόνη αξία που μπορεί να του αποδοθεί είναι ότι αντικατοπτρίζει και αυτό, όπως το Τεκμήριο 3, μέρος των ενεργειών του ΜΚ1. Ο ΜΥ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Είναι προφανές ότι ήλθε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια αλλά με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει ζημιά στην υπόθεση του παραπονούμενου. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε. Η μαρτυρία του που περιορίζεται ως προς τις διαστάσεις του οχήματος στερείται βασικών λεπτομερειών που θα την καθιστούσαν πειστική απέναντι στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ο εν λόγω μάρτυρας δεν ανάφερε από ποιον έλαβε οδηγίες να προβεί στις μετρήσεις που ισχυρίζεται ότι έκανε ή αν ήταν προϊόν δική του πρωτοβουλίας. Επίσης δεν ανάφερε πότε έλαβε τέτοιες οδηγίες. Περαιτέρω ουδεμία αναφορά υπήρξε ως προς το πότε προέβηκε στις κατ' ισχυρισμό μετρήσεις. Άξιο ακόμη απορίας είναι πως ο ΜΥ1 γνώριζε ότι το όχημα του παραπονούμενου τη συγκεκριμένη ημέρα που λέει ότι προέβηκε στις μετρήσεις ήταν σταθμευμένο έξω από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Επιπλέον, δεδομένης και της απόστασης που είχε από το όχημα του παραπονούμενου όταν προέβηκε στις μετρήσεις, ο μάρτυρας αυτός δεν εξήγησε τη μέθοδο που ακολούθησε και ειδικότερα τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στους αριθμούς που παρουσίασε προφορικά στο Δικαστήριο ως μετρήσεις. Ούτε και παρουσίασε σημειωματάριο στο οποίο να καταγράφονται την ημέρα των κατ' ισχυρισμό μετρήσεων χειρόγραφα οι μετρήσεις στις οποίες λέει ότι προέβηκε και/ή άλλες πρόχειρες σημειώσεις αλλά και να σημειώνεται η μέθοδος που ακολούθησε καθώς και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια του. Ούτε και προέβηκε στην παρουσίαση οποιουδήποτε χειρόγραφου σχεδιαγράμματος του οχήματος του παραπονούμενου το οποίο να είχε ετοιμάσει την ημέρα των κατ' ισχυρισμό μετρήσεων δείχνοντας σ' αυτό όλες τις μετρήσεις και γενικότερα τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ούτε ο ΜΥ2 δημιούργησε καλή εικόνα στο Δικαστήριο. Η εντύπωση που άφησε ήταν φτωχή. Είναι πρόδηλο ότι ο μάρτυρας αυτός επιστρατεύτηκε απλά για να βοηθήσει την υπόθεση του κατηγορουμένου με τον οποίο παραδέχτηκε ότι διατηρεί φιλικές σχέσεις, επιρρίπτοντας αποκλειστική ευθύνη πρόκλησης του επεισοδίου στον παραπονούμενο. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος, που είναι συγγενής με τον παραπονούμενο, προσέγγισε τον τελευταίο και απλά με λεπτό και ευγενικό τρόπο προσπάθησε να τον πείσει να συνεχίσει την πορεία του χρησιμοποιώντας εναλλακτική διαδρομή χωρίς να χρειάζεται να ενοχλήσει άτομα που διασκέδαζαν σε δρόμο που είχε αποκοπεί για το πάρτι αλλά συνάντησε την οργή και το μένος του παραπονούμενου, ο οποίος κατ' ισχυρισμό κλώτσησε τον κατηγορούμενο, έκδηλα δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής και δεν είναι πειστικός στο Δικαστήριο. Ακόμη σαφής ήταν η προσπάθεια του εν λόγω μάρτυρα να αποφύγει να απαντήσει με ευθύτητα και θετικότητα κατά πόσο άτομα που διασκέδαζαν είχαν ρίξει λεμόνια στο όχημα του παραπονούμενου τη στιγμή που, όπως ο ίδιος είπε, βρισκόταν σε απόσταση 3-4 μέτρων από το όχημα του παραπονούμενου και τον ίδιο τον παραπονούμενο. Περαιτέρω ο μάρτυρας έκανε αναφορά σε συμπλοκή που έγινε με ανάμιξη του παραπονούμενου, του κατηγορουμένου καθώς και άλλων προσώπων, χωρίς όμως να αποκαλύψει ποιος ήταν ο ρόλος του καθενός και σε τι ενέργειες προέβηκαν μέσα από αυτή ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος ο ένας έναντι του άλλου, παρά την κατ' ισχυρισμό από τον ίδιο εγγύτητα της παρουσίας του στο χώρο όπου η συμπλοκή διαδραματίστηκε. Παράλληλα είναι περίεργο το γεγονός γιατί δεν παρουσιάστηκε στην αστυνομία ως φερόμενος αυτόπτης μάρτυρας και να ζητήσει να δώσει κατάθεση για το επίδικο περιστατικό και εμφανίζεται ξαφνικά μετά από 3 χρόνια και 9 μήνες περίπου δίδοντας επιλεκτικά λεπτομέρειες εκεί που θα βοηθούσαν την υπόθεση του κατηγορουμένου ενώ πτυχές της υπόθεσης που χρήζουν διευκρινίσεις και διαφώτιση προτίμησε να συντηρήσει τις σκιώδεις συνθήκες που περιβάλλουν το επίδικο επεισόδιο. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δημιουργούνται αρκετές αμφιβολίες αναφορικά με την αξιοπιστία του ΜΥ2 αναφορικά με τα γεγονότα που ο ίδιος επικαλέστηκε ότι έγιναν με αποτέλεσμα να αδυνατεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του. Όπως προκύπτει από την αξιολόγηση του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας μέσα από την οποία το Δικαστήριο δεν έχει δεχτεί την μαρτυρία τόσο του παραπονούμενου όσο και των μαρτύρων υπεράσπισης, δεν είναι δυνατή η κατάληξη σε ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και άπτονται της ουσίας του επιδίκου επεισοδίου. Ενδεχομένως η εικόνα προς το Δικαστήριο να ήταν διαφορετική αν η αστυνομία λάμβανε και παρουσίαζε καταθέσεις από άτομα που φέρονται να ήταν παρόντες όταν το επίδικο περιστατικό συνέβηκε όπως για παράδειγμα από τη σύζυγο του παραπονούμενου, από τον Ανδρέα Στυλιανού και από τον Ανδρέα Παπαδόπουλο. Παράλληλα, η μη παρουσίαση σχετικής ιατρικής μαρτυρίας ενίσχυσε την αδυναμία και ανεπάρκεια που χαρακτηρίζουν την προσκομισθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει η μη κατάληξη σε ευρήματα προδιαγράφει το αποτέλεσμα αυτής της υπόθεσης. Είναι γνωστό ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι απέτυχε να το πράξει. Το κενό που παρατηρείται στα γεγονότα δεν μπορεί να συμπληρωθεί μέσω εικασιών και υποθέσεων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στις υποθέσεις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R.110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 υποδείχθηκε πως εάν στο τέλος της εκδίκασης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του παραπονούμενου οδηγεί σε αποτυχία την προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής για απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας της υπόθεσης αυτής εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος, στη βάση υποβοσκουσών εύλογων αμφιβολιών, αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ανέρχονται στο ποσό των €90,00 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Final Judgment Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη Άρθρο 243 Κεφ.154 Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο