Δημοκρατία ν. Aristo Developers Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10239/14, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDPAF:2015:10 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10239/14 Δημοκρατία v.
- Aristo Developers Ltd
- Θεόδωρος Αριστοδήμου
- Σωτηρούλα Αριστοδήμου
- Χρίστος Σολομωνίδης
- Σάββας Σάββα Κατηγορουμένων ----------------- Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Ν. Κέκκος Για τους Κατηγορούμενους 1, 2, 3: κ. Γ. Παπαϊωάννου με κ. Κ. Δαμιανό Για τον κατηγορούμενο 4: κ. Μ. Πικής Για τον κατηγορούμενο 5: κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενοι 2, 3, 4, 5 - παρόντες ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη συμπλήρωση της μαρτυρίας του 27ου μάρτυρα κατηγορίας και το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων υπέβαλαν στο Δικαστήριο ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε καμιά από τις συνολικά 36 κατηγορίες που απαρτίζουν το κατηγορητήριο. Συνακόλουθα ζήτησαν την απαλλαγή και αθώωση των πελατών που εκπροσωπούν, από όλες τις κατηγορίες. Οι 36 κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι μπορούν να καταταχθούν σε ομάδες, ανάλογα με το αντικείμενο στο οποίο αυτές αναφέρονται. Σημειώνεται πώς όλα τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν κατά τη διαδικασία διαχωρισμού γης 11 τεμαχίων (εκ των οποίων τα δέκα είναι ιδιοκτησία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ένα της κατηγορουμένης 3) σε οικόπεδα, αρχής γενομένης από το σχεδιασμό της ανάπτυξης, έκδοσης πολεοδομικής άδειας για 177 οικόπεδα, άδειας διαχωρισμού σε 178 οικόπεδα και συναφείς με αυτές ενέργειες. Πλείστες όσες των κατηγοριών καταλογίζουν στους κατηγορούμενους πλαστογραφία σχεδίων και εγγράφων αποδίδοντας προσπάθειες τους να εξασφαλίσουν οικοπεδοποιήσιμη γη, πέραν της επιτρεπόμενης από τους Νόμους και Κανονισμούς, δια της μείωσης της έκτασης πρασίνου και κοινοτικού εξοπλισμού. Κατηγορίες πλαστογραφίας αναφέρονται ως γενόμενες στο χρόνο έκδοσης της Πολεοδομικής άδειας (κατηγορίες 2, 3, κατηγορία 29) και άλλες, οι πλείστες στην άδεια διαχωρισμού (κατηγορίες 4 - 28, κατηγορία 30). Όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία για απόπειρα διάπραξης αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, δηλαδή τα γενεσιουργά αδικήματα της πλαστογραφίας (κατηγορία 31). Επιπρόσθετα προς αυτά, ο 5ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τα αδικήματα δεκασμού, κατάχρησης εξουσίας και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες τα οποία φέρονται όλα να είναι συνυφασμένα με τα αδικήματα της πλαστογραφίας (κατηγορίες 32 - 36). Νομική πτυχή της εισήγησης Η εισήγηση της υπεράσπισης βρίσκει νομικό έρεισμα στις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ), μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίο του επαρκώς. Το τι συνιστά επαρκή «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» αναλύθηκε σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του Εφετείου, μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Όπως επιβεβαιώθηκε και στη δεύτερη, (σελ. 145), η απαλλαγή και αθώωση ενός κατηγορούμενου δικαιολογείται μόνο όταν: α. Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγο της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος και, β. οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Όπως επανειλημμένα τονίστηκε από το Εφετείο, δεν προβαίνει το Δικαστήριο στο στάδιο τούτο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο ανάγεται στο τέλος της δίκης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην Κύπρο, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου,
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, ημερομηνίας 13.2.02 διευκρινίστηκε περαιτέρω ότι το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο τούτο, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Κατά τη συμπλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, είναι αρκετό εάν αυτή έχει παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσης, από την οποία να δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής. Τα κριτήρια όμως για την διακρίβωση της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο, είναι διαφορετικά. Αυτά δεν στηρίζονται πλέον σε υποθέσεις και ενδεχόμενα, αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά, ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην ίδια απόφαση, τονίστηκε πως η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης καθότι η υποψία δεν εξομοιώνεται με τη μαρτυρία. Εξετάσαμε με προσοχή τις εμπεριστατωμένες παραστάσεις στις οποίες προέβηκαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων καθώς επίσης και τα όσα έχει αντιπροβάλει ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υποστηρίζοντας τη θέση ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους σε όλες τις κατηγορίες. Η εξέταση του θέματος ήταν ιδιαίτερα επίπονη λόγω και του ευάριθμου των κατηγοριών αλλά και της αναγκαιότητας όπως η καθεμιά κατηγορία εξεταστεί αυτοτελώς για τον κάθε ένα κατηγορούμενο ξεχωριστά, αφού όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις ίδιες κατηγορίες, αλλά και υπό το φως της σχετικής με κάθε κατηγορία προσαχθείσας μαρτυρίας τόσο προφορικής όσο και έγγραφης. Έχουμε καταλήξει στην απόφαση, με δεδομένη τη νομική πτυχή των διαφόρων κατηγοριών, ότι για κάποια θέματα η μαρτυρία χρήζει αξιολόγησης και για άλλα θέματα απαιτούνται διευκρινήσεις, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων επαρκώς ώστε να υποχρεούνται να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις ακόλουθες κατηγορίες: Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν πλην εκείνης της 31ης, δηλαδή στις κατηγορίες 1-
- Ο κατηγορούμενος 4 καλείται σε απολογία στις κατηγορίες 1, 2, 3 και
- Ο κατηγορούμενος 5 καλείται σε απολογία στις κατηγορίες 1 - 30, 32-36 Αποφασίσαμε ότι οι κατηγορούμενοι δεν πρέπει να κληθούν σε απολογία ως ακολούθως: Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 στην κατηγορία
- Ο κατηγορούμενος 4 στις κατηγορίες 4 - 28, 30,
- Ο κατηγορούμενος 5 στην κατηγορία
- Για όσες κατηγορίες καλούνται σε απολογία, όπως είναι αυτονόητο δεν θα προβούμε σε αιτιολόγηση της απόφασης μας. Τούτο θα γίνει όπως ενδείκνυται στο τέλος της δίκης, όπου και θα δοθεί απάντηση στα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Προχωρούμε κατωτέρω να αιτιολογήσουμε την απόφαση μας να μην καλέσουμε τους κατηγορουμένους σε απολογία στις κατηγορίες που έχουμε ανωτέρω αναφέρει. Κατηγορίες 4 - 28 (κατηγορούμενος 4) Όλες οι ανωτέρω κατηγορίες παραπέμπουν σε πλαστογραφία σχεδίων, εγγράφων αναγόμενες σε χρόνο μετά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 4 κ. Πικής, υπέδειξε πως δεν προσφέρθηκε μαρτυρία η οποία να εμπλέκει τον πελάτη του και παρέπεμψε προς τούτο σε σχετική νομολογία. Για ευνόητους λόγους, δεν θα επιχειρήσουμε αναλυτική και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αφού η ίδια μαρτυρία και οι ίδιες κατηγορίες αναφέρονται και στους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Η επίκληση του άρθρου 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα δεν προσδίδει στον κατηγορούμενο 4 την ιδιότητα του συνεργού. Πλήρης και εμπεριστατωμένη ανάλυση των άρθρων τούτων με παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία έγινε από τους κ.κ. Παπαϊωάννου και Στεφάνου την οποία και εμείς υιοθετούμε. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα προνοεί «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλος (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Σύμφωνα με την Νομολογία συνεργός είναι εκείνος ο οποίος ενώ γνωρίζει τα περιστατικά διάπραξης ενός αδικήματος, με δική του οικιοθελή πράξη βοηθά τον αυτουργό ή τον παρακινεί στη διάπραξη του αδικήματος, έστω και εάν η συμβολή του αφορά μέρος μόνο των ενεργειών του αυτουργού. Αναφορικά με την έννοια της αναγκαίας για τη διάπραξη ενός αδικήματος υποκειμενικής υπόστασης, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο έχει μεταφερθεί από την γνώση στην αντίληψη, καταλήγοντας πως «θα πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος», (δέστε σχετικά Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 114, Archbold 2006 par. 17-67). «It is not necessary that, at the time of any act of assistance, the principal should have formed a settled intention to commit the crime; all that was necessary was that at the time of the act of assistance, the defendant foresaw as a real possibility that the principal would commit the crime: R. v. Bryce
(2004)2 Cr. App. R. 35, C.A. .» Το άρθρο 21 προνοεί τα εξής: «Αν δύο ή περισσότεροι διαμορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνομου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκημα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξη του να ήταν πιθανή συνέπεια της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινική αδίκημα» Το άρθρο 21 δεν αποτελεί ουσιαστική πρόνοια στοιχειοθέτησης αυτοτελούς αδικήματος αλλά απευθύνεται αποκλειστικά στον καθορισμό της κοινής ευθύνης προσώπων στη διάπραξη αδικήματος προκύπτοντος ως πιθανή συνέπεια από την ενέργεια του ενός στα πλαίσια της κοινής επιδίωξης παράνομου σκοπού. Με την απόφαση Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482, ορίζεται η διαφορά του άρθρου 20 με εκείνο του άρθρου 21 ως εξής: «Διαφέρει δε και από το άρθρο 20 κατά το ότι εκείνο καθορίζει την κοινή ευθύνη προσώπων που συμμετέχουν στη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος. Η παρανομία της πράξης που συναρτάται προς την κοινή επιδίωξη του άρθρου 21, σε αντίθεση με το άρθρο 20, αναφέρεται όχι στο συγκεκριμένο αδίκημα, όπως στην περίπτωση του άρθρου 20, ή στην οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια, αντικριζόμενη αφ' εαυτής και μεμονωμένα, που γίνεται στα πλαίσια της πραγμάτωσης του επιδιωκόμενου σκοπού και συνιστά το εξεταζόμενο αδίκημα, αλλά στον ίδιο τον επιδιωκόμενο σκοπό. Το κρινόμενο δεν είναι λοιπόν αν ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι ο ίδιος ποινικό αδίκημα, (έστω και αν είναι, όπως θα ήταν η παράνομη σύλληψη του Σπύρου), αλλά αν το εξεταζόμενο αδίκημα, την κοινή ευθύνη για το οποίο καθορίζει το άρθρο 21, προέκυψε ως πιθανή συνέπεια στα πλαίσια της πραγμάτωσης του κοινού παράνομου σκοπού» Καθοδήγηση προσφέρεται από την Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, όπου τονίζεται πως το αδίκημα όπου διαπράχθηκε επιβάλλεται να είναι η φυσική ή η προβλεπτή συνέπεια της επιδίωξης ενός συγκεκριμένου κοινού παράνομου σκοπού και δεν καλύπτει ασυνήθιστες συνέπειες. Αρκούμαστε να υποδείξουμε πως ίχνος μαρτυρίας εντοπίστηκε, που να συνδέει τον κατηγορούμενο 4 με αυτές. Η εμπλοκή του, με το σχεδιασμό του Τεκμηρίου 8, δεν μπορεί να οδηγήσει στο άμεσο συμπέρασμα πως συσχετίζεται και με άλλες ενέργειες. Τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν αυθαίρετο. Ακόμη και να εμπλέκετο στο σχεδιασμό κάποιου άλλου σχεδίου, - η ενέργεια αυτή - δεν κατέστησε το σχέδιο πλαστό. Η πλαστότητα των υπόλοιπων σχεδίων δεν εντοπίζεται στο σχεδιασμό τους, αλλά αναφέρεται και εξειδικεύεται (η πλαστότητα τους) είτε στην ακύρωση είτε στην εισαγωγή σφραγίδων. Συνακόλουθα τούτων είναι η αθώωση του κατηγορούμενου από τις ανωτέρω κατηγορίες. Κατηγορία 30 (κατηγορούμενος 4) Η κατηγορία τούτη καταλογίζει σε όλους τους κατηγορούμενους το αδίκημα της εξασφάλισης της άδειας διαχωρισμού Δ.1619 με ψευδείς παραστάσεις, δηλαδή την ακύρωση των εγκεκριμένων από τις αρμόδιες αρχές σχεδίων και την αντικατάσταση με άλλα σχέδια τα οποία σφράγισαν χωρίς εξουσία. Η δοθείσα μαρτυρία, φέρει τον κατηγορούμενο 5 να δίδει οδηγίες στη Μ.Κ. 5 να ακυρώσει σχέδια κ.λ.π., για την ανάπτυξη της περιουσίας της κατηγορούμενης 3 και κατηγορούμενης 1 εταιρείας της οποίας μέτοχοι και διευθυντές είναι οι κατηγορούμενοι 2 και 3. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου 4 ώστε να εμπλέκει αυτόν. Πέραν της συμπερασματικής σκέψης που ουσιαστικά καλούμεθα να εξάξουμε ότι μια πράξη του, δηλαδή η ετοιμασία του σχεδίου Τεκμήριο 8, συνεπάγεται και την τέλεση των υπολοίπων ενεργειών. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος 4 αθωώνεται από αυτή την κατηγορία. Κατηγορία 31 Όλοι οι συνήγοροι έχουν επισημάνει αναφορικά με αυτή την κατηγορία, την ανυπαρξία εσόδου και γενεσιουργού αδικήματος, αφού εν τέλει η έκταση πρασίνου παραχωρήθηκε στο δημόσιο. Η εν λόγω κατηγορία έρεισμα έχει τα άρθρα 2, 3, 4(i)(iv) και
(2), 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Ν188
(1)/2007. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος καταλογίζεται σε αυτούς πως κατά τα έτη 2010 με 2013 αποπειράθηκαν να διαπράξουν αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δηλαδή να αποκτήσουν παράνομα περιουσία αξίας €1.100.000,00 ενώ γνώριζαν ότι αυτή αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων που περιγράφονται στις κατηγορίες 1, 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 19, 21, 23, 25, 27, 29 και 30. Όπως επισημάνθηκε και στην αρχή της απόφασης, το αδίκημα τούτο τελεί υπό την αίρεση της απόδειξης των κατηγοριών της πλαστογραφίας. Πέραν όμως τούτων επισημαίνουμε τα εξής: Το σχετικό άρθρο του Νόμου στο βαθμό που ενδιαφέρει την κρινόμενη περίπτωση, προνοεί: 4(
- i)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: ................................ 4(
- iv)συμμετέχει, συμπράττει, συνεργάζεται, συνωμοτεί για να διαπραχθεί, ή αποπειράται να διαπράξει και παρέχει συνδρομή και βοήθεια, καθοδήγηση ή συμβουλή στη διάπραξη οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω. ................................ Διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση 14 ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές. «Έσοδο» δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου «σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος, που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. «Γενεσιουργό αδίκημα» δυνάμει του άρθρου 5 του ιδίου Νόμου είναι «τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει το ένα έτος, ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο αδικήματος νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όπως ορίζεται στο άρθρο 4». Συνεπώς με βάση και μόνο το λεκτικό του Νόμου είναι απαραίτητη η ύπαρξη «εσόδου» για τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Ακόμη και να αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται η δημιουργία ή η ύπαρξη εσόδου για να τελεστεί το αδίκημα της νομιμοποίησης του. Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της απόπειρας νομιμοποίησης δεν διαφοροποιεί την περίπτωση αφού: Δεν κατηγορούνται ότι αποπειράθηκαν να διαπράξουν αδίκημα πλαστογραφίας για απόκτηση του εσόδου αλλά ότι αποπειράθηκαν να νομιμοποιήσουν το έσοδο. Που προϋποθέτει την ύπαρξη του. Η προσφερθείσα μαρτυρία δεν αποκάλυψε ύπαρξη εσόδου. Η υπό ανάπτυξη γη ήταν και είναι ιδιοκτησία της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και της κατηγορούμενης 3. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ 8 αλλά και άλλων, προτού εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι και προτού παραχωρηθεί το πράσινο στο δημόσιο και προτού οριστικοποιηθεί η διαδικασία, η ιδιοκτησία εξακολουθεί να ανήκει στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία και κατηγορουμένη 3. Για ευνόητους λόγους δεν παραθέτουμε λοιπά στοιχεία μαρτυρίας, αφού αυτά, σχετίζονται με τις υπόλοιπες κατηγορίες. Συνεπώς δεν υπήρξε έσοδο, όπως αυτό προσδιορίζεται στο Νόμο και για τούτο η σχετική κατηγορία απορρίπτεται και όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται σ' αυτήν. (Υπ)............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. (Υπ)............. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. (Υπ)............. Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο